Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ήθη και έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ήθη και έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2017

Χριστούγεννα στη Σαντορίνη

του Μάρκου Αβ.Ρούσσου 
Θυμούμαι κείνα τα χρόνια που τα Χριστούγεννα σηκωνόμαστε αρόδιστα και κινούσαμε κάτω από τα άστρα για να πάμε στον όρθρο της Γεννήσεως. Η εκκλησία ήτανε πανηγυρικά στολισμένη με σημαίες και λάβαρα. [..] το απέριττο προσκυνητάρι ήταν τοποθετημένο ανάμεσα σε δύο πανύψηλα μανουάλια και πάνω σε αυτό η πανάρχαιη εικόνα της Γεννήσεως που κάποιος Θηραίος αγιογράφος της εποχής είχε βάλει τα δυνατά του για να ζωντανέψει με τον χρωστήρα του όσο μπορούσε καλύτερα την αναπαράσταση. [..] Άκουσα τα παρακάτω λόγια μιας Θηραίας χωρικής που πλησιάζοντας για να προσκυνήσει την εικόνα της Γεννήσεως, στάθηκε για μία στιγμή σε στάση προσευχής κοίταξε με δάκρυα θρησκευτικής συγκινήσεως τη στενόχωρη φάτνη που φιλοξενούσε τον Αχώρητο, έκανε το σημείο του Σταυρού και ακουμπώντας τα χείλη της πάνω στο θείο βρέφος ψιθύρισε  : « Μάθια, ήντα κρυώνεις μωρό μου!»… Αυτά τα λόγια δείχνουν πόσο οι παλαιοί Θηραίοι ένοιωθαν σαν να ζούσαν τη Γέννηση του Χριστού[…]
Πότε δεν θα ξεχάσω στο θάμπος του φεγγαριού τις ψυχές φωτισμένες από ολόθερμη πίστη, ανηφορίζαμε το απόκρημνο μονοπάτι για να πάμε στο εξωκκλήσι της Γεννήσεως ψηλά στο βουνό του Προφήτη Ηλία μας. Ακόμα και τώρα αν και πέρασαν τόσα χρόνια, φέρνω μπροστά μου την εικόνα εκείνη της ορθρινής βιβλικής πορείας που τόσο ζωντανά έμεινε μεταξύ των οποίων και εγώ ξεκίνησαμε από το χωρίο. Οι γυναίκες…[…] στην άκρη του μαντηλιού τους είχαν δέσει σφιχτά λίγο μοσχολίβανο ενώ εμείς τα παιδιά κρατούσαμε μποτζιά γεμάτα λάδι για τα κανδήλια της εκκλησίας. […]
Όταν φτάσαμε στην εκκλησία ήταν κιολας γεμάτη από χωρικούς που είχαν φτάσει από βραδύς. Στην αυλή, στρωμένη με αλισμαριά και φασκόμηλα κάτω από το χλώμο χειμωνιάτικο φεγγάρι ακούγαμε με κατάνυξη τους ύμνους που έβγαιναν από την εκκλησία αρωματισμένοι με το μοσχολίβανο « Χριστός γεννάται δοξάσαστε…..εκεί έπαιρνες το βάπτισμα του καθαρμού μέσα σε νάματα θεικά με τα αρώματα του βουνού και του κάμπου ….[….] θυμάμαι κάποια άλλη νύχτα Χριστουγέννων , σαν ήμουν ψαροπαίδι, στο γιαλό κοντά στην Περίσσα μας, μαζί με τον φύλακα της ρίβας – Σαβέριος ήτανε το όνομά του. Τον θυμάμαι χωμένο μέσα στον μανδύα του που τον είχε από τον πόλεμο του 1897. Καθόταν πάνω στην κουπαστή μιας βάρκας και με το γέρικο μάτι του ερευνούσε πότε τη ρίβα του γιαλού και πότε το χωμάτιασμα. Έτσι όπως ήτανε ντυμένος με τον μαδύα  και με το χονδρό Ρωσσικό σκούφο του, έμοιαζε περισσότερο με θαλασσομάχο.στο χέρι του κρατούσε μια χονδρή μαγκούρα που ήταν και το όπλο του ενώ στην πλάτη του είχε πάντα ριγμένο ένα ντουρβά καμωμένο από καραβόπανο. Εκεί από την κουπαστή της βάρκας έστριψε το βλέμμα του προς την Ανάφη και τα χείλη του ψιθύρισαν τούτα τα λόγια « Ξημερώνει Χριστούγεννα, τώρα βγαίνει το άστρο!....»  Γύρισα και κοίταξα προς την Ανατολή και κείνη την ώρα είδαμε το άστρο της αυγής που φάνηκε πιο φωτεινό από τις άλλες νύχτες. Καθώς άφηνε την υγρή αγκαλιά της θαλασσας κι ανεβαίνε προς τον ουρανό χάραξε μια ολόφωτη ασημένια γραμμή πάνω στη γαλήνια επιφάνεια του νερού. Ο γέρος σαν το είδε, γονάτισε και ακίνητος με το βλέμμα του γυρισμένο πάντα προς την Ανατολή  και τον άκουσα να λέει : Χριστός γεννάται …» και γυρίζοντας προς εμένα πρόσθεσε  « τούτη την ώρα γεννιέται ο Χριστός τώρα δα πάει το αστέρι να δέιξει το δρόμο στους Μάγους που πάνε να Τον προσκυνήσουν»…. […]
-   Μα τα Χριστούγεννα τα νοιώθεις πιο πολύ μπάρμπα σαν να είσαι μοναχός πάνω στην άμμο, κάτω από τα άστρα μέσα στη νύχτα στο γιαλό και στο κύμα;

-   Ναι! Όσο πιο μακρια βρίσκεσαι από τους ανθρώπους τόσο πιο κοντά είσαι σστο Θεό. Κι ενώ του μιλούσα κοίταξε πάλι προς την Ανατολή αλλά το άστρο δεν  υπήρχε πια εκεί κι η ασημένια γραμμή πάνω στα γαληνεμένα νερά είχε σβύσει και αυτή…. Ητανε Χριστούγεννα…..

Πηγή: Λαογραφικά της Σαντορίνης 

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Της Αποκριάς και της Σαρακοστής στη Σαντορίνη ( 2017)

« Μετά από τα αποκριάτικα γλέντια, τα τραγούδια και τους χορούς στην πλατεία του χωριού, οι χωρικοί ετοιμάζανε τα δισάκια τους για να γιορτάσουνε την Καθαρή Δευτέρα στα εξωκκλήσια της Σαντορίνης. Τούτη η έξοδος ήτανε ομαδική. Άλλοι με καβάλες και άλλοι με τα πόδια ξεκινούσανε την αυγή της Καθαρής Δευτέρας διαβαίνοντας τα ριμίδια του κάμπου και ποζεύοντας σε κάποιο ερημοκκλήσι. Εκεί, αφού ανάβανε τα αγιοκάνδηλα και θυμιάζανε με μοσχολίβανο ή καμμιά φορά με αλυφασκιά, σαν δεν εύρισκαν λιβάνι, στρώνανε τις πετσέτες τους στη πέτρινη αυλή και καθίζανε γύρω γύρω κατάχαμε άλλοι σταυροπόδι και άλλοι ανεκούρκουδα. Στη μέση του «τραπεζιού» ήτανε μια τσουκάλα με φάβα από το οποίο κένωνε μία από τις γυναίκες. Πολλές φορές τη φάβα την μαγειρεύανε επιτόπου με ξερά φρύγανα και ασπάλαθοι. Κοντά στο τσουκάλι έβαζαν μία γαβάθα με καπαρόκουμπα και μία τσάσκα με ξύδι για να βουτούνε τις αρακιές και την αρίανη. Ολόγυρα αρέγκου- αρέγκου, βάζανε τα χοντρά γάστρινα σκουτέλια με τα σαρακοστιανά, ενώ στο μπουτί της μικρής εκκλησίας ήτανε τα φλασκιά  και τα κουκουμάρια γεμάτα μπρούσκο κρασί. Το κεραστάρι καμωμένο από κέρατο βουδιού, ήτανε αναποδογυρισμένο στο λαιμό ενός τετραγωνου παγουριού, ενθύμιο ποιός ξέρει από ποιον πόλεμο. Σε πολλές παρέες δεν έλειπε ο λυράρης ή ο τσαμπουνιέρης. Το φαγητό άρχιζε με την ευχή:
Αγία μου Σαρακοστή με την αρίανη σου,
Να μ αξιώσει η Χάρη Σου  και στην Αναστάσή σου.
Ενώ τρώγανε το κεραστάρι γέμιζε κι άδειαζε ντάιμα χωρίς σταματημό από χέρι σε χέρι και ξαφνικά κάποιος από τη συντροφιά σηκωνότανε όλορθος και μ ένα γνέψιμο στο λυράρη άρχιζε να χορεύει  όμορφα και ο λυράρης με το δοξάρι στο χέρι και τη λύρα ακουμπισμένηη στο γόνατο έπαιζε ένα γλυκό σκοπό. Τον πρώτο χορευτή τον ακολουθούσανε και άλλοι και άλλοι και το γλέντι άναβε η λύρα αγρίευε  να παίζει και ο λυράρης τραγουδούσε όμορφα δίστιχα τραγούδια και ρίμες που μιλούυσανε για την αγάπη, τους καυμούς και οι χορευτάδες χορεύανε, χόρευαν ξεστήθωτοι   με τα ζωνάρια κρεμασμένα ως κατάχαμα σφύριζαν δυνατά  σήκωναν τα χέρια κι έσκυβαν πότε μπροστά και πότε στα πλάγια και κτυπούσανε με την ανάστρεφή του χεριού τους τα μπλαντούγια τους. Ο ιδρώτας έτρεχε από το κούτελό τους μα εκείνοι χόρευαν χόρευαν χωρίς σταματημό πάνω στη πέτρινη αυλή της μικρής εκκλησίας ή πάνω στα αγριολούλουδα του χωραφιού.
Τούτο το γλέντι καταλάγιαζε σαν έρχονταν μερέντι. Τότε οι γυναίκες μαζεύανε τα σκουτελικά και ετοιμάζανε τα δυσάκια για το γυρισμό. Έπρεπε σαν κτυπούσε η καμπάνια να πάνε να ακούσουνε το «Κύριε των δυνάμεων μεθ ημών γενού»[1]

Ενώ η παράδοση αυτή συνεχίζονταν και στους Θηραίους της Αθήνας  « Πρώτος ο πατέρας έσερνε το χορό «στης ακριβειας τον καιρό επαντρέφτηκα κι εγώ», ακολουθούσε ο αστείος χορός « του πιπεριού» κι ένα άλλο χορευτικό τραγούδι που είχε σαν επωδό : « τουτη η γης που την πατούμε όλοι μέσα θε να μπούμε» κτυπώντας με κέφι τα πόδια τους στο πάτωμα. Ύστερα η πιο καλλίφωνη άρχιζε το τραγούδι και ακολουθούσαν οι άλλοι με άφθονα πρίμα και σεκόντα « σε αυτό το σπίτι που ρθαμε πέτρα να μην ραίσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει» και η βραδιά έκλεινε με τον εθνικό ύμνο του Μεγαλοχωρίου, δλδ με το κοντάκιο των Αγίων Αναργύρων»[2].
Τα αποκρηανά τραγούδια που ακουγόντουσαν ήταν :Ρίχνω τα αγκιστράκι μου,, Δάφνης μου πήρες κλωνάρι, Αφουγκραστέίτε να σας πω, Εγώ είμαι ενός ψαρά παιδί κ.ο.κ.
Ενώ τα «τσακίσματα»της Σαντορίνης γι αυτή την περίοδο ήταν:
Ήλθανε κι οι αποκριές με γέλια και τραγούδια, ήλθε και η Σαρακοστή μ ελιές και με μαρούλια
Στον ποταμό τα αλιγαριές σε φίλησα μα δεν το λες
Τούτες οι μέρες τόχουνε τούτες οι εβδομάδες, να τραγουδούνε τα παιδιά να χαίρονται οι μανάδες
Στ Ακρωτήρι βγαίνει η κάπαρι, τα λόγια σου είναι ζάχαρη
Στον Πύργο το πια το νερό, ηβραχνιασα και δεν μπορώ....

Τότε ακούγεται και το παρακάτω- ξεχασμένο ξόδι της Μεγάλης Σαρακοστής[3]:


 Τώρα είναι Αγιά Σαρακοστή, τώρα είναι Άγιες ημέρες

που λειτουργούν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες

και λεν το Κύριε ελέησον και το Άγιο το Βαγγέλιο.

Όποιος το λέει σώζεται κι όποιος το πει Αγιάζει

κι όποιος το καλοαφκριστεί παράδεισο θα λάβει.

Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο.

Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της

την προσευχή της έκανε για τον μονογενή της.

Κι’ εκεί που προσευχότανε, κι’ εκεί που παρεκάλει

ακού βροντές και αστραπές και ταραχή μεγάλη.

Βγαίνει στην πόρτα της να δει, βγαίνει στην γειτονιά της.

Βλέπει τον ουρανό θολό και τ’ άστρα βουρκωμένα,

το φεγγαράκι το λαμπρό στο αίμα βουτηγμένο.

Βλέπει τον Γιάννη κι έρχονταν γδαρμένο, σκοτωμένο.


- Τι έχεις Γιάννη μου και κλαις και βαριαναστενάζεις;

- Δεν έχω στόμα να στο πω , χείλη να στο μιλήσω,

ούτε η καρδιά μου το βαστά να σου το μολογήσω.

Το δάσκαλο μου πιάσανε οι άνομοι Εβραίοι

οι άνομοι και τα σκυλιά κ’ οι τρεις καταραμένοι.

Σαν κλέφτη τον επιάσανε, και σαν ληστή τον πάνε,

και στου Πιλάτου τα σκαλιά, εκεί τον τυραννάνε.

Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθη

σταμνιά νερό την περεχούν, τρία κανάτια μόσχο,

και τέσσερα ροδόσταμο ώσπου να συνεφέρει.

Και σαν την συνεφέρανε τούτο το λόγο λέει:

-Ας έλθει η Μάρθα και η Μαριά κι άλλη η Ελισάβα,

και του Λαζάρου η αδελφή και του Προδρόμου η μάννα.

Να πάμε να τον εύρουμε πριν μας τον εσταυρώσουν,

πριχού του βάλουν τα καρφιά και τόνε θανατώσουν!

-Βλέπεις εκείνο το βουνό το υψηλό το μέγα

που ’χει την πράσινη κορφή την θαλασσιά παντιέρα;

Εκεί πάνω τον έχουνε , και τόνε τυραννάνε.

Επήραν το στρατί – στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί τις έβγαλε στ΄ ατσίγγανου την πόρτα.

-Ώρα καλή σου ατσίγγανε και τ΄ είναι αυτά που κάνεις;

-Καρφιά μου παραγγείλανε οι φίλοι μου οι Εβραίοι.

Εκείνοι μου παν τέσσερα μα γω τους κάνω πέντε.

Τα δυο στα δυο του γόνατα, τα δυο στα δυο του χέρια,

το πέμπτο το φαρμακερό να μπει μες την καρδιά του.

Να τρέξει αίμα και χολή από τα σωθικά του.

Η Παναγιά σαν τ΄ άκουσε έπεσε και λιγώθη.

Σταμνιά νερό την περεχούν ώσπου να συνεφέρει.

Και σαν τη συνεφέρανε τούτο το λόγο λέει:

- Άντε κ΄ εσύ ατσίγγανε, ψωμί να μην χορτάσεις,

μόνο αχυλιές και κάρβουνα, πάντα σου να μαλάζεις.

Ούτε η τραχηλίτσα σου πουκάμισο να βάλει

ούτε και τη γυναίκα σου σε σπίτι να τη βάλεις!

Παίρνουνε το στρατί – στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί τις έβγαλε εις του ληστή την πόρτα.

Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.

Κ’ η πόρτα απ’ τον φόβον της άνοιξε μοναχή της.

Κοιτά δεξιά, κοιτά ξερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,

κοιτά και δεξιότερα βλέπει τον Άγιο Γιάννη.

Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γιου μου

μην είδες το γιουκάκι μου και συ τον δάσκαλο σου;

-Δεν έχω στόμα να στο πω, χείλη να στο μιλήσω,

ούτε και χειροπάλαμο για να σου τον εδείξω.

Βλέπεις εκείνον τον γυμνό τον παραπονεμένο,

όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;


Αυτός είναι ο γιόκας σου και με ο δάσκαλος μου.

 -Επήραν το στρατί – στρατί , στρατί το μονοπάτι.

Το μονοπάτι τις έβγαλε μπροστά στον σταυρωμένο.

-Γιε μου , που είναι τα κάλλη σου και πουν η λεβεντιά σου,

και τα σγουρά σου τα μαλλιά και η παλικαριά σου;

Δεν μου μιλείς μιλίτσα μου δεν μου μιλείς μιλιά μου;

-Πάρτο μάνα απόφαση σαν που το πήραν κιάλλες,

το πήραν μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες.

Το πήραν κι οι καλόπαντρες, για τους καλούς τους άντρες!

Άντε μάνα στο σπίτι σου και στο νοικοκυριό σου

στρώσε τραπέζι θλιβερό μ’ αφράτο παξιμάδι

και πίνε και γλυκό κρασί, να σου περνά η ζάλη.

Πάει η μάνα στο σπίτι της πάει στα γονικά της

βάζει κρασί στον μαστραπά κι’ αφράτο παξιμάδι.

Πέρασε κ’ η Άγια Καλή κιαυτό το λόγο λέγει:

-Ποιος είδε γιο εις τον σταυρό και μάνα στο τραπέζι;

-Άντε και συ Άγια Καλή ποτέ σου μην γιορτάσεις

ποτέ τ’ ονοματάκι σου στην εκκλησιά μην ψάλεις!

-Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι’ όποιος το πει αγιάζει

και όποιος το καλοαφκριστεί, παράδεισο θα λάβει.

Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο.






Τώρα ειν Άγια Σαρακοστή, τώρα ειν’ Άγιες μέρες

που λειτουργούν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες

και λεν το Κυρ ελέησον και τα’ άγιο το Βαγγέλιο!



-          Τούτη είναι η στερνή αχαλασά μας, για τούτως λεβέρετε τους κάβους και τ απογρίπια, αβαράρετε τη βάρκα στο σκέρο, σύρετε τα φαλάγγια και τα κουπιά και βάλτες την άγκουρα στο χωμάτισμα... Αύριο μπαίνει η Τρανή Σαρακοστή
Αυτές τις κουβέντες είπε ο καπετάνιος, ο γερο Βουρκάνος[4], στο τσούρμο του κι έβγαλε την καπνοσακκούλα του να στρίψει το τσιγάρο....
Αύριο μπαίνει η τρανή Σαρακοστή... Αυτά τα λόγια του γερο καπετάνιου, αγγίξανε τις πιο λεπτές χορδες της ψυχής των αγαθών ψαράδων και ήτανε για αυτούς σαν θεία επιταγή που ερχότανε ολοίσια από το Θεό. Ξέρανε οι ανθρώποι εκείνοι της θάλασσας πως αν δεν πάνε στο γυαλό, θα πεινάσουν και αυτοί και τα παιδιά τους. Όμως έτσι έπρεπε να γίνει, γιατί έμπαινε η Σαρακοστή και ολάκερο το νησί θα νήστευε. Ακόμα και οι άρρωστοι νήστευαν και δεν έτρωγαν ούτε λάδι, ενώ οι λοχώνες ετρέφοντο σαράντα μέρες με χυλό και σισαμόλαδο. Αν καμμία φορ η ανάγκη το επέβαλλε να φάνε λάδι, η λοχού κατέβαζε το τσιμπινίκι της και έκλεινε την κρεβατοκάμαρα να να μην την βλέπουν την ώρα που έτρωγε, αλλά η γυναίκα που θα μαγείρευε το φαγητό της έπρεπε να κάμει σαράντα μετάνοιες για να  εξιλεωθεί.
Έτσι κυλούσαν οι μέρες της Τρανής Σαρακοστής,  μέσα σε μία πραγματικά κατανυκτική προσευχή και νηστεία, για να τη διακόψουνε μονάχα του Ευαγγελισμού και των Βαϊων, περιμένοντας με θρησκευτική χαρά να φάνε μόνο ψάρι που κι αυτό σπάνια το εύρισκαν εξ αιτίας της φουρτούνας όπως έλεγαν « Του Ευαγγελισμού και των Βαγιών» παίρνει ο φράρος το γιαλό». Ναι κείνοι οι άνθρωποι νήστευαν και πίστευαν με μία αληθινή πίστη που ξεπερνούσε τα γήινα όρια και έφθανε μπροστά στα κατώφλια του παραδείσου.
Ναι κείνοι οι άνθρωποι νήστευαν και πίστευαν σε μία αληθινή πίστη, που ξεπερνούσε τα γήινα όρια και έφθανε μπροστα στα κατώφλια του παραδείσου. Ζούσανε στο δικό τους κόσμο καμωμένο από όορφα ιδανικά και αισθήματα. Τον δρόμο αυτό έπρεπε να τον διαβούν με πεντακάθαρη καρδιά για να είναι άξιοι να μετάσχουν στη χαρά της Αναστασης
Έτσι γινότανε εκείνα τα χρόνια και οι άνθρωποι ήταν μονοιασμένοι και ευτυχισμένοι. Την ευτυχία τους την θεμελίωνανε στη γρανιτένια πίστη με το καθαρό νόημά τους. Οι γνώσεις ήταν φτωχές αλλά από την αγραμμματοσύνη και την αγαθότητα τους πήγαζε η Αγάπη, που είναι η τέλεια πραγματική έκφραση και φτάνει στην αγνότητα της ψυχής.
Ο συγχωρεμένος ο παπα Μαρκάκης Δεναξάς μου έλεγε ότι «οσο πιο πολύ τρέχει ο άνθρωπος με τις γνώσεις του, τόσο πιο γρήγορα θα κομματιάσει το σώμα  του στους βράχους της αμαρτίας.»
Οι παλαιοί ανθρώποι του νησιού ζόυσαν σε ένα δικό τους μυστικό χώρο ονείρου, που μας το όνειρο αυτό δεν υπάρχει μα ούτε και πρόκειται καν να το ονειρευτούμε ποτέ, αφού το έσβυσε από το νου μας των  «μοντέρνων ανθρώπων» η εξυπνάδα.
Τώρα δεν θα βρεθούνε  γέροι καπετάνιοι να δέσουν τις βάρκες τους και να τραβήξουν τα απογρίπια, μα ούτε θα ακουστή η κουβέντα του γερού Ρουσσέτου του Βρουκάνου: « Τούτη είναι η στερνή αχαλασά μας, λεβάρετε τους κάβους και δέστε την αγκουρα γερα....γιατί αύριο μπαίνει η τρανή Σαρακοστή» .


Και αν θέλουμε να παραφράσουμε τη φράση που υπάρχει στον Ιερό ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στα Φηρά " Παρθενεύων είσελθε τον νου ενθάδε... Ναός γαρ εστι Ιωάννου Παρθένου..." άνετα θα μπορούσαμε να σκεφτούμε και να αναλογιστούμε όσο το δυνατόν το «... Παρθενέυων είσελθε....εις την Αγία Σαρακοστή» ......







[1] Μ.Ρούσσος, Σαντορίνη Ήθη Έθιμα και Παραδόσεις Αθήνα 1979.
[2] Γ.Συρίγου Μονιούδη, Η Σαντορίνη μου, Αθήνα 1998
[3] Μαρία Μαυρομμάτη: Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Πύργος, της επαρχίας Θήρας, του νομού Κυκλάδων (1969) http://pergamos.lib.uoa.gr/dl/navigation?pid=uoadl:8598&scheme=euDefaultView
[4] Μ.Ρούσσος Λαογραφικά της Σαντορίνης, Αθήνα 1971

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Χριστούγεννα στη Σαντορίνη ( 2016 )


Ας δουμε το λοιπός λίγα πράγματα για τον τρόπο βίωσης των Χριστούγεννων στη Σαντορίνη.
Οι φιλόθρησκοι κάτοικοι του νησιού μας γιορτάζουν ιδιαίτερα βυζαντινά και τις γιορτές του Δωδεκαημέρου. Παλιότερα όπως γράφει η Γουλιελμία Συρίγου «υπήρχε ένα έθιμο στη  Θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων το φερτάρισμα του ιερέα και των πιστών για τον μικρό βοηθό της εκκλησίας. Ήταν ένα είδος καληχέρας για το ακούραστο κοπέλι .» Όταν έψαλλαν το «Στέργειν μεν ημας ως ακίνδυνον φόβω…»που συνήθως το έλεγε το ίδιο το παιδι στο σημείο που τελείωνε ο ύμνος με τη φράση «όση πέφυκεν η προαίρεσις διδού», ο ιερέας θυμιάζοντας, πλησίαζε το δισκάριο που είχαν θέξει γι αυτό το σκοπό και έριχνε το φιλοδώρημά του   Στη συνέχεια ακολουθεί όλο το εκκλησιάσμα.....Αυτή είναι η προαίρεσις το λοιπόν, στην οποία όπως αναφέρει σε παλαιότερη εφήρίδα των Θ.Ν. ο Φ. Κατσίπης γινόταν μόνο στο Μεγαλοχώρι
Το βράδυ βγαίναν τα παιδιά με καράβια κ αι φαναράκια για τα κάλαντα
Από μία λαογραφική εργασία της Μαρίας Μαυρομάτη το 1969 η οποία εντοπίστηκε στο Λαογραφικό Αρχείο –Πανεπιστημιακή Συλλογή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εκτός από τους βασικούς στίχους στα Πανελλήνια Κάλαντα έχουμε και τα παρακάτω…:
«Καλην εσπέρα Άρχοντες κ.τ.λ.
Απάνω στο παράθυρο γαρυφαλάκι πράσινο στέκει μια περιστέρα και του χρόνου τέτοια μέρα ( τσάκισμα)
Φέρτε πανέρια κάστανα Φέρτε και πορτοκάλια
Για φέρτε και γλυκό κρασί να πιουν τα παληκάρια….».
Τα κάλαντα τα λέγανε και οι μεγάλοι ….. Σύμφωνα δε με την προαναφερθείσα εργασία  «το λιγότερο που ημπόργιες να τσι δώκεις ήτανε το τάλληρο…». Σαν μια ξεβάρεση και εκείνοι από τις έγγνοιες τις καθημερινές
Στη Σαντορίνη τα παλιά τα χρόνια συνήθιζε όλη η οικογένεια να νηστεύει …. Το βράδυ λοιπόν μετά τον εσπερινό των Χριστουγέννων, συνηθισμένο φαγητό ήταν ο πετεινός ή η κόττα αλλά όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και ο  Μάρκος Αβ.Ρούσσος, ο «κοφτός από σιτάρι και λαρδι:  Από την προηγουμένη έβαζαν σιτάρι σε μία λεκάνη με νερό και άμα τούτο μαλάκωνε το κοπάνιζαν στο πέτρινο μουρτάρι με τη μάτσα για να αφαιρεθεί ο φλοιός και κατόπιν τη νύκτα πριν από τη λειτουργία έβραζαν το σιτάρι με λαρδί
Φυσικά η νοικοκυρά του σπιτιού θα  πρεπε μέχρι το απόγευμα το πολύ της παραμονής να είχε τελειώσει το  εργόχειρό τση γιατί πίστευαν ότι θα το τελείωναν οι καλλικάτζαροι.  Ξεχωριστή είναι η παράδοση για τους καλλικάντζαρους στο νησί
Όλο το σαραντάμερο βάζουν ένα κόσκινο στην καμινάδα του σπιτιού, όταν θα ρθουν οι Καλικάντζαροι, μέχρις να μετρήσουν τις τρύπες του κόσκινου  να έχει ξημερώσει και  να φύγουν.Παράλληλα δε λένε ότι όσοι γεννηθούν παραμονές Χριστουγέννων γίνονται Καλικάντζαροι γι’ αυτό πρέπει να βάζουν μπροστά στο κρεβάτι τους μια σκάφη με νερό, ώστε  μόλις πάνε να σηκωθουν να πατουν μέσα στο νερό και να ξυπνούν και να μη γίνονται Καλλικάτζαροι, ενώ ταυτόχρονα σύμφωνα με αφήγηση της Ε.Σ. από το Μεγαλοχώρι: « τι όσοι έχουν γεννηθεί παραμονές Χριστουγέννων, όταν φθάνουν τέτοιες μέρες καταλαμβάνονται από μελαγχολία ( και τούτο γιατί θεωρείται αμάρτημα, να γεννώνται άνθρωποι την ημέρα που γεννήθηκε ο Χριστός).»
Στον Πύργο υπάρχει και το εξής χαρακτηριστικό στοιχείο της εορτής των Χριστουγέννων Τη δεύτερη μέρα γιορτάζει σύμφωνα με το έθιμο το εξωκκλήσι της Γέννησης στους Πρόποδες του Προφήτη. Απ όσο μπορώ να ξέρω πολύ παλιά πηγαίναν από βραδύς παραμονή των Χριστουγέννων όχι μόνο Πυργιανοί αλλά και από άλλα μέρη μαζί με τα φαναράκια τους  και κάνανε τον Εσπερινό των Χριστουγέννων εκει… μένανε το βράδυ στο Εκκλησάκι όσοι μπορούσαν και τιμούσαν τα Χριστούγεννα το επόμενο πρωι…..
Όσο για τη θρυλική Πουτίγκα της Σαντορίνης  να τη και η συνταγή:
¾ του κιλού ζάχαρη,
2 κιλά γάλα,
½ κιλό σιμιγδαλι χοντρό,
7 αυγά (χτυπημένα με 1 κουταλιά βούτυρο),
Ψυχα, αμυγδαλο ασπρισμενη
ξυσμένο πορτοκαλί,
1 ½   κουταλιά σούπας κανέλλα.
Βουτυρώνουμε το ταψί με λίγο σιμιγδάλι για να μην κολλήσει και το ψήνουμε σε προθερμασμένο, φούρνο στους 200 βαθμούς για μία ώρα. 
Για να διαπιστώσουμε όλοι το πως βίωναν οι Θηραίοι τα Χριστούγεννα, χαρακτηριστική είναι η αφήγηση του Μάρκου Αβέρκιου Ρούσσου  στα «Λαογραφικά της Σαντορίνης» του,: «  ...Άκουσα τα παρακάτω λόγια μιας Θηραϊας χωρικής που πλησιάζοντας για να προσκυνήσει την εικόνα της Γεννήσεως, στάθηκε για μία στιγμή σε στάση προσευχής κοίταξε με δάκρυα θρησκευτικής συγκινήσεως τη στενόχωρη φάτνη που φιλοξενούσε τον Αχώρητο, έκανε το σημείο του Σταυρού και ακουμπώντας τα χείλη της πάνω στο Θείο Βρέφος ψιθύρισε : « Μάθια ήντα κρυώνεις μωρό μου !!!». Αυτά τα λόγια δείχνουν πόσο οι παλαιοί Θηραίοι  έννοιωθαν σα να ζούσαν τη Γέννηση του Χριστού.  





Παρακάτω  μία παραλλαγή για τα κάλαντα των Χριστουγέννων  με το σκοπό των καλάντων για τα Θεοφάνεια. 


Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

Η βεντέμα της Σαντορίνης του Μάρκου Αβέρκιου Ρούσσου


Μέχρι πριν  από τον  2ο  Παγκόσμιο  πόλεμο   η   βεντέμα(ο τρυγητός)  ήταν  ένα  πραγματικό πανηγύρι. Η προετοιμασία  της βεντέμας  άρχιζε  με το  πλύσιμο  των  πατητηριών  και  των  «λινών»   (δεξαμενή   είδους  φρέατος  εις  το  οποίον έρρεε  ο  μούστος από  το  πατητήρι),  των  βαρελιών,   άφουρες βουτσά  και  μπόμπες   (μεγάλα βαρέλια  χωρητικότητος   τεσσάρων  βουτσών).   Σε  συνέχεια  σκουπίζανε  τις   πεζούλες   όπου  θα  απλώνανε  τα  σταφύλια  που θα  πατούσανε  για  το βυσάντο.  ΄Ολες  αυτές  οι δουλειές   γινόταν  καθ΄  όλην  την διάρκειαν  του  Αυγούστου  σε  όλες  τις  κάναβες της  Σαντορίνης  .
Την  1ην  Σεπτεβρίου τα  βέργινα κοφίνια  φρεσκοπλυμένα  περίμεναν  στις  μεγάλες λιθόστρωτες αυλές έτοιμα να  φορτωθούν  στα  γεροδεμένα  μουλάρια και  να  μεταφερθούν στα  αμπέλια  για  το  πρώτο  κοφίνιασμα Οι  αγωγιάτες στόλιζαν τα ζώα τους κρεμόντας ολόγυρα  στο λαιμό  τους  γαλάζιες  χάνδρες,   κοχύλια,   κουδουνια φυλακτά  και  πολύχρωμες  φούντες, Το  σύνθημα εδίδετο  με  το κτύπημα  μεγάλης καμπάνας.  Οι τρυγητάδες άνδρες  γυναίκες  κοπέλλες και παιδιά  τρόχιζαν τα  φερεντίνια  τους  πάνω  στα  πουριά  η  στις   μαυρόπετρες και  με  τραγούδια  και  με  τραγούδια  ξεκινούσαν με  τά  καλάθια  περασμένα  στα  μπράτσα  τους. Οι γυναίκες  φορούσαν  άσπρα  μαντήλια  δεμένα  με  τέτοιο  τρόπο  ώστε  εφαίνοντο  μόνο  τα  μάτια  τους και  πάνω από  τα      μαντήλια  φορούσαν  ένα  σκιάδι, ήταν  ξυπόλυτες αλλά  τα  πόδια  τους ήταν  σκεπασμένα με  χονδρές  κάλτσες  πλεγμένες από  τις  ίδιες  με  καλτσοβελώνες. Οι άνδρες  φορούσαν σκιάδια η  τραγιάσκες  και  πλατόγυρα  χρωματιστά ζωνάρια  στην   μέση   και   φυσικά ήταν  ξυπόλυτοι.  Ο  μπαλής  « επιστάτης»  ήταν  για  να  επιβλέπει  την  διαλογή  των  σταφυλιών, χωριστά  τά  μαύρα μαντηλαριές, χωριστά  τα  άσπρα  ασύρτικα  και  τα  αηδάνια  και  ώριζε ένα τρυγητή  για  τα  ξενόλοα  (Αθήρια,βουδόματα  εφτάκοιλα  μαυροτράγα   αητονύχια ποταμισές   βάφτρες  ασπροβουδόματα,  κατσανιές, πλατάνια, γλυκάδες και  άλλα ) που  θα  πήγαιναν στις  λιάστρες για  σταφίδες. 
Ο  τρυγητός άρχιζε και  οι τρυγητάδες σκυμμένοι  πάνω  στις  αμπελιές   γέμιζαν  τα  καλάθια   τους  τραγουδώντας, και  όταν  τα  γέμιζαν  τα  άδειαζαν  στα  κοφίνια  και  ο  μπαλής  τα  σκέπαζε  με  τα « χώσματα»   δένοντάς τα ολόγυρα με  αλιγαδούρα «ψιλό σχοινί)». Από  εκεί ακούγονταν το  τραγούδι  του  αγωγιάτη  με  τον  γλυκό  σκοπό  της  βεντέμας




                                            Ωωωω  Βεντέμα  ηλθε  βρε  παιδιά
                                             Και   πάρτε  το  χαμπάρι
                                              Θα  πάρω  την  ψιλή κρανιά  
                                              Να  κάτσω  στο  μουλάρι.

Το  γλυκό  τραγούδι  του  αγωγιάτη  με   την  κρανιά  και  την  κανάβινη  χρωματιστή  ποδιά στη  μέση, έτσι πού έκρυβε  το  πλατύ χρωματιστό  ζωνάρι με  τα  κρόσια  στην  άκρη,  ανακατεύονταν  με  τα  κουδουνίσματα  των  μουλαριών  καθώς  έτρεχαν  αναλεκτά   και   σκόνιζαν το  φούφουλο (μαλακό)  χώμα  του  δρόμού.  Από  τ  αμπέλι  οι   τρυγητάδες  απάντούσαν   πάνω  στον  ίδιο  σκοπό.

                                      Μαντηλαριά  κι   ασύρτικο
                                       Βουδόματα  κι  αθύρι
                                      Επρόβαλε  η  αγάπη  μου
                                       Από  το παραθύρι.
 Σαν  έφτανε στ΄αμπέλι  ο αγωγιάτης  φώναζε τον  μπαλή και  εφόρτωναν μαζί  τά  γεμάτα  κοφίνια πάνω στα  ψηλά αράθυμα μουλαριά,    παίρνοντας πάλι το  ριμίδι  του γυρισμού  στην  κάναβα. Αν  ηταν λεύτερος κι αντωνιάριζε (αγαπούσε)  καμιά  κοπέλλα που  τρυγούσε  στ΄  αμπέλι τότε πρίν πή το  <ντέ  λάξ ντέ> στα  φορτωμένα  κτήματα  ακουμπούσε  επάνω στην  κρανιά του με το ψηλό  βέρδουλο στην  άκρη  και  τραγουδπύσε.
                                        Μελαχροινή παρ΄ το σπαθί
                                        Και  κόψε την  κεφαλή  μου
                                        Να  πάψουνε  τα  βάσανα
                                        Και  οι  αναστεναγμοί  μου.


[...]Όταν  έφθαναν στην  κάναβα   ξεφόρτωναν  τα  μουλάρια  και  μπατέρνανε   τα κοφίνια στο  πατητήρι    από  την «αφανιά» (άνοιγμα που  ήταν στην  ουρανιά του  πατητηριού  που  συγκοινωνούσε με την  ταράτσα ή την  πεζούλα).  Εδώ  θα  πρέπει  να σημειώσωμε  ότι  οι  περισσότερες  κάναβες  ήταν  υπόσκαφες   για  να  έχουνε  «ανεδοσιά»  (υγρασία)  κατάλληλες στην  συντήρηση  των  κρασιών.

Πάνω  στην  παρασκιά  του  ρακιδιού ήταν  ένα  μεγάλο  καζάνι και  μια  γυναίκα  μαγείρευε  το  φαγητό  των  τρυγητάδων. Το καζάνι φορτωνόταν  επάνω  στο  μουλάρι  και  μέσα  σε  ένα  κοφίνι έβαζαν  τα  σκουτελικά   και  τις  κρίθινες  κουλούρες  σουρωμένες  από   νωρίς,  ώστε    να  είναι    έτοιμα την  ώρα  που  θα   ρχότανε ο  αγωγιάτης για  να  παει στ΄ αμπέλι . Συνήθως το  φαγητό  ήταν  μπακαλιάρος  με πατάτες  η  φάβα  με  λαρδί  για  το  μεσημέρι και  μανέστρα της βεντέμας, όπως την  έλεγαν  για το  βράδυ.  Ξέχασα  όμως το  κολατσό  που ηταν πάντα  μια  κουλούρα κι  ένα  κομμάτι  τυρί. Απόντου  12  η  ώρα  κτυπούσε  η  καμπάνα του  ΄Αη Λιά  και  οι τρυγητάδες άφηναν τα  καλάθια  τους πάνω στην  ντάνα η  στο  έργουλο  όπως  το  λέγανε τότε και  πήγαιναν  κάτω  από  την  πιο  κοντινή  συκιά  που  ο  αγωγιάτης είχε  ξεφορτώσει  το  φαγητό  τους. Εάν δεν  υπήρχε  συκιά τότε  οι  τρυγητάδες  τρώγανε  καταμεσίς του αμπελιού  κάτω  από  τον  καφτερό  ήλιο. Μετά το  φαγητό  που  ήταν  νοστιμότατο  ξάπλωναν  για  να  ξαποστάσουν  μέχρι  νάρθη  το  μερέντι
Ο  τρυγητός  συνεχιζόταν  μέχρι  το  βασίλεμα  του  ήλιου  και  τότε  τραγουδούσαν  όλοι  μαζί  τον  σκοπό της  βεντέμας.
                                    Βασίλεψε  και  σήμερα
                                    Πάει  και  τούτη η  μέρα
                                    Δεν  είδα  την  αγάπη  μου
                                     Να  πάρει  ο  νούς  μου  αγέρα
                                    ΄Ομορφη  πούσαι  αγάπη  μου
                                      Κι΄ ο  ήλιος σε  ζηλεύγει 
                                      Και  όταν  γυρίσει  και  σε  δεί
                                      Πάει  και  βασιλεύγει.
Κουρασμένοι γύριζαν  στην  κάναβα      και  εκεί πάνω  στην  πεζούλα   η  στην  λιθόστρωτη αυλή καθότα κατάχαμα αρέγκου  - ρέγκου = (τριγύρω)  στο  τραπέζι.  Στην  μέση  ήταν  μια μεγάλη σκουτέλα του ζυμωτού  γεμάτη  μανέστρα  και  μια  γυναίκα  γέμιζε τα  γάστρινα  σκουτέλια  των  τρυγητάδων. Στους  άνδρες  έδιναν  και  από  ένα  τσίρο η  ξελουριτόν  μπακαλιάρον   για  να  πιούν  το  κρασί  τους  και  να  ευχηθούν  στο  αφεντικό και  στην  αρχόντισσα <καλά  κρασά >    η   <κάθε  αμπελιά  χίλιες  ρόες>. Πολλές  φορές  οι  κάναβες γειτονεύανε  και  οι  νέοι  και  οι  κοπελλιές  αρχίζανε  τα  τραγούδια  με  λύρες  η  τσαμπούνες  και  ολάκερο  το  χωριό  γλεντούσε  χόρευε  και  τραγουδούσε  τραγούδια  και  παινέματα στα  αφεντικά  και  στις  αρχόντισσες.
                                                Σταφύλια  κόβγουνε  παιδιά
                                                Πάμε  στα  πατητήρια 
                                               Μας  κερνουν  τα΄ αφεντικά 
                                               Και  σπούμε  τα  ποτήρια.
                                                Μέσα  σ΄ αμπέλια  που  τρυούν
                                                Πέντ΄ έξε  κομπανία
                                               Μας  λέει  το  αφεντικό 
                                                Να  παίξουμε    την   λύρα.
                                                Κι΄  οι  άνθρωποι  που  τραγουδούν
                                                 Μπράβος  στ΄ αφεντικό  μας
                                                Θε  να  σου   βγαλουμε   δουλειά
                                               Πουναι  καλό  δικό  μας
Κι΄από  την  άλλη κάναβα ακούγεται  η φωνή  του  μπαλή που  παινεύει   το  αφεντικό  του τον Δελένδα.
                                                   Ποιανού τρυάτε βρέ  παιδιά
                                                    Τρυούμαι  του  Ντελέντα
                                                     Για  τουτο ήλθαμε  και  μείς
                                                     Πουναι  καλή  βεντέμα
Πιο  πέρα  ένας  άλλος  τραγουδεί.
                                                    Το  τρυγητό η  άρχισε
                                                     Και  κόβγουνε   σταφύλια
                                                    Κι  όντες  αποτρυήσουμε
                                                     Θα   πάμε  στην  Αθήνα.

Το  δείπνο  στην   κάναβα  συνεχιζόταν   μέχρι  αργά  και  οι  τρυγητάδες  κουρασμένοι αλλά    ευχαριστημένοι  πήγαιναν να κοιμηθούν  για  να  σηκωθούν  πάλι   τα χαραματα   κι  αυτό  γινόταν  καθημερινώς.
Εδώ  θα  πρέπη   ν΄ αναφέρω τις  πιο  μεγάλες  κάναβες   που  υπήρχαν στην Σαντορίνη  μέχρι  τις  αρχές  του  αιώνος  μας  και  που   σ  αυτές γινόταν  οι  μεγαλύτερες  βεντέμες.
Φηρα (ονόματα  αφεντικών ):  .Στυλιανός  Σαρπάκης, Δημ. Νομικός, Δόν  Δελένδας, Δόν  Ζαχαρίας  Δουράτσος, Δόν  Πέτρος Συρίγος, Δημ.Κουτσογιαννόπουλος, Πετσίτης, Βαρότσης, Ευάγγελος  Κουτσογιαννόπουλος, Ιωαν. Κουτσογιαννόπουλος, Νικ.Αλεξάκης, Ιακ.Πλατής, Μοσχάκης, Γεώργιος  Κωβαίος, Μιχαήλ Αλεφραγκής, Κωστ.Πλατής  και  οι  κάναβες του Ολλανδέζου και  του  Μπελουσού.
ΟΙΑ (Επάνω  Μεριά) Γερας. Μαυρομμάτης, Γεώργ.Μαυρομμάτης,  Ματθ. Μαυρομμάτης, Εμμ.Μαυρομμάτης, Κων.  Μαυρομμάτης, Νικ. Μαυρομμάτης, Ιδομενευς Σαρρής, Ειρηνικός Αλαφούζος, Κωνστ. Πλατής,  Αντώνιος  Αλαφούζος(ο  ΄Αρειος), Μιχ. Αλαφούζος,  Νικόλ.Νομικός (πατήρ  του  εφοπλιστού κ. Λουκά  Νομικού).
ΚΑΡΤΕΡΑΔΟΣ. Οι κάναβες   του  Ζάννου και  του  Μανωλακάκη.
Μεσσαριά .  Αντώνιος  Βενετσανος,  Εμμαν. Σαλίβερος,  Εμμ.Αργυρός  , Αντώνιος  Μαρκεζίνης .Εμμ. Φουστέρης( κρομμυδας    και  ο  Φουστέρης  του  Μπεγιαντέ.
ΠΥΡΓΟΣ   Βυδιάνος  Ζάννος (συμβολαιογράφος ), Μάρκος  Μαυρομμάτης ιατρός,  Μιχαλάκης  Λαγκαδας  ιατρος, Γιακουμάκης  Χρυσός(χονδρός) Μιχ.Γαβαλάς ( Κουτσού)
Αθανάσιος  Μουσούρης( καθηγητής) .Αλέξανδρος  Μαλασπίνας, Δημήτριος  Μαλασπίνας, Γαβριήλ Σορώτος(του  Μιχελάκη και  Παπά Πέτρος  Σορώτος, Αθανάσιος Καφούρος  και Εμμ.Καφούρος, Αντ. Καραμολέγκος (του  Γλέζου  )  , Αντ. Φίτρος (του  Σολωμού).  Αγγελετάκης  Γαβαλάς (Πασπαλάς)   , Αγγελέτος  Ζώρζος   (Γριζαλής), Ιωάννης  Γαβαλάς του Γούμενου   και  Γεώργιος  Κουτσογιαννόπουλος.
ΕΞΩ  ΓΩΝΙΑ  .   Γεώγιος  Σαλίβερος, Γεώργιος  Αλαφούζος  συμβολαιογράφου και  Αργυρός.
ΕΠΙΣΚΟΠΗ  ΓΩΝΙΑΣ  . ΣΠ. Ρουσσος, Μόν  Σινιόρης (επίσκοπος  καθολικών) Μιχ.  Αλαφούζος και  Μαρκος  Μητροπίας.
ΜΕΓΑΛΟ  ΧΩΡΙΟ   . Γιακουμάκης  Κορωνιός, Αντώνης  του  Ακύλα  (Μετόχι)   Βασίλειος  Γαβαλάς (Πονήρης )   Βδοκού  Γαβαλά,  Αντώνιος  Βενετσάνος Νασκια Ρούσσου, Τζώρτζης  Σαλίβερος Μπατζανης  , Α ντωνάκης  Ακύλας οι  κάναβες  του  Ζάννου (Σκαρίτης )   Βιτοράκη και  του  Μιχελάκη  του  Πλούσιου,
ΕΜΠΟΡΕΙΟΝ  . Μαρκος  Δρόσος  Δήμαρχος  Εμπορέίου Δημ. Χατζόπουλος Εμμ, Γριβας, Ευστάθειος Λυγνός  Λαζαρακης  Συρίγος Νικ. Γρίβας (Δακορώνια ), Ιωάννης  Κατσίπης (Γρίβας) Σπύρος  Λαγκαδας  Λουκάς  Βασσαλος  Δημήτριος  Βενιέρης  ( Λαμπίκης)  Μάρκος  Βασσάλος ιερεύς   Μαρκος  Βαζαίος Μαρκής   Αντωνάκης  Μπάιλας Βασίλης  Σιγάλας του  Κοκκινου  Νικος  Δρόσος  Πουλάδης, Μαρκάκης  Δεναξάς  ιερεύς  , Νικολάκης του  Κονόμου Ιάκωβος  Πρέκας (Βενιζέλος  )  Γεώργιος  Σεγρέδος  Λάζαρος  Δρόσος    Χριστουδάκης  Αντώνιος  Σιγάλας   Μούγκρος  Ιάκωβος  Δρόσος  Δράκος  Γιάκουμος  του  Πιπινιού και  πολλοί  άλλοι  μικροκαναβιώτες των  οποίων  τα  ονόματα  δεν   ενθυμούμαι.
΄Όπως  βλέπομεν  υπήρχαν  την  εποχή εκείνη εκατόν  αφεντικά που  είχαν  υπό  την  κατοχήτων  ένα  μεγάλο μέρος  από  τις  10.000  περίπου   ζευγαριές   αμπελιών  της  Σαντορίνης   . 
΄ Ενας  αριθμός  αμπελιών   ήταν  Μοναστηριακά    όπως     100 ζευγαριές της μονής Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου, 600 ζευγαριές της μονής χοζοβιώτισσης Αμοργού, 300 ζευγαριές του Προφήτη Ηλία 500 ζευγαριές των Καθολικών εκ των οποίων οι 300 άνηκον εις τον εκάστοτε Επίσκοπο των Καθολικών και 200 εις τους δύο ιερείς . ήταν ένας από τους  έτσι ο  μον Σινιόρης ήταν από τους μεγαλύτερους κτηματίες της Σαντορίνης και σε συνέχεια οι καθολικοί ιερείς Δον Δελένδας και Δον ζαχαρίας.
Μετά τον τρυγητό ακολουθούσε το πάτημα των σταφυλιών στα πατητήρια. Το πάτημα γινόταν μόνον από άνδρες που πατούσαν και μαγκάνιζαν τα τσάμπουρα και τις ρόγες νυχθηερόν. Ο αράθυμος μούστος έρεε στο λινό από το κουντούτο του πατητηριού και όταν γέμζε γινόταν το άγγλισμα με κουβάδες και ντενεκέδες και οι κουβαλητάδες γέμιζαν τα βουτσά και τις άφουρες. Στο τέλος μάζευαν το «ψημένο» (σταφύλια που έμειναν στις λιάστρες επί μία εβδομάδα και κατόπιν τα πατούσαν για να φιάξουν το βισάντο).
Περί  το  τέλος  Σεπτεμβρίου τελείωνε  και  το  πάτημα των  σταφυλιών και  αρχάς   Οκτωβρίου ετοίμαζαν τα  καζανια για  την  Παρασκευή της  τσικουδιάς  στο  ρακιδιό(ιδιαίτερος κλειστός   χώρος  χωριστά από  την  κάναβα). Εκεί  γινόταν η απόσταξις  από  τα  μαγκανισμένα « τσίκουδα»  και  ηταν  καθορισμένη η  ποσότης της  ρακής  με  ειδική  άδεια που εδίδετο  από την χωροφυλακή.
Στο  τέλος  ένας  χωροφύλακας  έπρεπε  να  σφραγίσει τά  καζάνια για  να  αποφευχθέί η παράνομος  παρασκευή  άλλης  τσικουδιάς  , από την  ποσότητα  που  ώριζε  η  άδεια  .
Στις  22 Οκτωβρίου  εορτήν του Αγίου Αβέρκιου  τα  αφεντικά  πήγαιναν  στις  κάναβες και  σταύρωναν με  το  βασιλικό  που  έπαιρναν  από  την  εκκλησιά, τα  βουτσά και  τις  άφουρες  και  ψάλλοντας  το  απολυτίκιο του  Αγίου,  άνοιγαν  την  σφήνα και  δοκίμαζαν  τα  νέα   κρασιά  .

Κατόπιν  έστρωναν  τραπέζι  με  κάθε  λογής  μεζέδες και ιδαιτέρως  παστά  ορτύκια και  με  τις παρέες των  έτρωγαν, χόρευαν  και  τραγουδούσαν  όλη  την  ημέρα  με  λύρες  βιολιά και  τσαμπούνες. ΄Ηταν  μια  μέρα  γεμάτη  κέφι, πιοτό  και  τραγούδι. ΄Ολοι έπρεπε να  γλεντήσουν, να  μεθύσουν  με  τα  νέα  κρασιά  , να  τραγουδήσουν, να  χορέψουν  να  ξεχάσουν  τους  καημούς  και  τα  βάσανα  για  να  ξαναρχίσουν πάλι την  δουλειά  στα  αμπέλια  το  κλάδεμα, το  τύλιγμα, το  λάκισμα  και  το θειάφισμα  μέχρι  νάρθει  πάλι η  νέα  βεντέμα, η  μεγάλη αυτή  γιορτή της  Σαντορίνης  με  τα  τραγούδια  που  χάθηκε και  ξεχάσθηκε  για  πάντα .-

Απόσπασμα κειμένου από  Μ.Ρούσσος: Λαογραφικά της Σαντορίνης Αθήνα 1971 

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...