Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία Σαντορίνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία Σαντορίνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Μαΐου 2018

Όταν τα κτήρια της Σαντορίνης μιλούνε...


Είμαι 73 ετών, δεν κρύβω τα χρόνια μου αν και πολλοί  λένε πως μοιάζω νεότερο.Κόλακες!!!Τέλος πάντων,  τα χώματα που επιλέχτηκαν για να φιλοξενήσουν τους τεράστιους  όγκους μου, δυσανασχέτησαν αρχικά, αλλά όπως γίνεται σε κάθε μακρόχρονη  σχέση, καταφέραμε να ανεχόμαστε ο ένας τον άλλομέχρι σήμερα. Απέχω μια ανάσα από τη θάλασσα κι όταν χτίστηκα, δέσποζα περήφανο στην περιοχή.Για ναπάψω όμως  να είμαι αγενές, θα σας συστηθώ: είμαι το εργοστάσιο ντομάτας στη Βλυχάδα της Σαντορίνης. Παρόλο που εξοπλίστηκα με τα πιο σύγχρονα μηχανήματα της εποχής, τον πρώτο χρόνο  λειτουργίας μου δούλεψα ξεσκέπαστο. Ναι, σωστά καταλάβατε, χωρίς οροφή.

Ο καταστροφικός σεισμός του 1956 ταρακούνησε, τρόμαξε, πόνεσε και μάτωσε ολόκληρο το νησί αλλά  εγώ κατάφερα να σταθώ στα πόδια μου, αν και μεταξύ μας, έτρεμαν για πολύ καιρό.
Στα χρόνια που ακολούθησαν , ζούσα όμορφες και αντιφατικές στιγμές , μήνες ολόκληρους σε  απόλυτη ησυχία κι έπειτα σε ξέφρενους ρυθμούς  για μερικές εβδομάδες. Κόσμος, φωνές, γέλια, καυγάδες,  οι μηχανές στο φουλ μέρα νύχτα, η καμινάδα μου να καπνίζει ασταμάτητα. Μετά  πάλι νεκρική σιγή. Χρόνο με το χρόνο όμως  λιγόστευαν οι ζωηρές μέρες μέχρι που σταμάτησαν ολότελα.
Βασική αιτία το Ακρωτήριστο οποίο το 1967 ο Σπύρος Μαρινάτος  ανακάλυψε λέει θαμμένη μέσα στη λάβα μια ολόκληρη πολιτεία τόσο παλιά που ξεπερνούσε τα 3500 χρόνια πριν από την ανέγερσή μου. Άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο  άρχισαν να συρρέουν  στο νησί για να την επισκεφτούν. Παράλληλα με την αρχαία πόλη,  οι άνθρωποι μαγεύτηκαν κι απ’ τις ομορφιές της Σαντορίνης που έγινε ένας από τους αγαπημένους τους προορισμούς.  Έτσι οι ντόπιοι   άρχισαν να ασχολούνται περισσότερο  με τον τουρισμό και λιγότερο με τα χωράφια και τις ντομάτες τους. Κάθε χρόνος που περνούσε  έβλεπα όλο και λιγότερα οικεία πρόσωπα. Παρότι  η γη αφέθηκε ακαλλιέργητη,τα τουριστικά καταλύματα ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια λες και τα ‘σπερνε κάποιο αόρατο χέρι. Όπως ήταν επόμενο, μαζί με τη γη μαράζωσα κι εγώ ώσπου τα μηχανήματά μου σίγησαν για πάντα.
 Έμεινα στη σιωπή αρκετά χρόνια. Κι ενώ  γερνούσα παραμελημένο,  μια μέρα ήρθαν  οι βάρβαροι. Με ζούληξαν, με έσκαψαν, με παραγέμισαν, με έβαψαν και τέλος  σαν να με ομόρφυναν ξανά. Κι εκεί που περίμενα να πάρουν πάλι μπρος οι μηχανές  μου, να δω γνώριμες φάτσες, μου έρχονται κάτι μοσχομυριστές  κυράδες  με τακούνια και  κάτι περισπούδαστοι κύριοι που  περιφέρονταν στους χώρους μου. Βιομηχανικό Μουσείο Ντομάτας έγινα !!! Όχι ότι δε μου αρέσουν οι συζητήσεις, οι συναυλίες κι όλες οι εκθέσεις που γίνονται εδώ , αλλά να, όσο να ‘ναι νοσταλγώ τις παλιές καλές μέρες με τους εργάτες, τους αγρότες, τη φασαρία  και τη «ντοματίλα» που μπορούσες να τη μυρίσεις από μίλια μακριά . . .!!!
"Λαογραφία Σαντορίνης" 


Τρίτη 18 Ιουλίου 2017

Λαικοί Οργανοπαίχτες και μουσικά Οργανα στη Σαντορίνη του 1985

Έχοντας ως βάση το ανεκτίμητης αξίας βιβλιο « Η Σαντορίνη που χάνεται όπως τη βλέπουν οι μαθητές της Α Γυμνασίου 1985 - 1986" ταξιδεύουμε στους μουσικούς της Σαντορίνης της περιόδου 1985 . Ας τους θυμηθούμε τουλαχιστον ονομαστικά και εννοείται οτι οποιος διαθέτει υλικό από εκείνη την περίοδο είμαι στη διάθεσή του για ξεχωριστή ανάδειξη. 
"Στα  παλιότερα  χρόνια  που  το   νησί  ήταν  απομονωμένο  και  πραγματικά  δυσπρόσιτο  και  που  οι  ευκαιρίες  για  διασκέδαση ήταν  προσωπική  υπόθεση  των  κατοίκων, οι οργανοπαίχτες  ήταν  η καρδιά  των  ξεφαντωμάτων  . Η  παρουσία τους ήταν  απαραίτητη στις  ευχάριστες  στιγμές  της  ζωής   των  Σαντορινιών. Στους  γάμους  στα  βαφτίσια  στις  ονομαστικές  γιορτές,  στα  πανηγύρια  δίνανε  δυναμικά  το  παρόν  τους  και  παρασύρανε  τον  κόσμο  με  το  μπρίο  τους  σε  χορό  και  σε  τραγούδι. Οι  άνθρωποι  τότε  με  αυτόν  τον  τρόπο  διασκέδαζαν   πραγματικά, συμμετείχαν  ουσιαστικά  στο  γλέντι. Αλλά  και  στις  καντάδες  ήταν  απαραίτητη  η  παρουσία  τους.  Τα  σοκάκια  ξεχείλιζαν  απ΄ μουσική  και  τραγούδι για  την  κατάκτηση  της  καρδιάς  της  κοπέλας. 
Τα όργανα  που  χρησιμοποιούσαν  οι  Σαντορινιοί  οργανοπαίχτες  ήταν  βιολί, λαούτο,  κλαρίνο  ντουμπί, τζαμπούνα, λύρα σουραυλι.
Η  τζαμπούνα.΄Όταν  σφάζουν ένα  κατσίκι,  που ζυγίζει  12-13 κιλά, παίρνουν  το  τομάρι  του  και  το  αλατίουν  επί  μια  βδομάδα  συνέχεια. Μετά  το  κουρεύουν, δένουν  τον  πισινό  και  τον  λαιμό. Αναποδογυρίζουν   το  τομάρι,  έτσι  που   το  τριχωτό  μέρος  να  βρίσκεται  στην   εσωτερική  .  Τα  πόδια  τα  κόβουνε  μέχρι   το  γόνατο.
Στη  μία  πλευρά  των  ποδιών  βάζουν   ένα  σωληνάκι  ψιλό,  από  όπου  φυσάνε, όταν  παίζουν, ενώ  στην  άλλη   πλευρά  βάζουν  ένα  κέρατο  που  έχει  μέσα  μπιμπίκια. 
Το  ντουμπί  (είδος  τύμπανου). Συνοδεύει   πάντα  την  τζαμπούνα. Η ξύλινη  βάση  του  έχει  σχήμα   μπομέ   στρογγυλό  με  διάμετρο  40 cm  και  ύψος  20cm. Στις  δύο  κενές  πλευρές   προσαρμόζουν τομάρι  κατσίκας. Παίζεται  με  δύο  ξύλα  20cm  το   καθένα, και  το  κρατάνε συνήθως  με  το  αριστερό  μπρατσο.
Το   σουραύλι.  Είναι  κατασκευασμένο  από   χοντρό  καπνισμένο   καλάμι. 

                               Οι   λαικοί  οργανοπαίχτες   σήμερα
Οία  
 Πελεκάνος  Λευτέρης   λαούτο. Χάρης  Μανόλης,  τζαμπούνα. Καρκουλής  Βαγγέλης, ντουμπί.  Πράσινος  Μανόλης  Λαούτο.
Ημεριβίγλι.
Δρόσος  Γιώργος, βιολί. Πρέκας  Μανόλης, φλογέρα Νομικός Αντρέας, φλογέρα. Νομικός  Γιάννης, λαούτο. Σορώτος  Τζώρτζης, λαούτο. Σορώτος Γιάννης, βιολί.  Σορώτος  Γιώργος, λαούτο.  Νομικός  Αντώνης  λαούτο.  Σιγάλας  Αντώνης  λύρα.
Βουρβούλο
Πελεκάνος  Μαρκος, κλαρίνο. Πελεκάνος  Αβέρκιος  λαούτο   Καφούρος  Γεράσιμος  βιολί.
Καρτεράδος
Ρούσσος  Κωσταντης, βιολί . Φιλίσης  Βαγγέλης, λαούτο.  Σιγάλα  Γιώργος, λαούτο. Σιγάλας Γιάννης, λαούτο. Πελεκάνος, λαούτο.  Βαζαίος Στάθης, Βιολί Ρούσσος  Αυγουστής  λαούτο. 
Μεσαριά  
Φουστέρης  Θεοδόσης λαούτο. Συρίγος  Ιωάννης  λαούτο.  Ξαγοράρης  Θεοδόσης , βιολί . Καραμολέγκος  Κώστας  βιολί. Καραμολέγκος   Ματθαίος  λύρα.  
Βόθωνας
Νομικός   Μανόλης   λαούτο  και   βιολί. Σιγάλας  Ιωακείμ  λαούτο καί  Βιολί   Δανέζης  Μανόλης  βιολί.
Επισκοπή   Γωνιάς
Κυριαζής  Κώστας, βιολί.  Βάγιος, κλαρίνο.
Πύργος
Πούλης  Λεφτέρης, λαούτο . Χρυσός  Ευάγγελος, λαούτο.Φουστέρης  Γιάννης   βιολί.
Ακρωτήρι
Αρβανίτης  Σπύρος, ντουμπί. Αρβανίτης  Στάθης  Τζαμπούνα.  Αρβανίτης Φάνης, ντουμπί.
Εμπορείο
Πρέκας  Μηνάς  λαούτο.  Σιγάλας  Μιχάλης ,   κλαρίνο    Πρέκας  Σταύρος  λαούτο  ,  Πρέκας  Αντώνης   βιολί..

Το   κείμενο    για  τους  μουσικους   και  τα  οργανά   τους  έγραψε ο  Προγουλάκης   Μανόλης. "


  

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Tα αγιομνήσια και η πανήγυρη

[...] Μπαίνουν τώρα και κάθίζουνε οι προεστοί και οι ψαλτάδες με τις κυράδες τους και οι ξεχωρίτες που πρέπει να προτιμηθούνε. Η πρώτη τράπεζα είναι στρωμένη κι έτσι μονομιάς γευματίζουν. Βιαστικά τρώνε και πίνουνε εύχονται στον Γιώργη και στη φαμίλια του και γρήγορα σηκώνονται για να μπουν και οι άλλοι, αφού δεν είναι μπορετό να καθίσει μονομιάς όλος ο κόσμος.Έπειτα δεν είναι και πεινασμένοι κι όσοι είναι αυτοί θα μείνουν τελευταίοι για να ευχαριστηθούνε και να χορτάσουνε. Τότες θα κάτσουνε και οι νοικοκυραίοι, ο μάγερας και οι βοηθοί και οι γυναίκες που πλένανε τα σκουτέλια και τα πηρούνια και τότες θα βγει και κανενας ξεχωριστός μεζές. Αυτοί θα ξεκουραστούνε τώρα μια και σπατσάρισε ο κόσμος που έχει κάμει κύκλο γύρω από τα παιχνίδια και βλέπει αυτούς που χορευούνε και καμαρώνει την τέχνη τους. 




Νησιώτικο συρτό χορεύουνε που στα μισά θα το γυρίσουνε σε ρεπατί. Και τότες ο χορευτής θα δείξει την τέχνη του και τη μαστοριά του, στριφογυρίζοντας τη ντάμα του και κάνοντας  του χορού τσαλίμια και φιγούρες περνώντας δίπλα της ξυστά, χωρίς να την αγγίξει όπως ο πετεινός στριφογυρίζει την όρνιθα. Τότες  και ο λαουθιέρης που είναι ριμαδώρος θα πει το ταιριαχτό στιχάκι στο ζευγάρι ανάλογα με την εντύπωση που θα του κάμει. Μα πάντα θε να βρει κάτι το ξεχωριστό που θα καλοκέψει τον καβαλιέρο για να του ρίξει πλούσια φέρτα.


Κι ο χορός πάντα ο ίδιος θα ναι  γιατί δεν επιτρέπεται να χορέψουνε άλλονε, μ όλο που και οι παρακατιανοί το καταφέρνανε και ξέρανε μαζούρκες και πόρκες ακόμη και καντριλλιές. Και  τούτο συνέβαινε γιατί οι πολυταξιδεμένοι και οι αριστοκράτες του καιρού εκείνου Φράγκοι τους χορεύανε στα γλέντια τους και τους μαθαίναν και οι δικοί μας. Σε όλα όμως τα αγιομνήσια δεν προσφέρανε μονάχα φάβα μπακαλιάρο και κάπαρι. Αλλού γευμάτιζε ο κόσμος με κρεάς και πατάτες, αλλού προσφέρανε ψάρια αλλού κάνανε σφουγγάτο, αλλού παντεσπάνι και τούρτες κι αλλού τηανίτες ανεβατούς  και τούτο γιατί την πανήγυρη την έκανε ένας και όχι όλοι. Καθενας κατά την προαίρεσή του και τη δύναμή του προσέφερε στον τιμώμενο Άγιο και στους συντοπίτες του ότι μπορούσε, χωρίς συμφέρο και πάντοτε δωρεάν. ...


Απόσπασμα του Φίλιππα Κατσίπη , Αγιόμνησια , Ι.Μ.Δανέζης Σαντορίνη 2001
Αφιερωμένο στο Σταύρο Σπηλιάκο και την Μαρία Ξεφτέρη....για τα δικά μας "λακριντί" 

Παρασκευή 21 Απριλίου 2017

Οι Ρίμες του Αγίου Γεωργίου στη Σαντορίνη

Οι Ρίμες ή ριμάδες από πλευράς Σαντορίνης, είναι άλλη μία από τις διαφορετικές καταγραφές  της τοπικής ιστορίας – λαογραφίας του τόπου μας.  Η διαφορετική μορφή τους : « θα πρέπει να αναζητηθεί περισσότερο στη διαφορετική τους λειτουργία. Ο ρόλος της ρίμας είναι κυρίως η μετάδοση  αξιοσημείωτων , εντυπωσιακών ειδήσεων στον χώρο και στον χρόνο  […] ο ρόλος της ρίμας είναι να μεταδόσει την αίσθηση που προκάλεσε το εξαιρετικό περιστατικό». [1] Η ζωή και το έργο του Αγίου Γεωργίου δεν άργησαν να γίνουν γνωστά στη Σαντορίνη όπως άλλωστε και σε όλον τον χριστιανικό κόσμο.[2]Αν και μέχρι στιγμής έχουν εντοπιστεί τουλάχιστον 5  παραλλαγές της ρίμας του Αγίου Γεωργίου στη Σαντορίνη  θα σταθούμε στις εξής τρεις  μιας και διαφέρουν :

Ο Μάρκος  Αβ. Ρούσσος μας παρουσιάζει την πρώτη[3]:  

«Άγιε μου Γιώργη ξακουστέ και αφέντη καβαλλάρη,
αρματωμένος με σπαθί και με αργυρό κοντάρι.
Θεριό είναι στον τόπο μας σ ένα βαθύ πηγάδι,
ανθρώπους το ταϊζανε κάθε πρωϊ και βράδυ.
Μια μέρα δεν του δώσανε άνθρωπο να δειπνήσει,
Σταλιά νερό δεν άφησε τη χώρα να δροσίσει.
Ας βάλουμε τα μπουλετιά, κι ότινος μέλλει ας πέσει,
Να πάει το παιδάκι του του λιονταριου πεσκέσι.
Τα μπουλετιά ηπέσανε σε μια βασιλοπούλα,
Όπου την είχε ο βασιλιάς μόνη κι αμοναχούλα.
Ο βασιλιάς σαν τ’ άκουσε, αυτό το λόγο είπε:
«πάρτε το βασίλειοο και το παιδί μου αφήστε»
Μα ολαος σαν τοκουσε τρέχει στον βασιλέα:
«δεν φήνεις το παιδάκι σου σε παίρνουμε εσένα».
- Επάρετο κι αμέτετο και ντύσετε το νύφη,
κι άμετετε το του λιονταριού γλυκά να το μασήσει.
Κι άμετετε και στο χρυσοχό να κάμει αλυσίδα,
Να πάτε να το δέσετε στου πηγαδιού τα χείλια.
Κι όταν το πηγαίνανε, όλα τα δέντρα σειόταν,
Και τα πουλάκια στις κορφές πικρά εκελαδούσαν.
Καιόταν την εκρεμούσανε όλα ταόρη τρέμαν,
Κι η κόρη Πάντα έλεγε: « Αλοίμονο σε μένα».
Ξένος κι αγνώριστος περνά τηνκόρη εχαιρέτα,
Κι η κόρη τα αποκρίνεται κι η κόρη του μιλάει.
«Τράβηξε ξένε από δω, τραβήξου παραπέρα,
Γιατί θα βγει το θεριοό να φάει εσέ και μένα

- Στρώσε τα γονατίκια σου για να ακουμπήσω επάνω,
- Κι όταν θα βγει το θεριό, σκούντα με σήκω, επάνω..
Σήκω Ξένε να χαρείς και το νερό αφρίζει,
Κι ο άγριος ο λέντας τα δόντια ακονίζει.
Δράκυ της έπεσε ευθύς, επάν στο μάγουλό του,
Σηκώνεται ανατολικά, και κάνει το σταυρό του.,
Και βγάζει το σπαθάκι του και κόβει το λαιμό του.

Πάλι ξαναδευτέρωσε την παίρνει μές στο στόμα,
Μεγάλη τάραξη έγινε σε όλο της το σώμα.

Πες μου Ξένε να χαρείς πως λένε τ’ όνομά σου;
Κι εγώ θα κάνω χάρισμα διπλό στο θέλημά σου.

Γιώργης στρατιώτης λέγομαι, απ την Καπαδοκία,
Κι αν θέλεις να κάμεις χάρισμα, κτίσε μια εκκλησία,
Και πιάσε και ζωγράφισε Χριστό και Παναγία,
Κι από μεριά της Παναγιάς γράψε ένα καβαλάρη,
Αρματωμένο με σπαθί και μ αργυρό κοντάρι.

Ξένε μου όταν κοιμόσουνα περνά μια περιστέρα,
Που κράτα Τίμιο Σταυρό εις τη δεξά τη χέρα,
Στον Άγιο πάλιέγραφε, ζήτω μου ευλαβεία:
«Αγιε Γιώργη που γλύτωσες την κοπελιά την εμοναχορη»|


Αλλή μία ρίμα του Αη Γιώργη μέσα από το αρχείο της λαογράφου - ερευνήτριας Στέλλας Κοντογιάννη




Ρίμα του Αη Γιώργη, (από: Καλλιόπη Νομικού)

«Ένα θεριό στον τόπο μας
σ’ ένα βαθύ πηγάδι
ανθρώπους το ταϊζανε
κάθε πρωί και βράδυ
μια μέρα δε ντου δώσανε
άνθρωπο να δειπνίσει
σταλιά νερό δεν ήφησε
τη χώρα να δροσίσει
να βάλουμε τα μπουλεθιά
να δούμε τίνος πέφτει
να πάμε τ’ άγριου θεριού
ένα παιδί πεστστσέσι
τα μπουλεθιά ηπέσανε
εις τη βασιλιοπούλα
οπού την είχε ο βασιλιάς
μόνια κι αμοναχούλα
ο βασιλιάς ως τόκουσε
πολύ του βαροφάνη
πάρτε το βίο μου όλο
και το παιδί μου αφήστε
εάν δε θες με το καλό
σε παίρνομε κι εσένα
κι αμέσως την επήγανε
πλησίον εις το πηγάδι
…………………
κι ο Αης Γιώργης ήρχουντα
στον κάμπο ο καβαλάρης
- Φύε μου ξένε απ’ εδώ
ξένε μου απ’ τα ξένα
για θάρθει τ’ άγριο θεριό
να φάει εμέ κι εσένα.
Πλώσε το ποδαράκι σου
απάνω ν’ ακουμπήσω
κι αν έρθει τ’ άγριο θεριό
σκούντα με να ξυπνήσω.
Τρέμαν τα όρη τρέμανε
και το θεριό ηρχούντας
κι η κόρη πάντα έλεγε
- Αλλοίμονο σε μένα.
Τα δάκρυά της πέφτανε
απά στον Άη Γιώργη.
κι ο Άης Γιώργης ξύπνησε
με όλη του την τόλμη.
Γυρίζει ανατολικά
και κάνει το σταυρό ντου.
Μια κονταρκιά του έδωσε
του ‘κοψε το λαιμό ντου.
Πάλι ξαναδευτέρωσε
τη ντρώει μες το στόμα.
Μεγάλη αναταραχή έγινε
στις πέτρες και στο χώμα.
Πες μου ξένε το μέρος σου
πες μου και τ’ όνομά σου.
Να πω εις το πατέρα μου
να κάμει θέλημά σου.
Ο Άης Γιώργης λέγομαι
απ’ τη Μακεδονία
κι αν έχεις ευχαρίστηση
χτίσε μιαν εκκλησία."


Στο ίδιο μοτίβο ο Μανώλης Λιγνός [4] καταγράφει άλλη μία παραλλαγή της ρίμας του Αγίου Γεωργίου
Ένα  θεριό στον τόπο μας, σ ένα βαθύ πηγάδι,
Άνθρωπο του παένανε, κάθε πρωί και βράδυ.
Μια μέρα δεν του πήαμε, άνθρωπο να μασήσει,
Νερό δεν ήφυκε σταλιά τη χώρα να δροσίσει.
- Να βάλουμε τη μπουλεθιά σε ποιο πέσει, να πάει στα άγριο θεριό ένα παιδί πεσκέσι.
Τα μπουλεθιά έπεσανε, εις τη βασιλοπούλα,
όπου τηνε χε ο βασιλιάς  μόνη κι αμοναχούλα.
Ο βασιλιάς σαν τ’ άκουσε άλλο λόγο δεν είπε: - Το βιος μου όλο πάρτε το και το παιδί μ αφήστε…..
....Ο κόσμος εσυνάχτηκε απά στου Βασιλέα.....
-          Ή το παιδί σου δώσε μας, ή παίρνουμε κι εσένα.
-          Πάρτε το κοριτσάκι μου  και ντύσετέ το νύφη, σαν έβγει τα άγριο θεριο, γλυκά να το μασήσει …..
Στο δρόμο που την πηαιναν , μπαντάει ένας ξένος.
-          Για φυα ξένε από εδώ, ξένε από τα ξένα, μην έβγει το άγριο θεριο και φάει εσέ και μένα
.-          Σύρε το ποδαράκι σου απάνω να ακουμπήσω, σαν έβγει τα άγριο θεριό, μίλησε να ξυπνήσω. …»
Και το θεριό όταν έβγαινε τρέμα τα  όρη τρέμα, και το κορίτσ’ ηφώναζε : « ΑΛοίμονο σε μένα….»
Τα δάκρυά της πέσανε απά σστον Άγιο Γεώργη Ηξύπνησε και τρόμαξε με όλη ντου την τόλμη,
Γυρίζει ανατολικά και κάνει το Σταυρό ντου και
Με τη μία που του δωκε του πήρε το λαιμό ντου,
Του την ξαναδευτέρωσε την πηρέ εις το σώμα,
Μεγάλ’ εγίνη η ταραχή στις πέτρες και στο χώμα. …
Και ο βασιλιάς που τα βλεπε, ψηλά από το παλάτι, ευτυς  αμέσως έτρεξε τον ξένο πλησιάζει:
Τον Άη Γιώργη χτίζουνε ,
Βάνω κι εγώ το χώμα,
για να περνώ να προσκυνώ,
Το ζαχαρένιο στόμα



η ανάρτηση αυτή αφιερώνεται στον Νίκο Αντωνίου Κονταράτο που έφυγε χθες 20-4-2017



[1] Ν. Πολίτη: οι «Ρίμες» , έμμετρες αφηγήσεις περιστατικών, στο Η λαική λογοτεχνία στη Νοτιανατολική Ευρώπη (19ος- 20ος αι), τετράδιο εργασίας 15, σελ 79-90 http://helios-eie.ekt.gr/EIE/handle/10442/7649 (ενημέρωση Ιούλιος 2015).
[2] Μηνδρινός Ματθαίος, Θηραϊκές Ρίμες, Κυκλαδικά Θέματα 1986 Ιανουάριος Φεβρουάριος
[3] Ρούσσος Μ, Σαντορίνη – Ήθη εθιμα και παραδοσεις, Αθήνα, 1979 σελ 129.
[4] Λιγνός Εμμ, Λαογραφικά της Σαντορίνης, Μ.Ι.Δανέζης (επιμ.) Σαντορίνη 1971 

Κυριακή 24 Απριλίου 2016

Αναβροχές -Λιτανείες -Ψυσικαριες του Φίλιππα Κατσίπη

Αναβροχές   -Λιτανείες   -Ψυσικαριες
 Πηγή: Ιστορικά και Λαογραφικά της Νήσος Σαντορίνης: Αναβροχές Λιτανείες και Ψυσικαριες, Ανάτυπον από την «Φιλολογική Πρωτοχρονιά», Αθήνα 1963
Από  τα  χρόνια  τα παληά  τα  αμνημόνευτα, μέχρις  και  τα  συγκαιρινά, δεινές συμφορές,  περιστάσεις  και  παντοίες ανάγκες δέρνουνε  και   μαστίζουνε   ετούτο  το   πολυβασανισμένο  νησί   των   Κυκλάδων    το  επονομαζόμενο καί  Σαντορίνη.
Και  άλλοτες  μεν  ,  από    τα   έγκατα   και   την  άβυσσο   της  απύθμενης  θάλασσας ξενερίζουνε  και  επιφαίνουνται  κατα καιρούς   ,   εν  μέσω  πυρίνων  φλογών  και  ατμίδων   καπνού  ,  ζοφώδη  και  σκοτεινά  ηφαίστεια   σκορπίζοντας   τον   τρόμο  και   τον  όλεθρο   στους  ήμερους  κατοίκους  της  πολύπαθης   αυτής   νήσος.   Και   άλλοτες πάλι  ξαφνικά  κι΄ αναπάντεχα    ξυπνά   η   ανεξιχνίαστη    οργή  και  η   ακαταμάχητη   του   σεισμού   μανία , απλώνοντας   σ΄ όλο  το  νησί  την   ερήμωση και  τον  θάνατο.  Τους   αδυσώπητους  δε  αυτούς  τύρρανους  καμμιά  δύναμη   ανθρώπινη    δεν  είνε  σε θέση να  τους   καταπονέσει  και  να  τους  μερώσει,   ειμή  η  ανείκαστος  του   Δημιουργού   μακροθυμία και  το  άπειρο Αυτού  έλεος  και  στην  άμετρη   καλωσύνη    Του  καταφεύγουν  οι  ταπεινοί και  θεοσεβούμενοι  Θηραίοι  όταν  έρθουν  οι   οργισμένες  ετούτες  ώρες.
Κοντά  όμως  σ΄αυτές  τις   δύο  τρομερές   και   αγιάτρευτες  πληγές   που κανένα  φάρμακο  θεραπευτικό   δεν  βρέθηκε  να  τις   γιατρέψει, υπήρχε   και   μία   άλλη  τρισχειρότερη  μάστιγα  η   ανοβροχιά  ή   ανεριά   καθώς    παρονομάζουνε   την  ανυδρία.   Και  την   αποκαλώ    οδυνηρότερη   και   φοβερότερη, γιατί  μ  όλο  που   τα δεινοπαθήματα  του  σεισμού  είναι   πικρότατα  και   θανάσιμα όμως  η  διάρκειά  του  είνε  μονάχα  για  δευτερόλεπτα  της  ώρας  και  λίγες  στιγμές  βαστά  ο  θυμός  και  η  κακωσύνη  του.  Ενώ   το  μαρτύριο   το  απερίγραπτο  της  δίψας  κ’  η  καταστροφή έκ ταύτης  του  νησιού   μας  βαστούσε  χρόνια  ολόκληρα   . Τότες  οι  ουρανοί  κλειδώνανε  και  δάκρυο   νερό  δεν   έσταζε  επάνω   σ΄ ετουτη  τη  γής,  που  είνε  άνυδρος  κι  ούτε  τρεχούμενο   νερό    κι΄  ούτε  πηγή   υπάρχει   πουθενά  να  βρέξεις  τά   χείλη  σου.  Κι΄ είτανε  τότες  η  οδύνη  των  ανθρώπων  απέραντη  κι΄  απροσμέτρητη  η  καταστροφή  .
Η  γής  έσβυνε    απ΄  την   ξηρασία,  χορτάρι  δεν  φύτρωνε   και   πράσινο  φύλλο   δεν   άνοιγε.  Τά  ζωντανά   ψοφούσανε   απ΄  το  φρικτό  και  πικρότατο  θάνατο   της   δίψας    κι΄  όλος  ο   κόσμος   κατέβαινε  στα    παραθαλάσσια   μέρη,  όπου  υπήρχανε   μερικά    πηγάδια   για   να   αντλήσουνε  λιγάκι  νερό    και     ας    είτανε  θολό,  γλυφό  και   πικρό,  που  πιότερο  άναβε   τή  δίψα   .  Μά  και   τα  πηγάδια   στερεύανε και τα  μικρά    παιδιά   με   κλάματα,  θρήνους  και   κοπετούς  διακονεύανε  μπροστά   στις   πόρτες  των   σπιτιών  που  είχανε   μεγάλες   ,`ιστέρνες,  αντί  για   ψωμί   μια   σταγόνα νερό  για  να  βρέξουνε  τα   μαραμένα  χείλη  τους.
Ας  έρθουμε  όμως  στο  προκείμενο  κι΄ ας  δούμε  τα   καθέκαστα  με    τή   σειρά     τους.
Πού  λέτε,  η  πρώτη  φρικοδέστερη   απ΄  όλες  τις   αναβροχιές    πού  βρήκανε  τη  Σαντορίνη  είνε αυτή  που   μνημονεύει  στην  ιστορία  του   ο  γέρο  Ηρόδοτος     και   που   συνέβηκε   ,  κατά  τα   γραφόμενά   του,   τον  έβδομο    αιώνα  πριν   της   Χριστού  γεννήσεως.
Γράφει  λοιπόν   κι΄ ανιστορεί  ο  ρηθείς  ιστορικός,  πώς  « επτά   έτέων  ουκ  ύε την  Θήρην,  εν τοίσι  τα  δένδρεα  πάντα  σφι  τα  εν  τη   νήσω  πλήν  ενός   εξαυάνθη»[1]   Και   ό  εστί       μεθερμηνευόμενον:  εφτά    χρόνια   έκαμε  να  βρέξει  στην   Θήρα   και   μέσα  σ΄  αυτό  το   διάστημα όλα  τα   δέντρα   του  νησιού    ξεραθήκανε  εκτός   από  ένα!. 
Και   το   γεγονός   αυτό  παρέμεινε   στις  παραδόσεις    του  νησιού   μας   ύστερις    από τόσους    αιώνες  κι΄ ό  Θρύλος  λέει   πώς :  τό   μοναδικό  αυτό  δέντρο που  άντεξε  τα   επτά  χρόνια   της   αναβροχιάς  και  παρέμεινε  μονάκριβο  μεταταύτα,  είναι  η  συκιά  που  βρίσκεται    και  σήμερα   στην   Καμένη!. [2]Αυτά  τουλάχιστο  έγραφε  σ΄ ένα  άρθρο  του  σχετικό  στα  1898  ο  ιδρυτής  της  τοπικής  μας  εφημερίδας  που  έχει  τον   τίτλο  «Σαντορίνη»,  ο  μακαρίτης  Ιωάννης  Ν.  Βαρβαρήγος.[3]
Κι΄ αυτή  η  συκιά  βρισκότανε  πραγματικά  απάνω  στο  ηφαίστειο,  στη  Νέα   Καμένη  κ΄ έκανε ωραιότατα  σύκα   .Μάλιστα   κ΄ένα  μικρό  λιμανάκι  που  υπήρχε   στο  νησί  αυτό  της  Καμένης   λεγότανε   από  τους  ναυτικούς:   το    λιμάνι    της    Συκιάς   «έκ  τίνος  δένδρου   του   αυτού  ονόματος». [4] Σημειώνω ακόμη, πως  πριν  από   εκατό   χρόνια  που  ήκμαζε  το   μικρό  λιμάνι  της   Σαντορίνης   ο  Αθηνιός,  γιατί  εκει  υπήρχε και  ταρσανάς   στη  θέση  Σκέρος[5]  και  τα  εργαστήρια  των   πιθυτεκτόνων   ήγουν  των  βαρελάδων [6] ,  τα  μαστορόπουλα     παραβγαίνοντας   στο   κολύμπι  πηγαίνανε   κολυμπώντας    ίσαμε   το   νησί    της    Καμένης   από   τον   Αθηνιό.  Για   να   τα  πιστέψουνε  όμως  επειδή   η  απόσταση  είναι   μεγάλη  -   κοντα   τρία   μίλλια   για   να   πάς-  έπρεπε  να   φέρνανε   γυρίζοντας  κι΄ ένα  σύκο  από  την   ανωτέρω   συκιά   για   σημάδι.
Ούτω  λοιπόν  η  παράδοση  του   νησιού   μας   έδεσε  τη  μία  συμφορά   :  της  αναβροχιάς,  με  την άλλη :  του  ηφαιστείου  .  Πάντα   ταύτα όμως  άλλοι  θα   τα   διερευνήσουν  και   θα   τα   εξετάσουν   και  θα μας  πούνε το  γιατί    και   το   πως   και   όχι   η   αναξιότητα  μου.
Και  το  πρωτάκουστο    αυτό  κακό    πού  ξεπερνά  ακόμη  και  την  ανομβρία  πού   επέβαλε στους  κακότροπους  και   άνομους  Εβραίους  ο  Προφήτης  Ηλίας  και  που  κατά  τας  Γραφάς   εκράτησε  τριάμισυ  χρόνια,  είχε  αφορμή   και  αιτία  το  περιστατικό  ετούτο,  που   είνε   ωραιότατη  ιστορια και  διήγημα  σπουδαιότατο   .  Για   τούτο  και  το  μνημονεύω  και   παρακαλώ  σας  να  το   ακροαστείτε,    κέρδος  δε  θα  τόχετε  και   όχι  ζημία.  Ας   είνε.
Που  λέτε, τω  καιρώ  εκείνω, καθώς  γράφει  ο  Ηρόδοτος, στη  Σαντορίνη  βασίλευε  ένας  γέροντας  βασιλέας,  Γρίννος  ονόματι.  Ούτος  μαζύ   με  άλλους  επίσημους  Θηραίους   είχε  ξεκινήσει  απ΄ το  νησί   του  και  είχε  έρθει  στο  Μαντείο  των Δελφών  για  να  προσφέρει  θυσία  πολυτελή   και  πλούσια  «εκατόμβη»  στον  Θεό  Απόλλωνα  ,  πού  είτανε    και  ο  πολιούχος   και  προστάτης  της  νήσος .  Μαζύ  τους  δε   είτανε  κ΄  ένα  αρχοντόπουλο,  Βάττος  ονομαζόμενος και  που  τονε  μνημονεύω  από  τώρα  γιατί    θα    τον   ανταμώσουμε καί   παρακάτω.
Εκεί  το  λοιπόν  που  προσφέρανε   τη   θυσία  τους  η μάντισσα  Πυθία  κατά   προσταγή  και  φώτιση   του  Απόλλωνα  εχρησμοδότησε    και   τους   είπε  να  ξεκινήσουνε  παρευθύς  και   να πάνε  στη   χώρα  της   Λιβύης   και   να  ιδρύσουν  αποικία!…..Αυτοί  όμως  οι  κακονούστατοι,   προφασιζόμενοι προφάσεις  αμαρτιών και  διισχυριζόμενοι΄   ο  μεν  πως   είνε   γέροντας   και  βραδύγλωσσος,    ο  δε  πως  δεν  ξέρει  να  πάει  στα     άγνωστα   μέρη  της  Λιβύης    αδιαφορήσανε   να  εκτελέσουνε  το  θέλημα  του   Απόλλωνα  και   παρακούσανε  το   Θεικό   πρόσταγμα   .
Δεν  λογαριάσανε όμως  οι  άφρονες πως  :  θεός  ού μυκτηρίζεται και  κανένας   θνητός  δεν  είνε σε   θέση  ατιμωρητεί να  τα  βάλει   μαζύ   του.
Παραβάντες  όθεν  την   εντολή  του  θείου   προστάγματος,  ήρθε  και  έπεσε  το  φοβερό  αυτό  κακό  κι΄η  απερίγραπτη    αυτή   συμφορά στη  Σαντορίνη,   που   κατά  τα   προλεχθέντα    επρόκειτο   να  βαστάξει   εφτά  ολόκληρα   χρόνια.
Και  κατ΄αρχάς  ο  λαός  δεν  ήξερε  κατά  το  σύνηθες   τίποτα  για  το  ζήτημα  της  αποκίας και  τα  συναφή και  απορούσε   για  το   κακό  που  είχε  φτάσει   στο  νησί  τους    .   Μα  όσο   περνούσαν  τα  χρόνια  και   τα    πράματα  ζορίζανε  και  φτάσανε  στο  αμήν ,  τότε  οι   άρχοντες  είπανε  την   αλήθεια και  το  ανεξιχνίαστο  μυστήριο  της   αναβροχιάς   απεκαλύφθη .  Πάραυτα  ο  λαός   πειθανάγκασε   τους  κρατούντας  να  εκτελέσουν  το   θεικό   πρόσταγμα    και     με    αρχηγό  τον  προαναφερθέντα  Βάττο  ξεκινήσανε  για  τή  Λιβύη  .  Μετά  πολλά  δε   βάσανα  και  περιπέτειες   που   αφίνωτες  για   να  μην  πολυμακραίνω  από  το  προκείμενο, φτάσανε  στην  ξακουσμένη   αυτή  χώρα: «εκεί  που  πάντοτε  τ΄ αρνιά με  κέρατα  γεννιούνται  και τρείς  φορές  τα  πρόβατα  γεννοβολούν  το  χρόνο»[7]
Φτάνοντας   δε  στην   άγνωστη   μέχρι  τότες   αυτή    χώρα  θεμελίωσαν  οι  Θηραίοι  την   πρώτη  ελληνική   αποικία,   πού  την  ωνόμασαν  Κυρήνη, προς  τιμή  και   δόξα  μιάς  βασιλοπούλας   ,   που  την  είχε  κλέψει  ο  Απόλλωνας  απ΄ το   Πήλιο  και   την    είχε   εγκαταστήσει  σ΄  εκείνα   τα  μέρη. Κ΄ έτσι  ευθύς  πού ετέλεσαν  το  θέλημα  του θεού,  τέλειωσε  και  το  μαρτύριο  της   αναβροχιάς  στη  Σαντορίνη. 
Και από  την   καίλα  της  δίψας και  τα  μαρτύρια  που  είχανε  τραβήξει  στα  χρόνια   της   ανυδρίας στο  νησί  τους  οι  άποικοι,  την   καινούργια   πολιτεία  τους   την   εθεμελίωσαν   δίπλα  από  μία  «κρήνη»  και  σ΄ ένα  μέρος  όπου  «ο   ουρανός  τετρηται» [8],  ήγουν  είτανε  τρυπημένος  και  έβρεχε  ακατάπαυστα……
Για να  κλείσω  δε   το  κεφάλαιο  αυτό  σας  λέω  σας  λέω  ακόμη,  βιαστικά    και  κοντοσύλλαβα,  πως η    αποικία  αυτή   των  Θηραίων  «ιπποτρόφος  εστίν   γάρ   αρίστη   καί   καί    καλλίκαρπος  και  πολλούς  άνδρας  αξιολόγους  έσχε»[9]  έγινε  μετά   ταύτα  πολυάνθρωπη  και   δοξασμένη  και  η  Κυρηναική  φιλοσοφική  σχολή  της  παρέμεινε  φημισμένη[10]
Μα   ο  άνθρωπος    που   τήνε  δόξασε  και  τ΄  όνομά   του    θα   παραμείνει   στον  αιώνα  τον  άπαντα και  θα  μνημονεύεται  όσο  θα  ζει   ο   κόσμος   είνε  :   Ο  Σίμωνας  ο  Κυρηναίος   …. Ναι …. Ναι…αυτός   είναι   :  «ον   ηγγάρευσαν  ίνα  άρη  τον  Σταυρόν     Αυτού»    .
Ζωντανή   δε   υπήρχε  στο  νησί  μας   στα   παλαιότερα  χρόνια   η   παράδοση   που  και  μέχρις  και  τα  δικά  μου   χρόνια  ακουγότανε, πως  εκείνος   που   σήκωσε  τον Σταυρό  από  τον  ώμο  του  Κυρίου  καί τόν έφερε στό Γολγοθά είτανε Θηραίος !   [11]
Καιρός μας  όμως  θαρρώ  πως  είνε  να  ξανάρθουμε  στά  περαιτέρω,    γιατί  καταπολλά  ξεμακρύναμε  και  θάχετε  δίκηο     να   μου   παραπονέσθε.
Μετά   την   ανωτέρω  φρικτή  του  νησιού  μας   καταστροφή   ,  καθώς  τουλάχιστον   εγώ  γνωρίζω,  δεν  αναφέρεται καμμιά  άλλη   αναβροχιά   .  Ειμή,  καθά  λέγεται  παρά   του   ρηθέντος  Βαρβαρρήγου συνέβη   και  πάλι   μια    άλλη  ανομβρία,  έτσι  που   αναγκαστήκανε  οι   παπάδες  του  νησιού   να   κάμουνε   τον   Μεγάλο   Αγιασμό  «με  πηγαδίσιο  νερό»   γιατί  δεν   είχανε  ιστερνίσιο!…
Για  να   φτάσουνε  δε   σ΄ αυτό  το  σημείο     οι  πολλα  θρησκευόμενοι    και   θεοσεβείς   Σαντορινιοί,  στοχάζομαι   πως  σε  καμμιά  ιστέρνα   δεν   θα  υπήρχε   νερό  . Κι΄ αν  ακόμα   σκεφτείτε     πως    η   γιορτή   του   Αγιασμού   γίνεται  στις   6    του  Γενάρη  και    δεν  είχανε   και  δεν  είχανε   νερό,  συλλογιστείτε  τώρα  και   απομοναχοί    σας   το   τι   φρικτό   μαρτύριο   θα    είχανε   περάσει  το   καλοκαίρι.








[1]Ηρώδοτος : Βιβλ Δ κεφ 151

[2] Καμένες: λέγονται από αιώνες τα ηφαίστεια της Σαντορίνης Και ειδικά με το όνομα αυτό λεγόντουσαν τα τρία ηφαίστεια νησάκια : Η Παλαιά Νέα και Μικρή Καμένη που βρίσκονται μες στην καλντέρα της Σαντορίνης
[3] Ιω. Ν. Βαρβαρρήγος: η ανομβρία. Εφημ. «Σαντορίνη» αρ. Φύλλου  538/ 19- 4- 1898
[4]Ιωσήφ Δεκιγάλλας : Γενική Στατιστική της νήσου Θήρας Ερμούπολις 1850 σ.26 – 27

[5] Σκέρος= ο λάκκος όπου τοποθετούν και σιγουράρουν στην αμμουδιά οι ψαράδες τη βάρκα τους, όταν τη βγάζουν από τη θάλασσα
[6] Ι . Δεκιγάλλας: ανωτέρω σ. 29
[7] Ομήρου Οδύσσεια: Ραψ Δ στιχ 85-86 Μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη
[8] Ηρόδοτος: Βιβλ Δ’ κεφ 158
[9][9] Στραβων: Βιβλ 17
[10] Δ. Ιω. Κουτσογιαννόπουλος: Η θηραϊκή αποικία Κυρήνη και η Φιλοσοφικής αυτής Σχολή. Επετ. Κυκλ.  Μελετών  19: 2

[11] Ιω . Ν.. Βαρβαρρήγος: ανώτερω Φιλ Κατσίπης: Το Χρονικό της Περίσσας Αθήνα 1958 σ 42 

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Παλιές Χοροεσπερίδες της Σαντορίνης

Φίλιππας Κατσίπης : ΘηραΪκά Νέα, (206- Ιανουάριος 1972)
΄Ενας Τελώνης που έκαμε πολλα  χρόνια στο  νησί   μας  ονόματι  Ιω.Παπαμανώλης   είχε την έμπνευση  στα 1932 να εκδώσει  ένω βιβλίο  για  την  πατρίδα  μας  που έχει τον  τίτλο   <Η  νήσος  θήρα  - Σαντορίνη>  Το  βιβλίο  αυτό  αρκετά   χρήσιμο   για  τις  διάφορες πληροφορίες  που  μας  δίνει , μα  και διασκεδαστικό   γιατί έχει   θησαυρίσει   και    αρκετό   κουτσομπολιό   .
Γράφει λοιπόν  και  τούτο  < Η  Θήρα είναι  μία  οικογενει ακή  πόλις  της  οποίας  οι κατοικοι  διάγουν  την  πλέον  οικογενειακήν   ζωήν   με  πρόγραμμα  εσωτερικών  μαθητων    Λυκείου  > . Αμέσως   όμως παρακάτω  και  γράφοντας  για  την  περίφημη   Λέσχη  των  Φηρών  σημειώνει    < Εις  αυτήν  εδίδοντο τον χειμώνα  μέχρι  και  της   τελευταίας Κυριακής  των  Απόκρεων  ολονυχτιοι  οικογενειακοί  χοροί  εις  τους οποίους    προσήρχοντο και  εκ των  άλλων  χωρίων. Το  μεσονύκτιον  σουπέ παρείχετο  εξαιρετικώς  πλούσιον και  εν  ζηλευτή τάξει   εις   ιδιαιτέραν  ευρείαν  αίθουσαν. Οι   χοροί ούτοι εδίδοντο με  ατομικόν  εισιτήριον μετέχον  εις  όλα….Εις  τους χορους  της  λέσχης  εκαλείτο  πιανιστας  εκ ΄ Σύρου Ιταλός  μαέστρος >.
Δεν  ξέρω  πότε  ακριβώς  συμβαίνανε  τα΄ ανωτέρω  .  Πάντως  στις  σελίδες της  “ Σαντορίνης” του  1920 ψάρεψα ένα  τέτοιο  χορό,  πού  έγινε  στην  Λέσχη  και  σας  τον  μεταφέρω  κοντοσύλλαβα κι’  από  τις  απλές  μου  συμειώσεις   για  να  πάρετε  και  σεις   μιάν  ιδέα της  κοσμικής  ζωής  του  νησιού  μας  .
<Μεγάλην  επιτυχίαν  εσημείωσεν   ο  εν  τη  Λέσχη των  Φηρών  τo Σάββατον (11.1.1920)   δοθείς  χορός  τη  πρωτοβουλία  του  φιλοπροόδου Διευθυντού  του  Υπ)τος  της  Εθνικής  Τραπέζης κ.  Αλ. Κουσκουλέκα  .
Αι  δεσποινίδες της  νήσου  μας  παρουσίασαν   τι  το  εξαιρετικόν   εν  τη όλη  του  χορού  διαρκεία αποδείξασαι  την  κοινωνικήν  καταγωγήν   και  επί  το  νεωτεριστικόν  διάπλασιν  αυτής. Τουαλέται τελειόταται.  Υπέρ  πάσας   εξαίσιαι αι  δεσπονίδες Ελένη Γ. Κουτσογιαννοπούλου και  Μάνια  Σορώτου, κατέθελξαν   τους  πάντας και  δια  του  χορού  και  εις  το  πιάνο  εφελκύσασαι  τον  κοινόν  θαυμασμόν.  Αι  δεσποινίδες  Ευανθία  Παπαδοπούλου   Ερινούλα  Κουσκουλέκα , Μοίρα  Μαλασπίνα, Μαρία  Βαρότση και  Ελένη Δ Κουτσογιαννοπούλου   ανεδείχθησαν   τέλειαι   καταχειροκροτηθείσαι  επανει λημμένως> .
Συμπληρώνω  ,  όμως  την  παραπάνω  περ ιγραφή  με  μίαν  χοροεσπερίδα που  έγινε  μετα  από  ένα  μήνα  στο…..Βόθωνα  και  ήταν   μοναδική  απ΄ όσες  εχουν  γίνει  μέχρι  σήμερα,  καθώς  νομίζω,  γιατί πολλές  ντάμες  ήτανε  μασκέ…
<Το  εσπέρας  του  παρ.Σαββάτου  ο   μεγαλοκτηματίας  κ. Γ. Αναπλιώτης   και η  ευγενεστάτη αυτού  σύζυγος   κ.  Μάνια  διοργάνωσαν  μίαν  θαυμασίαν  και  αλησμόνητον   χοροεσπερίδα   εις τον  εν Βόθωνι  οίκον  των     όπου  παρέστησαν  προσκληθέντες   επέκεινα  των  50  κυριών    δεσποινίδων και  κυρίων  της  εκλεκτοτέρας   κοινωνικής  τάξεως  του   τόπου  μας  .
Και  ξαφνικά  ....Μία  εκτάκτου    ωραιότητος  και   φαντασμαγορίας  πλαστική   εικών    απεκαλύφθει με  ενδυμασίας    πολυποικύλους και  πολυχρώμους  επι  τούτο κατασκευασθείσας    Το  γκρουπ  απετέλουν   υπεράνω όλων  η  δις  Μαίρα  Μαλασπίνα   ως   Άγγελος  ιπτάμενος   και  υπ΄ αυτήν   η  κ. Μάνια  Αναπλιώτου  , ως  Ρωσίς  με  αρχαίαν  της  πατρίδος  της  ένδυμα  , ένθεν  δε  και  ένθεν  και  υπ΄αυτήν η  κυρία  Θεώνη  Μυρογιάννη,  ως  νυξ  αστερόεσσα ,  Ανδριανούλα  Γ. Ασιμή  ,  ως  Αλσατις,,   Ευγενία  Γ. Ακύλα, ως Αθιγγανίς  και   αι   δίδες  Ελένη  Γ. Κουτσογιαννοπούλου,   ελληνική  σημαία,  Ερινούλα  Κουσκουλέκα    Αθιγγανίς    Αικατερίνη  και    Ρίτα  Γαβαλά ,  η   μέν  ως  πεταλούδα , η  δε  ως  παπαρούνα  κατέρυθρος,  Μαρία  και  Μαργαρίτα  Σορώτου  ,  η  μεν  ως  Κολομβίνα, η  δε  ως  ανθοπώλις> 
Σας  σημειώνω  ακόμη πως  ο  χορός  διήρκεσε  μέχρι  στις  8  το   πρωί.
Μά  εκεί   που  γινόντουσαν  γλέντια  και  μασκαράτες   καθημερινώς   ήταν  ο  Πύργος  . Δυστυχώς , όμως  δεν  μπορώ  και  να σας  τα  περιγράψω, γιατί  η  απαραίτητη  προυπόθεση είναι  να  ξέρει  κανείς < πρόσωπα  και  πράγματα >  για  να είναι  σε θέση   να  μεταφέρει  τι  λεπτότητα, το  χιούμορ  και  το  κέφι  τους .  ‘ Αλλως  τα  καταστρέφει  και  σας  φέρνω  ένα  παράδειγμα  .
Μιά  χρονιά   ντύθηκαν  μασκαράδες   μερικοί   νέοι  του  Πύργου  και   πηγαίνοντας   στ΄ αρχοντικά  σπίτια  που  κάνανε     ολονύκτιες  βεγγέρες  πείραζαν  τους  παρευρισκομένους   με  στίχους  και  έξυπνα  πειράγματα  .
Αναμεσάτους   είταν  και  ένα  πειρακτήριο  που  είχε  και  σατυρική   φλέβα   και   ποιητική  ευχέρεια(δεν  ξέρω   αν  έχω  το  δικαίωμα  ν΄ αναφέρω  τ΄ ονομά  του ).  Μπαίνοντας  λοιπόν   σ΄ ένα   αρχοντικό  σπήτι  βρήκαν και   μιά   ονόματι  Δέσποινα  (  μακαριτισα)  πολυπράγμονα  και  …….ακλερη.Καί  τότες    ο  ποιητής  λέει  με  στόμφο  .
Μία  δέσποινα  του  Πύργου
Στα  καθήκοντα  πιστή,
Εις  τας   ερχομένας  κάνει
πάντα  τον  υπασπιστή.
Δεν  σας λέω  δε  ποια  είναι
‘ Αν  μπορείτε  βρέτε  την
Ειν΄ η  άκλερη  του  Πύργου
Στρέψτε  και  κοιτάχτε  την……….


Είπε  και  άλλους  πιο  πικάντικους  και  καλλίτερους   στίχους   ο….  άγν ωστος  μου  ποιητής  .  Που  θα τους  βρώ   όμως……Κ΄ είνε  ανάγκη   θα   μου πείτε……..   Ασφαλώς  . Γιατί   από  μικρές   και   ασήμαντες  πληροφορίες  βγαίνουν πολλές  φορές  σπουδεότερα  και  σημαντι κώτερα    συμπεράσματα  που  χαρακτηρίζουν     όχι  μονάχα  <Πρόσωπα  και  Πράγματα>  αλλά  και  μια  ολόκληρη  εποχή  .’ Όπως  εκείνη  που  είταν  γεμάτη  πολιτισμό , ευγένεια  και  αρχοντιά  , και  που  έσβυσε  και  χάθηκε  ,  καθώς   λέει  ένας  άτυχος  ποιητής.
Πέρασαν ,  όπως   περνούνε
Όσα  δεν  θα  ξαναρθούνε  …….


Σας παρακαλώ ...Κεραστείτε

Στις 7 Αυγούστου 2026,  στο Μεγαλοχώρι έγινε, για δεύτερη φορά, η Πατινάδα – Βεγγέρα στο χωριό. Με πρωτοβουλία, φυσικά, του Πολι...