Γεῦμα εἰς Ἀρμένην τῆς Οἴας
Εἰς ἔνδειξιν τῆς πρὸ ὀλίγου ζωηρᾶς κοσμικῆς ζωῆς τῆς Θήρας, θὰ ἤρκει ἡ μνεία τοῦ ἑξῆς· ἔτυχον μεταξὺ πολλῶν κεκλημένων εἰς γεῦμα, δοθὲν κατὰ ὡραίαν ἐαρινὴν ἑσπέραν εἰς τὴν παραλιακὴν θέσιν Ἀρμένην τῆς Οἴας. Σημειωτέον ὅτι ἡ Οἴα — Ἐπάνω Μεριά — εἶνε ἡ δευτέρα πόλις τῆς νήσου, ὡς ὑπῆρξε δευτέρα πόλις καὶ κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους μετὰ τὴν ἐπὶ τοῦ Μέσα Βουνοῦ ἀρχαίαν Θήραν. Ἡ Οἴα εἶνε τὸ ναυτικώτερον διαμέρισμα τῆς νήσου, ὑπῆρξε δὲ πάντοτε πλουσία. Εἰς Ἀρμένην τῆς Οἴας ὑπῆρχε νεώριον ὅπου κατεσκευάζοντο τὰ πεφημισμένα «Πανωμερίτικα» καράβια, πρὶν ἢ ἡ ἀτμήρης ναυτιλία παραμερίσῃ τὰ ἱστιοφόρα. Ἀλλά καὶ σήμερον ναυπηγοῦνται, ἀλλὰ μόνον μέχρις 150—200 τόννων χωρητικότητος.
Οἱ Θηραῖοι εἶχον τοιαύτας εἰς τὸ ἐμπόριον ἐπιτυχίας, ὥστε κατέστησαν ἀκμαίας ἀποικίας εἰς τὴν Κων)πολιν, τὴν Ρωσσίαν καὶ τὴν Αἴγυπτον. Ἀτυχῶς αἱ καταστροφαὶ τοῦ παγκοσμίου πολέμου ἐπέφερον καὶ τὸν περιορισμὸν τῆς ναυτιλίας καὶ τοῦ ἐμπορίου τῆς Θήρας. Οἱ Θηραῖοι εἶχον κατανοήσει πρὸ πολλοῦ, ὅτι τὸ ἐμπόριον εἶνε τὸ νευρικὸν σύστημα, ὅπως καὶ ἡ γεωργία εἶνε τὸ πρώτιστον στοιχεῖον εὐημερίας ἑνὸς τόπου.
Εἰς τὸ γεῦμα αὐτὸ τῆς Ἀρμένης ἀπεθαύμαζέ τις τὴν καθ’ ὅλα ζηλευτὴν τάξιν, τὰ ἐπίζηλα ἐπιτραπέζια σκεύη καὶ τὸ ἄμεμπτον τοῦ ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ. Τὰ ἐδέσματα ἐκλεκτά, τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, ὅπως λέγει ὁ Πλούταρχος «μὲ πλησμονὴν ὄψων καὶ πεμμάτων». Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρέσχεν εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἐξαιρετικὴν ἐντύπωσιν, ἦτο ἓν εἶδος μακαρονάδας τὴν ὁποίαν τὸ πρῶτον ἔβλεπον. Παρασκευάζεται ἀπὸ μακαρόνια, τυρί, αὐγά, γάλα, μυρωδικά — μπαχαρικά — ζάχαρην, ἄλευρον, βούτυρον καὶ κιμὰν κρέατος, δίδεται δὲ εἰς αὐτὴν ἐκ φόρμας σχῆμα τρούλλου. Ἐρωτήσας τὸν παράπλευρόν μου, ἔμαθον ὅτι τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς μακαρονάδας ὀνομάζεται «Τόμπα», (προφανῶς ἐκ τοῦ σχήματος), δηλονότι «Τύμβος», «Tumulus». [...]
Διὰ τὸν ἐπιθυμοῦντα νὰ δοκιμάσῃ τὴν μακαρονάδαν «Τόμπα» παρέχω τὴν ἀναλογίαν τῶν συστατικῶν της ὡς ἑξῆς: βούτυρον, ζάχαριν, ἄλευρον, κιμᾶν ἀνὰ ἡμίσειαν ὀκάν, μακαρόνια δράμια 150, ἓξ αὐγά, ἀνάλογον τυρὶ τριμμένον, σάλτσαν τομάτας καὶ μυρωδικά — μπαχαρικά — τριμμένα. Ἐν Βενετίᾳ, ἐπανερχόμενοι οἱ οἰκεῖοι ἐκ τῆς κηδείας εἰς τὸν οἶκον τοῦ μεταστάντος, παρεκάθηντο εἰς γεῦμα παρατιθέμενον εἰς μνήμην αὐτοῦ, διὰ τοῦτο δὲ ἡ παρατιθεμένη μακαρονάδα ἐκαλεῖτο Tomba, ἤτοι, ὡς εἶπον, Τύμβος. Ἡ συνήθεια καὶ τὸ ὄνομα τῆς μακαρονάδας ἐπεκράτησεν καὶ ἐν Θήρᾳ ἀπὸ τῆς ἐνετοκρατίας. Ἀλλ’ ἡ σημερινὴ τοιαύτη μακαρονάδα ἐβελτιώθη εἰς πολυτελεστέραν παρασκευὴν ἐν Θήρᾳ.
Παραπλήσιόν τι συνέβαινε καὶ ἐν Ἄρτῃ, ὡς ἀναφέρεται ἐν τῇ «Ἱστορίᾳ τῆς Ἄρτης καὶ Πρεβέζης», ἣν ἔγραψεν κατὰ τὸ 1884 ὁ Μητροπολίτης Ἄρτης Σεραφεὶμ ὁ Βυζάντιος. Οἱ προσερχόμενοι εἰς τὴν κηδείαν συγγενεῖς καὶ φίλοι, ὑπεχρεοῦντο νὰ συνεισφέρουν εἰς πρόχειρον ἔρανον τ’ ἀπαιτούμενα χρήματα, ἵνα προμηθευθῶσι τὰ τρόφιμα διὰ τὸ γεῦμα τὸ ὁποῖον θὰ παρετίθετο μετὰ τὴν κήδευσιν. Ἀφοῦ δ’ ἐπέστρεφον ἀπὸ τὸν ἐνταφιασμὸν τοῦ νεκροῦ, παρεκάθηντο ὅλοι εἰς τὸ γεῦμα καὶ ἔπινον εἰς ἀνάπαυσιν τῆς ψυχῆς τοῦ μακαρίτου. Ἡ τελετὴ αὕτη ἐκαλεῖτο «Μακαρία».
Εἰς τὴν Σερβίαν, μάλιστα, μετὰ τὴν ταφὴν τοῦ νεκροῦ, ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου μαζεύονται εἰς τὸ σπίτι τοῦ θανόντος διὰ νὰ συλλυπηθοῦν τοὺς συγγενεῖς του καὶ νὰ συμμετάσχουν εἰς τὸ «ντάκα», ἤτοι εἰς τὸ ἐπικήδειον γεῦμα. Καὶ οἱ συνδαιτυμόνες θρηνοῦν τόσον καλὰ τὸν νεκρόν, ὥστε εἰς τὸ τέλος εὑρίσκονται ὅλοι μεθυσμένοι καὶ ἀποκοιμισμένοι κάτω ἀπὸ τὸ τραπέζι. Εἰς ἄλλα μέρη εἰς τοὺς ἐπιστρέφοντας ἐκ τῆς κηδείας παρατίθεται μόνον ψάρι βραστό, εἰς ἄλλα δὲ ψωμὶ καὶ ἐληὲς μόνον. Καὶ ἀσιατικοὶ λαοὶ παρέθετον ἐπιθανάτιον γεῦμα, κατὰ παλαιὸν ἔθιμον.
Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες παρέθετον μετὰ τὸν ἐνταφιασμὸν δεῖπνον εἰς τοὺς συγγενεῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ ἐγγυτέρου ἐξ αὐῶν. (Δημοσθ. π. στεφ. 288). Τὸ δεῖπνον τοῦτο ἐκαλεῖτο «Παράδειπνον». Ἐν Ἀθήναις ἐπεκράτει τὸ ἔθος νὰ σπείρεται ἐπὶ τοῦ τάφου σῖτος, ἐκεῖ δὲ παρετίθετο καὶ ἡ ἐπικήδειος ἑστίασις, ἐγίνοντο δὲ καὶ διαλέξεις πρὸς ἔπαινον τοῦ νεκροῦ. Ἐν Ρώμῃ ἐδίδοντο ἐπιτάφια συμπόσια, τὰ ὁποῖα, ὅμως, ἀπηγορεύθησαν ἕνεκα τῶν καταχρήσεων, αἵτινες κατόπιν ἐπεκράτησαν κατ’ αὐτά. (Νομ. Β. 363). Ὁ Μουσαῖος ἔλεγεν «ἀμοιβὴν τῶν δικαίων μετὰ θάνατον, αἰώνιον μέθην». Ἔπινον δὲ τὸν οἶνον οὐχὶ ἄκρατον. Ἐν γένει παρὰ τοῖς ἀρχαίοις, μετὰ τὸν ἐνταφιασμόν, εἵπετο τὸ «περίδειπνον», εἰς ὃ παρεκάθηντο οἱ συγγενεῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ νεκροῦ ἢ τοῦ ἐγγυτέρου συγγενοῦς του. [...]
Προϊόντος τοῦ πότου κατὰ τὸ γεῦμα ἐκεῖνο τῆς Οἴας, ἐφθάσαμεν κατὰ τὰς προπόσεις, αἵτιν'ες ἐγείρονται πάντοτε περὶ τὸ τέλος τοῦ γεύματος, εἰς τὸ συναίσθημα τῆς ἀπολύτου μακαριότητος, τὸ ὁποῖον φέρει κατ’ ὀλίγον τὸ ὡραῖον κρασὶ ἐν τῷ μέσῳ τόσον ἀγαπητῆς συγκεντρώσεως. Ἐκεῖ, εὑρισκόμενοι, ἄνευ γυναικῶν, ἐφαιδρολογήσαμεν, ἐγελάσαμεν πολὺ παρὰ τὴν ἀνικανότητα τοῦ Ἕλληνος νὰ εὐθυμήσῃ καὶ νὰ γελάσῃ, ἐνῷ τὸν περισσότερον χρόνον διέρχεται μὲ ἐφημερίδας, καφὲ καὶ πολιτικά. Διὰ τοῦτο ἐκεῖ παρὰ τὸν αἰγιαλὸν καὶ τὴν ζωογόνον δρόσον τῆς νυκτὸς ὡμολογήσαμεν ὅλοι, χάρις εἰς τὸν γενναῖον ἀμφιτρύωνα, ὅτι δικαίως ὁ Σενέκας, μολονότι φιλόσοφος, ὑπεστήριζεν ὅτι ἡ εὐθυμία ἀποτελεῖ τὸ πρώτιστον τῶν ἀνθρωπίνων ἀγαθῶν. Ὁ Ἄγγλος ἱστορικός Spens ἔγραψεν: «ἀνέκαθεν ὁ οἶνος ἐπισφραγίζει τὴν φιλίαν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων».
Τὸ ὡραῖον κρασὶ ἔλυσε κατ’ ὀλίγον τὴν γλῶσσαν τῶν συνδαιτυμόνων καί, μετὰ τὰς ἐπαλλήλους προπόσεις, ἐπῆλθεν ἀρκετὴ ζωηρότης καὶ ἤρχισαν εὔθυμα λόγια, σιγὰ-σιγὰ δὲ καὶ τραγουδάκια, τὰ ὁποῖα τινὲς ἠκολούθουν μὲ γεμᾶτο τὸ στόμα ἀπὸ ὡραῖα φυρίκια τοῦ Βόλου. Ὁ μεγαλύτερος τροφοδότης τοῦ κεφιοῦ εἶνε ὁ οἶνος εἰς γεῦμα. «Οἴνου μὴ παρεόντος, ἀτερπνέα δεῖπνα τραπέζης». Διὰ τοῦτο ὁ οἶνος εἰς τὸ γεῦμα αὐτὸ ἐσερβίρετο ἀστείρευτος.
Ὁ παράπλευρός μου ἐνεθυμήθη μετὰ νοσταλγίας τὸ ρετσινᾶτο τοῦ τόπου του, «Ρητινίτης, ἡδύς, ἀκηράσιος, θεῖον ποτόν», προσθείς ὅτι τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ οἴνου εἶνε πανάρχαιον, τὸ ἀναφέρει δὲ καὶ ὁ Πλούταρχος, καὶ ὅτι ἐν Ρώμῃ ἐκαλεῖτο «vinum resinatum». Ἡρώτησα παρακαθήμενον διατὶ δὲν ὑπάρχει ἐν Θήρᾳ λευκὸς οἶνος. Μοὶ εἶπε τὸ τῶν ἀρχαίων «Μηδένα τῶν παλαιουμένων οἴνων διαμένειν λευκόν, κἂν ὅτι μάλιστα κατ’ ἀρχὰς ὑπάρξῃ τοιοῦτος, ἀλλ’ ἀεὶ καὶ μᾶλλον ἑαυτοῦ κιρρότερον γίγνεσθαι, τελευταῖον δὲ καὶ ξανθόν.» Ὁ ἀμφιτρύων ἐπανελάμβανεν· «ἀπόψε θὰ ξημερωθοῦμε». Δηλαδὴ καθ’ Ἡρόδοτον Δ, 76, 2. Σοφοκλ. Ἐλ. 92, «παννυχίδα στῆσον».
Ὁ Σχολάρχης, ὁ ὁποῖος παρεκάθητο δίπλα μου, μοῦ εἶπεν εἰς στιγμὰς διαχύσεως σπανίας δι’ αὐτόν, «ἀπὸ τὸ ὡραῖον τοῦτο γεῦμα λείπουν μόνον πλοκαμίδες ἐντέρων, ἤγουν κοκορέτσι, καὶ σπληνὸς καὶ εἰλέου σύστρεμμα ὀπτόν, ἤτοι σπληνάντερον».
Ἐκεῖ ἐνεθυμήθην τὸ τοῦ Ὁμήρου: «Ἐπεὶ δὲ πόσιος καὶ ἐδητίος ἐξ ἔρον ἔντο», ὅπερ συχνότατα ἐπανελαμβάνετο μετὰ πᾶν συμπόσιον καὶ σημαῖνον «ἀφοῦ δὲ ἀπέβαλον τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ποτοῦ καὶ τοῦ φαγητοῦ», ἤτοι ἀφοῦ ἤπιαν καὶ ἔφαγαν καλά. Ἀλλ’ ἄγνωστον διατί ὁ Ὅμηρος τάσσει πρῶτον τὴν πόσιν καὶ ἔπειτα τὴν βρῶσιν· ἴσως οἱ τῶν χρόνων του φαίνεται ὅτι τὸ ἔτσουζαν καλὰ μὲ τὰ ὀρεκτικὰ πρὸ τοῦ γεύματος.
Κάθε ἀδειαζόμενον ποτῆρι ἔρριπτεν ἀνὰ μέσον ἡμῶν εὐθυμοτέραν νόταν. Πρῶτος-πρῶτος ἔδωκε θάρρος ἀγαπητός μου ἐξάδελφος, εἰς ὅλην τὴν Θήραν φίλτατος, διευθυντὴς ἐκεῖ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος ἤρχισε νὰ τραγουδᾷ:
«Ἔλα, ἔλα μὲ ταμένα νὰ περνᾷς χαριτωμένα». «Ἔλα, ἔλα ποὺ σοῦ λέω, μή με τυραννᾷς καὶ κλαίω».
Διὰ τοῦτο, τὸ γεῦμα ἔλαβε κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας μορφὴν εὐωχίας, τῆς παρ’ ἀρχαίοις «δημοθοινίας», ἥτις, ὅμως, παρ’ ἀρχαίοις, ἐδίδετο ἵνα παρακαθήσῃ ὁ δῆμος. Γυναῖκες δὲν συνέφαγον, διότι ἀρχαῖον ἔθος κρατεῖ αὐτὰς μακρὰν τῶν τοιούτων ἀνδρικῶν συγκεντρώσεων, ἴσως διότι κατ’ αὐτὰς ἐπικρατεῖ μεγάλη ἐλευθεροστομία. Καὶ ἐπὶ Ὁμήρου ἀπεκλείοντο αἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδία ἀπὸ τῶν ἑστιάσεων τῶν ἀνδρῶν, οἱ δ’ ἑστιώμενοι ἐκάθηντο κατακεκλιμένοι συνήθως ἀνὰ δύο εἰς μίαν κλίνην καὶ στηριζόμενοι διὰ τῆς ἀριστερᾶς εἰς προσκέφαλον, τεθειμένον εἰς τὴν πλάτην αὐτῶν.
Ἄλλος σοφός εἶπεν: «ὁ ἀληθὴς χαρακτὴρ ἑνὸς ἀνθρώπου ἀποκαλύπτεται ἀπὸ τὰς διασκεδάσεις του».
Τὰ τηγανητὰ μπαρμπούνια παρετίθεντο ζεστά, οὐδεὶς δὲ ἐκ τῶν συνεστιαζομένων ὑπῆρξεν ὅστις νὰ μὴ ἐδοκίμασεν αὐτὰ ἀπλήστως μέχρι καὶ τῆς κεφαλῆς. Καὶ οἱ Ἐνετοὶ εἶχον ἰδιαιτέραν ἐκτίμησιν εἰς τὸ κεφάλι τοῦ μπαρμπουνιοῦ. Τὸ ἐθεώρουν ὡς τὸ νοστιμώτερον μέρος τοῦ ψαριοῦ τούτου, ἐξ οὗ καὶ ἡ παροιμία (τῶν Ἐνετῶν) ὅτι «τὸ κεφάλι τοῦ μπαρμπουνιοῦ δὲν τὸ τρώγει ποτὲ ἡ γάτα» «la testa di barbone non mangia mai il gato».
[....]
Όταν εξήλθομε, το φως της ημέρας είχε ήδη αρχίσει να διαλύει τα σκότη της νυκτός. Η δρόσος της πρωΐας και η γαλήνη της θαλάσσης της Αρμένης, προσέδιδαν εις την ψυχήν μας μίαν ανέκφραστον ηρεμίαν. Η επιστροφή εις την πόλιν, μετά από μίαν τοιαύτην νύκτα ευωχίας και πνευματικής διαχύσεως, θα παραμείνῃ ανεξίτηλος εις την μνήμην μου, ως μία αναβίωσις των αρχαίων ελληνικών συμποσίων εις τον ευλογημένον αυτόν τόπον της Θήρας.
Αφιερωμένο στην μνήμη της Ευαγγελίας Μενδρινού


