ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΚAI ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ
Τὸ Μεγαλοχῶρι τῆς Ἀθήνας
Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ παλιὲς συνοικίες τῆς Ἀθήνας, τὸ Μεταξουργεῖο, ἦλθαν οἱ Μεγαλοχωριανοὶ τεχνίτες, ἐπιπλοποιοὶ καὶ βαρελοποιοὶ, γύρω στὰ 1910.
Χωρὶς καμιὰν ὑποστήριξη, μὲ μοναδικὸ φυλαχτὸ τὴ σκέψη τους στὴν Παναγιὰ καὶ στοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους καὶ ἀκριβὴ κληρονομιὰ τὴν εὐχὴ τοῦ πατέρα καὶ τῆς μάνας τους, οἱ ἀγαπημένοι γονεῖς μας ἦλθαν στὰ ξένα, καθὼς ἔλεγαν τὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ προκόψουν.
Οἱ λεύτεροι μόλις κατορθώνανε τὸ πρῶτο βῆμα καὶ ξεθαρρεύγανε, ξαναγύριζαν στὸ χωριό, ἀλλὰ γιὰ λίγο, ἴσα—ἴσα νὰ γενῇ ὁ γάμος κι’ ὁ ἀντίγαμος. Νὰ πάρουν ὕστερα τὴν ἐκλεκτὴ τῆς καρδιᾶς τους καὶ νὰ ξαναστρέψουν γιὰ νὰ συνεχίσουν τὸν ἀγῶνα τῆς δημιουργίας.
Χαμένοι μέσα στὴν πολύβοη πρωτεύουσα, νοιώθανε μεγαλύτερη σιγουριὰ νὰ ζοῦνε συντροφιασμένοι ὁ ἕνας πλάϊ στὸν ἄλλο σὰν ἕνα σμάρι πουλιὰ ἀδελφωμένα.
Ἀπὸ τὸ Μεταξουργεῖο μέχρι τὸν Ἄϊ-Γιώργη ἦταν σπαρμένοι οἱ νεοφερμένοι βλαστοὶ τοῦ χωριοῦ μας στοὺς δρόμους: Κολωνοῦ, Βιργ. Μπενάκη, Κωνσταντινουπόλεως, Μαραθῶνος, Μυλλέρου, Κίμωνος, Κερατσινίου, Ἁλικαρνασσοῦ, Πλάτωνος, Μοναστηρίου κ.λ.π.
Σὲ τριάντα χρόνια περίπου ἕνας σεβαστὸς ἀριθμὸς Μεγαλοχωριτῶν δημιούργησε τὸν πρῶτο πυρήνα, φτιάχνοντας οἰκογένειες μὲ πολλὰ παιδιὰ καὶ... πολλὲς παραδόσεις.
Ὁ δρόμος δύσκολος ἀνηφορικὸς καὶ ἡ δουλειὰ σκληρὴ ἀπὸ νύχτα σὲ νύχτα.
Στὴν ἀρχὴ οἱ ἀρχοντοποῦλες τοῦ χωριοῦ μας παρευόντουσαν σὲ σπίτια ἀφιλόξενα μέσα σὲ αὐλὲς μὲ ξενόλοους ἀνθρώπους, μὲ γρήγορα ἔφτιαχναν τὰ δικά τους.
Ἀπαραίτητη παρένθεση ἡ θλιβερὴ τῶν παιδικῶν μας χρόνων ἀνάμνηση τῆς Κατοχῆς καὶ τῶν μετέπειτα, ποὺ ἔκαναν τὸ μόχθο τους πιὸ μεγάλο.
Μόνη τους, λοιπόν, ξεβάρεση στὸ καταπονεμένο σῶμα καὶ μοναδικὸ βάλσαμο στὴν ξενιτειὰ τους ἦτανε ἡ νοσταλγία, ἡ ἀνεθυβολὴ τοῦ χωριοῦ. Ζοῦσαν στιγμὲς πραγματικῆς ἀγαλλίασης, ὅταν μὲ λατρεία μετέφεραν στὰ σπίτια τους τὰ ἔθιμα τῆς μικρῆς τους πατρίδας. Γιὰ τοῦτο οἱ μεγάλες ἡμέρες τῶν Χριστουγέννων, τῆς Πρωτοχρονιᾶς καὶ οἱ ἅγιες τοῦ Πάσχα εἶχαν μιὰ ξεχωριστὴ χάρη καὶ θαρροῦσες πὼς δροσερὸ τὸ ἀεράκι τοῦ χωριοῦ πλανιόταν μέσα στὸ σπιτικό μας.
Θὰ ἦταν παράλειψη ἂν δὲν ἀνέφερα τὴ συμβολὴ τῆς νοικοκυρᾶς καὶ ἠθικῆς συντρόφου, τῆς ὑπομονετικῆς καὶ φιλόστοργης νησιωτοπούλας.
Προσκυνῶ τὴν ἅγια καλωσύνη τῆς μητέρας μου καὶ τὴ σπάνια ὀμορφιὰ τῆς ψυχῆς της. Οὔτε ἴχνος θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ. Ἁπλὰ καὶ ἀπέριττα μᾶς δίδαξε μὲ τὸ παράδειγμά της τὸ σεβασμὸ στὰ Θεῖα καὶ ἱερὰ καὶ τὸ χρέος μας γιὰ κάθε τοῦ συνάνθρωπου δυστυχία.
Μ’ αὐτὰ μᾶς ἔθρεψαν κι’ ἔτσι μεγάλωσε ἡ ἀγάπη μας γιὰ τὸ νησί. Ἄλλος λίγο, ἄλλος πολὺ ὅλοι προκόψανε. Πολλοὶ εὐτύχησαν νὰ δοῦν δισέγγονα καὶ ἄλλοι κάμανε μεγάλες περιουσίες, κατορθώσανε ν’ ἀνέβουν ψηλότερα μέσα ἀπὸ τὴ στέρηση καὶ τὸ μοχθό. Ἡ θαυμαστὴ αὐτὴ δύναμη τοὺς ἔκανε γνωστοὺς καὶ στὴν ἀγορὰ τῆς Ἀθήνας σὰν ὀνομαστοὺς οἰνοποιούς, λαμπροὺς τεχνίτες, περίφημους λεπτουργοὺς καὶ διακοσμητὲς τοῦ ξύλου.
Τὸ δίχως ἄλλο εἶναι ἕνα τρανὸ παράδειγμα θέλησης καὶ προκοπῆς τῆς τίμιας καὶ σκληρῆς δουλειᾶς τῶν ἁγνῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, ἕνα ζωντανὸ παράδειγμα πρὸς μίμηση γιὰ μᾶς, τὰ παιδιὰ μας καὶ τὰ ἐγγόνια μας.
Μίτσα Μ—Σ
Οκτώβριος 1977
Θηραϊκά Νέα