Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραδοσιακά επαγγέλματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραδοσιακά επαγγέλματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2018

Η τέχνη του βαρελοποιού στη Σαντορίνη

 Ο βαρελοποιός πρώτα μετράει τις «ντούγιες»(τα ξύλα που αποτελούν το βαρέλι). Τις πελεκάει με ένα μαχαίρι, που          λέγεται«ταλιακούδα» και μετά τις περνάει από μια μεγάλη «πλανιά», που είναι ακίνητη και σχηματίζει την κοιλιά του βαρελιού.
    Ανάλογα με το μέγεθος του βαρελιού είναι και η φόρμα, όπου το σκαρώνει. Κάθε βαρέλι είναι στα άκρα στενό ενώ στη μέση φαρδύ.
         Το ένα άκρο των ξύλων το κλείνει με στεφάνια, ανάλογα με το μέγεθος του βαρελιού, ενώ το άλλο άκρο είναι ακόμα ανοιχτό. Για να σχηματιστεί η κοιλιά του βαρελιού, κάνει μια σκάρα, όπως του μαγκαλιού, βάζει μέσα χοντρά ξύλα. Αφού δώσει φωτιά παίρνει τη σκάρα και από πάνω της τοποθετεί τα βαρέλι, όπως το προετοίμασε πιο πριν, με το ένα άκρο του δηλαδή έτοιμο. Με ένα συρματόσκοινο τριγυρίζει το βαρέλι στο άλλο άκρο που είναι ακόμη ανοιχτό. Με τι βίδα ένα εργαλείο με το οποίο πιάνει το συρματόσκοινο και από τις δύο πλευρές σφίγγει τα ξύλα και σιγά σιγά το άκρο αυτό που αρχικά είχε ετοιμαστεί.
         Στη συνέχεια αναποδογυρίζει το βαρέλι, χωρίς να πειράξει τη βίδα. Κόβει σίδερα ανάλογα με το βαρέλι και τα καρφώνει με περτσίνια. Αφού τοποθετήσει το εξωτερικό στεφάνι του άκρου, αρχίζει να ξεβιδώνει τη βίδα και να προσθέτει τα υπόλοιπα στεφάνια. Αν το βαρέλι είναι 500 έως 1000 κιλά βάζει δέκα στεφάνια .
          Μετά κάνει το «καβάρισμα» μπροστά και πίσω στα δύο δηλαδή στρογγυλά άκρα του βαρελιού με ένα σκεπάρνι γυριστό. Για να πιάσει το «φουντί», το στρογγυλό άκρο του βαρελιού, δηλαδή το καπάκι με τον «τζινιαδόρο» κάνει την πατούρα ένα είδος αυλακιού. Αφού ετοιμάσει το φουντί, το πατάει στην «πλάνια» και μετά το καρφώνει με δίμυτες βελόνες. Το φουντί αποτελείται από πολλά κάθετα κομμάτια ξύλου. Μετά παίρνει κουμπάσο από την πατούρα που άνοιξε, επί πέντε κουμπασιές. Παίρνει το κουμπάσιο και το τοποθετεί στο μέσο του φουντιού και παίρνει τον κύκλο στρογγυλό. Αφού αλείψει το στρογγυλό με μπογιά και φαίνεται το στρογγύλεμα της κουμπασιάς, με το «ξεγυριστάρι», είδος πριονιού το κόβει και γίνεται στρογγυλό. Με την «ταλιαδόρα», μια μεγάλη μαχαίρα, κόβει το φουντί γύρω γύρω για να χωράει να μπει στην πατούρα. Ύστερα ξυνει το φουντί με ένα ροκάνι για να γυαλίσει. Στην συνέχεια βάζει ζυμάρι από αλεύρι και νερό στην πατούρα και βγάζει τρία στεφάνια για να περάσει το φουντί.
      Σηκώνει το βαρέλι όρθιο, σφίγγει τα στεφάνια και εφαρμόζει όλες τις ντούγες κι έτσι το βαρέλι δεν τρέχει. Ανοίγει μια τρύπα στη ράχη του βαρελιού απ’ όπου θα μπει ο μούστος στο βαρέλι, και μια μικρή σ’ ένα από τα δυο καπάκια του για να μπει η κάνουλα απ’ όπου τρέχει το κρασί.   

Πηγη Χριστόφορος Μηνδρινός : Η Σαντορίνη που χάνεται 

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Μια βεγγέρα για τσι γαδουρολάτες της Σαντορίνης (σε συνέχειες)

....« Σαν σίφουνας άρχισαν την ίδια ώρα , να κατηφορίζουν το δρόμο του γυαλού, για να παραλάβουν επιβάτες και επαγγέλματα, καμμιά εικοσαριά αχαμνά γαϊδουράκια και μουλαράκια, φόβος και τρόμος των ανίδεων πεζών, που κολούσαν   στο βράχο για να τους πάρει σβάρνα η ξέφρενη επέλαση…Έκαναν πολλές δουλειές οι συμπαθητικοί σύντροφοι των αγωγιάτηδων που προσπαθούσαν από φτώχεια, να τους συνηθίσουν να τρώνε λίγο….
Δεν ήταν τότε χαλικοστρωμένος ο δρόμος του γιαλού και δεν είχε ούτε ένα από τα διακόσια τόσα σημερινά σκαλιά του. Πλάκες από τα γκρεμνά ήταν η στρώση του. Και είχαν γίνει με τα χρόνια, τόσο γλυστερές που παίρνοντας φόρα σε κάθε στροφή του φιδίσιου δρόμου, φτάναμε, παιδιά, στο γιαλό, σε επτά λεπτά της ώρας, χαρά των παπουτσάδων…..» γράφει ο Ν.Δελένδας στο «Ανοιξιάτικο Πρωινό στα Φηρά Σαντορίνης» (Τόμος «Σαντορίνη 2001, - Ι.Μ.Δανέζης σελ 462 κ.εξ)
Αλήθεια τι να πρωτοπούμε για τους γαδουρολάτες όχι μόνο του λιμανιού αλλά και όλης της Σαντορίνης…Μου χε πει κάποτε κάποιος ότι πολλές φορές αναρωτιέσαι ποιος συνοδεύει ποιόν στη Σαντορίνη: Ο γάδαρος τα αφεντικό του ή ανάποδα; Και δεν είχε καθόλου άδικο….
Ας ξεκινήσουμε ένα σύντομο λοιπόν για αρχή παραμυθάκι για τους αγωγιάτες του λιμανιού των Φηρών εξ’ αιτίας της τόσο ιδιαίτερης επιζωγραφισμένης φωτογραφίας των αρχών του 20ου αιώνα που μας παρείχε ο Θ.Μεταλληνός Διευθυντής «Ιόνιο ΚΕΚ» στην Κέρκυρα.
Βασικός πυλώνας  η εκπληκτική για τα χρόνια εκείνα έρευνα του Γυμνασίου Θήρας : «η Σαντορίνη που χάνεται 1986- 1987» με υπεύθυνο Καθηγητή τον κ. Χριστόφορο Μηνδρινό:
 «….Αν ο επισκέπτης φτάσει με το πλοίο στο γιαλό των Φηρών ή στο λιμάνι της Οίας υπάρχει ένας πολύ γραφικός τρόπος για ν’ ανέβει τα εκατοντάδες σκαλιά που θα τον οδηγούσαν στα χωριά. Δεκάδες γαϊδούρια, μουλάρια και άλογα περιμένουν υπομονετικά να εκτελέσουν το αγώι τους ενώ οι αγωγιάτες μαλώνουν μεταξύ τους γιατί κάποιος «πήρε την κούρσα» με χαμηλότερη τιμή ή γιατί κάποιος δεν τήρησε τη σειρά προτεραιότητας. Σήμερα οι αγωγιάτες έχουν μπει στη υπηρεσία του τουρισμού. Παλαιότερα, όταν δεν υπήρχε το λιμάνι του «Αθηνιού» οι μόνες προσβάσεις ήταν τα λιμανάκια του γιαλού των Φηρών και της Οίας. Ακόμα και σήμερα δεν υπάρχει δρόμος που να οδηγεί στα χωριά παρά μόνο σκαλιά. Έτσι ο μοναδικός τρόπος μεταφοράς επιβατών και εμπορευμάτων ήταν τα ζώα.

        Η ετοιμασία των ζώων γίνεται στην εξώμαντρα. Ο αγωγιάτης βάζει στη ράχη του αλόγου ένα ή περισσότερα χαλιά για να μην το πονάει η απευθείας επαφή με τη σέλα. Η σέλα αποτελείται από την «πισιλίνα» που τοποθετείτε στην ουρά του αλόγου και από το «καπίστρι» που είναι το σκοινί που μπαίνει στο λαιμό του. Η σέλα στερεώνεται μ’ ένα λουρί κάτω από την κοιλιά του και λέγεται «νίγλα». Τα χαλινάρια είναι ένας σκελετός από λουριά που μπαίνουν στο κεφάλι του αλόγου και με τα οποία ο αγωγιάτης κουμαντάρει το ζώο.      Για να στολίσει και να ομορφύνει το ζώο, του κρεμάει στο λαιμό κουδουνάκια με χάντρες και στο μέτωπο του κρεμάει ένα φυλακτό.

       Αν το ζώο είναι γαϊδούρι η ετοιμασία είναι σχεδόν η ίδια. Η μόνη διαφορά είναι πως εκτός από τα χαλιά βάζουν στη ράχη του και τη «στρατούρα» που είναι ένα σακί με άχυρα, κάτι ηλαδή σαν πάλτωμα.    Όταν όλα είναι έτοιμα, ο αγωγιάτης παίρνει την κρανιά που αποτελείται από ξύλο οξίας και ένα λουρί και με την οποία κεντρίζει τα ζώα για να προχωράνε γρήγορα. Βγάζει τα ζώα από την εξώμαντρα και πηγαίνει για να βγάλει το μεροκάματο φωνάζοντας σ’ αυτά με ένα ιδιαίτερο λεξιλόγιο.

         Λεξιλόγιο του αγωγιάτη:

«ντε λαξο ντε»: Προχώρα, «ντε βέσα ντε»: Πήγαινε μέσα, «λα λα»: Ελα κοντά, «λα έξω»: Έλα έξω, «ντε βίσο ντε»: Πήγαινε πίσω, να ψου: Σταμάτα, να μωρή να: Σταμάτα για το θηλικό, «να πιέρα»: Φρόνιμα, «να βολά»: Άλλαξε δρόμο.¨»

Και έλεγε η Γουλιελμία Συρίγου σε κείμενο της για τη ντοπιολαλιά: " …Καμά αυτά τα πράγματα δεν είναι για μας τσικιουράνες…(εννοώντας το τελεφερίκ αφού οι κιουράνες της ιστορίας μετά από ταξίδι τους στην Αθήνα, δεν είχαν προλάβει τα γαδούρια από το λιμάνι μιας και τα είχαν οι τουρίστες), για τους τουρίστες μαθές και για τους προφεσόρους είναι τούτες οι πολυτέλειες!! "


Η «βεγγέρα για τους αγωγιάτες δεν θα σταματήσει εδώ…Ξεκινάμε ένα άλλο ταξίδι σε μια Σαντορίνη αγνή …

Χειρών - Ιστορία : Σκάλισμα και περιποίηση αμπελιού στη Σαντορίνη

Ένα βίντεο 2 λεπτών παρουσιάζει μια ιστορία αιώνων.... χωρίς να λέει απολύτως τίποτα.....

volcano vine from danderen on Vimeo.

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Καλλιστορώντας....παραδοσιακά!

Σαντορίνη, Αντώνης Αρβανίτης - Παραδοσιακό Βιολί


Το επάγγελμά μου είναι οικοδόμος, ωστόσο το μεράκι μου και μεγάλη μου αγάπη είναι το βιολί. Άρχισα να ασχολούμαι με το βιολί το 1976, όταν ένας γέροντας από τη Σαντορίνη προσφέρθηκε να μου δείξει τα μυστικά του λαϊκού βιολιού. Με εκείνον έκανα τα πρώτα μου βήματα... Κάθε μέρα ξεκινούσα από το Μεγαλοχώρι και περπατούσα μέχρι την Μεσσαριά για να τον συναντήσω!

Όταν εξοικειώθηκα λίγο με το όργανο, άρχισα να μιμούμαι παραδοσιακά τραγούδια και να τα μαθαίνω μόνο με τη βοήθεια της ακοής μου, καθώς παρτιτούρες ακόμα και σήμερα δεν ξέρω να διαβάζω. Σε ηλικία 15 χρονών άρχισα δειλά – δειλά να παίζω σε γάμους και σε τοπικά πανηγύρια μαζί με τον αδερφό μου, ο οποίος έπαιζε λαούτο. Θυμάμαι ήταν τόσο μικρός, μόλις 11 χρονών, που το χέρι του δεν έφτανε καλά-καλά γύρω από το λαούτο! Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο καλύτερος γινόμουνα και τόσο το πάθος μου και η αγάπη μου για το βιολί μεγάλωνε. 

Σήμερα, 35 χρόνια μετά, τα επιτεύγματά μου είναι πολλά... Έχω παίξει σε πάνω από 800 γάμους, στην ταινία της Lara Croft, μέρος της οποίας γυρίστηκε στη Σαντορίνη, αλλά και σε διάφορες σαπουνόπερες της Λατινικής Αμερικής. Η μεγαλύτερή μου επιβράβευση και ικανοποίηση ωστόσο είναι όταν βλέπω την ευχαρίστηση στα μάτια των πελατών μου.

Στη Σαντορίνη έχουμε απομείνει μόνο 5 παραδοσιακοί οργανοπαίκτες στο βιολί. Εμείς οι παλιότεροι προσπαθούμε να κρατήσουμε τα έθιμα και τις παραδόσεις μας και όχι να τις εκμεταλλευτούμε. Η σημερινή γενιά δεν αντιμετωπίζει έτσι τα πράγματα. Είμαι περήφανος που ο γιος μου, 17 ετών, έχει μάθει την τέχνη του βιολιού και συνεχίζει μία παράδοση, η οποία δυστυχώς χάνεται τα τελευταία χρόνια.


Σαντορίνη, Κυριακή Αρβανίτη - Πασχαλινά Μελιτίνια


Ένα από τα πιο γνωστά τοπικά εδέσματα της Σαντορίνης είναι τα Πασχαλινά μελιτίνια. Η κυρία Κυριακή Αρβανίτη από το Μεγαλοχώρι της Σαντορίνης θυμάται όλη της τη ζωή να πλάθει με τα χέρια της αυτό το ιδιαίτερο γλύκισμα, το οποίο παρασκευάζεται κυρίως την εβδομάδα του Πάσχα εν όψει της Ανάστασης.

Η συνταγή που χρησιμοποιεί μετράει τουλάχιστον 70 χρόνια παράδοσης, μας λέει με περηφάνια, ενώ η τεχνογνωσία περνάει από γενιά σε γενιά και από μάνα σε κόρη. Αυτό που κάνει αυτά τα γλυκά να ξεχωρίζουν, είναι η γέμισή τους από ανθότυρο, το οποίο προμηθεύονται κυρίως από την Ίο αλλά και από την Κρήτη. Το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό τους ωστόσο είναι οι δαντελωτές άκρες τους, οι λεγόμενες τσιμπιές, οι οποίες είναι καθοριστικής σημασίας για το αποτέλεσμα ενώ ταυτόχρονα απαιτούν ιδιαίτερη τέχνη. «Ένα μελιτίνι μπορεί να έχει μέχρι και 80 τσιμπιές», μας λέει με ενθουσιασμό ενώ «τα παλιότερα χρόνια οι παραδοσιακές νοικοκυρές συναγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποια θα κάνει τα περισσότερα τσιμπήματα»! Εκείνα τα χρόνια μαζευόταν ολόκληρο το χωριό για να βοηθήσει στην παρασκευή των μελιτινιών, αναλαμβάνοντας ο καθένας και μία εργασία, κάποιος άνοιγε το φύλλο, άλλος ζύμωνε και ούτω κάθε εξής.


Σήμερα η κυρία Κυριακή συνεχίζει με την ίδια αφοσίωση και αγάπη την τέχνη που έμαθε από την μητέρα της. Κάθε φορά προσπαθεί να τα κάνει ακόμη πιο περίτεχνα και δαντελωτά, γιατί όπως λέει και ίδια «έτσι είναι το παραδοσιακό μελιτίνι, ένα στολίδι, ένα κόσμημα».  Η μεγαλύτερή της επιβράβευση έρχεται λίγο πριν την Μεγάλη Εβδομάδα, όταν δέχεται παραγγελίες από όλο το νησί. Κάτοικοι από όλα τα χωριά σπεύδουν για να προλάβουν να έχουν λίγα από τα διάσημα μελιτίνια της κυρίας Κυριακής στο Πασχαλινό τους τραπέζι.
 


Σαντορίνη, Αντώνης Αρβανίτης - Παραδοσιακή Οινοποιία


Από την ηλικία των 5 χρονών θυμάμαι να με παίρνει ο πατέρας μου την περίοδο του τρύγου και να τον βοηθάω με τη διαδικασία παραγωγής του κρασιού, αναλαμβάνοντας το «πάτημα» των σταφυλιών. Σήμερα, 45 χρόνια μετά, συνεχίζω να καλλιεργώ το αμπέλι που κληρονόμησα από τον πατέρα μου,  παράγοντας κρασί, τσικουδιά και βινσάντο το παραδοσιακό γλυκό κρασί της Σαντορίνης. Πάνω από όλα όμως συνεχίζω μία παράδοση, η οποία διατηρείται στην οικογένειά μας επί τρεις γενιές.


Η παραγωγή κρασιού με τον παραδοσιακό τρόπο, χωρίς χημικά δηλαδή, απαιτεί πολύ χρόνο, φροντίδα αλλά και τεχνογνωσία... Η όλη διαδικασία αρχίζει από το πάστρεμα, όπου το αμπέλι καθαρίζεται από τα μικρά κλαράκια, συνεχίζει με το κουλούριασμα της αμπελιάς, το οποίο είναι πολύ σημαντικό για το νησί μας, γιατί έτσι προστατεύονται τα αμπέλια από τους δυνατούς ανέμους, και τελειώνει στις αρχές του Μάη με το θειάφισμα. Οι δουλειές του τρύγου αρχίζουν να προετοιμάζονται από το τρίτο δεκαήμερο του Αυγούστου και διαρκούν σχεδόν ολόκληρο το Σεπτέμβριο.

Τα παλαιότερα χρόνια θυμάμαι ότι η περίοδος του τρύγου είχε μία πολυσήμαντη, κοινωνική βαρύτητα για τα χωριά της Σαντορίνης.  Μόνο στο Μεγαλοχώρι υπήρχαν πάνω από 30 κάναβες, οι οποίες αλληλοβοηθιόντουσαν σε αυτή την επίπονη γεωργική εργασία ενώ ταυτόχρονα αποτελούσε μία γιορτή, ένα πανηγύρι στο οποίο συμμετείχε ολόκληρο το χωριό.

Σήμερα οι περισσότερες κάναβες έχουν κλείσει ενώ αυτές που έχουν απομείνει έχουν εκβιομηχανιστεί. Οι παραδοσιακοί οινοποιοί σιγά-σιγά χάνονται και αυτό που με θλίβει, είναι πως η σημερινή γενιά δεν έχει το μεράκι να συνεχίσει τις παραδόσεις που με τόσο κόπο διατηρήθηκαν στο χρόνο.

 

Σαντορίνη, Ραφαήλ Αρβανίτης - Οργανοπαίκτης Τσαμπούνας

Ο Ραφαήλ είναι 16 χρονών και εγγονός του αείμνηστου Μιχαήλ Αρβανίτη, ενός  από τους πιο διασημότερους οργανοπαίκτες τσαμπούνας, ο οποίος έφυγε από τη ζωή πριν από 4 χρόνια. Εκείνη τη χρονιά, μας εξιστορεί ο Ραφαήλ, είχε έρθει ένα παιδί από τα Γρεβενά για να παίξει τσαμπούνα σε ένα τοπικό πανηγύρι. Η οικογένειά του συγκινήθηκε, καθότι τους θύμισε τις ένδοξες εποχές όταν ακόμα ο κύριος Μιχαήλ έπαιζε στις γιορτές του χωριού. Το περιστατικό αυτό ήταν που του γέννησε την επιθυμία να ακολουθήσει τα χνάρια του παππού του και να μάθει το παραδοσιακό όργανο.

Στην αρχή έκανε μερικά μαθήματα για να εξοικειωθεί με το όργανο, σύντομα όμως άρχισε να παίζει μόνος του παραδοσιακά τραγούδια, τα οποία μάθαινε χάρη στην ακοή του. Στην αρχή πέρασε δύσκολα καθώς οι συμμαθητές του στο σχολείο τον κορόιδευαν που έπαιζε αυτό το ξεχασμένο όργανο. Τα σχόλια αυτά δεν τον πτόησαν όμως... Συνέχισε ακάθεκτος να παίζει το αγαπημένο του όργανο ενώ πρόσφατα άρχισε να μαθαίνει και την κατασκευή του, η οποία είναι περίτεχνη και δύσκολη. Η τσαμπούνα αποτελείται από τα εξής βασικά μέρη: ένα ασκί, το οποίο είναι φτιαγμένο από το δέρμα ενός κατσικιού, ένα  επιστόμιο και ένα σύστημα καλαμένιων αυλών.

Σήμερα ο Ραφαήλ έχει συμμετάσχει σε διάφορες μουσικές εκδηλώσεις, οι οποίες διοργανώνονται από την Περιφέρεια της Σύρου, εντός και εκτός Ελλάδας, ενώ οι  φίλοι του στο σχολείο πλέον τον θαυμάζουν και του ζητούν να τους μάθει τα μυστικά της τσαμπούνας. Ταυτόχρονα προετοιμάζεται πυρετωδώς για να μπει στην ποδοσφαιρική ακαδημία του Πανιωνίου, μας εκμυστηρεύεται όμως πως δεν πρόκειται να σταματήσει να παίζει το όργανο του παππού του... Όταν αγαπάς κάτι δεν το σταματάς!



Σαντορίνη, Μιχάλης και Ιωάννα Αρβανίτη - Παρασκευή παραδοσιακής Φάβας

Ο Μιχάλης και η Ιωάννα Αρβανίτη είναι παντρεμένοι 63 χρόνια!!! Περάσανε πολλές δυσκολίες και στερήθηκαν πολλά για να καταφέρουν να μεγαλώσουν τα επτά παιδιά τους.

Ξεκίνησαν να φτιάχνουν παραδοσιακή φάβα στην ηλικία των 16 χρονών, όταν ακόμη η μέθοδος επεξεργασίας της γινόταν με χειρόμυλους και η ωρίμανση σε υπόσκαφες κάναβες. Η δουλειά ήταν δύσκολη και χρονοβόρα όπως μας λεει η κυρία Ιωάννα, η οποία αναλάμβανε το κοσκίνισμα (ή αλλιώς τουμπάνιασμα), το άλεσμα και το πάστρεμα της φάβας.  Ο κύριος Μιχάλης από την άλλη ήταν όλη μέρα στα αμπέλια καλλιεργώντας και φροντίζοντας τον αρακά, όπως λένε οι Σαντορινιοί τη φάβα, αλλά και άλλα προϊόντα, όπως πατάτες και ντομάτες, για να καταφέρουν να βγάλουν τα προς το ζην.

Όταν μεγάλωσαν λίγο τα παιδιά, μας λέει γεμάτη περηφάνια η κυρία Ιωάννα, έβγαιναν κι εκείνα στα χωράφια, για να βοηθήσουν τον πατέρα τους και να μάθουν με τη σειρά τους την τελετουργία παρασκευής της απλής αλλά αξεπέραστης Σαντορινιάς φάβας: από τη σπορά στα άνυδρα χωράφια της Σαντορίνης, η οποία ξεκινά το Δεκέμβριο και συγκεκριμένα του Αγίου Νικολάου, στο αλώνισμα και τέλος στην ξήρανσή της στον ήλιο για να ξεφλουδίσει.

Πλέον, μας λένε και οι δύο με πικρία, δεν ασχολούνται πολλοί άνθρωποι με την παρασκευή της φάβας, καθώς είναι πολύ κουραστική και απαιτητική δουλειά... έχουν καταπιαστεί με άλλα επαγγέλματα και όσο περνάνε τα χρόνια οι παραδόσεις χάνονται.

 
http://www.bluestarferries.gr/site/content.asp?sel=867&loc=1&query=

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

ο " Κοφινάς" στη Σαντορίνη


http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=606

Κοντογιάννη Στέλα: Επαγγελματικός Βίος Στις Κυκλάδες

Το Επάγγελμα Του «Γύφτου»

Ένα παραδοσιακό επάγγελμα που απαντά στις Κυκλάδες είναι του "γύφτου" (=σιδηρουργού). Αυτός κατασκευάζει με ιδιόρρυθμο τρόπο τις «αξίνες» (=τσάπες). Από ένα κομμάτι ατσάλι χτυπώντας το, όπως είναι πυρωμένο κόκκινο από τη φωτιά το κάνει φύλλο. Το τελικό σχήμα είναι επίμηκες ισοσκελές τρίγωνο, που κατά τη μικρή βάση φέρει ενσωματωμένη υποδοχή -οπή- για το πέρασμα του στυλιαριού. Αυτό το σχήμα και το μικρό βάρος έναντι της τσάπας του εμπορίου τη κάνουν να είναι το αγαπητό εργαλείο του αγρότη. Κάθε σκάλισμα της γης, καθώς και για το «λάκκισμα» (=ξελάκωμα) της αμπελιάς, είναι το μόνο εργαλείο που ευνοεί την εργασία αυτή. Γιατί είναι οι αμπελιές χαμηλά, λίγο από το έδαφος σηκωμένες κι είναι αδύνατον να εργασθεί η τσ
άπα του εμπορίου.
Επίσης ο "γύφτος" κατασκευάζει το υνί του αρότρου, πελέκια και οτιδήποτε σιδηρά αντικείμενα καθώς και τα ιδιόρρυθμα «φερεντίνια», που είναι το απαραίτητο μαχαίρι στην τσέπη του κάθε αγρότη. Αποτελείται από μια δρεπανοειδή λάμα που καταλήγει σε μια ουρά σαν καρφί, που καρφώνεται σε ένα κομμάτι χοντρό κλαδί συκιάς για λαβή, καθώς το κλαδί έχει την ψύχα (εντεριώνη) στο κέντρο και επιτρέπει να περνά το σίδερο. Στα παλιά χρόνια η εργασία του κλαδέματος της αμπελιάς γινόταν με την φερεντίνα. Οι ψαλίδες που υπάρχουν σήμερα δεν υπήρχαν τότε.

Η Καλαθοπλεκτική Ως Επάγγελμα Στη Σαντορίνη

Ι) Είδη καλαθιών:
Το πλαστικό ως υλικό κατασκευής διαφόρων ειδών ήταν άγνωστο την παλιά εποχή. Αντιθέτως η αφθονία της λυγαριάς και των καλαμιών ως πρώτης ύλης είχε αποτέλεσμα την τεράστια ανάπτυξη της καλαθοπλεκτικής ως επαγγέλματος.
Επίσης η αλματώδης επέκταση της τοματοκαλλιέργειας, η ίδρυση κονσερβοποιείων πριν και μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο κι αργότερα η ίδρυση οινοβιομηχανιών στη δεκαετία του 1950, έδωσαν ακόμη μεγαλύτερη ώθηση στο επάγγελμα.
Η χρυσή εποχή για τους «κοφινάδες», όπως λέγονται στη Σαντορίνη οι καλαθοποιοί, μπορούμε να τοποθετήσουμε από το μέσον της δεκαετίας του 1930 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Έτσι βλέπουμε κατά τη δεκαετία του 1930 να βρίσκονται σε λειτουργία 14 εργαστήρια καλαθοπλεκτικής με άριστους τεχνίτες που προμήθευαν τις βιομηχανίες και τους αγρότες με κοφίνια και διάφορα καλάθια.
Δυστυχώς όμως για τους επαγγελματίες η πιο παραγωγική περίοδος που εργάζονταν πυρετωδώς για να ανταποκριθούν στη ζήτηση, δεν κράτησε πολλά χρόνια. Η καλλιέργεια της τομάτας είχε αρχίσει να περιορίζεται. Τα κονσερβοποιεία έκλειναν. Τα αμπέλια εξαιτίας της μικρής στρεμματικής απόδοσης εγκαταλείπονταν σιγά-σιγά και ο αγροτικός πληθυσμός μετατρέπεται σε αστικό με την ενασχόλησή του σε τουριστικά επαγγέλματα. Από την άλλη πλευρά η ευρεία διάδοση των πλαστικών συνετέλεσε ώστε να περιοριστεί το επάγγελμα του κοφινά και σήμερα να υπάρχει ένας και μόνο, ο Γιώργης ο Καφούρος, που έχει το εργαστήριό του στο Μεγαλοχώρι.
Οι λυγαριές είχαν φυτευθεί από πολύ παλιά στις άκρες των δρόμων και ως όρια γειτονικών κτημάτων. Ο κάθε ιδιοκτήτης του κτήματος περιποιείται και σοδεύει τα φυτά, λυγαριές, που είναι στην περιοχή του. Σήμερα με την επέκταση των πλαστικών εγκαταλείπεται σιγά - σιγά και η καλλιέργεια τους. Οι βέργες λυγαριάς κόβονται περί τα μέσα Αυγούστου. Απλώνονται στον ήλιο να ξηρανθούν, μετά τινάσσονται να πέσουν τα φύλλα και φυλάγονται σε στεγνό χώρο όρθια. Όταν πρόκειται να δουλευτούν γίνεται διαλογή και καθαρίζονται από τις πλαϊνές παραφυάδες. Ραντίζονται με νερό επί μερικές μέρες, για να είναι πιο ευλύγιστες κατά την επεξεργασία.
Μ' αυτές κατασκευάζονται διαφόρων ειδών αντικείμενα. Πανέρια, καλάθια, κοφάκια, μισοκόφινα, κοφίνια, κρασοκόφινα, αλυοσαρωνιές, σαρωνίδια, επενδύσεις γαλονιών και δαμιζανιών. Βασικό σχήμα σ' όλα αυτά τα μεγέθη σκευών μεταφοράς είναι ο αντεστραμμένος κόλουρος κώνος με τη μικρή βάση για πυθμένα. Στα καλάθια και κοφάκια προσέθεταν και βέργες από καλάμι σχιστό, για καλύτερη εμφάνιση.

ΙΙ) Περιγραφή πλεκτών ειδών:
Αρχίζοντας από το πιο μικρό έχουμε το «καλαθάκι» που έχει ένα χέρι κυκλοτερές πάνω στα χείλη με τις άκρες του εκ διαμέτρου αντίθετα. Σ' αυτά χωράνε 2-4 κιλά σταφύλια και χρησιμοποιούνται συνήθως για αποστολή δώρων. Στο ίδιο σχήμα κατασκευάζονται και μεγαλύτερα, που χωράνε 8-10 κιλά σταφύλια, τα οποία κρατούν οι γυναίκες κατά τον τρύγο.
Κατόπιν έχουμε το «κοφάκι» που χωράει 10-14 σταφύλια. Ο τύπος αυτός των καλαθιών έχει δύο «χέρια» και διαμέτρου αντίθετα, που εκφύονται από τα χείλη του καλαθιού. Χρησιμοποιούνται από τους άντρες κατά τον τρυγητό, αλλά και για διάφορες άλλες εργασίες μεταφοράς υλικών σε μικρές αποστάσεις. Η κάθε οικογένεια παλιότερα στην καθημερινή χρήση είχε το καλάθι και το κοφάκι. Ακόμη και στις οικοδομικές εργασίες ήταν απαραίτητα.
Στον τύπο αυτό καλαθιών κατασκευάζονται τα «μισοκόφινα» που έχουν όμως τα δύο χέρια στα πλάγια και λίγο πιο πάνω από το μέσον του ύψους. Αυτά χωράνε περίπου 25 κιλά σταφύλια και χρησιμοποιούνται για διάφορες εργασίες μεταφοράς. Πολλοί γυρολόγοι μεταπράτες φόρτωναν άλλοτε στο ζώο δύο μισοκόφινα με τις διάφορες πραμάτιες μαναβικής ή μπακαλικής και περιφερόμενοι στα χωριά πουλούσαν τα εμπορεύματά τους.
Εκείνα που έχουν μεγάλη κίνηση για τη μεταφορά των σταφυλιών στις κάναβες και στις οινοβιομηχανίες είναι τα «κοφίνια». Είναι ακριβώς στον τύπο του μισοκόφινου αλλά μεγαλύτερα. Έχουν εσωτερικές διαστάσεις περίπου: διάμετρος της βάσης (πυθμένα) 0,35μ, του στομίου 0,48 μ, το δε ύψος εσωτερικά είναι 0,44μ. Η χωρητικότητά τους κυμαίνεται από 40-45 και καμιά φορά 50 κιλά. Το βάρος εξαρτάται από το μέγεθος των κοφινιών, γιατί οι διαστάσεις διαφέρουν κατά μερικά εκατοστά του μέτρου, αλλά εξαρτάται όμως και από το γέμισμα που κάνουν οι εργάτες.
Τα κοφίνια αποτελούν περιουσία της κάναβας (=οινοποιείου). Η χρήση των κοφινιών εξακολουθεί και σήμερα χάρη στις καλές ιδιότητες της λυγαριάς. Τα κοφίνια αντέχουν στη χρήση λόγω της ευλυγισίας της λυγαριάς, ενώ παράλληλα έχουν καλό αερισμό. Επί πλέον λόγω του σχήματός τους φορτώνονται στα ζώα πιο εύκολα, δένοντάς τα στο σαμάρι. Εκείνο που έχει μεγάλη σημασία για τη συντήρηση είναι να γίνεται το πλύσιμο μετά τη βεντέμα στη θάλασσα και με προσοχή να φεύγουν οι ξηρές ρόγες που υπάρχουν ενδιάμεσα στις βέργες, ώστε να μην προσελκύουν τα ποντίκια. Το αλάτι δε που ξηραίνεται πάνω στις βέργες εμποδίζει το σαράκι. Τα κοφίνια δεν αποτελούν μέτρο παραγωγής, γιατί δεν έχουν όλα ακριβώς τις ίδιες διαστάσεις. Χοντρικά μπορεί να κρίνει ο αμπελουργός τι ποσόν περίπου έκαμε το αμπέλι και να το συσχετίσει με κάποιο άλλο αμπέλι ή να το συγκρίνει με την παραγωγή παρελθόντων ετών.

Κρασοκόφινο

Τούτο είναι σχεδόν όμοιο με το κοινό κοφίνι. Διαφέρει κατά το ότι γίνεται κατά παραγγελία, ώστε το πλέξιμο των βεργών να γίνει πιο αραιό. Χρησιμοποιείται κατά την ώρα που πατιώνται τα σταφύλια στο πατητήρι. Τοποθετείται κάτω από την άφλα (οπή που συνδέει το πατητήρι με το ληνό, την υπόγεια δεξαμενή όπου ρέει το γλέυκος) για να συκρατεί τα στρέμφυλα που τυχόν παρασύρονται με τη ροή του γλεύκους προς το ληνό. Ενεργεί δηλαδή σαν φίλτρο.

Το «Ζυγιστό Κοφίνι»

Το καλάθι και το κοφάκι δεν αποτελούσαν ποτέ μέτρο σταφυλοπαραγωγής, καθώς αυτά κατασκευάζονται σε διάφορα μεγέθη και επομένως δεν είναι σταθερής περιοεκτικότητας. Είναι βοηθητικά σκεύη για τον τρυγητό.
Κατά την παλιά εποχή ο στατήρας (καντάρι) και πολύ περισσότερο η πλάστιγγα αποτελούσαν είδη σπάνια ή και ανύπαρκτα στη πιο παλιά εποχή. Η μέτρηση όμως της ποσότητας των σταφυλιών που θα παρέδιδε ο σταφυλοπαραγωγός στον έμπορο ή σε μεγαλύτερο παραγωγό για οινοποίηση, έπρεπε να γίνεται με κάποια μονάδα και κατά το δυνατόν με ακρίβεια. Χρειαζόταν, λοιπόν, να υπάρχει κάποιο δοχείο ορισμένης χωρητικότητας. Το καλάθι, με την έννοια που γράφουμε παραπάνω, ήταν σχετικά μικρό, το κοφίνι πάλι μεγάλο, γιαυτό είχαν επιλέξει σα χρυσή τομή και κατασκεύαζαν έν ενδιάμεσο, το «μισοκόφινο» με ορισμένες διαστάσεις που το είχαν για μονάδα ποσότητας των σταφυλιών. Με βάση αυτό γινόταν η συναλλαγή. Όταν αργότερα επί τουρκοκρατίας, καθιερώθηκε ως μέτρον βάρους η «οκά», τότε ζύγιζαν τα σταφύλια που έπαιρνε το μισοκόφινο και βρήκαν ότι χωρούσε 16 οκάδες.
Αργότερα κατά τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν γενικεύτηκε το ζύγισμα με το καντάρι και την πλάστιγγα, δεν ήταν εύκολο να αποβληθεί η συνήθεια που είχε αποκτηθεί, έτσι παρέμεινε η συναλλαγή των εμπόρων με τους σταφυλοπαραγωγούς να γίνεται πάλι με το «ζυγιστό κοφίνι». Μετέτρεπαν δηλαδή το βάρος των οκάδων σε αριθμό «ζυγιστών κοφινιών» με βάση μονάδος 16 οκάδες σταφύλια.
Έτσι το 1926 βρίσκουμε σε παλιά κατάστιχα εμπόρων -τα οποία φυλάσσονται με επιμέλεια- συναλλαγή με 40 δραχμές το «κοφίνι» τα άσπρα σταφύλια και με 32 δραχμές τα μαύρα. Δηλαδή η τιμή των άσπρων σταφυλιών ανά οκά αντιστοιχούσε με 2,50 δραχμές και των μαύρων με 2,00 δραχμές.
Για την ιστορία παραθέτουμε ένα παράδειγμα τέτοιας συναλλαγής, όπου οι 303 οκάδες ασύρτικο κι οι 77 οκάδες μαντηλαριά μετατρέπονται σε συμμιγείς αριθμούς «ζυγιστών κοφινιών», οπότε πολλαπλασιαζόμενοι με την τιμή του ενός «ζυγ. κοφ.» έχουμε την αξία των σταφυλιών.

303οκ/16 = 18 ζυγιστά κοφίνια +15οκ=(18+ 15/16)χ 40δρχ= 757,50
77οκ/16 = 4 ζυγιστά κοφίνια +13οκ=(4+ 13/16)χ 32δρχ = 154,00
Σύνολο αξίας σταφυλιών = 911,50δρχ

Τέτοιου είδους μετρήσεις όγκου αντιπροσωπεύουσες βάρος ήταν σε κοινή χρήση. Π.Χ. για τα στερεά (όσπρια και δημητριακά) είχαν το «μισοκοίλι», διβώτιο χωρητικότητας 12 οκάδες αρακά. Φυσικά στα δημητριακά είχε διαφορετικό βάρος ανάλογα το είδος, λόγω διαφορετικού ειδικού βάρους. Για το κρασί είχαν το «σέκιο» χωρητικότητας 8 οκάδες κρασί ξηρό.
Κάτι ανάλογο γινόταν και στη Ζάκυνθο με την πώληση της σταφίδας.

Σημ: Σχετικά με τις μονάδες βάρους στη Σαντορίνη είχαν και το «καντάρι» ισοδύναμο με 44 οκάδες που το χρησιμοποιούσαν στα κρεμμύδια και στον ασβέστη, και επίσης το «ζύγι» ισοδύναμο με 100 οκάδες που χρησιμοποιόταν για τα καυσόξυλα. Η συναλλαγή αυτών στο χοντρικό εμπόριο γινόταν με βάση τιμής της αντίστοιχης μονάδας, όχι με την οκά.

Μικροπαραγωγοί Χωρίς Κάναβα

Τώρα σχετικά με τα σταφύλια, οι μικροπαραγωγοί που δεν είχαν κάναβα, είχαν όμως οικονομική άνεση, απόφευγαν να πουλήσουν τα σταφύλια τους κατά τον τρυγητό, γιατί πίστευαν ότι το χειμόνα θα απολάμβαναν μεγαλύτερο κέρδος. Αυτοί συνεννοούνταν με τις «κάναβες» (ιδιοκτήτες καναβών που παραλάμβαναν σταφύλια και τα οινοποιούσαν για λογαριασμό τους. Ο θεσμός αυτός δηλαδή το να οινοποιεί κάποια κάναβα σταφύλια για λογαριασμό του μικροπαραγωγού ακολουθούσε ορισμένους κανόνες. Πράγματι υπήρχε κανονισμός σύμφωνα με τον οποίο για να δικαιούται να λαμβάνει ο μικροπαραγωγός ένα βουτσί (336 οκάδες) άσπρο μπρούσκο κρασί, άνω των 15ο Vol έπρεπε να παραδώσει 35 «ζυγιστά κοφίνια» δηλαδή 35 χ 16 = 560 οκάδες ασύρτικο σταφύλι, ενώ για ένα βουτσί μαύρο μπρούσκο, τουλάχιστο στους 13ο Vol, έπρεπε να παραδώσει 40 «κοφίνια ζυγιστά» ήτοι 40 χ 16 = 640 οκάδες μαντηλαριά. Εννοείται ότι αν ο καναβιέρης ήθελε να φανεί φιλικός, κανόνιζε μερικές οκάδες λιγότερο σταφύλι κατά βουτσί. Η ποσοτική αυτή διαφορά μεταξύ ασύρτικου και μαντηλαριάς υπήρχε γιατί η μαντηλαριά είναι μικρότερου σακχαρικού τίτλου. Με φυσική ωρίμανση φτάνει τους 10ο με 11ο και πολύ σπάνια τους 12ο Vol.
Έτσι προκειμένου να φτάσει στους 13ο το μαύρο κρασί έπρεπε να προστεθεί συμπυκνωμένος μούστος από σταφύλια ψημένα στον ήλιο. Σ' αυτά τα επιπλέον σταφύλια συμπεριλαμβάνονταν τα ψημένα σταφύλια καθώς και τα έξοδα οινοποίησης, οι φύρες και η ασφάλεια του προϊόντος, αφού η κάναβα είχε την ευθύνη για κάθε απρόοπτο.
Ακόμη το 1950 ίσχυε ο θεσμός του να οινοποιούν μερικές κάναβες σταφύλια για λογαριασμό μικροοινοπαραγωγών. Έτσι βλέπουμε την τότε νεοσύστατη εταιρία Α.Β.Ι.Σ. να οινοποιεί για λογαριασμό διαφόρων αμπελουργών με ορισμένο ποσό σταφυλιών κατά βουτσί και είδος κρασιού. Υπάρχει αντίγραφο της εγκυκλίου ίδρυσης και λειτουργίας της.

Στομόχι

Οι κοφινάδες, εκ παραλλήλου με τα καλάθια και τα κοφίνια, έπλεκαν και «στομόχια» (φίμωτρα). Αυτά τα χρησιμοποιούσαν οι αγωγιάτες, για κάλυψη του στόματος και των ρωθώνων των ζώων για να τα προστατεύει από τα δήγματα των οίστρων. Επίσης εμποδίζει το ζώο από το να φάει κατά την ώρα της εργασίας. Εκτός από τα παραπάνω είδη έπλεκαν με ψιλές βέργες λυγαριάς πλέγμα για προστασία μεγάλων φιαλών, γαλονιών και δαμιζανών.
Τέλος με τις βέργες που είναι ακατάλληλες για τα πλεχτά είδη, φτιάχνουν τις «αλυοσαρωνιές» ή «αλυ(γ)αρόσκουπες» που χρησιμοποιούνται στα αλώνια, στις αυλές και γενικά όπου έχουμε πλακόστρωτο δάπεδο.
Επίσης έχουμε τα «αλυοσαρωνίδια» που είναι χρήσιμα κατά το πάτημα των σταφυλιών στο πατητήρι, στο πλύσιμο των επιφανειών πατητηριού και ληνού και ειδικά στο πλύσιμο των κοφινιών.

Στέλα Κοντογιάννη
Υποψήφια Διδάκτωρ Λαογραφίας


Σήμερα....Ο μαστρο Γιώργης Καφούρος όμως του Μαρή ( Μαρίνου) εδώ και λίγους μήνες έφυγε από κοντά μας... πάει να συναντήσει το Νικολέττι του που τόσο του χε λείψει.... Είναι μεγάλη μου και ιδιαίτερη τιμή που προσωπικά μπόρεσα να γνωρίσω την αλησμόνητη Νικολέττα και τον αξέχαστο μαστρο Γιώργη ... Δυο υπέροχα απλούς ανθρώπους..... Από τη μια η γλυκεια παρουσία της Νικολέττας στην Παναγιάστο μεγαλοχώρι και από την άλλη η απλότητα του μαστρο Γιώργη του Κοφινά.... Δυο καλοσυνάτοι ανθρώποι της παλιάς εποχής της Σαντορίνης... που όσοι τους γνωρίσαμε πρέπει να νοιώθουμε ευτυχισμένοι!!!

Μαστρο Γιώργη μου ήσουν ένας από τους παραδοσιακούς Κοφινάδες τουνησιού και ένας ξεχωριστός Άνθρωπος! Κερα Νικολέττα η όψη σου στο Μεγαλοχώρι θα παραμείνει αιώνια!!





Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...