Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

Λουκάς Ν. Νομικός ( 1886 - 1969) ... ο Πειραιώτης



Σίγουρα πολλοί θα απορήσουν διαβάζοντας τον τίτλο «μα αφού ο Λουκάς Νομικός ήταν Σαντορινιός, πως τον χαρακτηρίζουν Πειραιώτη;». Αδιαμφισβήτητα, ο Λουκάς Νομικός ήταν ένας από τους πιο καταξιωμένους Σαντορινιούς εφοπλιστές και η προσφορά του στην Ελληνική Ναυτιλία είναι γνωστή σε όλους. Ουδέποτε ξέχασε το νησί και ειδικά την γενέτειρα του Οία την οποία βοήθησε πολλάκις και το όνομα του έχει δοθεί πλέον σε ένα από τους κεντρικότερους δρόμους του χωριού.
Όμως όπως  οι Οιάτες είναι περήφανοι για τον Λουκά Νομικό, το ίδιο εξίσου περήφανοι είναι για αυτόν και οι Πειραιώτες. Και όταν λέμε «Πειραιώτες» δεν εννοούμε μόνο τους Σαντορινιούς στην καταγωγή που έχουν εγκατασταθεί στον Πειραιά.
Θα κάνουμε λοιπόν ένα μικρό ταξίδι στο πρώτο λιμάνι της χώρας για να γνωρίσουμε μια άγνωστη -για εμάς εδώ στην Σαντορίνη- πτυχή της ζωής του Λουκά Νομικού: την ζωή και την δράση του στον Πειραιά. Όχι όμως σαν εφοπλιστής, αλλά σαν δημότης, πολίτης και μόνιμος κάτοικος αυτής της πόλης.

Ο Λουκάς Νομικός γεννήθηκε στην Οία το 1886, γόνος καραβακυραίων του χωριού καθώς πατέρας του ήταν ο καπετάνιος Νικόλας Νομικός και εξαδέλφη του η μετέπειτα εφοπλίστρια Καδιώ Νομικού-Σιγάλα.  Ακολουθώντας την ναυτική παράδοση της οικογένειας του, σε εφηβική ηλικία έφυγε από την Οία στα τέλη του 19ου αιώνα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στον Πειραιά όπου δραστηριοποιήθηκε στην νεόφερτη τότε ποντοπόρο ναυτιλία. Μέσα σε σύντομο διάστημα είχε αναδειχθεί ένας από τους πιο γνωστούς Έλληνες εφοπλιστές της εποχής αλλά και ένα από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα πρόσωπα της Πειραϊκής κοινωνίας.


Η σχέση του με τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα

Κατοικούσε στο κέντρο του Πειραιά πολύ κοντά στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στην ενορία του οποίου ανήκε πλέον ως δημότης,  ενορίτης,  μέλος του εκκλησιαστικού συμβουλίου για πολλά χρόνια αλλά κυρίως μέγας ευεργέτης του ναού καθώς είχε συμβάλει οικονομικά πάρα πολλές φορές σε αναστυλώσεις.  Το εκκλησιαστικό συμβούλιο του ναού έχει τιμήσει εδώ και πολλά χρόνια τον ενορίτη του Λουκά Νομικό για τις οικονομικές του ευεργεσίες και την μακροχρόνια προσφορά του στον Άγιο Σπυρίδωνα με το όνομα του να κοσμεί πρώτο, εδώ και δεκαετίες, τη λίστα των «Μεγάλων Ευεργετών» του ναού στην μεγάλη μαρμάρινη πλάκα δεξιά της εισόδου σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, τιμής και αναγνώρισης στο πρόσωπο του.  Και παρότι έχουν περάσει σχεδόν 50 χρόνια από τον θάνατο του, οι δεσμοί της οικογένειας Νομικού με τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα συνεχίζουν σαν αέναο σκοινί που συνδέει το παρελθόν με το παρόν της. Πρόσφατο γεγονός στις 29 Δεκεμβρίου 2015 όπου τελέστηκε στον ναό η νεκρώσιμος ακολουθία του γιου του, Δημήτρη Νομικού σε ηλικία 91 ετών.

Και κάτι που οι νεότεροι στην Οία ίσως αγνοούν: ως γνωστόν ο Λ.Ν. υπήρξε ο ιδρυτής του συλλόγου των Οιατών στον Πειραιά το 1919 και πρόεδρος μέχρι και το θάνατο του. Τα γραφεία του συλλόγου στεγάζονταν στην οδό Καραΐσκου, εντός των ορίων της ενορίας του Αγίου Σπυρίδωνα. Την εποχή εκείνη λοιπόν το τότε εκκλησιαστικό συμβούλιο του Αγίου Σπυρίδωνα –σε ένδειξη τιμής στο πρόσωπο του Λ.Ν- φύλαγε  τιμητικά την σημαία-λάβαρο του συλλόγου των Οιατών του Πειραιά ολοχρονίς μέσα στο ναό για πάνω από τέσσερις δεκαετίες, γεγονός που το αναφέρει και η Καδιώ Κολυμβα στο βιβλίο της «Οία, τόπος και ιστορία»:  «…Οι παλιότεροι Οιάτες θυμούνται πως την παραμονή της εορτής (Πάσχα) έφτανε με το βαπόρι στην Αρμένη η σημαία του συλλόγου που φυλασσόταν στον Άγιο Σπυρίδωνα του Πειραιά. Εκεί εκκλησιάζονταν οι Οιάτες του Πειραιά. Εκείνη την ημέρα όλο το χωριό κατέβαινε στην Αρμένη για να υποδεχτεί τη σημαία…».

Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Πειραιά

Αλήθεια, πόσοι γνωρίζετε ότι ο Λουκάς Νομικός  -ανά περιόδους-  από το 1925 έως το 1959 είχε διατελέσει  Δημοτικός Σύμβουλος στο Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Πειραιά; Στο site   http://dimitriskrasonikolakis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_27.html  διαβάζουμε:



«Θεοφάνεια 1959. Μπροστά από το Ρολόι. Ήταν όλοι δημοτικοί σύμβουλοι επί δημαρχίας Δημητρίου Σαπουνάκη από Μάρτη του 1955 έως Ιούνιο του 1959. Από αριστερά στα δεξιά βλέπουμε το Δημήτριο Παινέζη (συνταξιούχο Σ.Ε.Κ., δημοτικό σύμβουλο και μετά τις εκλογές (11.5.1958) ανεξάρτητο βουλευτή Ε.Δ.Α. Α΄ Πειραιά την περίοδο 1958 - 1961), τον Κωνσταντίνο Αντωνάκο (δικηγόρο, δημοτικό σύμβουλο), το Θεοφάνη Κωνσταντινίδη (δικηγόρο, δημοτικό σύμβουλο), τον Παναγιώτη Λεούση (γιατρό ουρολόγο, δημοτικό σύμβουλο αλλά την περίοδο εκείνη ασκούσε καθήκοντα δημάρχου λόγω της τρίμηνης αργίας του Σαπουνάκη), το Λουκά Νομικό (εφοπλιστή, δημοτικό σύμβουλο), τον Εμμανουήλ Ρουσσάκη (δημοτικό σύμβουλο) και τον Κωνσταντίνο Αθανασιάδη (δικηγόρο, δημοτικό σύμβουλο και ανεξάρτητο βουλευτή Ε.Δ.Α. Α΄ Πειραιά στα 1958 - 1961)»

Η συνέχεια σε Β μέρος….

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

Σεπτέμβριος στη Σαντορίνη

Του Αντώνη Σιγάλα 
 Μικρό παιδάκι πέρασα ένα Σεπτέμβριο στη Σαντορίνη. Είχαμε πάει να δούμε την προγιαγιά, τη μία και μόνη φορά που την είδα. Βγήκε στην πόρτα του μεγάλου σπιτιού της στην Οία, δίπλα από την Παναγιά την Πλατσανή, ντυμένη στα μαύρα, και μας κοίταζε ενώ η μάνα μου προσπαθούσε να της εξηγήσει ποιος ήμουνα. Μερικές τρίχες στο πηγούνι της, από αυτές που χαρακτηρίζουνε τους γέρους, και μερικά σπόρια από ντομάτα στην ποδιά της είναι αυτά που μου τη θυμίζουν κάθε φορά που προσπαθώ να φέρω την εικόνα της μπροστά μου.
Είχε ένα απέραντο φως εκείνος ο Σεπτέμβριος, αλλά και ένα σκοτάδι που με γέμιζε τρόμο. Το αεροδρόμιο ακόμα δεν είχε γίνει, ενώ η μεριά της Καλντέρας ήταν γεμάτη από χαλάσματα από το μεγάλο σεισμό του 1956 που ισοπέδωσε το χωριό.
Κάθε πρωί παίρναμε το κεντρικό μονοπάτι για να κατεβούμε κάτω στην Αρμένη, το λιμάνι που κάναμε «τα μπάνια». Το Αμμούδι ακόμα δεν υπήρχε στο χάρτη, δεν υπήρχε δρόμος αμαξωτός και εγώ πιασμένος από το χέρι της μάνας μου παρατηρούσα τα μεγάλα πέτρινα σκαλοπάτια, τα γεμάτα με τις καβαλίνες των γαϊδάρων που ανεβοκατέβαιναν όλη την ημέρα, και τρόμαζα από τη μεγάλη διαφορά της κλίμακας σε σχέση με το δικό μου μικρό μέγεθος.
Παντού έβλεπες φραγκοσυκιές να κρέμονται. Τα «φαραόσυκα», γεμάτα χυμό, ήταν ο λόγος που μιαν άλλη φορά, όταν ακόμα ήμουνα ακόμα πιο μικράκι, πέρασα ένα ολόκληρο βράδυ με τη γιαγιά μου στο σπίτι της Αθήνας να καθαρίζουμε από τ’ αγκάθια μια ολόκληρη σακούλα από δαύτα που μας έστειλε πεσκέσι η θεια μου η Μαριγούλα, η αδερφή του πατέρα μου. Η γιαγιά μου ακούραστη και παλιάς σχολής, καταγινόταν με δουλειές του σπιτιού όλη την ημέρα, κι όταν δεν είχε τι να κάνει, έπαιρνε τις σακούλες του αυγουλά, αυτές τις χάρτινες που βάζαμε μέσα τα αυγά, και τις δίπλωνε σχολαστικά, τις έβαζε κάτω από το μαξιλάρι της καρέκλας που καθόταν στην κουζίνα, μια καρέκλα παλιά σαντορινιά ξύλινη τοποθετημένη σε δεσπόζουσα θέση στο κέντρο της κουζίνας έτσι ώστε να δείχνει ποια ήταν η κυρία του σπιτιού, και τα έκανε «κωλοσίδερο». Δηλαδή καθόταν πάνω στο μαξιλάρι και αφού σηκωνόταν, συνήθως μετά από πολλές ώρες, οι σακούλες του αυγουλά ήταν ίσιες σαν καινούργιες. Τις έπαιρνε μετά και τις χρησιμοποιούσε για άλλα πράγματα, ή… δεν τις χρησιμοποιούσε ποτέ, ήταν απλώς το φετίχ της. Για μήνες μετά βρίσκαμε κάτω από τις καρέκλες ισιωμένες χαρτοσακούλες. Τα φαραόσυκα πάντως από το πεσκέσι της θειας μου ήταν άνοστα. Δοκίμασα μια φορά και μπήκαν τα αγκάθια τους στο πρόσωπό μου και έβαλα τα κλάμματα. Δεν ξαναδοκίμασα έκτοτε.
Οι μυρωδιές εκείνου του Σεπτεμβρίου ήταν μια μεγάλη εμπειρία. Μυρίζανε τα πάντα. Πρώτα πρώτα μύριζαν τα σπίτια. Η υγρασία της Οίας πότιζε την ελαφρόπετρα, που χρησιμοποιούνταν τότε ως οικοδομικό υλικό και υπήρχε ενσωματωμένη σε όλους τους τοίχους, ενώ αργότερα, με την επικράτηση του τσιμέντου έγινε το υλικό με το οποίο κύριοι και κυρίες ξύνουνε τις φτέρνες των ποδιών τους όταν ξεραίνονται από τη θάλασσα. Οι τοίχοι μύριζαν αρμύρα και η ζέστη μέσα στα σπίτια ήταν αφόρητη από το πορώδες υλικό.
Ζούσαμε μέσα σε ένα σπίτι που έδινε την εντύπωση από τη μυρωδιά και μόνο, ότι τις νύχτες έπλεε μεσοπέλαγα, παρέα με τις τράτες που έβγαιναν για ψάρεμα, ανάμεσα στην Καλντέρα και τη Θηρασά. Ιδρώναμε στον ύπνο μας και για να πάρουμε λίγο αέρα βγαίναμε έξω στο «δροσό», να μας χτυπήσει η βραδινή αύρα.
Έπειτα μυρίζανε τα σταφύλια. Πάνω στα κοφίνια, μέσα στην πιατέλα, μέσα στη γυάλα που είχανε γίνει γλυκό, ή ακόμα και στις κάναβες, τα μεγάλα πατητήρια όπου καταλήγανε τα κοφίνια με τα πράσινα και μαύρα σταφύλια για να τα πατήσουν και να γίνουν κρασί, το σαντορινιό κρασί, που μετά ταξίδευε ως εμπόρευμα σε ολόκληρο το κόσμο.
Ακόμα μύριζε η θάλασσα, απέραντη και γαλάζια μας περιέβαλλε και μας καθόριζε. Μια φορά με το μπαμπά μου βγήκαμε για ψάρεμα. Από το πρωί μέχρι το απόγευμα πιάσαμε λίγα ψαράκια, τόσο λίγα που δεν γέμιζαν ούτε ένα τηγάνι για να φάμε για μεσημέρι. Μπροστά στην ήττα της ανεπάρκειάς του ως ψαρρά, ο πατέρας μου, αθεράπευτος τσιγκούνης παρόλα αυτά, αποφάσισε να τα πετάξει πίσω στη θάλασσα να τα φάνε τα άλλα ψάρια. Έτσι έκανε την καλή του πράξη προς τη φύση κι ας μείναμε το μεσημέρι νηστικοί, δεν πείραζε. Ψάρια δεν ήθελες; Ψάρια θα σε πάω να φας. Και πήγαμε και φάγαμε στην ταβέρνα του Θεοδόση, πάνω στην Καλντέρα, που είχε λίγο τσιμπημένες τιμές, γιατί όπως λέμε καμιά φορά «αν δεν κλέψουμε και τους συγγενείς δεν κάνουμε δουλειά», αλλά εμείς φάγαμε μαρίδες και τη βγάλαμε φτηνά.
Κάποια στιγμή έκανε ένα σεισμό. Ξεκίνησε με βουητό και μετά άρχισε να κουνάει, εγώ δεν κατάλαβα και πολλά, αλλά οι άλλοι κουνηθήκανε φαίνεται πολύ, γιατί άρχισαν να τρέχουνε στα χωράφια. Ο κόσμος είχε ακόμα νωπές τις μνήμες από την καταστροφή του 1956 και με το παραμικρό ήταν ικανός να παρατήσει το βιος του για να γλυτώσει. Η πλατεία μπροστά από την Παναγιά είχε γεμίσει κόσμο κι εγώ καθόμουνα και παρατηρούσα τα αλλόκοτα φουστάνια των γυναικών, που μερικές είχανε βγει με την ποδιά που φορούσαν όταν έκαναν δουλειές στο σπίτι και με τα χέρια γεμάτα λάδια ή υπολείμματα από τρόφιμα, καθώς ήταν η ώρα που μαγείρευαν για το μεσημεριανό φαγητό. Αρνιόμουν να το κουνήσω ρούπι. Έβαλα τα κλάμματα γιατί μου άρεσε να μείνω εκεί και τελικά η επιθυμία μου εισακούστηκε. Κάτσαμε μπροστά από την Καλντέρα, όταν όλοι οι άλλοι είχαν φύγει και απολαμβάναμε μεσημεριάτικα τη σιωπή σε ένα ερημωμένο χωριό, που θύμιζε φάντασμα.
Ο Σεπτέμβριος στη Σαντορίνη είναι μήνας γιορτής. Μια ο Άγιος Σώστης, μια η κυρά Παναγιά, που γιορτάζουν κολλητά, 7 και 8 Σεπτεμβρίου, δίνουνε χαρά στους θρησκευόμενους και στις κουτσομπόλες, που πάνε και στέκονται από νωρίς έξω ή μέσα στο ναό και σχολιάζουν στα μουλωχτά κάθε γνωστό ή άγνωστο μέχρι τελικής πτώσεως. Συνήθως είναι δυο μαζί, η μια κόβει η άλλη ράβει. Από την πολλή τους την πρεμούρα να μάθουνε και να σχολιάσουνε αλλά να μην τις πάρουνε χαμπάρι, πιάνεται το χέρι τους να σταυροκοπιούνται μέσα στην εκκλησία, γιατί πάνω από όλα είναι η υπόληψη της θεοσεβούμενης.
Εμένα με είχανε βάλει να κάνω το παπαδάκι, πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή μου. Με ντύσανε με κάτι μακριά ράσα, μαύρα κι άραχλα και μου δώσανε ένα μεγάλο κοντάρι να κρατάω, που πάνω είχε ένα σχέδιο. Μόνο που δεν ήξερα τι να κάνω, δεν το είχα ξανακάνει ποτέ και κανείς δε μου έδωσε οδηγίες. Μπροστά στο να γίνω ρεζίλι στον κόσμο που κοιτούσε, αποφάσισα να κάνω ό,τι κάνανε κάτι κωλοπετσωμένα μούλικα που τα είχανε βάλει κι αυτά. Δεξιά πηγαίνανε αυτά, δεξιά κι εγώ. Ζερβά αυτά, ζερβά κι εγώ. Κάποια στιγμή τα είδα να πηγαίνουν και να στέκονται γύρω από το μεγάλο τραπέζι, την Αγία Τράπεζα, (όλα αυτά συνέβαιναν μέσα στο ιερό αλλά φαινόμασταν από την ανοιχτή πόρτα) και να μετακινούνται κρατώντας τα κοντάρια τους κυκλικά.
Άρχισα κι εγώ να κάνω το ίδιο. Πήγα και στάθηκα ανάμεσά τους και αρχίσαμε να κινούμαστε σαν τους δείκτες του ρολογιού προς τα δεξιά. Κάποια στιγμή φαίνεται ότι εγώ αφαιρέθηκα και δε μετακινήθηκα, γιατί αμέσως μετά κοπάνησα το κοντάρι μου με το κοντάρι ενός αντιπαθέστατου σκατού που από την αρχή με κοίταζε στραβά και σκάλιζε τη μύτη του. Ακούστηκε ένα δυνατό γκουπ και μετά πέσαμε επάνω στον παπά που κρατούσε το θυμιατό και γίναμε χάλια από τις στάχτες. Θυμάμαι το οργισμένο βλέμμα του όταν του σπάσαμε το θυμιατό. Συνέχιζε να ψέλνει, γιατί πάνω από όλα σημασία έχει η παράσταση και να μην καταλάβει τίποτα ο κόσμος, όπως κατάλαβα αργότερα όταν ασχολήθηκα με το θέατρο. την παράσταση ό,τι και να γίνει, δεν τη σταματάς. Βρήκε μια παύση μόνο και μου ψυθίρισε «θα σε ακοτώσω»! Μετά βγήκε έξω σα να μη συνέβαινε τίποτα και συνέχισε να ψέλνει τον εξάψαλμο. Εγώ από τη ντροπή μου εκείνο το βράδυ δεν έφαγα και είχα μονίμως κατεβασμένο το κεφάλι.
Την άλλη μέρα φύγαμε για την Αθήνα με το πλοίο. Τότε το πλοίο έπιανε και στην Οία και στα Φηρά, ακόμα το λιμάνι του Αθηνιού δεν είχε γίνει. Κατέβαζε τον κόσμο με τις λάντζες και τους ανεβάζανε με τα γαϊδούρια από το μονοπάτι. Μόνο σαν μακρινή ανάμνηση θυμάμαι ότι περιμένανε πώς και πώς να τελείωνε η κατασκευή του αεροδρομίου που άρχισε να λειτουργεί την επόμενη χρονιά και θα έφερνε «τσι τουρίστες». Στη Σαντορίνη έκανα 17 χρόνια να ξαναπάω

Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

«Το Κολλυβοσάββατο των Αγ.Θεοδώρων»…..μέρος Β…

 Με αφορμή την ανάρτηση μας για το «Κολλυβοσάββατο των Αγ.Θεοδώρων στην Οία» (http://kallistorwntas.blogspot.gr/2016/03/blog-post_15.html) Πειραιώτες δεύτερης και τρίτης γενιάς με καταγωγή από την Οία, μας έστειλαν φωτογραφίες  από το Κολλυβοσάββατο των Αγ.Θεοδώρων στις ενορίες τους στον Πειραιά.   Οι πιστοί αδειάζουν τα κόλλυβα σε πανέρι που στήνεται μέσα στην εκκλησία, το οποίο στο τέλος μεταφέρεται στον προαύλιο χώρο και φεύγοντας  ο καθένας μπορεί να πάρει όση ποσότητα θέλει. Μαζί με τα κόλλυβα πηγαίνουν στο ναό και πρόσφορο με τα ονόματα υπέρ υγείας και βοηθείας των οικείων τους.

Αναγνώστης μας Πειραιώτης με καταγωγή από την Οία (από την πλευρά της μητέρας του)  μας έδωσε τις παρακάτω πληροφορίες σχετικά με τα υλικά των κολλύβων των Αγ.Θεοδώρων,  πληροφορίες τις οποίες κράτησε από την Οιάτισσα γιαγιά του  και την Οιάτισσα μητέρα του και τώρα πλέον ο ίδιος με τη σειρά του τις μεταλαμπαδεύει στα δικά του παιδιά.
Οι γενιές αλλάζουν,  τα χρόνια περνούν, όμως οι παραδόσεις και τα έθιμα συνεχίζονται σαν ένα αέναο σκοινί συνδέοντας την γενέτειρα των γονιών τους Οία, με τη δική τους γενέτειρα τον Πειραιά…
Όπως μας είπε λοιπόν, η συχωρεμένη η γιαγιά του, έλεγε πως τα κόλλυβα των Αγ.Θεοδώρων που έφτιαχναν στην Οία τα παλιά χρόνια δεν περιείχαν τα ίδια υλικά με τα κοινά κόλλυβα των μνημοσύνων.
Επειδή ήταν «Άγια Κόλλυβα» δηλαδή ήταν κόλλυβα εις μνήμη του θαύματος του Αγίου Θεοδώρου, περιείχαν υλικά που συμβολίζουν την διαιώνιση της ζωής, την ευγονία και τα ελέη του Θεού προς τους ανθρώπους:
1. Σιτάρι (συμβολίζει το βρασμένο σιτάρι όπου ο Αγ.Θεόδωρος έδωσε εντολή να τραφούν οι χριστιανοί)
2. Σταφίδες (συμβολίζουν την Άμπελο που είναι ο Χριστός)

3. Αμύγδαλα & καρύδια (συμβολίζουν την  ευγονία)
4. Ρόδι (συμβολίζουν τα  ελέη του Θεού)
5. Ζάχαρη (συμβολίζει τη γλυκύτητα του Παραδείσου, καθώς όλοι οι άνθρωποι πρέπει να πράττουμε σε αυτήν την ζωή για την είσοδο μας στον Παράδεισο).   
Δεν περιείχαν υλικά που συμβολίζουν τους κεκοιμημένους όπως: μαϊντανός («η ανάπαυση εν τόπω χλοερώ»), κανέλλα («αρώμασι εν μνήματι κηδεύσας απέθετο») και σουσάμι: («ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει»)

Τα υλικά για τα κόλλυβα των μνημοσύνων των κεκοιμημένων θα τα δείτε εδώ:

Ως Καλλιστορώντας ευχαριστούμε τους φίλους μας από τον Πειραιά για τις φωτογραφίες και τις πληροφορίες.

Μήπως τελικά οι Σαντορινιοί στην καταγωγή που δεν γεννήθηκαν, δεν μεγάλωσαν και δεν ζουν στο νησί είναι ένα «καμπανάκι» για όλους εμάς εδώ, ώστε να δούμε ξανά την «άλλη Σαντορίνη»;
Την Σαντορίνη των παραδόσεων, των εθίμων, της ιστορίας που μας κληροδότησαν οι παλιοί Σαντορινιοί και έχουμε υποχρέωση να τα διαφυλάξουμε ώστε να τα συνεχίσουν και οι επόμενες γενιές…..
Σαντορίνη δεν είναι μόνο ο τουρισμός, τα κρουαζιερόπλοια, το ηφαίστειο, το ηλιοβασίλεμα…


Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Δωρεά από Οιάτη στον Άγιο Νικόλαο του Πειραιά.


Δωρεά από Οιάτη στον Άγιο Νικόλαο του Πειραιά.

Την άγνωστη αυτή πληροφορία, μας την εμπιστεύθηκαν πρόσφατα Οιάτες κάτοικοι του Πειραιά και αφορά για μια υπέροχη εικόνα της Παναγίας σε μαρμάρινο τέμπλο που κοσμεί πάνω από 30 χρόνια τον υπέρλαμπρο και επιβλητικό ναό του Πειραιά και είναι δωρεά από Οιάτη κάτοικο του.  .
Ας τα πάρουμε από την αρχή όμως…

Έχουμε αναφέρει αρκετές φορές ότι η Οία ήταν ο ναυτότοπος της Σαντορίνης και ο Πειραιάς ο τόπος που εγκαταστάθηκαν οι Οιάτες από τα τέλη του 19ου αιώνα.  
Ο Πειραιάς έγινε η νέα πατρίδα τους και  σήμερα -στον πυρήνα που δημιούργησαν οι παλιοί Οιάτες- υπάρχει πλέον μια μεγάλη παροικία Οιατών. Είναι τα παιδιά, τα εγγόνια, τα δισέγγονα τους  που γεννήθηκαν στο πρώτο λιμάνι της χώρας, που πρόσφεραν και συνεχίζουν να προσφέρουν όχι μόνο στην Ελληνική Ναυτιλία αλλά κυρίως στην Πειραϊκή κοινωνία που μεγάλωσαν και κατοικούν, αφήνοντας τη δική τους σφραγίδα στα γενόμενα της πόλης του Πειραιά.
Ένας λοιπόν από αυτούς τους Οιάτες που από πολύ μικρός εγκαταστάθηκε στον Πειραιά με  τους γονείς του  ήταν και ο δωρητής της εικόνας για την οποία θα αναφερθούμε.  

Δωρητής λοιπόν ήταν ο καπετάνιος  Ευάγγελος Πλατής (το «Γλεζί» όπως ήταν το οικογενειακό τους παρατσούκλι). Ήταν γιος των Οιατών, καπετάν-Μανώλη Πλατή και της συζύγου του Μαργαρίτας Πλατή το γένος Γεωργίου Νομικού, αλλά και ανιψιός της γιαγιάς Καδιώς Σιγάλα, καθώς η μητέρα του Μαργαρίτα ήταν αδερφή της.  Γεννήθηκε στην Οία αλλά όντας σε μικρή ηλικία, η οικογένεια του –λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του- εγκαταστάθηκε στον Πειραιά όπου και μεγάλωσε και κατοικούσε όλα τα χρόνια μέχρι το τέλος της ζωής του (αυτά τα στοιχεία αναφέρονται μέσα στο βιβλίο της Καδιώς Κολυμβά «Η Πάνω Μεριά του κόσμου» το οποίο αποτελεί αυτοβιογραφία της γιαγιάς Καδιώς Σιγάλα). 
Όπως μας τον περιέγραψαν οι συντοπίτες του στον Πειραιά, άνθρωπος βαθιά θρησκευόμενος και γαλουχημένος με τις αξίες της οικογένειας, μετά το θάνατο των γονιών του αλλά και τον πρόωρο χαμό του μοναδικού αδερφού του Γιώργου Πλατή θέλησε να κάνει ένα αφιέρωμα στην αιώνια μνήμη τους. Έτσι, στην ενορία του τον επιβλητικό Άγιο Νικόλαο του Πειραιά και συνάμα προστάτη των ναυτικών έκανε δωρεά μια εικόνα της Παναγίας σε μαρμάρινο τέμπλο. Η επιλογή του για την Παναγία δεν ήταν τυχαία, αφού επέλεξε το πρόσωπο της Θεοτόκου προς τιμήν της «Παναγίας Πλατσανής» της Οίας. Η εικόνα λοιπόν αυτή  από το 1983 βρίσκεται μέσα στον ναό του Αγίου Νικολάου.
Απεικονίζει την κλασσική μορφή της Παναγίας  που κρατάει στα χέρια της το Χριστό και ευλογεί. Το τέμπλο, σκαλισμένο εξολοκλήρου από λευκό μάρμαρο, έχει ύψος πάνω από 3 μέτρα με δυο κίονες δεξιά και αριστερά και στο βάθρο κάτω από την εικόνα απεικονίζεται ένα ιστιοφόρο της Οίας του 19ου αιώνα. Μια μεγαλοπρεπή εικόνα που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του ναού καθώς μπαίνουμε από την κυρία είσοδο με σκαλισμένη επιγραφή:

Δωρεά
οικογενείας Ευαγγέλου Εμμ. Πλατή (πλοιάρχου Ε.Ν.)
εις μνήμην γονέων του
Εμμανουήλ και Μαργαρίτας Πλατή
και Γεωργίου Εμμ. Πλατή (πλοιάρχων Ε.Ν.)
1983
 
Αν λοιπόν βρεθείτε κάποια στιγμή στον Άγιο Νικόλαο του Πειραιά, σταθείτε και προσέξτε αυτή την τόσο όμορφη εικόνα. Και να είστε σίγουροι ότι σε όποια εκκλησία της πόλης και αν βρεθείτε, στον Άγιο Σπυρίδωνα, στον Άγιο Νείλο, στο Ρόδον το Αμάραντο, στην Αγία Παρασκευή, στην Αγία Τριάδα και σε τόσες άλλες, το μάτι σας σίγουρα θα πέσει και σε κάποια δωρεά Οιάτη κατοίκου της.  Η παρουσία τους στα δρώμενα του Πειραιά είναι έντονη αλλά αθόρυβη…

Ως «Καλλιστορώντας» απλά προτρέπουμε τους Οιάτες του Πειραιά να αρχίσουν σιγά-σιγά να μας ξεδιπλώνουν το κουβάρι των 100 και πλέον χρόνων της άγνωστης -για όλους εμάς- αλλά τόσο ουσιαστικής ιστορίας τους στο πρώτο λιμάνι της χώρας.

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Μνήμη εφοπλιστή Δημητρίου Νομικού με καταγωγή από την Οία (1924-2015)

 Σε ηλικία 91 ετών πέθανε το Σαββάτο 26 Δεκεμβρίου 2015 -δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων- ο εφοπλιστής Δημήτρης Νομικός.
Γόνος της γνωστής εφοπλιστικής οικογένειας από την Οία, ο Δημήτρης Νομικός ήταν ένα από τα τέσσερα παιδιά (Νίκος, Δημήτρης, Φλώρα, Μαρία) του φημισμένου Οιάτη εφοπλιστή Λουκά Ν. Νομικού και της συζύγου του Νικολέτας/Τέτας Νομικού.
Γεννήθηκε 18 Σεπτεμβρίου 1924 και μεγάλωσε στο κέντρο του Πειραιά. Αποφοίτησε από την Σχολή Εμποροπλοιάρχων της Ύδρας και ξεκίνησε την καριέρα του στην εταιρία του πατέρα του μαζί με τον αδερφό του Νίκο.
Με το θάνατο του πατέρα τους Λουκά Νομικού, ο Δημήτρης με τον Νίκο ίδρυσαν την «Ακτοπλοΐα Υιών Λουκά Νομικού - Nomicos Lines» την δεκαετία του 1970, ξεκινώντας με την ακτοπλοϊκή σύνδεση Βόλου-Σποράδων με τα πλοία: «Σκύρος», «Αιγεύς», «Σκιάθος», «Σκόπελος» αλλά και τη σύνδεση Πειραιά-Πάρο-Νάξο-Ιο-Οία-Θήρα με τα πλοία «Λήμνος» και «Ελλάς». Τη δεκαετία του 1990 συνδέουν τη Θεσσαλονίκη και τη Βόρειο Ελλάδα με τις Κυκλάδες με το πλοίο «Άνεμος». Η εταιρία συνέπραξε κοινοπραξία το 1993 με τον Γ. Γούτο στις Σποράδες  με τη δρομολόγηση του «Παπαδιαμάντη» αλλά το 1999 εισήλθε στην Minoan Flying Dolphins (MFD) όπου και έπαψε πια να δραστηριοποιείται αυτόνομα.
Ο Δημήτρης Νομικός -ακολουθώντας και εκείνος την οικογενειακή παράδοση- είχε μακρά προσφορά μαζί με τα αδέρφια του στην ιδιαίτερη πατρίδα των γονιών τους, την Οία. Συνέβαλε στην δημιουργία του «Ναυτικού Μουσείου Οίας» (ιδρυτής του οποίου υπήρξε ο καπετάνιος Αντώνης Δακορώνιας), σε αναστυλώσεις εκκλησιών του χωριού που είχαν καταστραφεί από το σεισμό του 1956 αλλά και σε έργα υποδομής που βοήθησαν στο ξεκίνημα τους την  μετέπειτα ανάπτυξη της Οίας. Έχει δύο κόρες, την Τέτα και την Λουκία και απολάμβανε την οικογενειακή θαλπωρή ανάμεσα στα παιδιά και τα εγγόνια του.
Η κηδεία του έγινε την Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015 στις 12.00 το μεσημέρι στον πολυαγαπημένο του Πειραιά, στη πόλη που μεγάλωσε και δραστηριοποιήθηκε τόσο ο ίδιος όσο και η πλατιά μάζα των Οιατών που εγκαταστάθηκαν και ρίζωσαν στο μεγάλο λιμάνι,  προσφέροντας το δικό τους λίθο στην Πειραιώτικη κοινωνία αλλά κυρίως στην Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία.  
Η νεκρώσιμη ακολουθία του τελέστηκε στον πολιούχο του Πειραιά, Άγιο Σπυρίδωνα, στο ναό όπου ο πατέρας του Λουκάς Νομικός είχε διατελέσει για πολλά χρόνια επίτροπος αλλά και μέγας ευεργέτης στις κατά καιρούς επισκευές του ναού.

Παλαιότερο αφιέρωμα για την εταιρία «Υιών Λουκά Νομικού» μπορείτε να δείτε εδώ:  http://kallistorwntas.blogspot.gr/2012/02/blog-post_4039.html

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Ο Άγιος Γεώργιος της Οίας «Άγιος Γεώργιος ο Απανωμερίτης»

 Ο Αγ.Γεώργιος είναι ο πολιούχος άγιος της Οίας και η εκκλησία του ο ένας από τους δυο ενοριακούς ναούς της (ο άλλος είναι η Παναγία η Πλατσανή). Φέρει το προσωνύμιο «Απανωμερίτης» γιατί τα παλιά χρόνια η Οία λεγόταν Απάνω Μεριά.



Ο ναός χτίστηκε στις αρχές του 19ου αιώνα στη γειτονιά "Περίβολας" για να στεγάσει την ιερή εικόνα του αγίου που μετέφερε στην Οία από την Κων/πολη, πρόγονος της εφοπλιστικής οικογένειας Νομικού, σε ένα από τα ταξίδια του. 
Η εικόνα "ντύθηκε" εξ ολοκλήρου από αληθινό ασήμι με σκαλισμένη χρονολογία 1869, όμως αφορά την χρονολογία επαργύρωσης της, καθώς η μεταφορά της στην Οία τοποθετείται χρονικά πολύ παλαιότερα. 

Στο κέντρο απεικονίζεται η κλασσική μορφή του έφιππου Αγ.Γεωργίου που σκοτώνει το δράκο, ενώ περιμετρικά οι σημαντικότερες στιγμές από την ζωή του, όπως τα μαρτύρια, η φυλάκιση, αλλά και η στρατιωτική δράση του ως Τριβούνος (τίτλος αξιωματικού) στο Ρωμαϊκό στρατό. 
Χαρακτηριστική ιδιομορφία της εικόνας είναι ότι η κατεύθυνση του αλόγου βρίσκεται σε αντίθετη φορά, δηλαδή κατευθύνεται (όπως βλέπουμε την εικόνα) προς τα αριστερά και όχι προς τα δεξιά όπως συνήθως απεικονίζεται στην κλασσική Βυζαντινή αγιογραφία. 

Η ιερή εικόνα του Αγίου (κατά τη διάρκεια της περιφοράς) με το άλογο να κατευθύνεται προς τα αριστερά και όχι προς τα δεξιά ως είθισται


Παραθέτουμε και την κλασσική βυζαντινή μορφή του Αγίου με το άλογο του να κατευθύνεται προς τα δεξιά, για την αντίθεση.
Το τέμπλο του ναού είναι ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο με φύλλα χρυσού, φερμένο από Οιάτες καραβοκύρηδες, από την ορθόδοξη Μαύρη Θάλασσα του 19ου αιώνα. Ομοίως και οι λοιπές εικόνες του τέμπλου καθώς και τα ιερά κειμήλια και σκεύη του ναού, είναι τάματα των Οιατών ναυτικών φερμένα από την πάλαι ποτέ Οθωμανική αυτοκρατορία και Ρωσία. 






Με το σεισμό του 1956, ο ναός υπέστη μεγάλες ζημιές και αναστυλώθηκε εξ αρχής τη δεκαετία του '60,  από την οικογένεια του Οιάτη εφοπλιστή Λουκά Νομικού, απόγονο του αρχικού κτήτορα. Ευτυχώς, όλα τα ιερά κειμήλια, εικόνες αλλά και το τέμπλο παρέμειναν άθικτα από το σεισμό, γεγονός που οι Οιάτες το απέδωσαν σε θαύμα.  

Λουκάς  Ν. Νομικός 1886- 1969

Οι Οιάτες ευλάβονται πολύ τον άγιο, σε σημείο που η λατρεία στο πρόσωπο του δημιούργησε τοπικές δοξασίες. Μια από αυτές ήταν τα "κέρματα". Οι Οιάτες, όταν ήθελαν κάποια χάρη από τον άγιο, τοποθετούσαν στην εικόνα σε ειδική οπή στο ξύλο, ένα κέρμα. Αν το κέρμα κολλούσε πάνω της, τότε ο άγιος θα τους πραγματοποιούσε αυτό που ζήτησαν. Αν το κέρμα δεν κολλούσε, τότε η επιθυμία τους δεν θα γινόταν. (Σημειώνουμε ότι η δοξασία με τα κέρματα που κολλάνε στην εικόνα, είναι κάτι που το συναντάμε και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, καθώς και στα έθιμα των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι τον Άγιο Γεώργιο, τον ευλάβονται -κατά παράδοξο τρόπο- και οι Μουσουλμάνοι στην Τουρκία, οι οποιοι επισκέπτονται ναούς του και εκτός από κέρματα, κρεμούν στον Άγιο μέχρι και μαντήλια για να πραγματοποιηθεί η όποια επιθυμία τους). 
Στην Οία, στην σημερινή εποχή, η ειδική οπή στην εικόνα παραμένει μεν, αλλά είναι πια αντιληπτό από τους ντόπιους πως τέτοιες παλιές λαϊκές δοξασίες είναι αντίθετες προς την Χριστιανική διδασκαλία, καθώς ο πιστός δεν πρέπει να πειραματίζεται με το θέλημα του Θεού (.."θα μου κάνει ο Θεός αυτό που θέλω ή όχι??"...) αφού όλα αφήνονται στη δικαιοδοσία Του γιατί μόνο Εκείνος γνωρίζει ποιες ανθρώπινες επιθυμίες είναι ωφέλιμες για τον άνθρωπο και ποιες όχι.

Πέρα όμως από τις λαϊκές δοξασίες, η ευλάβεια στο πρόσωπο του Αγ.Γεωργίου, ήταν η αφορμή και η αιτία για τη δημιουργία του επίσημου φορέα/συνδέσμου των Οιατών. Ο σύλλογος των Οιατών, που δημιουργήθηκε το 1919 στον Πειραιά από Οιάτες εγκατεστημένους στο μεγάλο λιμάνι, μέχρι σήμερα -σχεδόν 100 χρόνια μετά- παραμένει ενεργός ενώνοντας όλους τους Οιάτες, εντός και εκτός Οίας, υπό τη σκέπη του αγίου, καθώς φέρει την επωνυμία <<Σύνδεσμος των απανταχού Οιατών, "ο Άγιος Γεώργιος">> 
Κάθε χρόνο, την παραμονή της εορτής του αγίου, πριν τον εσπερινό, γίνεται το "γκράξιμο" της σημαίας του συλλόγου, δηλαδή το κάλεσμα των απανταχού Οιατών για την εορτή του Αγ.Γεωργίου. 
Τα παλιά χρόνια, η σημαία φυλασσόταν όλο το χρόνο στον ναό του Αγ.Σπυρίδωνα στον Πειραιά, ενορία πολλών Οιατών εγκατεστημένων στο μεγάλο λιμάνι αλλά και ενορία του ιδρυτή του συλλόγου, Οιάτη εφοπλιστή Λουκά Νομικού ο οποίος ήταν επίτροπος στον Αγ.Σπυρίδωνα του Πειραιά για πολλά χρόνια. 



Την παραμονή της εορτής του Αγ.Γεωργίου, κάθε χρόνο οι "ξενιτεμένοι" Οιάτες του Πειραιά μαζί με το Δ.Σ. του συλλόγου, μετέφερναν τη σημαία με τα καΐκια στην Οία και όλο το χωριό κατέβαινε στο λιμάνι της Αρμένης, για να τους υποδεχτεί με τιμές συνοδείας βιολιών. Όταν τελείωναν όλα, η σημαία έπαιρνε πάλι το δρόμο της επιστροφής για τον Πειραιά για να φυλαχτεί στον Αγ.Σπυρίδωνα μέχρι τον επόμενο χρόνο, στο επόμενο πανηγύρι του αγίου. 
Στη σημερινή εποχή, επειδή πολλοί Οιάτες του Πειραιά επέστρεψαν για μόνιμη εγκατάσταση στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, η σημαία του συλλόγου δεν μεταφέρεται πια από τον Πειραιά. Παραμένει πλέον μόνιμα στην Οία, εδώ και κάποιες δεκαετίες, μέσα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, και το "γκράξιμο" πια γίνεται με την απλή μορφή περιφοράς στο χωριό, συνοδείας βιολιών και πλήθος κόσμου. 
Ανήμερα της εορτής, μετά την πανηγυρική θεία λειτουργία, γίνεται λιτανεία της εικόνας στα στενά της Οίας και ακολουθεί η πατροπαράδοτη "πανήγυρη", δηλαδή διανομή φαγητού (συνήθως κρέας με πατάτες) σε όλους τους πιστούς για ευλογία.


Το κείμενο είναι από το προφίλ της Λίνας Παραβάλου στο facebook, η οποία μας το παραχώρησε ευγενικώς. 


υ.γ. Καλλιστορώντας: Το κείμενο αυτό αφιερώνεται σαν έκφραση αναγκαίου Σεβασμού στο πρόσωπο του πατρός Νικολάου Πράσινου, ιερέα της Απάνω Μεριάς, για το ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο του με βλέμμα προς το μέλλον ! Παπα Νικόλα, είμαι κοντά σου. Ι.Π. 


Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Το Πολίτικο «Χιουνκιάρ Μπεγιεντί» (Hünkar Beğendi) …της Οίας!!!


«Χιουνκιάρ Μπεγιεντί» και στην Οία;
Ναι! καλά διαβάσατε! Το αυθεντικό Πολίτικο φαγητό «Χιουνκιάρ Μπεγιέντι» (από το τουρκικό Hünkar Beğendi) ήταν ένα από τα φαγητά που συνηθιζόταν και στην Οία, ιδίως τα παλιά χρόνια.
Η «ανακάλυψη» μας αυτή έγινε εντελώς τυχαία όταν βρεθήκαμε σε βεγγέρα σε σπίτι Οιατών φίλων. Ενώ περιμέναμε ότι το γεύμα θα περιελάμβανε γνωστές παραδοσιακές Σαντορινιές συνταγές, βρεθήκαμε προ εκπλήξεως όταν είδαμε στο τραπέζι να σερβίρεται ένα Πολίτικο φαγητό! Και η έκπληξη μας μεγάλωσε ακόμη περισσότερο όταν είδαμε το άναυδο βλέμμα των Οιατών φίλων μας, τόσο της  οικοδέσποινας και του νοικοκύρη όσο και των υπόλοιπων παρευρισκομένων Οιατών, οι οποίοι είχαν μείνει κυριολεκτικά άφωνοι για την άγνοια μας αυτή.
«Δηλαδή εσείς στα χωριά κάτω* δεν φτιάχνετε χιουνκιάρ;» ήταν η ερώτηση της απορημένης Οιάτισσας οικοδέσποινας η οποία νόμιζε ότι το Χιουνκιάρ, εκτός από την Οία, συνηθιζόταν και στα άλλα χωριά της Σαντορίνης!  Όταν λοιπόν τους εξηγήσαμε πως «όχι», ξεκίνησε μια άκρως ενδιαφέρουσα συζήτηση για την τοπική κουζίνα της Οίας, η οποία όχι μόνο διαφέρει σε σημεία από την παραδοσιακή Σαντορινιά κουζίνα, αλλά σε πολλούς «Κατωμερίτες*» Σαντορινιούς είναι σχεδόν άγνωστη.
Όπως μας είπαν: «Όλο το χωριό ήταν ναυτικοί. Ο ναυτικός στόλος της Οίας ήταν πάνω από 160 ιστιοφόρα! Η Οία ήτα μεγάλη ναυτική δύναμη, που τα άλλα χωριά της Σαντορίνης δεν την είχαν.  Οι Οιάτες ήταν όλοι καπεταναίοι, μηχανικοί, πληρώματα, είχαν οι καραβοκύρηδες μεγαλοκαπεταναίοι τα ιστιοφόρα και ταξίδευαν στην Κωνσταντινούπολη, στη Μαύρη Θάλασσα, στη Ρωσία. Έτσι πολλά στοιχεία από την Ανατολίτικη κουλτούρα αφομοιώθηκαν στην κοινωνία της Οίας και την έκαναν να διαφέρει από την υπόλοιπη Σαντορίνη. Φαγητά που φτιάχνουμε στην Οία και είναι επιρροές από τα ταξίδια των ναυτικών μας, τα άλλα χωριά της Σαντορίνης δεν τα γνωρίζουν. Για παράδειγμα εμείς στην Οία το Πάσχα φτιάχνουμε «Μελιές», είναι τσουρέκια με τυρί, συνταγή από τη Μαύρη Θάλασσα».
«Και έτσι προέκυψε και το Χιουνκιάρ στην Οία;» ρωτήσαμε
«Ε ναι!  μέσα σε όλα τα Ανατολικά στοιχεία που έφεραν οι Οιάτες ναυτικοί, ήταν και αυτό. Η μελιτζάνα είναι ένα προϊόν που ανέκαθεν έβγαζε η Σαντορίνη. Οπότε δεν ήταν δύσκολο να «υιοθετηθεί» από την Οιάτικη κουζίνα. Τα παλιά χρόνια συνηθιζόταν πολύ στα καπετανόσπιτα, σαν Κυριακάτικο μεσημεριανό φαγητό. Αλλά με τα χρόνια όλες οι κοινωνικές τάξεις της Οίας  άρχισαν να το μαγειρεύουν.»
Ρωτήσαμε: «Και ποια η διαφορά του Πολίτικου Χιουνκιάρ, από το Χιουνκιάρ της Οίας;»
«Στη Κωνσταντινούπολη τη μελιτζάνα την λιώνουν και την κάνουν πουρέ. Εμείς στην Οία απλώς την κόβουμε σε κομμάτια. Όμως ο τρόπος μαγειρέματος του κρέατος είναι ίδιος. Στα τουρκικά Χιουνκιάρ Μπεγιεντί σημαίνει «του ηγεμόνα του άρεσε»!»
«Δηλαδή ξέρετε και το ιστορικό;» ρωτήσαμε έκπληκτοι τους Οιάτες φίλους μας
«Ε βέβαια!» μας είπαν γελώντας. «Ήταν κάποτε ένας Τούρκος σουλτάνος στην Κωνσταντινούπολη, Μουράτ λεγόταν, του οποίου η μάνα ήταν Ελληνίδα. Την είχαν αρπάξει νεαρό κοριτσάκι και την πήγαν στο χαρέμι, αλλά ο Σουλτάνος όταν την είδε, από την ομορφιά της την ερωτεύτηκε και την  παντρεύτηκε. Όταν πέθανε, ο γιος που είχε κάνει μαζί της, ο Μουράτ, πήρε το θρόνο και έγινε αυτός Σουλτάνος.  Ο Μουράτ λοιπόν ήταν πολύ δύστροπος στο φαΐ και οι μάγειροι του έσκαγαν κάθε φορά τι να του μαγειρέψουν. Έτσι μια μέρα ένας μάγειρας του μαγείρεψε μελιτζάνες με κρέας, ο Μουράτ ξετρελάθηκε και έτσι βγήκε το Χιουνκιάρ Μπεγιέντι που σημαίνει «του ηγεμόνα του άρεσε!».  Αυτή την ιστορία θυμάμαι την έλεγε ο παππούς μου που ήταν ναυτικός και την είχε ακούσει στην Κωνσταντινούπολη. Κάθε φορά που η γιαγιά μου έφτιαχνε το φαγητό ο παππούς θυμόταν την ιστορία του!» μας είπε η Οιάτισσα νοικοκυρά φίλη μας.

Όπως φαίνεται τελικά η Οία κρύβει πολλά μυστικά στην τοπική λαογραφία της,  τα οποία είναι άγνωστα στην υπόλοιπη Σαντορίνη. Μήπως θα έπρεπε σιγά-σιγά οι Οιάτες να αρχίσουν να ανοίγουν τα κλειδωμένα σεντούκια τους και να μας αποκαλύπτουν τις ομορφιές της «κρυφής» τοπικής τους παράδοσης ;


Χιουνκιάρ Μπεγιεντί της Οίας

1 κιλό κρέας μοσχαρίσιο (για τας κεμπάπ) κομμένο σε μπουκιές
2 κρεμμύδια ξέρα ψιλοκομμένα
5-6 μελιτζάνες φλάσκες «άσπρες» Σαντορίνης
1 νεροπότηρο ελαιόλαδο
1 κονσέρβα ψιλοκομμένα ντοματάκια Σαντορίνης
2 κουταλιές ντοματοπελτέ Σαντορίνης αραιωμένες σε νερό
1 φύλλο δάφνης, λίγο μοσχοκάρυδο, θυμάρι, ρίγανη, μπαχάρι, κανέλλα σκόνη
αλάτι, πιπέρι,
λίγο ζάχαρη (για την «ξινίλα» της ντομάτας)


Σε μια κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και το σωτάρουμε με τα ψιλοκομμένα κρεμμύδια. Προσθέτουμε τα κρέας (το οποίο έχουμε πλύνει πολύ καλά), όλα τα μυρωδικά (κανέλλα, μπαχάρι, δάφνη, μοσχοκάρυδο, θυμάρι, ρίγανη, αλάτι, πιπέρι) και το τσιγαρίζουμε. Στη συνέχεια προσθέτουμε τα ντοματάκια, τον πελτέ, τη ζάχαρη, και το αφήνουμε να βράσει.
Πλένουμε καλά τις μελιτζάνες, τις κόβουμε την κάθε μια ξεχωριστά σε 2 κομμάτια (κάθετα) και τις βάζουμε σε μια λεκάνη με νερό να βγάλουν την πικράδα τους. Τις  ψήνουμε με το φλούδι τους πάνω σε ένα γκαζάκι, μία – μία ξεχωριστά για περίπου 5 λεπτά την κάθε μια ώστε να μαλακώσουν αρκετά.
Όταν τελειώσουμε το ψήσιμο, τις ρίχνουμε μέσα στη κατσαρόλα. και τα αφήνουμε να βράσουν μαζί με το κρέας. 


Εδώ θα βρείτε επίσης Ανατολικές συνταγές της Οίας:

  • «κάτω», «Κατωμερίτες»: έτσι αποκαλούν οι Οιάτες τα υπόλοιπα χωριά της Σαντορίνης γιατί βρίσκονται στην κάτω πλευρά, δηλαδή στα νότια του νησιού.


Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Ταινία μικρού μήκους Δημοτικού Σχολείου Οίας

Στα πλαίσια της συμμετοχής του σχολείου μας στον Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Ταινιών Μικρού Μήκους, ομάδα μαθητών, μαζί με δασκάλους του σχολείου, μίλησε για το νησί μας από μια διαφορετική οπτική γωνία. 

Συγκεκριμένα, παρουσίασε το διαφορετικό τρόπο με τον οποίο καλλιεργούνται εδώ και αιώνες τα αμπέλια στη Σαντορίνη, την παράδοση αυτήν, που διατηρείται ακόμη και σήμερα και την οποία οφείλουν να διαφυλάξουν οι νέοι και στο μέλλον. 

"Νέοι + Παράδοση = Μέλλον" είναι ο τίτλος της ταινίας μικρού μήκους, που μπορείτε να παρακολουθήσετε στον παρακάτω σύνδεσμο. 






Τα γυρίσματα των σκηνών και οι λήψεις εικόνων πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2012 στην περιοχή της Οίας.






 υ.γ.:Δεν κρίνετε ότι υπάρχει ελπίδα; Μπράβο στα παιδιά! Χίλια Μπράβο! 

http://sites.google.com/site/dimotikoscholeiooias/draseis/scholiko-etos-2011-2012/symmetochesepanelleniodiagonismotainionmikroumekous

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

Ρίμα Αγίου Νικολάου «Περαματάρη» Οίας


Ρίμα Αγίου Νικολάου «Περαματάρη» Οίας
για τους ναυτικούς του χωριού την εποχή της ακμής
 της ιστιοφόρου ναυτιλίας της Οίας
«Περαματάρης»: νησίδα της Οίας κοντά στον όρμο Αμμούδι πάνω στην οποία βρίσκεται σκαμμένη μέσα στο βράχο η εκκλησία του Αγίου Νικολάου με το προσωνύμιο «Άγιος Νικόλαος ο  Περαματάρης». Ονομάστηκε έτσι από τη λέξη «πέρασμα» λόγω του μικρού θαλάσσιου περάσματος (Διαπόρι) που το χωρίζει από το βουνό της Οίας.



Άγιε Νικόλαε μπουγιούκι1 το όνομα σου
που βούλνα2 δεν κάμει η θάλασσα χωρίς το θέλημα σου,
άκου που σε περικαλώ3, ζαμάνια4  αλαμάζω5
άκου ίντα6 ‘χω στη καρδιά και έρχομαι και φωνάζω,
τα μάτια μου έχουν δάκρυα όλο να γιαμουρίζουν7
και μέσα στο γιαμούρισμα8  νταλκάδες9 σεργιανίζουν10,
σαν τα μπαλίκια11 του νερού που ‘ναι κιζιλεμένα12
έτσα13 δεν μπακμακίζουνε14 τα βάσανα μου εμένα,
τση15 θάλασσας τα βουλνεψιά2  πατώ να γιουρουγιούνε16
αφού οι δικοί μου αϊλοί17 πάνω τση ξενυχτούνε,
όλο να οτουρμίζομαι18 όλο να γιαμουρίζω7
ζαμάνια λείπουν οι αϊλοί μουτλούκι19 δεν γνωρίζω,
τα βουλνεψιά τσοι20 χαίρονται εγώ ‘χω το καημό των
να μην επάν’21 στο θάνατο να νιώσω χωρισμό των,
ρίχνω τση δάκρυ και νταλκά αλάργα22 να τα πάρει
μα πάει η βούλνα αξίδικα23 και πίσω τα γυρνάει,
και ολονυχτί τον ύπνο μου νταλκάς τόνε ταράζει
και η μορφή τση η μαβή24 αγριεμένη μοιάζει,
Άγιε μου Νικόλαε Άγιε Περαματάρη
των ναυτικών η πατρονιά25, κραλή26, μπαϊρακτάρη27
που ‘σαι ατού δα28 στο πέρασμα στου Αμμουδιού29 τη μύτη
τσοι σκούνες30 μας να ευλογάς άρχοντα και προφήτη,
εσύ που εγεννήθηκες στη μακρινή Λυκία
από τση Πόλης τα νερά μέχρι και τη Ρωσία
τη θάλασσα σακίνευε31 στο κάθε τση λιμάνι
και εγώ θα στείλω γεμινιά32 που ο νους σου δεν τα βάνει,
γιορντάνια33 και χρυσά προυσιά34 για το εικόνισμα σου
μουμλάρια35, λάδι, θυμιατά  να ‘χει η αφεντιά σου,
τση Πάνω Μεριάς τσοι ναυτικοί απού36 ‘ναι στα νερά σου
όντας τα σεργιανίζουνε να ‘χουνε τη χαρά σου,
βοήθα τσοι και δώνε τσοι αζλάνη37 και κουράγιο
εσένα μόνο έχουνε μπαϊρακτάρη άγιο,
κ’ αράσιντα38 στο Καραντενίζ39 κάμε τους μπιρ40 φουγάρο
όντας περνούνε απ’ άτου δα να κάμουνε τσιγάρο,
Άγιε Περαματάρη μας φύλαε το χωριό σου
τση Πάνω Μεριάς41 τσοι ναυτικοί έχε τσοι στο μυαλό σου,
γιάντα42 από όλα τα θανατικά που όξω από ‘δω43 να μένει
από όλα το χειρότερο είν’ οι πνιουργιασμένοι44

Λεξιλόγιο
1 μπουγιούκι (από το τουρκ. büyük ) = μεγάλο
2 βούλνα, βουλνεψιά (από το ρώσικ. волна, διαβάζεται «volna») = κύμα, κύματα
3 περικαλώ = παρακαλώ
4 ζαμάν ή ζαμάνια (από το τουρκ. zaman: χρόνος) = πολύ καιρό
5 αλαμάζω (από το τουρκ. ağlamak) = κλαίω 
6 ίντα= τι
7γιαμουρίζουν, γιαμουρίζω (από το τουρκ. yağmur: βροχή) = δακρύζουν, δακρύζω
8 γιαμούρισμα (από το τουρκ.
yagmur) = βροχή, δάκρυσμα
9 νταλκάδες, νταλκάς (από το τουρκ. dalga) = καημοί, καημός
10 σεργιανίζουν (από το τουρκ. seyran: βόλτα) = πηγαινοέρχονται
11 μπαλίκια (από το τουρκ. balik) = ψάρια
12 κιζιλεμένα (από το τουρκ. gizli) = κρυμμένα
13 έτσα = έτσι
14 μπακμακίζουνε (από το τουρκ. bakmak: κοιτάζω) = φαίνονται, εμφανίζονται
15 τση = της
16 γιουρουγιούνε (από το τουρκ. yuri: επίθεση) = τρέχουν  (γιουρουντίζω = τρέχω με φόρα, επιτίθεμαι)
17 αϊλοί (από το τουρκ. aile: οικογένεια) = οι άνδρες της οικογένειας δηλαδή σύζυγος, πατέρας, αδερφός, γιος, γαμπρός
18 οτουρμίζομαι (από το τουρκ. oturmak) = κάθομαι 
19 μουτλούκι (από το τουρκ. mutluk) = ευτυχία, χαρά
20 τσοι = τους, τις
21 να μην επάν’ = να μην πάνε
22 αλάργα (από το ιταλ. al larga) = μακριά 
23αξίδικα (από το τουρκ. aksi) = αντίθετα, διαφορετικά 
24 μαβή (από το τουρκ. mavi) = γαλανή
25 πατρονιά (από το τουρκ. patron) = αφεντικό
26 κραλής (από το τουρκ. kral) = βασιλιάς
27 μπαϊρακτάρης  (από το τουρκ. bayraktar: σημαιoφόρος) = ο πρώτος των πρώτων, ο καλύτερος
28απ’ άτου δα = από εκεί
29 Αμμούδι = το ένα από τα δύο λιμάνια της Οίας (το άλλο είναι η Αρμένη). Βρίσκεται στη δυτική πλευρά της Οίας απέναντι από τη Ρίβα της Θηρασιάς. Τα παλιά χρόνια φημιζόταν για τις «παλλάδες» (ορυχεία) και η πρόσβαση γινόταν μόνο από τους «καραβολάδες» (σκάλες λαξευμένες στον ηφαιστειογενή βράχο που θυμίζουν την πορεία που κάνει  ο «καράβολας»=σαλιγκάρι). Σήμερα είναι λιμάνι-αγκυροβόλιο μικρών σκαφών και υπάρχει πλέον σύγχρονος αυτοκινητόδρομος που το συνδέει με το χωριό. Από το Αμμούδι ξεκινάει και το ferry boat για την Θηρασιά με  τακτικά δρομολόγια.
30 σκούνες = ιστιοφόρα
31  σακίνευε (από το τουρκ. sakin: ηρεμία) = γαλήνευε
32 γεμινιά (από το τουρκ. yemin: όρκος,τάξιμο) = τάματα
33 γιορντάνια (από το τουρκ. gerdan: λαιμός)  = περιδέραια  
34 προυσιά = φλουριά
35 μουμλάρια (από το τουρκ. mumlar) = κεριά
36 απού = που
37 αζλάνη (από το τουρκ. aslan: λιοντάρι) = δύναμη
38 κ’ αράσιντα (από το τουρκ. arasinda) = και ανάμεσα 
39 Καραντενίζ (τουρκ. Karadeniz) = Μαύρη Θάλασσα
40 μπιρ (τουρκ. bir) = ένα
41 Πάνω Μεριά = η παλιά ονομασία της Οίας επειδή βρίσκεται στην «πάνω» δηλαδή στη βόρεια πλευρά του νησιού. Μετονομάστηκε σε Οία στα τέλη του 19ου αιώνα. Ωστόσο από τους ντόπιους χρησιμοποιείται ακόμη ο όρος «Απάνω ή Πάνω Μεριά» και Απανωμερίτες (Οιάτες)
42 γιάντα = γιατί
43 όξω από ΄δώ = μακριά από εμάς
44 πνιουργιασμένοι = θαλασσοπνιγμένοι



Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου Περαματάρη  λαξευμένη μέσα στην ηφαιστειογενή νησίδα της Οίας


Όπως έχουμε πει και παλιότερα η Οία ήταν ο ναυτότοπος της Σαντορίνης, το χωριό των ναυτικών και των καραβακυραίων.  Το 18ο και ιδίως το 19ο αιώνα, ο ιστιοφόρος στόλος της Οίας ήταν μια από τις μεγαλύτερες ναυτικές δυνάμεις του Αιγαίου με πάνω από 150 ιστιοφόρα.  Τα ταξίδια των ιστιοφόρων της Οίας στη Μαύρη Θάλασσα (περιοχή της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την εποχή εκείνη) και στη Ρωσία είχαν επιρροή στην τότε κοινωνία του χωριού.  
Οι ναυτικοί και οι καραβοκύρηδες της Οίας της εποχής εκείνης γνώριζαν πολύ καλά τα ρωσικά και τα τουρκικά. Αυτοδίδακτοι φυσικά οι περισσότεροι,  εξοικειώθηκαν με τις γλώσσες αυτές ακριβώς λόγω των ταξιδιών τους στη Μαύρη Θάλασσα.  Έτσι αρκετές λέξεις αφομοιώθηκαν συν τω χρόνω στην διάλεκτο της Οίας δημιουργώντας μια ιδιαίτερη τοπική καθομιλουμένη που δυστυχώς στις μέρες μας δεν «μιλιέται» πια από τη νέα γενιά του χωριού.
Μην σας ξενίζει λοιπόν αυτό το ιδιαίτερο λεξιλόγιο στη παλιά ρίμα.  Αν βρεθείτε στην Οία και τύχει να συνομιλήσετε με ηλικιωμένους Οιάτες -και δη παλιούς ναυτικούς- είναι σίγουρο ότι θα ακούσετε λέξεις όπως ζάβαλης (=κακομοίρης, από το τουρκ. zavalli), κουράμπα (=φαλάκρα, από το τουρκ. kuru=ξερό),  ντάϊμα (=συνέχεια, από το τουρκ. devam),  γουζέλικα (=ωραία, από το τουρκ. guzel), γιαγλίδικα (=λιπαρά, από το τουρκ. yağlı),  καφερεγκί (=το καφέ χρώμα, από το τουρκ. kahverengi),  μπάρεμου (=τουλάχιστον, από το τουρκ. barem),  ντουμένι (=τιμόνι βάρκας, από το τουρκ. dumeni),  ματρόνης (=ναύτης, από το ρωσ. Мatрос), λόντκα (=βάρκα, από το ρωσ. Лодка), τσανακάκι (=πήλινο πιάτο,  από το τουρκ. çanak)….και πολλές-πολλές δεκάδες άλλες…


Η νησίδα του Αγίου Νικολάου Περαματάρη όπως φαίνεται από τη συνοικία «Μοναστήρι» της Οίας.
Στο βάθος διακρίνεται και η Θηρασιά.


Η ομάδα του "καλλιστορώντας"  ευχαριστεί θερμά  οικογένεια από την Οια που μας παραχώρησε αυτή την παλιά ρίμα

Σας παρακαλώ ...Κεραστείτε

Στις 7 Αυγούστου 2026,  στο Μεγαλοχώρι έγινε, για δεύτερη φορά, η Πατινάδα – Βεγγέρα στο χωριό. Με πρωτοβουλία, φυσικά, του Πολι...