Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Η φάβα της Σαντορίνης - Μια κυκλαδίτικη νοστιμιά

Σχέδιο Νίκος Νομικός 
Η φάβα της Σαντορίνης - Μια κυκλαδίτικη νοστιμιά
Του Φίλιππα Κατσίπη
Πηγή: Περιοδικό Κυκλαδικά Θέματα, τόμος Δ’ τεύχος 23, Αθήνα 1987
Σε κανένα μέρος του κόσμου δεν έχει ακουστεί η ληστρική εκμετάλλευση της γης που γινότανε στη Σαντρίνη. Αφού κατά κανόνα τη μία χρονιά σπέρνανε τα χωράφια τους με κριθάρι (το σιτάρι δεν ευδοκιμούσε) και την άλλη φυτεύανε ντομάτες. Βέβαια τα ανεγέρνανε, τα σκάβανε βαθιά και τα κοπρίζανε. Η γης όμως δεν έπαιρνε την ανάσα της, να ξεκουραστεί. Άσε που πολλές φορές μερικοί μερικοί μόλις θερίζανε το κριθάρι φυτεύανε αμέσως ντομάτα. Γι αυτό και η απόδοση ήταν μικρή σε σύγκριση με άλλα μέρη. Μα η φτώχεια δεν έχει νόμους και η ανάγκη τα πάντα κατεργάζεται.
Για τούτο ακόμα και τα αμπέλια τα σπέρνανε πότε με κριθάρι, πότε με φακή πότε με φασόλια (μαυρομάτικα) και ιδίως με αρακά. Κι ας έγραφε ο μακαρίτης ο Βαρβαρρήγος στη «Σαντορίνη» : «ουδαμού του κόσμου συμβαίνει να σπείρωσιν εις τους αμπελώνας». Κι από τον αρακά κάνανε τη φημισμένη Σαντορινιά φάβα. Νοέμβρη με Δεκέμβρη σπέρνανε τον αρακά στα αμπέλια και Μάη με Ιούνη τον θερίζανε. Επειδή όμως τα χώματα του νησιού μας είναι φάφουλα ( ελαφρά), τόσο το κριθάρι όσο και τα άλλα φυτά, τον καιρό του θερισμού τα ανεσπούσανε (τα εκριζώνανε) με τα χέρια κι ουδέποτε μεταχειριζόντουσαν δρεπάνι. Για τούτο κι ο θερισμός γινόταν τις πολύ πρωινές ώρες που είχε ανεπαλαγιά ( υγρασιά) για να μη θρυμματίζονται τα φυτά καθώς τα ξερριζώνανε. Ακόμα και το κουβάλημα του αρακά από τα αμπέλια στα αλώνια γινότανε πάλι την αυγή, προτού να τονε χτυπήσει ο ήλιος και θραύσει. Τα’ αλώνια ήτανε πέτρινα και τα περισσότερα ήτανε σε υψώματα κοντά στο χωριό. Μα ούτε για κουβάλημα του κριθαριού και του αρακά, ούτε για το αλώνισμα παίρνανε οι γαδουρολάτες (οι αγωγιάτες) αγώι. Γιατί δικαιωματικά παίρνανε τα μισά άχερα κι αυτή ήταν η πληρωμή τους. Ντάλα μεσημέρι κι όταν ήταν κοψά (ζεστή μέρα, για να αλωνίζονται εύκολα τα στάχυα) ζεύανε τα μουλάρια στα αλώνι. Κι όταν τελειώνε ο αλωνισμός, πιάνανε τα διχάλια (ξύλινα και σιδερένια  λιχνιστήρια) κι αρχίζανε το λίχνισμα. Γρήγορα, με το φύσημα του αγέρα, γινότανε ο χωρισμός του αρακά απ τα άχερα κι ύστερα με το αρηό δρομόνι (μεγάλο σιδερένιο κόσκινο) δρομονίζανε τον αρακά για να φύγουν τα άχερα, οι πέτρες και οι κοπριές. Κατόπιν τον σακκιάζανε και τον κουβαλούσανε στο σπίτι του νοικοκύρη.  Σε μεγάλες ξύλινες κασέλες τον αποθηκεύανε κι από κει τον έπαιρνε η νοικοκυρά για να τον αλέσει στο χερόμυλο. Πριν όμως αρχίσει το άλεσμα του καθαριζε καλά από τις πετρούλες και μετά καθόταν μπροστά στο χερόμυλο.
Από δύο πέτρες ήταν ο χερόμυλος: η κάτω λεγότανε καταριά κι η απάνω απαναριά ή απανάρι, που είχε μία τρύπα κι έμπαινε το καρφί της κάτω πέτρας και είχε στην άκρη ένα ξύλινο χερούλι για να το γυρίζει. Από την τρύπα του καρφιού έρριχνε τον αρακά με το ένα της χέρι και με το άλλο γύριζε το απανάρι κι έτσι κοβότανε ο αρακάς  και γινότανε η φάβα. Μετά μ ένα ντούμπανο (μικρό κόσκινο χωρίς τρύπες) το ντουμπάνιζε για να φύγουν τα φλούδια (τα φλύδια) του αρακά κι έμενε καθαρή η φάβα. Μα πάλι την καθαρίζανε σε πιάτα, για να μην έχει μικρά φλύδια και πέτρες κι έτσι την είχαν έτοιμη για πούλημα ή για το σπίτι.

Σε πήλινο τσουκάλι τη μαγειρεύανε με σιγανή φωτιά και μέσα βάζανε κομμένο κρεμμύδι και  λάδι και βράζανε όλα μαζί. Κι αν θέλετε δοκιμάζετε κι εσείς αυτή τη συνταγή. Μα μην ξεχάσετε το κρεμμυδι, γιατί καθώς λέει η παροιμία «φάβα χωρίς κρομύδι, γάμος χωρίς βιολί». 
Bookmark and Share

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Το καφενείο της Πιπίνας στην Οία,

 Σε μία εποχή όπου τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ,     ( facebook, instagram κ.α) έχουν προστεθεί καλά στη ζωή μας, μπορείς άνετα και με σωστή διαχείριση να εντοπίσεις διάφορα διαμαντια Ιστορίας προς αξιοποίηση. Σε ένα από αυτά, εντόπιστηκε η φωτογραφία από το καφενείο της Πιπινας . Προσωπικά είχα κάποιες αμφιβολίες για το αν  αυτό το καφενείο  ήταν στην Οία ή στον Πειραιά με Οιάτες της Εποχής.  Ο David Seymour διάσημος Πολωνός φωτογράφος σε ένα του ταξίδι στην Ελλάδα (1951) αποτύπωσε χαρακτηριστικα τις μορφές αυτές μιας άλλης Σαντορίνης. Πηγή της φωτογραφίας : International Center of Photography - Ben Shneiderman Collection. Συζητώντας διαδικτυακά με τον «Ένας Πανωμερίτης» τον οποίο και ευχαριστώ θερμά για την εμπιστοσύνη και τη τιμή, βρήκε οτι το καφενείο είναι όντως  ένα από όσα υπήρχαν στην Οία και είναι το καφενείο της «Πιπίνας» που ήταν στο ισόγειο του κτιρίου που τώρα τώρα στεγάζει την συλλογή μουσικών οργάνων του Χριστόδουλου Χάλαρη. Καταστράφηκε με τους σεισμούς του 1956. Στο πρώτο πλάνο ο Αναστάσιος Πιτσικαλης το             " Μπιζάνι "- o δεξια στη φωτογραφία ( παρατσούκλι που πήρε μετά την μάχη στο Μπιζάνι, όπου έχασε το ένα του πόδι. Έπαιζε πολύ καλή λύρα και τον συνόδευε με το " τουμπι " της η γυναίκα του το " κυρά Καλιτσι "
Και μια οφειλόμενη παρατήρηση. Η απροσκόπτη αναδημοσίευση ασπρόμαυρών ή μη φωτογραφίων, χωρίς να αναφέρεται  πρώτα και κυρία ο δημιουργός ή κάποια πηγή  είναι κίνδυνος και ουσιαστικά αντιβαίνει τους όρους του σεβασμού προς τον άνθρωπο που έτρεξε, φωτογράφισε αποτύπωσε τη χρονική στιγμή . Οι φωτογραφίες του παρελθόντος και δη οι φωτογραφίες της Σαντορίνης είτε ιδιωτών σε κάποια κορνίζα είτε φωτογράφων  μπορούν να γίνουν ένας εξαιρετικός οδηγός ανάδειξης ευρύτερης ανάδειξης της ιστορίας του νησιού. 
Bookmark and Share

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

O Eπι - λήνιος χορός της Σαντορίνης

Στο περιοδικό «Κυκλαδικά» (Μαίος-  1956) ο ξεχωριστής Κυκλαδίτης ερευνητής ιστορίας και λαογραφίας Νίκος Σφυροέρας καταπιάνεται εκτός των άλλων με ένα άγνωστο θέμα στους περισσότερους ακόμα και σε μένα, το τραγούδι του «τρυγητή και του Μέρμηκα». Στην αρχή όταν διάβασα το τραγούδι του Μέρμηγκα, ο νους μου πήγε κατευθείαν στην Κεφαλλονιά, στο πολύ γνωστό σκοπό του Μέρμηγκα ή Κουτσός . είναι η κεφαλονίτικη παραλλαγή του επιλήνιου χορού των Αρχαίων ελλήνων με προσωποποίηση του μέρμηγκα – αμπελουργού – τρυγητή [1] ζευγά.  

Στη δε ιστοσελίδα του Θεάτρου Ελληνικών Χωρών Δωρα Στράτου [2] για τους παραδοσιακούς σκοπούς και τραγούδια της χώρας μας, γράφει για τον Μέρμηγκα ....της Σαντορίνης: «Στην Σαντορίνη μάλιστα χορεύεται μέσα στον ληνό, την ώρα που πατούνε τα σταφύλια, με άλλα τραγούδια. Αρχίζουν να χορεύουν με σιγανό ρυθμό που λίγο-λίγο ζωηρεύει, για να φτάσουν στο τέλος σ' ένα τρελλό ξεφάντωμα, κινήσεις και πηδήματα παράφρονα, πότε στο ένα πόδι και πότε στο άλλο. Μια μακρυνή ηχώ από τα αρχαία χρόνια, όταν εχόρευαν οι Βακχίδες γεμάτες μυστήριο και μέθη. Λόγια και μουσική σε 2/4 του "Πού πας καϋμένε Μέρμηγκα...".  
Ο δε Σφυρόερας λοιπόν γράφει :
Ο τρυητής κι ο μέρμηγκας
Ο μέρμηγκας μου ‘πάντηξε κάτω στον Κατσινάρο
-          Που πας αφέντη μέρμηγκα, τς είσαι σφιχτοζωσμένος;
-          Αμπέλι έχω στα Αρμυρά τσαι πα να το τρυησω
Τσ’ ηπέτυχε το έκλερο τσ’ ήκαμε πέντε ρόες
Τρώει ο κοτσυφός τη μιά τσ’ αμπελικός την άλλη,
τσαι μ’ απομεινάνε οι τρεις.
                                              πιάνω τσαί τσοι τρυοπατώ,
τσαι εμίζω πέντε βούτσους
τσ’ ήτανε αυτοί οι βούτσοι[3],
σαν ένα κουτσί φατσή,
τσι όντε το πρωτονοιξα,
λαχαίνει τσ’ η ειτόνισσα
τσαι τσερνώ την τσαι μεθεί,
τσαι το μάουλο τζ αθεί,
τσαι ξανατσερνώ τηνε,
στέκει τσαι φιλώ τηνε.

Ενώ στη συνέχεια συνεχίζει με τα γνωστά δίστιχα της βεντέμας: «Τώρα που βεντεμίσαμε θα φάμε και θα πιούμε και του καλού αφέντη μας τραούδια θα του πούμε. Να ζήσει χρόνια ευτυχή μαζί με τση κυρά μας και με τα αρχοντόπουλα που είναι η χαρά μας ...»
Κάποιες μικρές παρατηρήσεις ως προς το χορό – τραγούδι του μέρμηγκα στη Σαντορίνη.  Στο τραγούδι που κατέγραψε ο Σφυρόερας ναι μεν μέσα από λαογραφικά στοιχεία φαίνεται οτι προέρχεται από τη Σαντορίνη, αν και θεωρώ οτι γλωσσολογικά υπερβάλλει λίγο ( για παράδειγμα πολλά τσαι τα οποία φαίνεται οτι προστέθηκαν για να τονιστούν).  Από την άλλη  όμως δεν ξέρω αν το χορευάνε αυτό μέσα στο ληνό. Λόγω της υφής του σαντορινιού αμπελώνα, ακόμα και η ιδια διαδικασία του πατήματος των σταφυλιών ήταν ξεχωριστή μεν αλλά προσεχτική δε. Πιστέψτε με, έχω  συμμετάσχει σε πολλές βεντέμες και σε πολλά πατήματα. Το συγκεκριμένο τραγούδι δεν το έχω ακούσει ποτέ.   Πιθανολογώ οτι είναι ένα από τα πολλά τραγούδια της κινητικότητας το οποίο γνωστό στο πανελλήνιο, «προσαρμόστηκε» στην ηθογραφία της Σαντορίνης και έμεινε ως ο «Μέρμηγκας της Σαντορίνης».
Αν κάποιος έχει περισσότερα στοιχεία για αυτό το τραγούδι, αν το έχει ακούσει ή χορέψει ας επικοινωνήσει μαζί μου. Κάθε μέρα η άλλη Σαντορίνη εμφανίζεται



Bookmark and Share

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Όταν οι φωτογραφίες μιας άλλης Σαντορίνης ...εξιστορούν ... Οικογένεια Γεωργίας Λυγνού από τη Μεσσαριά

Νικόλαος  Λυγνός (γενν.1921) και
Στυλιανή Ρούσσου (γενν.1923)
Οι γονείς της κυρίας Γεωργίας
σε μία από τις άδειες στρατού 1947- 1948 
Σήμερα θα γνωρίσουμε  μέσα από τις φωτογραφίες την οικογένεια της κ. Γεωργίας Λυγνού από τη Μεσσαριά η  οποία μαζί με την κόρη της  Γιώτα Μητρογιάννη μας παραχώρησαν φωτογραφικό υλικό μιας άλλης εποχής και τις οποίες ευχαριστώ Θερμα για την τιμή.  Ταυτόχρονα δε, η κυρία Γεωργία αφηγείται όσες μικρές μα  τόσο ξεχωριστές στιγμές της οικογένειας της θυμάται.  Η ανάρτηση αυτή γίνεται για άλλη μια φορά για να γίνει κατανοητό οτι μέσα από το αρχείο των οικογένειων της Σαντορίνης μπορεί να σκιαγραφηθεί μια άλλη εποχή ... να γνωρίσουμε άτομα, τρόπο ζωής κ.α. και να συνδυάσουμε ιστορικά και μη γεγονότα. Ταυτόχρονα δε με μία ευρύτερη πολιτική διάσωσης , ανάδειξης , διάχυσης του λαικού πολιτισμού της Σαντορίνης (φωτογραφίες, συνεντεύξεις κ.α)  θα μπορούσε να συμβάλλει στην ανάδειξη της Σαντορίνης σαν ένα ευρύτερο παγκόσμιας φήμης και ιστορίας χώρο, όπου εκεί δεν θα αναδεικνύονται μόνο τα γεωλογικά γεγονότα αλλά και οι συνέπειες αυτών στον τόπο αλλά και στον άνθρωπο, αλλά και τα ξεχωριστά Πολιτισμικά Στοιχεία μιας άλλης εποχής. 

 Στην παραπάνω  φωτογραφία από την «παλλάδα» στα ορυχεία  περιπου το 1952-1953. Ο πατερας της Νικόλαος Λιγνός του Δημητρίου είναι ο δεύτερος κάτω δεξιά. 

 Στη διπλανή φωτογραφία οι γονείς της γυρίζοντας από το πανηγύρι του Αι Γιάννη στον Μονόλιθο γύρω στο 1953- 1954.  « Η μητέρα μου αναφερόταν πολύ συχνά στο παρελθόν και στην ζωή της στο νησί.Η οικογένειά της  ήταν φτωχή. Ήταν η μεγαλύτερη από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Ήταν πολύ όμορφη και ο πατέρας μου την ερωτεύτηκε αμέσως. Όμως αυτή του έκανε κόλπα και αφού είδε και απόειδε ο άνθρωπος άρχισε να γλυκοκοιτάζει την ξαδέλφη της. Μόλις το αντιλήφθηκε αυτό η μάνα μου,  πολύ γρήγορα  κλέφτηκαν.» [...] « ..Η οικογένειά μου έφυγε από το νησί λίγο πριν το Πάσχα του 1956. Εγώ ήμουν 6 χρονών και ο μεγαλύτερος αδελφός μου ήταν 4. Έτσι η μητέρα μου μας φόρτωσε στο καράβι και πήγαμε στην Αθήνα. Ο πατέρας μου βρισκόταν ήδη στην Αθήνα για δουλειά, για να καταφέρει να ξεχρεώσει τις 300 δρχ. που χρωστούσαμε στον μπακάλη! Πηγαινοερχόταν στο νησί όποτε υπήρχε δυνατότητα. Έτσι μείναμε πια μόνιμα στην πόλη. Ο πατέρας μου επισκέφτηκε το νησί μία φορά πριν πεθάνει η μητέρα του. Έκτοτε, δεν ήθελε να ξαναπάει....».

Ο παππούς της λοιπόν, Νικόλαος Ρούσσος , ή Φαναράς από τη Μεσσαριά Θήρας, είναι ο πρωταγωνιστής λοιπόν της παρακάτω αφήγησης, όπως τα θυμάται η κυρία Γεωργία από την μητέρα της Στυλλιανή. « Στην καταστροφή της Μ. Ασίας :  Στην άτακτη οπισθοχώρηση των Ελλήνων και στην προσπάθειά του να γλυτώσει κρύφτηκε σε ένα σπίτι και με όπλο ένα γουδί που βρήκε στο σπίτι αυτό αντιμετώπισε Τούρκο στρατιώτη. Έτσι γλύτωσε. Επέστρεψε στην Σαντορίνη φέρνοντας μαζί του και το γουδί… το οποίο βρίσκεται ακόμη στην κατοχή της οικογένειας μας.» «Ήταν ένας πολύ δυνατός άντρας , σήκωνε το μουλάρι όταν ήταν πολύ φορτωμένο και το βοηθούσε να στηλωθεί στα πόδια του. Μια φορά, ήταν τρείς άνδρες και προσπαθούσαν να βγάλουν μία μεγάλη πέτρα από το χωράφι τους όμως ήταν πολύ βαθιά στο χώμα και κουράστηκαν να προσπαθούν. Ζήτησαν την βοήθεια του Νικολού «του Φαναρά».  μόνη αμοιβή που τους ζήτησε ήταν «μισή οκά ψωμί». Του έφεραν το ψωμί, το έφαγε και μόνος κατάφερε να βγάλει την πέτρα.  Βέβαια δεν του άρεσε να πηγαίνει στ’ αγώγια του γιαλού. Δεν του άρεσε γιατί δεν ήθελε να παρακαλάει να πάρει ένα αγώγι και να του πατούν τα μουλάρια τα πόδια. Προτιμούσε να οργώνει στα χωράφια.  Το σπιτάκι του στην Μεσαριά ήταν κοντά στην Αγ. Ειρήνη κάτω από τον Αγ. Δημήτρη. Το μισό ήταν υπόσκαφο. Εκεί γεννήθηκα κι εγώ και μετά ο πρώτος μου αδελφός ο οποίος έχει επιστρέψει στο νησί και ζει μόνιμα τα τελευταία 20 χρόνια.».

« Στην δίπλα φωτογραφία απεικονίζονται οι γονείς του πατέρα μου. Ο παππούς μου Δημήτριος Λυγνός του Ζημωτή και η γιαγιά μου Ειρήνη. Φύτευε ζαρζαβατικά στον Μονόλιθο σε ένα χωραφάκι που είχαν και με το γαϊδουράκι του τα πουλούσε  στο χωριό.Είχε τέσσερα παιδία. Τρείς γιούς και μία κόρη της οποίας τα παιδιά ζουν μόνιμα με τις οικογένειές τους στο νησί.  Ο πατέρας μου ήταν ο πρωτότοκος γιος της οικογένειας.»


Αυτό ήταν ένα μικρό ταξίδι στην οικογένεια της κυρίας Γεωργίας Λυγνού από τη Μεσσαριά.... Αυτό ήταν άλλο ένα λιθαράκι σε μια άλλη Σαντορίνη. 



Bookmark and Share

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Η Μυθ-Ιστορία της Σαντορίνης


Η συναρπαστική Ιστορία της Σαντορίνης δεν θα μπορούσε να μην έχει και την αντίστοιχη προέκτασή της στη Μυθ-Ιστορία. Μέσα από το ανεξάντλητο ψηφειακό αρχείο εντόπισα άρθρο της «Εφημερίς των Φιλομαθών» της 23ης Φεβρουαρίου 1866 ( Πηγή Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Α.Π.Θ.). 
Η συγκεκριμένη έκδοση της εφημερίδας έγινε για άλλη μια φορά λόγω της έκρηξης του 1866. Στην αρχή της εφημερίδας «στο σχολείο»μιας άλλης εποχής με μαθήτριες τις  «αρχαίαι χώραι και πόλεις» αναφέρει χαρακτηριστικά η  «μαθήτρια Θήρα» προσπαθώντας να πλέξει την Ιστορία του Ηφαιστείου με την αποικία της Κυρήνης και τη θάλασσα» :Έρωτηθείς ποτέ τες ποιος είναι; άπεκρίθη «εινε ό θεΐός μου δεσπότης». "Οταν αί άρχαϊαι χώραι καί πόλεις έπαρουσιάσθησάν εις τήν ιστορίαν καί ήρωτώντο κατά  μέρος έχάστη τίς ήτο, ή νήσος Θήρα είπεν 4 είμαι μητρόπολας τής Κυρήνης.» Αί συνάδελφοί της έγέλασαν, ή δέ Θήρα έννοήσασα τήν έννοιαν τοΰ γέλωτος κατώρθωσε διά τας φιλοτιμίας της νά μή εχη ανάγκην νά δανείζεται παρά τής θυγατρός της σημασίαν, ίσως καί διότι εΐδεν ότι αΰτη έπαυσε πλέον καί όνομα καί σημασίαν νά έχη. Ηΰξησε δέ καί έμεγάλυνε τό όνομα τής Θήρας καί ή πρός αυτήν αγάπη τοϋ πατρός της Ήφαιστου καί τοΰ έραστοΰ της ένοσίχθονος Ποσειδώνος, ών ό μέν παίζει αυλόν, δέ τήν χορεύει όταν τοΰ έλθη διάθεσις· στέλλει είς αυτήν χάριν συντροφιάς νέα τέκνα του ό πατήρ της ΐνα μή στενοχωρήται μένουσα μόνη, καί πάλιν όταν οίατρηλατηθή υπό φιλοστοργία; τ’ ανακαλεί.

Ετσι λοιπόν εμπλέκοντας  τον Μύθο και την Ιστορία προσπάθησε να ξεκίνησει ο αρθρογράφος έναν διαφορετικό τρόπο κατανόησης της Ιστορίας... Υπάρχουν πολλές  παράμετροι της ιστορίας μας που μπορούν να παρουσιαστούν αρχικά ως μέρος μιας Μυθιστορίας όχι μόνο για τα μικρά παιδιά αλλά και για τους μεγάλους. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι οι Δάσκαλοι και Καθηγητές του νησιού μπορούν να αξιοποιήσουν το έτοιμο υλικό ώστε να μπορέσουν να δώσουν τα κίνητρα έρευνας μιας «άλλης Σαντορίνης»
Bookmark and Share

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

"Ενθύμιο" από το Φηροστεφάνι Σαντορίνης - Οικογένειες Εμμανουήλ Δειμέζη και Κωνσταντίνου Πλατή

η αρχή του "Ενθυμίιου"
Ντίνα Δειμέζη 
 Πριν από λίγο καιρό, ελαβα ένα εξαιρετικό δώρο,  μια παρουσίαση  οικογενειών  πάνω στην οποία μεσα από μερικές έγχρωμες φωτοτυπίες καταλλήλως προσαρμοσμένες, οι επομένες γενιές της οικογένειας αυτής θα γνωρίσουν τις προηγούμενες. Αναφέρομαι στα «ενθύμια από το Φηροστεφάνι Σαντορίνης- Οικογένειες Εμμανουήλ Δειμέζη και Κωνσταντίνου Πλατή».  Το εξαιρετικό αυτό δώρο μου το πρόσφερε η κυρία Φιορίνα Ζαγκλακίδου Σίμου, την οποία και ευχαριστώ θερμά.  με καταγωγή από το Φηροστεφάνι, απόγονος των συγκεκριμένων οικογενειών.  Τι το ξεχωριστό έχει αυτό το «ενθύμιο» ; Με πολύ μεράκι το οποίο φαίνεται κιολας η κυρία Φιορίνα, μάζεψε υλικό της οικογένειας της αλλά και από ιστορικές πηγές έτσι ώστε συνδυάζοντας την καταγραφή με την έρευνα να συμβάλλει με τον τρόπο της στην ανάδειξη της ιστορίας.
Το πρώτο αρχείο είναι ένα γράμμα της προς τις αδελφές του Ελέους γνωρίζοντας μας την οικογένειά της. Η γιαγιά της λεγόταν Μαρί Δειμέζη, σύζυγος Κωνσταντίνου Πλατή και ήταν από το Φηροστεφάνι. Εϊχε γεννηθεί γύρω στα 1870   και από τα  αρχεία της  ήταν μαθήτρια της Σχολής  των αδελφών του Ελέους στη Σαντορίνη. Έμεινε χήρα πολύ νέα  ενώ το Μοναστήρι  θέλοντας να συμπαρασταθεί στην οικογένεια  ανέλαβε τη δωρεάν εκπαίδευση των θυγατέρων της, Μαργαρίτας και Αικατερίνης.
Από το προσωπικό αρχείο της οικογένειας για τη Σχολή των Αδελφών του Ελέους η οποία ιδρύθηκε στη Σαντορίνη το 1841 μέχρι και το 1955  μπορούμε να διαπιστώσουμε το εκπαιδευτικό υπόβαθρο των Καθολικών σχολείων  και την ευρύτερη προσέγγιση μεταξύ Καθολικών και Ορθοδοξων.
Εκτός από τα ενθύμια που εντόπισε από τη Σχολή, και έχοντας ως βάση την εξαιρετικά χρήσιμη εκπαίδευση της , μπορούμε να μάθουμε ότι η  Μαργαριτα,  εργάστηκε στο Πολιτικό Γραφείο του Ελευθέρίου Βενιζέλου  και στη Διεύθυνση Μηχανικού του Στρατού ως  μεταφράστρια΄.
οι Εμμανουήλ και Σπύρος Δειμέζης
Ο Εμμανουήλ Δειμέζης γεννήθηκε στο Φηροστεφάνι της Σαντορίνης γύρω στα 1830. Ήταν έμπορος και ταξίδευε με τα καίκια στη Ρωσία κυρίως από την Οδησσό, όπου πουλούσε κρασί και τα λιγοστά προίοντα της Σαντορίνης και έφερνε σιτάρι. Από τα ταξίδια του αυτά έφερνε στους δικούς του και διάφορα δώρα. Είχε παντρευτεί την Μαργαρίτα Βαζαίου και τα παιδιά τους ήταν η περίφημη Μαρία- Μαρί  Δειμέζη, ο Λουκάς, η Ειρήνη, ο Γιώργος που ζούσε στη Ρωσία και ο Σπυρίδων.
Ο αδελφός του Σπυρίδων   (1829 - 1902) ήταν Έλληνας οικονομολόγος, πολιτικός και δικαστικός που διετέλεσε πρόεδρος ] του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Γεννήθηκε στη Σαντορίνη. Εισήλθε στο δημόσιο ως υπάλληλος στην ταμιακή υπηρεσία του κράτους φτάνοντας[1] μέχρι τον βαθμό του διευθυντή του Γενικού Λογιστηρίου. Το 1890 διορίστηκε πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι και το 1892. Το ίδιο έτος διορίστηκε υπουργός οικονομικών στην κυβέρνηση Κωνσταντόπουλου. Εξελέγη βουλευτής Τροιζηνίας στις εκλογές του 1895.Απεβίωσε το 1902.
 Η συνέχεια του «ενθυμίου» μας φέρνει στην αναφορά του Νίκου Αλπράντη, από τα «Γενεαλογικά της Σαντορίνης» , αλλά και σε άλλες πηγές που αναδεικνύουν μέρος της ιστορίας της οικογένειας.
Ενδιαφέρον σημείο στην ιστορία αυτή είναι και το «Νησάκι  Λαζαρέτο ή Δειμέζη».      Στην  Πλάκα του Πόρου,δίπλα στο  Μπούρτζι, υπάρχει ένα μικρό γραφικό νησάκι, που το ξέρουμε  σαν νησάκι Δεϊμεζη, ή Καρρά, το Λαζαρέτο.
το Νησάκι Δειμέζι, Καρρά, η Λαζαρέτο στον Πόρο 
     Η νησίδα "Δεϊμέζη"    παραχωρήθηκε  στον  Δημ. Σπυρ. Δεϊμέζη με  το αριθμ. 26538/30-7-1912  παραχωρητήριο του υπουργείου   Από τον   Δημ. Δεϊμέζη  περιήλθε  στο  γαμπρό   του δικηγόρο Βασίλη Καρρά.   Τα έτη  1969-1970  ο Καρράς προσπάθησε να το πουλήσει  στο βαθύπλουτο Γάλλο  Ανρύ Γκοέν. Εγινε προσύμφωνο, δόθηκε προκαταβολή  και ο Γάλλος πήγε πάνω στο νησάκι μπουλντόζες  και   άλλα μηχανήματα  για να διαμορφώσει το χώρο. Πήγε ακόμα  και νερό του Δήμου, και πολλές γλάστρες. Αλλά τελικά  διαπιστώθηκε ότι δεν μπορούσε να χτίσει κι έτσι  το εγκατέλειψε, χάνοντας την προκαταβολή, και αγόρασε στο  Καραπολίτι.      Από τον Καρρά περιήλθε στο γαμπρό  του   Καπράλο  που είχε τα πλοία  «Μάνια»   και   «Δελφινάκι».   Το νησάκι δεν έχει κτίσματα. (http://www.koutouzis.gr/mnimeia.htm)
ο Κωνσταντίνος Πλατής
 Το «ενθύμιο» αυτό κλείνει με μια μικρή ιστορία της οικογένειας Πλατή.  Ο Κωνσταντίνος Πλατής   ζούσε στο Κοντοχώρι μαζί με την οικογένειά του στο Κοντοχώρι. Απέκτησε τρεις κόρες μεταξύ αυτών και την Μαργαρίτα Δειμέζη. Μαζί με τα αδέλφια του διατηρούσαν Οινοποιείο στη Σαντορίνη με την επωνυμία « Οίνοι Θήρας, Αδελφοί Ι. Πλατή).   Το κρασί της οικογενείας είχε βραβευθεί με Χρυσό βραβείο και στη Διεθνή Έκθεση στο Παρίσι το 1900. Ο Κωνσταντίνος ταξίδευε με καίκια στη Ρωσία  και πουλούσε το κρασί τους φέρνοντας πίσω σιτάρι και τρόφιμα. Πέθανε το 1907 ενώ η επιχείρησή του μεταφέρθηκε στην Αθήνα.



 Vin De Santorini , Volcan, Βραβείο Χρυσούν, 1900 Παρισίων 
  Είμαι σίγουρος οτι σε πάρα πολλες οικογένειες από το νησί, μπορούν να βρεθούν τέτοιου είδους  προσωπικά αρχεία τα οποία με το πέρασμα των χρόνων θα μπορούν να συμβάλλουν στην ευρύτερη διάδοση της ιστορίας του νησιού. Ένα από τα βασικά σημεία της ανάδειξης της τοπικής ιστορίας είναι η    η καταγραφή αυτών των προσωπικών αρχείων  όπως έκανε η κυρία  Φιορίνα Ζαγκλακίδου Σίμου, μέσα από τα οποία τα εγγόνια και τα ανήψια θα γνωρίσουν την οικογένεια της, θα γνωρίσουν τη Σαντορίνη. Ας αναλογιστούμε όλοι τη σημασία αυτής της μνήμης και ας ανατρέξουμε στα χρονοντούλαπα.... Ακόμα και μία φωτογραφία του χθες  θα μας μετάφερει με μια "κόκκινη κλωστή" στο αύριο ....


Bookmark and Share

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Μία ...Σαντορίνη του Οδυσσέα Ελύτη

Η συναυλια των γυακινθων- Προσανατολισμοί, Οδυσσέας Ελύτης


....Να ξαναγυριζεις στο νησι της αλαφροπετρας μ'ενα τροπαριο ξεχασμενο που θα
ζωντανευει τις καμπανες δινοντας θολους ορθρινους στις πιο ξενιτεμενες
να φιλευεσαι απ'την ιδια τους θλιψη. Να μη νιωθεις τιποτε πανω απ'τους
θυμησες. Να τιναζεις τα μικρα περβολια εξω απο την καρδια σου κι υστερα παλι
σε παιρνουν τ'ανωμαλα πετρινα σκαλια ψηλα ψηλα κι εκει να καρδιοχτυπας εξω
αυστηρους βραχους κι ομως η μορφη σου ξαφνικα να μοιαζει με το υμνο τους. Να ασπρη αρχιτεκτονικη της τυχης σου..... απ'την πυλη του καινουριου κοσμου. Να μαζευεις δαφνη και μαρμαρο για την
Και να'σαι οπως γεννηθηκες, το κεντρο του κοσμου.


Bookmark and Share

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Χριστούγεννα στη Σαντορίνη ( 2016 )


Ας δουμε το λοιπός λίγα πράγματα για τον τρόπο βίωσης των Χριστούγεννων στη Σαντορίνη.
Οι φιλόθρησκοι κάτοικοι του νησιού μας γιορτάζουν ιδιαίτερα βυζαντινά και τις γιορτές του Δωδεκαημέρου. Παλιότερα όπως γράφει η Γουλιελμία Συρίγου «υπήρχε ένα έθιμο στη  Θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων το φερτάρισμα του ιερέα και των πιστών για τον μικρό βοηθό της εκκλησίας. Ήταν ένα είδος καληχέρας για το ακούραστο κοπέλι .» Όταν έψαλλαν το «Στέργειν μεν ημας ως ακίνδυνον φόβω…»που συνήθως το έλεγε το ίδιο το παιδι στο σημείο που τελείωνε ο ύμνος με τη φράση «όση πέφυκεν η προαίρεσις διδού», ο ιερέας θυμιάζοντας, πλησίαζε το δισκάριο που είχαν θέξει γι αυτό το σκοπό και έριχνε το φιλοδώρημά του   Στη συνέχεια ακολουθεί όλο το εκκλησιάσμα.....Αυτή είναι η προαίρεσις το λοιπόν, στην οποία όπως αναφέρει σε παλαιότερη εφήρίδα των Θ.Ν. ο Φ. Κατσίπης γινόταν μόνο στο Μεγαλοχώρι
Το βράδυ βγαίναν τα παιδιά με καράβια κ αι φαναράκια για τα κάλαντα
Από μία λαογραφική εργασία της Μαρίας Μαυρομάτη το 1969 η οποία εντοπίστηκε στο Λαογραφικό Αρχείο –Πανεπιστημιακή Συλλογή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εκτός από τους βασικούς στίχους στα Πανελλήνια Κάλαντα έχουμε και τα παρακάτω…:
«Καλην εσπέρα Άρχοντες κ.τ.λ.
Απάνω στο παράθυρο γαρυφαλάκι πράσινο στέκει μια περιστέρα και του χρόνου τέτοια μέρα ( τσάκισμα)
Φέρτε πανέρια κάστανα Φέρτε και πορτοκάλια
Για φέρτε και γλυκό κρασί να πιουν τα παληκάρια….».
Τα κάλαντα τα λέγανε και οι μεγάλοι ….. Σύμφωνα δε με την προαναφερθείσα εργασία  «το λιγότερο που ημπόργιες να τσι δώκεις ήτανε το τάλληρο…». Σαν μια ξεβάρεση και εκείνοι από τις έγγνοιες τις καθημερινές
Στη Σαντορίνη τα παλιά τα χρόνια συνήθιζε όλη η οικογένεια να νηστεύει …. Το βράδυ λοιπόν μετά τον εσπερινό των Χριστουγέννων, συνηθισμένο φαγητό ήταν ο πετεινός ή η κόττα αλλά όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και ο  Μάρκος Αβ.Ρούσσος, ο «κοφτός από σιτάρι και λαρδι:  Από την προηγουμένη έβαζαν σιτάρι σε μία λεκάνη με νερό και άμα τούτο μαλάκωνε το κοπάνιζαν στο πέτρινο μουρτάρι με τη μάτσα για να αφαιρεθεί ο φλοιός και κατόπιν τη νύκτα πριν από τη λειτουργία έβραζαν το σιτάρι με λαρδί
Φυσικά η νοικοκυρά του σπιτιού θα  πρεπε μέχρι το απόγευμα το πολύ της παραμονής να είχε τελειώσει το  εργόχειρό τση γιατί πίστευαν ότι θα το τελείωναν οι καλλικάτζαροι.  Ξεχωριστή είναι η παράδοση για τους καλλικάντζαρους στο νησί
Όλο το σαραντάμερο βάζουν ένα κόσκινο στην καμινάδα του σπιτιού, όταν θα ρθουν οι Καλικάντζαροι, μέχρις να μετρήσουν τις τρύπες του κόσκινου  να έχει ξημερώσει και  να φύγουν.Παράλληλα δε λένε ότι όσοι γεννηθούν παραμονές Χριστουγέννων γίνονται Καλικάντζαροι γι’ αυτό πρέπει να βάζουν μπροστά στο κρεβάτι τους μια σκάφη με νερό, ώστε  μόλις πάνε να σηκωθουν να πατουν μέσα στο νερό και να ξυπνούν και να μη γίνονται Καλλικάτζαροι, ενώ ταυτόχρονα σύμφωνα με αφήγηση της Ε.Σ. από το Μεγαλοχώρι: « τι όσοι έχουν γεννηθεί παραμονές Χριστουγέννων, όταν φθάνουν τέτοιες μέρες καταλαμβάνονται από μελαγχολία ( και τούτο γιατί θεωρείται αμάρτημα, να γεννώνται άνθρωποι την ημέρα που γεννήθηκε ο Χριστός).»
Στον Πύργο υπάρχει και το εξής χαρακτηριστικό στοιχείο της εορτής των Χριστουγέννων Τη δεύτερη μέρα γιορτάζει σύμφωνα με το έθιμο το εξωκκλήσι της Γέννησης στους Πρόποδες του Προφήτη. Απ όσο μπορώ να ξέρω πολύ παλιά πηγαίναν από βραδύς παραμονή των Χριστουγέννων όχι μόνο Πυργιανοί αλλά και από άλλα μέρη μαζί με τα φαναράκια τους  και κάνανε τον Εσπερινό των Χριστουγέννων εκει… μένανε το βράδυ στο Εκκλησάκι όσοι μπορούσαν και τιμούσαν τα Χριστούγεννα το επόμενο πρωι…..
Όσο για τη θρυλική Πουτίγκα της Σαντορίνης  να τη και η συνταγή:
¾ του κιλού ζάχαρη,
2 κιλά γάλα,
½ κιλό σιμιγδαλι χοντρό,
7 αυγά (χτυπημένα με 1 κουταλιά βούτυρο),
Ψυχα, αμυγδαλο ασπρισμενη
ξυσμένο πορτοκαλί,
1 ½   κουταλιά σούπας κανέλλα.
Βουτυρώνουμε το ταψί με λίγο σιμιγδάλι για να μην κολλήσει και το ψήνουμε σε προθερμασμένο, φούρνο στους 200 βαθμούς για μία ώρα. 
Για να διαπιστώσουμε όλοι το πως βίωναν οι Θηραίοι τα Χριστούγεννα, χαρακτηριστική είναι η αφήγηση του Μάρκου Αβέρκιου Ρούσσου  στα «Λαογραφικά της Σαντορίνης» του,: «  ...Άκουσα τα παρακάτω λόγια μιας Θηραϊας χωρικής που πλησιάζοντας για να προσκυνήσει την εικόνα της Γεννήσεως, στάθηκε για μία στιγμή σε στάση προσευχής κοίταξε με δάκρυα θρησκευτικής συγκινήσεως τη στενόχωρη φάτνη που φιλοξενούσε τον Αχώρητο, έκανε το σημείο του Σταυρού και ακουμπώντας τα χείλη της πάνω στο Θείο Βρέφος ψιθύρισε : « Μάθια ήντα κρυώνεις μωρό μου !!!». Αυτά τα λόγια δείχνουν πόσο οι παλαιοί Θηραίοι  έννοιωθαν σα να ζούσαν τη Γέννηση του Χριστού.  





Παρακάτω  μία παραλλαγή για τα κάλαντα των Χριστουγέννων  με το σκοπό των καλάντων για τα Θεοφάνεια. 


Bookmark and Share

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Το "λακριντί" του Ιωσήφ Δεκιγάλλα με έναν λεπρό ( έκρηξη του 1866)

 Είναι φορές που κάποια ψήγματα ιστορίας του νησιού μας, δεν θέλουν ούτε καν ερμηνεία, μόνο μία απλή παράθεση. Σε ένα από αυτά, συναντάμε τον ξεχωριστό Ιωσήφ Δεκιγάλλα να συνομιλει  με έναν λεπρό της Σαντορίνης κατά τη διάρκεια της έκρηξης του 1866

Στο συλλογικό τόμο «Σαντορίνη», του Μιχ Δανέζη ( 1971), σσ. 397, ο Φίλιππας Κατσίπης (αντι) γράφει τον διάλογο αυτο: Το ημερολόγιο έγραφε   18 Φεβρουαρίου 1866 . 
«τότες που το νησί βογάριζε κι όλος ο  κόσμος πίστευε πως το νησί θα βούλιαζε ....[..]
Περί την 8 μ.μ. ὥρα  μετέβην ἐκτός τῆς πόλεω πρός τήν νοτιοδυτικήν άκτήν ἱνα ἐκεῖθεν παρατηρήσω κάλλιον τὸν μεταξύ Παλαιᾶς και Νέας Καμμένης πορθμόν ὅπου καί ἡ νῆσος  Ἀφρόεσσα κεῖται. Τά πυκνά νέφη τά μετά τοῦ μετεωριζόμενου ἀδιακόπως ἡφαιστείου ἀτμοῦ συγχεόμενα ἐκάλυπτον τόν ἀσέλην οὐρανόν καί καθίστων ἔτι μᾶλλον ζοφοδεστέραν τήν νύκτα. Βαθυτάτη σιγή πανταχόθεν μέ περιεκύκλου καί  αἱ φλογεραί λάμψεις τῆς Ἀφροέσσης  εἵλκυαν τά βλέμματά μου ὅθεν καθήμενος ἐπί τινός βράχου ἐτερπόμην , παρατηρῶν τήν λαμπράν τῆς Ἀφροέσσης φωταψίαν καί ἀκούων νῦν μέν τόν φλοῖσβον των, διακόσια περίπου μέτρα ὑπό τούς πόδας μου, προσκρουόντων εἰς τάς ἀποτόμους ακτάς κυμάτων, νῦν δὲ τήν γοεράν καί άπαισίαμ φωνήν των ἐπί τὼν βράχων νυκτοκοράκων, ὅτε ἤκουσα βρογχώδη φωνήν κράζουσαν με , καί στρέψας τούς ὀφθαλμούς εἶδον ὡς νυκτερινόν τι φάσμα , ἐνώπιόν μου ἕνα τῶν ἐκεί πλησίον διαμενόντων δυστυχῶν λεπρῶν, ὅστις τρεμούση τῇ φωνῇ καί παλλούση καρδία μοί εἶπε:
-          - Εἰπέ, σέ παρακαλῶ  καί εἰς ἡμᾶς, πότε θά καταβυθισθῶμεν;... Σεῖς, ἔχετε τά ἀτμόπλοια, ἵνα σᾶς σώσουν, ἀλλα ἡμεῖς;.. ἡμεῖς  οἱ ἐγκαταλελειμμένοι καί ὑπ’αὐτῶν ἀκόμη τῶν στενότερων συγγενῶν...μακράν τῆς κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων, εἰς ποῖον νά ἐλπίζωμεν;...
-         -  Κατηραμένος τῷ εἷπον, ὁ ἐλπίζων εἰς τόν ἄνθρωπον. Αἱ ἐλπίδες ἡμῶν ἔστωσαν εἰς τήν Θείαν Πρόνοια, τήν ὑπερ τῶν πτηνῶν καί τῶν ἑρπετῶν τῆς γῆς μεριμνῶσαν  αὕτη εἰσακούουσα τάςταπεινάς ἡμῶν δεήσεις θέλει εὐλογήσει διά τῆς κραταιᾶς αὐτῆς χειρός τήν προσφιλῆ ἡμῶν πατρίδα καί θέλει σώσει ἄπαντας...
ο Άγιος Ιωάννης ο ελεήμων
-ο χώρος του λεπροκομείου 
Μόλις εἶχον προφέρει τάς λέξεις ταύταας ὁτε βροντώδης  κρότος μοί ἀνήγγειλε νέαν ἐκπυρσοκρότησιν ὅθενστρέψας τοὺς ὀφθαλμούς εἶδον ἀναβάντων νέφη λευκοῦ ἀτμοῦ καί μύδρους καταπίπτοντας εἰς διάφορα τῆς θαλάσσης μέρη.
   - Ἰδε τῷ εἶπον, πόσον μεγάλα καί λαμπρά εἰσί τά ἔργα τῆς φύσεως, καί παρηγορήσας αὐτόν ἐπανέκαμψα εἰς τά ἴδια, ἀναπολῶν τὰ περικυκλοῦντα τήν δύστηνον ἀνθρωπότητα ἀπειράριθμα κακά.....
 -  Ματαιότης ματαιοτήτων, τά πάντα ματαιότης...»
Bookmark and Share

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Τραγούδια της Ξενιτειάς από τη Σαντορίνη

φώτο: Κωνσταντίνος Μάνος 
Όταν η ξενιτειά ( ή ξενιτιά) ήταν η φυγή εκτός Σαντορίνης αλλά και γενικά....
Δύο τραγούδια από την «άλλη Σαντορίνη»....
Πηγές: α) Μαρία Μαυρομμάτη: Λαογραφική Συλλογή του χωριού Πύργος της Επαρχίας Θήρας,  1968-1969 , www.pergamos.lib.uoa.gr
            B) Ι.Μ.Δανέζης «Σαντορίνη», 1970  σ.229



Α)Έτσι  το   θέλησε  ο  Θεός ,
έτσι  λοιπόν  ας  γίνει,
να  είσαι  εσύ  στην  ξενιθειά
κι  εγώ  στην  Σαντορίνη

διαβολεμένη  ξενιθειά,
εσύ  και  το  καλό  σου,
πιότερα  ναι  τά  δάκρυα,
από  τι  τα  καλά  σου.

΄Ολοι  μου  λένε  γιάντα  κλαίς,
κι  αν  κλαίω ποιόνε βλάφτω,
έχω  παιδί  στην  ξενιθειά,
και  δεν  μπορώ  να  μάθω.

Τση θάλασσας  της  έταξα,
ένα  κουτί κορδέλλες,
να  φέρει  την  αγάπη  μου,
σε δέκαπέντε   ημέρες.

Ο ξένος μες την  ξενιθειά,
πρέπει  να  βάζει  μαύρα,
για  να  ταιριάζει  η  φορεσά,
με της  ψυχής  τα  μαύρα .

Βασανισμένο  μου  κορμί,
σε  ξένη  επαρχία,
σου  στέλνω  το  κορμάκι  μου
σε  μια  φωτογραφία.

Λάβε  κορμί  δίχως  ψυχή ,
ως  στόμα  δίχως αίμα
και  την  φωτογραφία  μου
για  να  θυμάσαι  εμένα.

Ο  ζωντανός  ο  χωρισμός,
είναι  για  τα  θηρία,
όχι  για  μάνα  με  παιδί ,
γιατί  ναι  αμαρτία.

Βασιλικό  ηφύτεψα,
στ΄    Αθήνας  το  μποστάνι
για  να  παιρνουν  τ   αδέλφια  μου 
να  κόβουν  το  κλαδάκι.





Β) Καλέ κι είντα να του στειλα του ξένου μου στα ξένα.
Να πέμψω μήλο τρώεται δαμάσκηνο σαπιέται.
Σταφύλι ξετζαμπιάζεται, τριαντάφυλλο μαδιέται.
Μα γι ας του κάμω μήνυμα, μα γι ας του κάμω γράμμα,
Φοβούμαι και τον μηνυτή, φοβούμαι και το γράμμα,
Μη πιάσουν κι αναγνώσουντο και το βρουνε γραμμένο,
Πως μεσ’τα φύλλα της καρδιάς τον έχω βουλομένο.
Συλλογή Ελληνοδιδασκάλου Οίας

Ματθαίου Πυργιανού, 1888.
Bookmark and Share

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Ένας εργαζόμενος μιλάει για την ιστορία της πιο παλιάς ντοματοβιομηχανίας στην Ελλάδα

 Πηγή: www.newsbeast.gr
Γράφει ο Γιώργος Λαμπίρης
Ρεπορτάζ για το κόκκινο τριαντάφυλλο της Σαντορίνης από το 1915 έως και σήμερα
Ανάμεσα σε δυο πολέμους και τη Μικρασιατική Καταστροφή ξεκινά και χτίζεται η ιστορία της ντοματοποιίας στην Ελλάδα. Ο πρώτος ντοματοποιός της χώρας, Δημήτρης Νομικός, ξεκίνησε παράγει πελτέ, δημιουργώντας το πρώτο προβιομηχανικό εργοστάσιο στη Μεσαριά της Σαντορίνης το 1915. Λίγο καιρό μετά το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.


Ωστόσο δεν ήταν το μοναδικό του εργοστάσιο το οποίο σχετίστηκε με σημαντικά γεγονότα της εποχής καθότι το 1922 δημιούργησε ένα ακόμα εργοστάσιο στο Μονόλιθο, ένα από τα πρώτα εργοστάσια κονσερβοποιίας στα Βαλκάνια. Είκοσι τρία χρόνια μετά ακολούθησε το τρίτο του εργοστάσιο στη Σαντορίνη που έφτιαξε ο γιος του, Γιώργος, στη Βλυχάδα, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο μηχανικός που μεγάλωσε μέσα στο εργοστάσιο

Ο Αντώνης Βάλβης ανδρώθηκε, ακούγοντας ξερούς βιομηχανικούς ήχους και το κροτάλισμα των μηχανών στο εργοστάσιο της Βλυχάδας. Παιδί ακόμα μπήκε στο εργοστάσιο και σε ηλικία 7 ετών εισέπραξε από το Νομικό το πρώτο του μεροκάματο. Επτά δραχμές στο χέρι στο τέλος του μήνα.
Ο κύριος Βάλβης αφηγείται στο newsbeast.gr πώς την εποχή που εκείνος ήταν πιτσιρικάς, ο Νομικός έστελνε τα ξυλοκάϊκα φορτωμένα με τενεκέδες. Άλλοι έφευγαν για Πειραιά, άλλοι για Βόλο και κάποιοι άλλοι έφταναν Θεσσαλονίκη. Κι από εκεί σε ολόκληρη την Ελλάδα.


Η ντομάτα στη λαδόκολλα για μια δραχμή

«Θυμάμαι όταν δούλευα στο πρατήριο του Νομικού στον Πειραιά. Πιτσιρίκι. Έπαιρνα το καροτσάκι, φέρνοντας γύρα τα μπακάλικα της αγοράς. Μόλις παρέδιδα στο μπακάλη το δοχείο, εκείνος ξεκινούσε τη μοιρασιά. Μια κουταλιά στη λαδόκολλα για τον κάθε πελάτη. Και μια δραχμή η τιμή για κάθε λαδόκολλα πελτέ», λέει ο Αντώνης Βάλβης.




Η ψυχή του εργοστασίου

Εκείνος έστησε το εργοστάσιο της Βλυχάδας και έθεσε σε λειτουργία όλα τα μηχανήματα. Μηχανήματα που ήταν τότε ό,τι πιο σύγχρονο είχε να επιδείξει η βιομηχανική παραγωγή της εποχής. Κι όλα τους ήθελαν συντήρηση και στενή επιτήρηση. Γι' αυτό και ο Νομικός πλήρωσε τα δίδακτρα για να κάνει τον κύριο Αντώνη μηχανικό, στέλνοντάς τον στη σχολή του Πειραιά. Εκείνος όχι μόνο έστησε το εργοστάσιο της Βλυχάδας στη Σαντορίνη, αλλά και αργότερα τα νέα εργοστάσια της ντοματοβιομηχανίας στην Αλίαρτο και στο Δομοκό.
Ακόμα και σήμερα που η Βλυχάδα έχει κλείσει, καθότι είναι μουσείο, ο Αντώνης Βάλβης συνεχίζει να πηγαίνει εκεί. Σαν να μην έφυγε ποτέ. Κάποιες στιγμές ξαναβάζει σε λειτουργία τα μηχανήματα. Στέκεται και αφουγκράζεται τον ήχο. «Ξεναγώ τον κόσμο στο μουσείο για να ξεσκουριάζει το μυαλό μου», λέει σα να προσπαθεί να αιτιολογήσει τη διαρκή του παρουσία στο χώρο.



Το εργοστάσιο χωρίς στέγη

Όταν έκλεισε το εργοστάσιο ο κύριος Αντώνης ένιωσε μεγάλη θλίψη και πόνο. Ήταν σαν να έχανε δικό του άνθρωπο. «Ένα κομμάτι από τη δική μου ζωή και της οικογένειάς μου».
Γιατί το εργοστάσιο της Βλυχάδας πέρα από το χώρο που δούλεψε από παιδί ήταν το οικόπεδο που είχε ο πατέρας του πριν το πουλήσει το ’45 στο Νομικό.
«Ο πατέρας μου έγινε φύλακας του εργοστασίου από τη στιγμή που έδωσαν τα χέρια και υπέγραψαν τα χαρτιά. Όταν το πήρε ο Γιώργος Νομικός στις αρχές του '45 άρχισε να το χτίζει. Σε έξι μήνες ήταν έτοιμο. Ξεκίνησε να λειτουργεί στις 26 Ιουνίου χωρίς στέγη!» περιγράφει ο Αντώνης Βάλβης.
Όπως λέει όλα τα εργοστάσια της εποχής κατασκευάζονταν κοντά στη θάλασσα. Έπρεπε να έχουν πρόσβαση σε θαλασσινό νερό για το πλύσιμο της ντομάτας και τη ψύξη των μηχανημάτων.
Μάλιστα το χειμώνα του 1952, στη διάρκεια της κακοκαιρίας, ο χείμαρρος που δημιούργησε η νεροποντή έσπασε την πόρτα της μεγάλης αυλής και μπήκε στο εργοστάσιο. Τα νερά παρέσυραν στη θάλασσα προϊόντα και μηχανήματα, δημιουργώντας όγκους λάσπης στο εργοστάσιο ύψους 2,30 μέτρων.



Οι στακαδόροι κουβαλούσαν τα μηχανήματα στους ώμους

Αλλά και τα μηχανήματα ακολουθούσαν το δικό τους μακρύ δρόμο για να φτάσουν στο εργοστάσιο. Από το λιμάνι και για χιλιόμετρα ταξίδευαν πάνω στα χέρια και στους ώμους των στακαδόρων.
«Ομάδες μανουβραδώρων-στακαδόρων, δημιουργούσαν ξύλινες κατασκευές, τις έδεναν με σχοινιά και όταν το βάρος ήταν χαμηλού ύψους το σήκωναν στους ώμους τους 40-50 άτομα», λέει χαρακτηριστικά.
Μιλώντας για το λουκέτο στο εργοστάσιο λέει πως ο Νομικός αγωνίστηκε να το κρατήσει στο νησί του. «Παρόλ' αυτά, όσο ο τουρισμός αυξανόταν, μειωνόταν η παραγωγή. Σκεφτείτε πάντως ότι τα τελευταία χρόνια πριν κλείσει, για να ενισχύσει τους παραγωγούς του νησιού, πλήρωνε τρεις φορές περισσότερο την τιμή κιλού για την αγορά της ντομάτας».


«Άνοιγα το κουτί με τον πελτέ και ήταν σαν να περνούσε κοπέλα που φορούσε άρωμα»

Ο κύριος Βάλβης δεν ήταν μόνο ο μηχανικός του εργοστασίου. Αλλά ταυτόχρονα και διευθυντής και κυτιοποιός.
«Καταπιανόμουν σχεδόν με όλες τις δουλειές. Κι όταν άνοιγα κανένα κουτί για να δω αν πήγαν όλα εντάξει στο βράσιμο, γύριζαν όλοι το κεφάλι τους. Ήταν σαν να περνούσε μία κοπέλα με δυνατό άρωμα. Την εποχή που οι ντομάτες ήταν αγνές. Χωρίς λιπάσματα παρά μόνο φακή με κριθάρι και φακή, τη λεγόμενη υγρή λίπανση. Θυμάμαι ότι έκοβες τη ντομάτα και δεν έσταζε ούτε σταγόνα κάτω. Την περίφημη άνυδρη κατσαρή ντομάτα της Σαντορίνης. Με τρία κιλά ντομάτα, βγάζαμε ένα κιλό πελτέ, ενώ μία κανονική ντομάτα χρειαζόταν αναλογία εννέα κιλών, για ένα κιλό πελτέ».
Η επιχείρηση εγκατέλειψε οριστικά το νησί το 1981. Όπως λέει ο Αντώνης Βάλβης, μία από τις βασικές αιτίες αποτέλεσε μια αποτυχημένη συμφωνία με τους Άγγλους με αποτέλεσμα να μην προχωρήσουν το εργοστάσιο να μην κάνει ποτέ εξαγωγές. «Κάναμε το λάθος να συμπυκνώσουμε παραπάνω τον πελτέ για να είναι πιο ελαφρύς κατά τη μεταφορά. Το αποτέλεσμα ήταν ότι άλλαξε το χρώμα της ντομάτας και έγινε πιο σκούρο. Οι Άγγλοι νόμιζαν δεν ήταν καλός ο πελτές και η συμφωνία δεν έκλεισε ποτέ. Δεν ήθελαν γεύση. Ήθελαν χρώμα. Μας κόπηκαν τα φτερά και ο Νομικός δεν έστειλε ποτέ ξανά στο εξωτερικό από τη Σαντορίνη. Ίσως ήταν και ένας από τους πιο καθοριστικούς λόγους που οδήγησαν στο κλείσιμο του εργοστασίου το '81…»





Πρόσφατα το παλιό εργοστάσιο τομάτας, Δ. Νομικος, στη Βλυχάδα, έγινε ένα σύγχρονο Βιομηχανικό Μουσείο σκιαγραφώντας τα βήματα μιας βιομηχανικής εποχής που άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της στο νησί.
Bookmark and Share