Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγιώτης Μυτιληναίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγιώτης Μυτιληναίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

Ανέτειλε η 9η Ιουλίου 1956, Η ημέρα όπου τα πάντα άλλαξαν στο νησί της Σαντορίνης ….



Ανέτειλε η 9η Ιουλίου 1956, Η ημέρα όπου τα πάντα άλλαξαν στο νησί της Σαντορίνης ….
Ήταν 9 Ιουλίου 1956, 5.30 το πρωί όταν δύο σεισμοί άνω των 7 ρίχτερ, συγκλόνισαν το νησί και προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές. Πάνω από 2000 σπίτια έπαθαν ζημιές και πάνω από 50-60 άτομα έχασαν τη ζωή τους.[1] Ως απόρροια του μεγάλου σεισμού η κοινωνική δομή της Σαντορίνης αλλάζει[2]. Τα κατεστραμμένα σπίτια[3] οδηγούν σε αναγκαστική μετανάστευση στην Αθήνα των κατοίκων, οι ζημιές σε αγροτικές περιοχές, και στις βιομηχανίες κυρίως ντομάτας οδηγούν σε μαρασμό τους εναπομείναντες στο νησί.  Ο μεγάλος σεισμός της Σαντορίνης του 1956, ήταν η βασικότερη αιτία αλλαγής της φύσης του νησιού: Αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμού στην Αθήνα και τον Πειραιά, λόγω της μεγάλης καταστροφής κτηρίων, εγκατάλειψη αγροτικών περιοχών,  εσωτερικές μετακινήσεις και δημιουργία νέων χωριών. Η σχεδόν ολιστική επαναπροσέγγιση της κοινωνίας της Σαντορίνης οδήγησε στην κατά βάση τουριστική ανάπτυξη του νησιού και στην παράλληλη σε μικρότερο επίπεδο ανάπτυξη της γεωργικής καλλιέργειας .Η προσπάθεια ανοικοδόμησής του ξεκινάει από τη δεκαετία του 1960.
«Να δώσει ο Θεός να μη ξαναγίνι τέθοια συμφορά» είναι η χαρακτηριστική φράση όλων έζησαν αυτές τις στιγμές…. Μια συμφορά που έμελε να αλλάξει τα πάντα….   Οι εικόνες αυτές μένουν όμως χαραγμένες στο νου των ανθρώπων που τις έζησαν. Οι εικόνες αυτές "εμφανίζονται" και πάλι κάθε που πλησιάζει ο μεγάλος σεισμός της "αλλαγής". Οι άνθρωποι ακόμα πονάνε...συγκινούνται... Σαν να γινε ο σεισμός μια μέρα  πριν... όχι πάνω από μισό αιώνα...!
Και από την άλλη πλευρά η  εκκλησία σύμβολο του σεισμού, η εκκλησία του Αγίου Παγκρατίου στο Καμάρι της Σαντορίνης ανεγέρθηκε μετά τον καταστροφικότατο σεισμό της 9ης Ιουλίου του 1956, ανήμερα της εορτής του Αγίου,  στέκει και τιμάει τη Μνήμη του Αγίου …και την Μνήμη της Ιστορίας.  
Το τσουνάμι έφτασε μέχρι και τα 3,8 μ. στην ανατολική Κρήτη. Εγινε αντιληπτό σε Ναύπλιο, Εύβοια, Τήνο, Σύρο, Αστυπάλαια, Ανάφη, Σαντορίνη, Φολέγανδρο, Σίκινο, Νάξο, Σάμο, Κω, Κάλυμνο, Νίσυρο, Λειψούς, Πάτμο, Τήλο, Χάλκη, Ρόδο και ακόμη στην Τουρκία (Σμύρνη, Αλικαρνασσό)[4]. 
«Η ελληνική κυβέρνηση στέλνει εσπευσμένα βοήθεια από αέρος[5] και θαλάσσης στα νησιά του Αιγαίου όπου ένας σεισμός και το παλιρροιακό κύμα που ακολούθησε προκάλεσαν τουλάχιστον 46 θανάτους, - η λίστα των απωλειών αναμένεται να μεγαλώσει- και κατέστρεψαν πολλά χωριά», γράφει χαρακτηριστικά η αμερικανική εφημερίδα «The Spokesman Review», στις 9 Ιουλίου 1956. Σημειώνει ακόμα πως όλα τα ελαφρά πλοία του ελληνικού ναυτικού σπεύδουν εκεί, όπως και αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη. « Η πρωτεύουσα ισοπεδώθηκε εντελώς, όπως επίσης και η πολίχνη στη βορεινή απόληξη του νησιού», αναφέρει ο επιτετραμμένος τύπου της Αμερικανικής Πρεσβείες Theodor Jeckell . Την επομένη, η σκοτσέζικη «Glasgow Herald», εκτός από την εκτενή περιγραφή, αναφέρει εκτιμήσεις, σύμφωνα με τις οποίες η ενέργεια που απελευθερώθηκε από το «ρήγμα της Αμοργού», είχε την ισχύ 10.000 ατομικών βομβών. Η «Free Lance Star», την ίδια μέρα επικαλείται τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, που κάνουν λόγο για 42 νεκρούς, ενώ σημειώνει πως όλοι οι κάτοικοι κοιμούνται στην ύπαιθρο.
Ενώ ο «Νεολόγος Πατρών γράφει : Ανήλθον εις 53 τα Θύματα του σεισμού εις Σαντορίνην. Προγραμματίζεται μόνιμος στέγασις των πληγέντων.Συγκλονιστική περιγραφή του σεισμού. Ήτο διάρκειας 45 δευτερολέπτων. Οικογένειαι ολόκληροι εφονεύθησαν. Εσημειώθησαν 257 δονήσεις. Ήρχισεν εκδηλούμενην η διεθνής αλληλεγγύη. Παρέχεται ήδη βοήθεια εις τρόφιμα, σκηνάς και νοσηλευτικόν υλικών.  Η Νέα Θεομηνία Αι συγκεντρούμεναι από την Θήρα και την Δωδεκάνησον πληροφορίαι παρουσιάζουν μεγάλύτερον ολονεν το μέγεθος της καταστροφής που έπληξε την Ελληνική αυτήν περιοχή …..[..] Κατά την παρούσαν στιγμήν, όμως το πλήγμα που εδέχθη η Θήρα και μαζί της η Δωδεκάνησος είναι υπέρ την αντοχή των. Μόναι του δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την δυστυχίαν η οποία μοιραίως θα εκσπάση εις αυτάς. Το πανελλήνιον αποτελει μία οικογένειαν και μέλη των κόλπων της είναι τα πληγέντα αυτά νησιά.  Και το κράτος κινητοποιούμενον κεραυνοβόλως, πρέπει να συντελέση εις την ανακούφισιν και την ανόρθωσιν των ερειπειών». 
  
Οι αφηγήσεις από το σεισμό είναι χαρακτηριστικές :
1. Δον Νίκος Κοκκαλάκης: … « Οι σκηνές που ζήσαμε περνούν μπροστά στα μάτια μας. Πρώτα απ όλα η σκέψη και η προσευχή μας στρέφονται στα αγαπημένα πρόσωπα που ανασύρθηκαν νεκροί από τα συντρίμμια: τη μάνα με τα παιδιά που  θάφτηκαν ζωντανά μέσα στο υπόσκαφο σπίτι τους, την οικογένεια που ήρθε στο νησί την Κυριακή το βράδυ για να περάσει το καλοκαίρι και τη Δευτέρα το πρωί βρήκε τον θάνατο μέσα στο σπίτι που γκρεμίστηκε…. Οι πρώτες ημέρες και οι πρώτες νύχτες ήταν ατελείωτες και γεμάτες αγωνία για το τι ακόμη επρόκειτο να συμβεί . Μερικοί έφυγαν για την Αθήνα με το πρώτο πλοίο που ήλθε στο νησί με τους γιατρούς, και τα είδη πρώτης ανάγκης. Οι περισσότεροι έμειναν, αλλά εγκαταστάθηκαν στα χωράφια. Το μόνο κτήριο που έμεινε ανέπαφο ήταν το ξενοδοχείο Ατλαντίς, που μόλις είχε τελειώσει και είχε κτισθεί με τις αντισεισμικές προδιαγραφές. Έτσι μπόρεσε να δεχθεί τους πρώτους κρατικούς λειτουργούς. …..[] Εκείνο το πρωινό της καταστροφής μόλις είχα φθάσει στον Πειραιά μετά ολιγοήμερη παραμονή στη Σύρο. Μόλις με είδαν οι φίλοι μου μου ανήγγειλαν πανικόβλητοι « χάθηκε η Σαντορίνη, ένα σύννεφο σκόνης έχει σκεπάσει το νησί….» Επιβιβάστηκα στο πρώτο πλοίο που έφυγε για το μεσημέρι για τη Σαντορίνη, το γνωστό σε όλους τους Σαντορινιούς « Μοσχάνθη»  και έφθασα την επόμενη ημέρα το βράδυ . Από την Περίσσα που αποβιβαστήκαε πήγα κατ ευθείαν στα χωράφια στην περιοχή του Σταυρού στο Κοντοχώρι όπου βρήκα όλους τους ενορίτες…. Θυάμαι την αυτοθυσία των νέων παιδιών που κινητοποιήθηκαν από την πρώτη στιγή για να προσφέρουν βοήθεια όπου και όπως μπορούσαν. Όσα από τα παιδιά είχαν μείνει στο νησί – γιατί πολλά είχαν στεγαστεί στη Νέα Μάκρη , στο Ίδρυα των Αδερφών της Παμμακάριστου – οι αδερφές του Ελέους τα προσκάλεσαν να μείνουν για να βοηθήσουν στη δύσκολη αυτή περίσταση τις οικογένειες που επλήγησαν Οι Θηραίοι πάντα θυμούνται με ευγνωμοσύνη αυτή την προσφορά τους. Θυμάμαι τις Λειτουργίες  στο Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Κοιμητήριο ή στο ναό του Αγίου Αντωνίους το Κοντοχώρι που ήταν μισογκρεμισμένοι και επικίνδυνοι πράγμα που δεν είχαμε αισθανθεί τις πρώτες ημέρες…..(Γ.Κοκκαλάκη: Η Σαντορίνη και η Οικογένεια Κοκκαλάκη )
2  Όπως μου είπε κοιμόντουσαν, ήταν ξημερώματα γύρω στις 6 παρά τέταρτο. Λίγα λεπτά πριν γίνει ο σεισμός, η καρδερίνα που είχαν φτερούγιζε έντονα μέσα στο κλουβί, σε σημείο που το πουλί χτυπιόταν κυριολεκτικά στα σίδερα του κλουβιού. Τους ξύπνησε ο θόρυβος από το πρωτόγνωρο φτερούγισμα και κατάλαβαν ότι θα γίνει σεισμός γιατί τα ζώα προαισθάνονται τα σημάδια της φύσης. Δεν πρόλαβαν όμως να κατέβουν από τα κρεβάτια και άρχισε. Ευτυχώς που το σπίτι μας ήταν υπόσκαφο. Αυτό τους γλίτωσε! Πρώτα όπως μου είπε ήρθε ένα έντονο βουητό από τα έγκατα της γης που βούλωνε τα αυτιά και μετά το «κούνημα». Από το έντονο βουητό άνοιξε διάπλατα η εξώπορτα που ήταν κλειστή με τους μαντάλους! Αρχικά το κούνημα ήταν «πλαγιαστό» και μετά «χοροπηδηχτό, πάνω-κάτω». Τα έπιπλα χοροπηδούσαν και από τη μια μεριά των τοίχων βρέθηκαν στην άλλη. Χαρακτηριστικά όπως μου είπε ένας μπουφές της προγιαγιάς μου, ασήκωτο έπιπλο βαρύ ξύλινο γεμάτο γυαλικά που άλλοτε χρειαζόταν 6 άτομα για να καταφέρουν να το μετακινήσουν, χοροπηδούσε στον αέρα! Νόμιζες ότι οι 2 τοίχοι του υπόσκαφου πάλλονταν, δηλαδή έσμιγαν και μετά πάλι χωρίζανε. Δεν έμεινε τίποτα όρθιο από έπιπλα μέσα στο σπίτι: μπουφέδες, γυαλικά, κάδρα, όλα ήρθαν τούμπα. Εκτός από το εικονοστάσι που ήταν άθικτο στη θέση του κρεμασμένο με όλες τις εικόνες μέσα! Ούτε ένα λεπτό δεν κράτησε ο σεισμός και όταν τελείωσε και βγήκαν έξω στην αυλή.Στο δρόμο πάνω από το υπόσκαφο σπίτι μας υπήρχε ένα μαγαζί. Έπεσε όλο το μαγαζί όπως ήταν μέσα στην αυλή μας και από το πολύ βουητό που είχε ο σεισμός, κάνεις μέσα στο σπίτι δεν άκουσε τη κατεδάφιση του μαγαζιού!!!!! Το είδαν πως είχε πέσει όταν πλέον βγήκαν στην αυλή. Το ότι δεν πρόλαβαν να βγουν έξω και ο σεισμός τους «έπιασε» μέσα στο σπίτι ήταν η σωτηρία τους! Γιατί αν είχαν βγει στην αυλή, θα είχαν σκοτωθεί από το μαγαζί που ήρθε σωρό-κουβάρι μέσα στην αυλή μας. 
Ένα σύννεφο σκόνης είχε σκεπάσει τα πάντα σαν ομίχλη, δεν έβλεπες ούτε σε μισό μέτρο, άκουγαν μόνο τις φωνές των γειτόνων από δίπλα που φώναζαν: «γρήγορα όλοι στα αμπέλια, θα γίνουν και άλλοι σεισμοί». Όπως ήταν με τα νυχτικά μου είπε η θεία μου έφυγαν για τα αμπέλια, αφήνοντας τα σπίτια ανοιχτά χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους. (Στη σημερινή εποχή αν γινόταν κάτι ανάλογο, θα είχε γίνει αμέσως πλιάτσικο στα ανοιχτά σπίτια. Όμως τότε δεν υπήρχαν αλλοδαποί μετανάστες, δεν υπήρχε ακόμη τουρισμός ούτε ξένοι. Ήταν μόνο οι ντόπιοι, οι συγχωριανοί. Όλο το χωριό ήταν σαν μια οικογένεια. Δεν υπήρχε φόβος να αφήσεις το σπίτι σου ανοιχτό και να φύγεις, δεν έκλεβε κανείς. Δεν υπήρχε εγκληματικότητα. Ποιος θα έκλεβε? Ο συγχωριανός σου που τον ήξερες πιο καλά και από τον αδερφό σου? Αλλά χρόνια τότε..Βγαίνοντας στην αγορά, στο κεντρικό δρόμο της Οίας αντίκρισαν την καταστροφή του χωριού.
Τα καπετανόσπιτα, τα μαγαζιά και γενικά τα περισσότερα σπίτια του «κεντρικού δρόμου» είχαν κατεδαφιστεί. Τα κτίρια δηλαδή που ήταν με ταράτσες. Τα υπόσκαφα όμως άθικτα!!!! Ούτε ρωγμή στους τοίχους!!! Και για αυτό οι θάνατοι ήταν αυτών που δεν μένανε σε υπόσκαφα.
Επειδή είχαν πέσει τα σπίτια και τα μαγαζιά της αγοράς (εξού και η σκόνη που είχε καλύψει όλο το χωριό) όλοι οι δρόμοι του χωριού ήταν γεμάτοι από μπάζα και αναγκαστικά για να περάσουν να φύγουν σκαρφαλώνανε πάνω στα μπάζα. Λόφοι από μπάζα πάνω από 2 μέτρα!! Τις γριές και τους γέρους τους παίρνανε καβάλα στους ώμους τους οι νέοι. Αν άκουγαν μέσα στα χαλάσματα φωνές, όπως-όπως έσκαβαν για να σώσουν τον πλακωμένο από τα μπάζα.
Στην Αρμένη και στο Αμμούδι οι βάρκες "ανέβηκαν" πάνω στην προκυμαία.Η φουσκωμένη θαλασσα δηλαδή "ανέβασε" τις βάρκες και τις "αφησε" πάνω στο μώλο!! Όσοι ψαράδες βρίσκονταν εκείνη την ώρα είτε στην Αρμένη είτε στο Αμμούδι, καθώς ανέβαιναν τις σκάλες για να φτάσουν στο χωριό οι πέτρες από τα γκρεμνά κυλούσαν ασταμάτητα και τους χτυπούσαν.Μαζεύτηκαν στα χωράφια στο Θόλο γύρω από τον Αγ. Γεώργιο της Πάπενας. Όπως μου είπε κάθε τρεις και λίγο η γη κουνιόταν και έλεγαν: «νατος πάλι». Την ημέρα εκείνη θα πρέπει να έγιναν τουλάχιστον 300 σεισμοί. Κάθε 2-3 λεπτά και άλλος. Για μέρες ολόκληρες κάθε τόσο και λιγάκι η γη κουνιόταν. Τους έσωσε ότι ο σεισμός ήταν «υποθαλάσσιος» και όλη η ενέργεια του έπεσε στη θάλασσα........»
3. « Ο πατέρας μου ήταν μόλις 9 ετών τότε και μου έχει πει όσα λίγα θυμάται. Ήταν στην Αγία Φωτεινή στο Μεγαλοχώρι. Είχαν πάει με τον παππού μου τον Νικολό και το θείο μου τον Ανάργυρο να σομαρώσουνε τα μουλάρια για να ξεκινήσουνε να θερίσουνε το κριθάρι.. Ήταν 5 μιση με 6 όταν έγινε ο πρώτος σεισμος. Θυμάται τα μουλάρια να γυρίζουν γύρω γύρω μες στην μάντρα , να ρουθουνιζουν σαν τρελλά και να σηκώνονται όρθια στα πισινά τους πόδια. Κανείς άλλος δεν προαισθάνθηκε το κακό πέρα από τα ζώα Μόλις έγινε ο σεισμός ο παππούς έτρεξε στο χωριό να προλάβει να ξυπνήσει τους συγγενείς. 
4. Αφηγήσεις ζωής από το ραδιοφωνικό αφιέρωμα της εκπομπής « Τσάρκα στα Νησιά» ( 2011) http://kallistorwntas.blogspot.gr/2011/07/1956.html
Και πως περνούσαν οι μέρες μετά το σεισμό Άμεση κινητοποίηση Κυβέρνησης ιδιωτών πολιτών, Θηραίων της Αθήνας για να βοηθήσουν το νησί τους Χαρακτηριστικό το απόσπασμα από τα ΕΠΙΚΑΙΡΑ εκείνης της εποχής  
Η Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού στην Περίσσα κατά τη διάρκεια της ανοικοδόμησής της.


ενώ ο   Παναγιώτης Μυτιληναίος συμπληρώνει … «Καθώς ακόμα νωπές είναι οι πληγές που μας άφησε ο σεισμός του 56 το νησί αργοπεθαίνει οικονομικά. Χιλιάδες Σαντορινιοί ξενιτεύονται και πάνε στην Αθήνα για να ζήσουν τις οικογένειες τους. Πολλές από αυτές μένουν πίσω για να κρατούν ζωντανά τα σπίτια τα αμπέλια και το βιος. Μιλάμε για σκληρές και άσχημες μέρες.
Μια φέτα ψωμί με λίγο λαδάκι και λίγο πελτέ ήταν το πολυτελές κολατσιό μας.
Κρυφτό μέσα στα χαλάσματα που άφησε ο σεισμός , στο κόκκινο σπίτι του Νομικού , στα υπόσκαφα του Κοντοχωριού και στη πλατεία Σαρπάκη ήταν το παιχνίδι μας. Κρυφτοντενεκές με το Στάθη το Καραμανλή , τον Αντώνη το Μανιέμο , το Μιχάλη το ρίφι, το Στέλιο τον εισπράκτορα, το Σίμο το Μπελλώνια, τον Λουκά το Σμπάρα, το Γιώργο το κεφτέ, το Στάθη τον Αμπαζόγλου,το Σταύρο και το Μανώλη το Χάλαρη, την παλιοπαρέα δηλαδή των Φηρών, κάθε μέρα στη πλατεία του Σαρπάκη.
Περνούσαν οι μέρες δύσκολα αλλά όμορφα.»
Αλήθεια και εμείς τι κάνουμε σήμερα; Διασκεδάζουμε; Τιμάμε μέσω γλεντιού το σεισμό; Σίγουρα η ζωή προχωράει και εξελίσσεται, σίγουρα καλό θα είναι να υπάρχουν έργα και μέλλον, απλά όποιος σκεφτεί πως μέσα σ αυτά τα σπίτια, κάποτε υπήρχε αγνή, δύσκολη, και όμορφη ζωή, των προγόνων μας, θα προσπαθούσε να ανακαινίσει και όχι να κατεδαφίσει. Ίσως να μην είναι πρακτική η σκέψη αλλά  πολλοί ίσως αναλογιστούν ότι οι εικόνες του σεισμού πρέπει να μείνουν ξεχασμένες. Ας ξεχάσουμε το λόγο που τα έκανε έτσι, ας θυμηθούμε όμως την αξία, την αγνότητα και την δύναμη όλων όσων έζησαν τότε.... «Οι τρομαχτικές καμπάνες της 9 Ιουλίου μάλλον δε συνετίζουν κανένα. Και ίσως έτσι είναι το σωστό. Η ανθρωπότητα προοδεύει γιατί ξεχνά τον τελικό θρίαμβο του θανάτου και συμπεριφέρεται σα να είναι αιώνια.» (Μ. Αρβανίτη Σωτηροπούλου).
Γιατί ο αυτόματος πιλότος της Σαντορίνης μπορεί πάντα να την φέρνει στην κορυφή της τουριστικής αναγνώρισης…. Μπορεί πάντα να συνεχίζεται ο αέναος εκμαυλισμός της… Η Ιστορία της όμως γράφεται εκεί που δεν υπάρχει φως… στις βεγγέρες της νύχτας …στις αχάραγες  στιγμές του πρωινού Της…στους ήχους από τα χλιμιντρίσματα των μουλαράδων… στα πανηγύρια της… στο κορτάρισμα των νέων με τον παλιό τρόπο … στα αμπέλια…. Στην ελαφρόπετρα… στο χθες… !


[1] Α.Κονταράτος, Σαντορίνη….ό.π., σ.175.
[2] Γράφει ο  Δον Νίκος Κοκκαλάκης  - Γενικός Βικάριος της Καθολικής Επισκοπής Θήρας (1926-2010): « Οι σκηνές που ζήσαμε περνούν μπροστά στα μάτια μας. Πρώτα απ όλα η σκέψη και η προσευχή μας στρέφονται στα αγαπημένα πρόσωπα που ανασύρθηκαν νεκροί […]Οι πρώτες ημέρες και οι πρώτες νύχτες ήταν ατελείωτες και γεμάτες αγωνία για το τι ακόμη επρόκειτο να συμβεί..»   Η Σαντορίνη…. ,ό.π., σ. 221.
[3] «Ηγίνηκε  το 1956 μεγαλος σεισμος και ήστειλα τότες δα το Καδιώ να μαζέψει το κόσμο.  Τότες ηχαλάσανε τα σπίθια. Ηρχε ο στρατός κι ηγκρέμιζε να βγάλει τον κόσμο…. Να δώσει ο Θεός να μη ξαναγίνι τέθοια συμφορά! Πάει η Σαντορίνη!» Το απόσπασμα αυτό είναι μέρος προσωπικού ημερολογίου της Οιάτισσας Πλοικτήτριας Καδιώς Σιγάλα το οποίο αντιγράφει η εγγονή της. Βλ. Καδιώ Κολύμβα,  Η Πάνω Μεριά του Κόσμου, Εκδ. Αρμός  σσ. 32-34.
[4] Τι έγινε όμως την 9η Ιουλίου 1956 στην Κάλυμνο:   Σύμφωνα πάντα με τις περιγραφές από κατοίκους της Καλύμνου μόλις σε 13 λεπτά µετά το σεισµό άρχισε να υποχωρεί η θάλασσα, η οποία σε ορισµένες περιοχές έφθασε τα 200 μέτρα από την ακτογραμμή. Μετά από 5 λεπτά έφθασε στο Καντούκι (περιοχή του νησιού) το πρώτο κύµα κινούµενο µε αστραπιαία ταχύτητα από Α προς ∆ και στην συνέχεια ακολούθησαν τα άλλα δύο που κατέκλυσαν το πεδινό µέρος της νήσου σε βάθος 200 µέτρα. Το κύµα έφθασε σε ύψος 3,60 µέτρα. Σε µερικά σηµεία η στάθµη της θάλασσας κατέβηκε ακόμη και 2,5µ περίπου και σε άλλα ανέβηκε ακόμη και 5,5µ. Στον οικισµό Ποθαία η θάλασσα αρχικά υποχώρησε και στη συνεχεία επανήλθε µε υπερυψωμένη στάθµη και κατέκλυσε τα κτήρια κυρίως της παραλίας προξενώντας σοβαρές ζηµιές. Σηµειώθηκαν τρεις διαδοχικές υποχωρήσεις της θάλασσας, εκ των οποίων η τρίτη ήταν µεγαλύτερη. Κατά την υποχώρηση τα νερά της θάλασσας παρέσυραν ζώα, δένδρα, σκεύη και κουφώµατα σπιτιών σε απόσταση 1000–1500µ. Σε µερικά σηµεία παρατηρήθηκε πρόσχωση της παραλίας, στα περισσότερα όµως απογύµνωση του εδάφους. Περισσότερα από 30 αλιευτικά σκάφη και ένα µεγάλο ιστιοφόρο παρασύρθηκαν. Τρία άτοµα πνίγηκαν και µια µεγάλη έκταση καλλιεργήσιμης γης αχρηστεύθηκε από την κατάκλυση της θάλασσας.
Στην  Νάξο; Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ουσιαστικό πρόβλημα αντιμετώπισε μόνο ο Απόλλωνας καθώς ήταν και στο μάτι του σεισμού… Αντίθετα, η χώρα της Νάξου σώθηκε χάρη στην Στελίδα που λειτουργεί ως φυσικό εμπόδιο για την ανάπτυξη ενός τέτοιου τσουνάμι. Όπως θυμάται ο Τάκης Προμπονάς «εκείνο το πρωινό μόλις είχα γυρίσει στο σπίτι γιατί είχε έρθει πλοίο από το Πειραιά και όλοι πηγαίναμε για να το περιεργαστούμε. Άλλωστε βλέπαμε δύο ή τρία κάθε εβδομάδα. Έπεσα για ύπνο γύρω στις 5,30 το πρωί όταν μετά από μισή ώρα περίπου ένας σοβάς έπεσε στο κρεβάτι μου και πετάχτηκε όρθιος. Κοιμόμουν στο ρετιρέ μπορούμε να πούμε του σπιτιού, το ένιωσα αμέσως και φώναξα σεισμός. Κατεβήκαμε όλοι στην παραλία, εδώ που σήμερα είναι η πλατεία του παλιού δημαρχείου. Μετά από μισή περίπου ώρα είδα τη θάλασσα να τραβιέται προς τα μέσα και να φτάνει περίπου λίγο μετά την εκκλησία της Παναγιάς της Μυρτιδιώτισσας. Απίστευτο θέαμα. Τα βράχια που ήταν τότε εδώ που σήμερα είναι ο κεντρικός μώλος είχαν ξεγυμνωθεί. Η θάλασσα είχε κάτσει περίπου ένα μέτρο. Αρχίσαμε να περπατάμε το βυθό αλλά γρήγορα γυρίσαμε πίσω. Σε λίγο η θάλασσα άρχισε να φουσκώνει σιγά σιγά με κινήσεις αργές και χωρίς να προκαλεί αυτό που λέμε σήμερα τσουνάμι. Ανέβηκε περίπου 80 πόντους πάνω από το συνηθισμένο και αυτό φάνηκε από το γεγονός ότι το πλοίο Ελπίς του Νομικού (ο πρόγονος του σημερινού Σκοπελίτη ως προς το δρομολόγιο) είχε ανέβει στη σκάλα. Μάλιστα όταν τραβήχτηκε το νερό η κοιλιά του πλοίου έμεινε στη σκάλα και υπήρξε ο κίνδυνος να αναποδογυριστεί αλλά τρέξαμε όλοι και το σπρώξαμε στο νερό. Γενικά δεν θυμάμαι να δημιουργήθηκε πρόβλημα με το νερό. Αυτό πάντως που μου έκανε εντύπωση ήταν τα ποντίκια… Ζούσαν στις σπηλιές στα βράχια και με την άμπωτη του νερού άρχισαν να έρχονται προς την παραλία. Απόβαση κανονική καθώς μετά την σημερινή πλατεία του παλιού Δημαρχείου υπήρχαν καρνάγια με τις βάρκες να είναι ανεβασμένες προς την παραλία. Κι εμείς αρχίσαμε να τα κλωτσάμε προς την θάλασσα. Αλλά πολλά ποντίκια» Πηγή: http://kykladiki.blogspot.gr/2011/03/blog-post_4668.html

[5] Ο σεισμός του 1956,  Αφιέρωμα από ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία  του Δημήτρη Πράσσου
Κοινή Γνώμη 16 Ιουνίου 2010

Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Μέρες του Ραδιοφώνου Γ

ΜΕΡΕΣ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟΥ ΣΤΗΝ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ ΜΕΡΟΣ Γ
ΤΟ ΜΙΚΡΟΦΩΝΟ ΤΗΣ ΧΑΡΟΥΛΑΣ
Επιτρέψτε μου όμως να γυρίσω πάλι πολλά χρόνια πίσω για να σας διηγηθώ την ιστορία του μικροφώνου του σταθμού.Πρέπει να ήταν αρχές της δεκαετίας του 80 όταν ανήσυχο πνεύμα της εποχής και εγώ έβγαινα τις νύχτες και έβαφα με σπρέι συνθήματα στους τοίχους. Μια τέτοια νύχτα με συνάντησε στον δρόμο του Αθηνιού ο δικηγόρος ο Μιχάλης ο Ρούσσος και μου πρότεινε να ενταχθώ στην συντακτική ομάδα της εφημερίδας « Η Γνώμη της Σαντορίνης» και να γίνω μέλος στο ΚΚΕ. Αν και δεν τα μπορούσα αυτά τα κομματικά, πήγα και άρχισα να βοηθώ το Βαγγέλη το Σιγάλα, την Μαρία και τα άλλα παιδιά της ομάδας Είχα ασχοληθεί και στο παρελθόν με τοπικές εφημερίδες καθώς έστελνα αρθράκια στον Μανώλη το Λυγνό και τα Θηραϊκά Νέα αλλά και ανταποκρίσεις σε Αθηναϊκές κυρίως αθλητικές εφημερίδες.΄
Η Συντακτική ομάδα της Γνώμης Της Σαντορίνης διοργάνωνε τότε διάφορες εκδηλώσεις στο Καμάρι και συναυλίες.
Σε μια από αυτές τις συναυλίες είχαμε φέρει την Χαρούλα την Αλεξίου.
Νεαρή τότε τραγουδίστρια, θυμάμαι έλεγε τα τραγούδια του Λοϊζου, η Χαρούλα, είχε έρθει με μεγάλη ορχήστρα για να τραγουδήσει στο νησί.
Όπως σε κάθε εκδήλωση ήμουν υπεύθυνος για τα ηχητικά και την εξέδρα και έτσι η μοίρα τόφερε να γνωρίσω από κοντά αυτή τη μεγάλη Ελληνίδα τραγουδίστρια.
Ήταν θυμάμαι μεσημέρι και η Χαρούλα μαζί με την ορχήστρα ήρθε στο γήπεδο να κάνει την πρόβα της.Ήταν χάρμα οφθαλμών.
Εκτός από την θεϊκή φωνή της, η Χαρούλα σε κέρδιζε με την προσωπικότητα και την άγρια ομορφιά της.
Θυμάμαι φορούσε μια λουλουδάτη πουκαμίσα και πήδηξε πάνω στην σκηνή σαν άγριο ελάφι.
Πιάσαμε την κουβέντα, με ρώταγε για το νησί και τους ανθρώπους του.
Νεαρός και εγώ τότε , με το μαλλί μέχρι τους ώμους αισθανόμουνα τιμή που μια τόσο γνωστή Ελληνίδα καθόταν τόσο κοντά μου και συζητούσαμε.
Η αλήθεια είναι ότι κάθε λεπτό που περνούσε η καρδιά μου χτυπούσε όλο και πιο γρήγορα.
Κοίταγα τα μάτια της, άκουγα αυτή βραχνή φωνή που όταν όμως τραγουδούσε γινόταν σαν βελούδο και χανόμουνα.
Πέρασε αρκετή ώρα και είχε σουρουπώσει.Είχαμε ξεχαστεί από την κουβέντα και η Χαρούλα έπρεπε να ξεκουραστεί για την συναυλία.
-Κράτα το να μου το δώσεις το βράδι, μου είπε και μου έδωσε το μικρόφωνό της.
Το πήρα στα χέρια μου και μου έκανε εντύπωση το βάρος του. Ήταν ένα SHURE BETA .
Ένα θεϊκό μικρόφωνο που το κρατούσε μια θεά.
Έτσι την έβλεπα.Η Χαρούλα πρόσεξε πως κοιτούσα το μικρόφωνο και θυμάμαι με πείραξε.
Στην συναυλία ήμουν συνέχεια δίπλα της. Μόνο όταν τραγουδούσε καθόμουν, όπως όλοι άλλωστε, μαγεμένος και άκουγα.
Τι θεσπέσια φωνή έχει αυτή η γυναίκα…Σε παίρνει και σε ταξιδεύει σε κόσμους μαγικούς.
Δεν υπάρχει καλύτερη στην Ελλάδα ίσως και στον κόσμο.
Τότε ήταν και κοπελίτσα, ένας αέρας απάνω στην σκηνή, ένα πανέμορφο πλάσμα που ήξερε πώς να σε κάνει να το ερωτευτείς αμέσως, για την φωνή της, για τα μάτια της, για όλα.
Όταν τέλειωσε η συναυλία ήρθε να με βρει ιδρωμένη. Μου ζήτησε ένα ζεστό αναψυκτικό αλλά ο κόσμος της ζητούσε να πει και άλλα τραγούδια.
Μέχρι να φέρω το αναψυκτικό η Χαρούλα είχε ανέβει στην σκηνή και τραγουδούσε πάλι ανταποκρινόμενη στα χειροκροτήματα του κόσμου.
Ήταν αξέχαστη αυτή η βραδιά
.Όταν κάποτε τέλειωσε , ενθουσιασμένη από την ανταπόκριση του κόσμου, μου πέταξε από μακριά το μικρόφωνο.
-Πάρτο βρε τρελέ Σαντορινιέ… να με θυμάσαι… μου είπε και μπήκε στο υποτυπώδες καμαρίνι να αλλάξει.
Το μικρόφωνο το έχω μέχρι σήμερα. Είναι αυτό που βλέπετε στην φωτογραφία.
Το μικρόφωνο της Χαρούλας έγραψε ιστορία στο νησί.Έχει καταγράψει τις φωνές χιλιάδων ανθρώπων όλα αυτά τα χρόνια, καθώς ήταν το μικρόφωνο του σταθμού για πάνω από 20 χρόνια.
Πρόσφατα το αλλάξαμε με ένα ραδιοφωνικό νέου τύπου και το πήρα για ενθύμιο.Το έχω πάντα μαζί μου γιατί εκτός από την Χαρούλα μου θυμίζει και ένα σωρό πράγματα.
Την Χαρούλα δεν την ξανά είδα μετά την Συναυλία στο Καμάρι.
Όταν το 1991 κάναμε τις πρώτες συναυλίες σαν ραδιοφωνικός σταθμός για τα ηφαίστεια και φέραμε την Ελευθερία την Αρβανιτάκη με τον Γαϊτάνο, τον Βασίλη τον Παπακωσταντίνου, τον Γιώργο τον Νταλάρα και άλλους προσπάθησα να βρω την Αλεξίου.
Όμως η τύχη δεν ήθελε να ξαναβρεθούμε, αφού μου έλεγαν μια πως βρίσκονταν στην Κύπρο , μια στο Εξωτερικό κ.λ.π. δεν κατάφερα να την φέρω.
Μόνο πριν τρία χρόνια που ήρθε να τραγουδήσει στα Ηφαίστεια χώθηκα μέσα στον κόσμο, μακριά, να την ακούσω.
Ήξερα πως δεν θα με θυμάται και δεν πήγα να της μιλήσω.
Άκουσα όμως τα τραγούδια της, είχε και το αφιέρωμα στα τραγούδια του Λοϊζου, αυτά που έλεγε και τότε και τη θαύμασα όπως όλος ο κόσμος
.Είναι κεφάλαιο για την Ελλάδα η Χάρις Αλεξίου, Ιστορία ολόκληρη.
Για μένα είναι σίγουρα κάτι παραπάνω.


ΕΔΩ ΕΠΑΡΧΕΙΟ – ΣΑΣ ΜΙΛΑ Ο ΣΤΑΘΜΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΛΗΨΙΩΝ

Ποτέ δεν άντεχα μακριά από την Σαντορίνη.
Ακόμα και σήμερα όταν φεύγω, έστω και για λίγες μέρες με πιάνει ένας πονοκέφαλος που κρατά μέχρι να μπω στο βαπόρι ή το αεροπλάνο.
Μόλις βλέπω τον Άγιο Μηνά και το βουνό του προφήτη Ηλία γίνομαι περδίκι.
Έλειψα κάποια χρόνια για να σπουδάσω και να κάνω το στρατιωτικό μου.Γυρίζοντας βρήκα την παλιοπαρέα ενωμένη. Τους συνάντησα στο καφενείο του Βασίλη του Μπάμπη ( ήταν εκεί που τώρα είναι η καφετέρια ΝΙΚΣ) και όλοι μαζί πήγαμε στο Μερεβίγλι στου Γιάννη να τα πιούμε. Ήταν το στέκι μας πριν από την Ντίσκο.
Ο Σορώτος μου είπε πως με διάφορες πατέντες είχε κάνει το ράδιο Σαντορίνη να κοκκινίζει σαν ντροπαλή κοπέλα.
Ήταν τότε που όταν οι λάμπες κοκκίνιζαν στους πομπούς το σήμα που εξέπεμπαν ήταν ισχυρότερο.
Πήγαμε την άλλη μέρα και κάναμε εκπομπές από το αποθηκάκι.
Είχε περάσει και τηλέφωνο με ένα καλώδιο από το σπίτι της μάνας του και παίρναμε αφιερώσεις από όλη την Σαντορίνη.Εγώ τότε δούλευα στο εστιατόριο του ΑΤΛΑΝΤΙΣ με τον συγχωρεμένο τον Λέσενα, όπως και ο Στάθης ο Καραμαλής και ο Γιώργος ο Πρέκας και άλλοι.
Σχεδόν όλοι οι Φηριανοί το πρώτο μας μεροκάματο στο ΑΤΛΑΝΤΙΣ το έχουμε κάνει.
Το βράδι έβαζα μουσική στον Κίτρινο Γάϊδαρο , την Ντίσκο που ήταν κάτω από το ξενοδοχείο.
Παρέα με τον Νίκο τον Κλαπάκια, χρυσές εποχές, όμορφες.
Περνούσαν τα χρόνια και μεγαλώσαμε σιγά – σιγά.
Το ράδιο Σαντορίνη άρχισε να μεταδίδει και ποδοσφαιρικούς αγώνες από το γήπεδο του Πανθηραϊκού.
Πήγαινα εγώ και με ένα καλώδιο ανέβαζα το τηλέφωνο του γηπέδου στην εξέδρα.
Ο Σορώτος ήταν στον σταθμό και με μια πατέντα που είχε κάνει με έβγαζε στον αέρα να κάνω περιγραφή του αγώνα.
Πήραμε θάρρος αφού κανείς δεν μας ενοχλούσε και κάναμε καθημερινά εκπομπές.
Μέχρι και ακολουθίες από την εκκλησία μεταδίδαμε.
Θυμάμαι την κυρά Ρήνα να φωνάζει από το σπίτι στο Στέλιο να πάει να φάει.
Σταματούσε ο χρόνος όταν μπαίναμε στο αποθηκάκι.
Μαζί με το ράδιο Σαντορίνη άρχισα να γράφω αρθράκια στα Θηραϊκά Νέα αρχικά και αργότερα στην Γνώμη της Σαντορίνης.
Ταυτόχρονα έστελνα με τέλεξ στο ΦΩΣ ΤΩΝ ΣΠΟΡ τις πρώτες μου ανταποκρίσεις από τους αγώνες του Πανθηραϊκού που έπαιζε Ερασιτεχνικό τότε.
Ήταν Χειμώνας του 1989, εγώ δούλευα στο τουριστικό γραφείο του Δαμίγου και ο Στέλιος είχε φτιάξει το μαγαζί με τα ηλεκτρονικά.
Μέλος του ΚΚΕ και της συντακτικής ομάδας της ΓΝΩΜΗΣ ΤΗΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ συμμετείχα στην κατάληψη του Επαρχείου μαζί με όλους τους Προέδρους των Κοινοτήτων τότε.
Είχαμε κάνει κατάληψη και πιέζαμε να ιδρυθεί Επαρχείο με υπηρεσίες στο νησί.
Εκεί έπεσε και η ιδέα από τον σημερινό Έπαρχο, πρόεδρο του Καρτεράδου τότε, Χρύσανθο Ρούσσο.
-Ρε συ, μου λέει. Είμαστε τόσες μέρες κλεισμένοι εδώ μέσα και δεν το ξέρει ο κόσμος. Δεν φέρνεις το σταθμό εδώ να κάνεις εκπομπή από το Επαρχείο να ενημερώσουμε τον κόσμο.

Άλλο που δεν ήθελα. Έφυγα σφαίρα για το Σορώτο και του το είπα.
Ο Στέλιος ξήλωσε μέσα σε λίγα λεπτά το στούντιο και το μεταφέραμε στο επαρχείο.Όταν ρωτήσαμε που θα βάζαμε τον σταθμό πετάχτηκε θυμάμαι ο συγχωρεμένος ο Γιώργος ο Ρούσσος ο καθηγητής
- Εδώ να τον βάλετε, μας είπε, μέσα στο γραφείο μου.
Ήταν στο γραφείο της Βθμιας εκπαίδευσης.(Νομίζω ακόμα εκεί στεγάζεται και σήμερα)
Αυτό που γράφω δεν είναι υπερβολή. Το ξέρει άλλωστε και η γυναίκα του Γιώργου.
Πέρασαν χρόνια και χρόνια από τότε. Μέχρι να πεθάνει ο Γιώργος ο Ρούσσος είχε αφήσει να κρέμεται στο γραφείο του το καλώδιο της κεραίας και κάθε φορά που πήγαινα στο επαρχείο μούλεγε
-Μυτιληναίο πρόσεξε γιατί το καλώδιο κρέμεται ακόμα από το παράθυρο.
Αφού λοιπόν στήσαμε την κεραία στην ταράτσα του Επαρχείου βαλθήκαμε να τον βάλουμε μπρος.
Είχε φέρει εν τω μεταξύ από το σπίτι του ο Μάκης ο Καφιέρης ένα ραδιοκασετόφωνο, εγώ ένα πικάπ και το μικρόφωνο της Χαρούλας, ο Σορώτος τα υπόλοιπα.
Μουλάρωσε το ράδιο Σαντορίνη και δεν έλεγε να κοκκινίσει την λυχνία του.
Πάλευε ώρες ο Σορώτος, ξαπλωμένος στο πάτωμα.
Ρύθμιζε – ξερύθμιζε αλλά τίποτα.
Είχαμε απογοητευθεί.
Ο Δημήτρης ο Καφιέρης, γνωστός για τα πειράγματά του μας δούλευε κανονικά.
-Ρε δεν πάτε να τον πετάξετε που θέλετε και σταθμό.. μας έλεγε και μας πείσμωνε.
Αφού πια είχε βραδιάσει ο Σορώτος είχε αγανακτήσει.
-Δεν παίρνει με τίποτα, μου λέει, θα κάηκε η λυχνία.
Τσαντισμένος ο Μάκης ο Καφιέρης ρίχνει μια κλωτσιά στον πομπό, αυτός κάνει δυό τρεις τούμπες και ως εκ θαύματος κοκκινίζει η λυχνία
-Μη τον πειράξει κανένας φώναξε δυνατά ο Σορώτος.
Τον αφήσαμε έτσι αναποδογυρισμένο, από το φόβο μας μην χαλάσει πάλι.
-Πάρε το ράδιο και δες που βγαίνει, μου λέει ο Στέλιος.
Μήπως είχαμε τότε και συχνόμετρα να ξέρουμε που εκπέμπουμε; όλα στην τύχη.
Βγήκα έξω από το επαρχείο και άρχισαν να ψάχνω στην μπάντα των FM.Τον έπιασα λίγο μετά τους 106 μεγάκυκλους.
Μέσα είχανε στήσει πανηγύρι.
Αρχίσαμε αμέσως τις εκπομπές
-Εδώ Επαρχείο… εδώ Επαρχείο… σας μιλά ο σταθμός των καταληψιών.
-Ελάτε να στηρίξετε την προσπάθειά μας. Πρέπει η Σαντορίνη να αποκτήσει Επαρχείο με υπηρεσίες κ.λ.π.
Αρχίσαμε τις συνεντεύξεις με τους Προέδρους των Κοινοτήτων Την Γρίβα , τον Κορωνιό, τον Βαγγέλη τον Σιγάλα, τον Χρύσανθο τον Ρούσσο, την Πλατή από την Οία, τον Μάκη τον Βλάχο από την Μεσσαριά κ.α
Ένας έβγαινε , άλλος έμπαινε.
Το βράδι αρχίζαμε τα δικά μας. Αφιερώσεις τραγούδια.
Ένας χαμός.Έβραζε το τηλέφωνο της Βθμιας.
Θυμάμαι οι Μποριανοί που δεν μας άκουγαν, δεν έφτανε μέχρι το Εμπορείο ο σταθμός, ανέβαιναν στον Άγιο Ανδρέα στο Πύργο με τα αυτοκίνητά τους για να μας ακούσουν.
Έβγαινα στο μπαλκόνι του Επαρχείου και έβλεπα τα φώτα. Δεκάδες αυτοκίνητα.Ουρές ολόκληρες.
Το ράδιο – Σαντορίνη είχε πλέον μπει στην ζωή όχι μόνο την δική μας αλλά όλου του νησιού.
Τον λάτρεψαν αυτόν τον σταθμό οι Σαντορινιοί τότε.
Θυμάμαι τον Μάκη τον Καφιέρη να σηκώνει το τηλέφωνο στο Επαρχείο και να γράφει σελίδες από αφιερώσεις και μηνύματα που έστελνε ο κόσμος.
Κράτησε έναν μήνα περίπου η κατάληψη του Επαρχείου.
Μια μέρα ήρθε ο Πίττος ( ήταν τότε διοικητής στην Αστυνομία) με δυό τρείς Αστυνομικούς έξω από την πόρτα του Επαρχείου και άρχισε να φωνάζει πως πρέπει να κατέβουμε κάτω να μας συλάβει γιατί λειτουργούσαμε παράνομο ραδιοφωνικό σταθμό.
Βγήκε από το παράθυρο ο Γιώργος ο Ρούσσος ο καθηγητής και του είπε το ανεπανάληπτο που άφησε τότε εποχή:
- Έλα εσύ απάνω άμα σου βαστά….
Λίγο πριν να τελειώσει η κατάληψη μου έφερε ένα έγγραφο, ο σημερινός Έπαρχος , ο Χρύσανθος Ο Ρούσσος,
(μπορεί να τόχει ακόμα), να το διαβάσω στο μικρόφωνο.Το είχαν υπογράψει όλοι οι Πρόεδροι των Κοινοτήτων και απευθύνονταν σε κάποιο Υπουργείο, δεν θυμάμαι σε ποιο. Ζητούσαν να επιτραπεί η νόμιμη λειτουργία του Ράδιο Σαντορίνη.
Ήταν η περίοδος που τα ΜΑΤ του Αρκουδέα κυνηγούσαν τον Έβερτ στον Υμητό για τον Αθήνα 9,84 και τον Κούβελα στο δάσος του Σεϊχ Σού για τον Θεσσαλονίκη 100.
Ποτέ δεν πήραμε φυσικά απάντηση.
Κάποτε τέλειωσε η κατάληψη και μας ειδοποίησαν να τα μαζέψουμε και να φύγουμε γιατί θα μας έπιανε στην πόρτα η Αστυνομία.
Εκεί επιστρατεύσαμε τον Δημήτρη τον Καφιέρη τον Δάσκαλο.
Έφερε το αμάξι του πίσω από το Επαρχείο και κρύψαμε κάτω από κάτι κλουβιά και μια φουρμέλα που είχε στο πορτ παγκάζ το ράδιο Σαντορίνη.
Ο Δημήτρης έφυγε με το αυτοκίνητο και εμείς φύγαμε σαν κύριοι από την πόρτα.
Αφήσαμε μόνο το δίπολο στην ταράτσα και το καλώδιο της κεραίας.
Αυτά τα κράτησε ο Γιώργος ο Ρούσσος ο καθηγητής και μας υποσχέθηκε ότι δεν θα άφηνε κανέναν να τα ακουμπήσει.
Μέχρι να πεθάνει, σε όποιον έμπαινε στο γραφείο του τούλεγε με καμάρι:
- Βλέπεις αυτό το καλώδιο; Είναι του σταθμού που είχαμε στήσει στο Επαρχείο όταν είχαμε την κατάληψη.

------------------------------------------------------------------------------------
Θέλω να διορθώσω ένας λάθος που μου το επισήμανε χθες στο γήπεδο του Καμαριού ο Γιάννης ο Σορώτος.
Μου είπε λοιπόν ότι δεν ήταν ο Μπάμπης ο Κελίδης ο φίλος μας γιατρός που μας είπε για τον Μιχάλη όταν τραυματίστηκε αλλά κάποιος άλλος. Μου είπε και το όνομά του αλλά δεν το θυμάμαι.

http://www.neasantorinis.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=2264&Itemid=1

"Γεύμα εις Αρμένην" στην αρχή του 20ου αιώνα

  Πάμε λοιπόν να ταξιδέψουμε στο Χρόνο. Αυτή τη φορά με το βιβλίο του Ι. Παπαμανώλη: Η Νήσος Θήρα = Σαντορίνη, Εντυπώσεις Αναμνήσεις, του 19...