Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάρκος Αβέρκιος Ρούσσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάρκος Αβέρκιος Ρούσσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Ιουλίου 2018

Ο Γουλάς και το Καστέλλι του Εμπορείου

Μέσα από τα μάτια του Μάρκου Αβ.Ρούσσου
Εφημερίδα Κυκλαδικό Φως Ιανούαριος 1968
 […] την παλαιάν εποχήν το Εμπορείον ήτο ο προμαχώνας και το προπύργιον της Σαντορίνης λόγω της μικράς αποστάσεως του από την θάλασσα απ όπου απεβιβάζοντο οι ορδές των βαρβάρων. Προς αντιμετώπισιν δε των επιθέσεων και των επιδρομών, έκτισαν το καστέλλι και εις το μέσο αυτού το μικρό εκκλησάκι της Θεοτόκου γνωστόν ως «Θεοτοκάκι», το οποίο σώζεται μέχρι και σήμερα. Το Καστέλλι είχε μόνο μία είσοδος προς νότον γνωστή με το όνομα «Πόρτα» και η οποία υπάρχει μέχρι σήμερον. Εντός δε της εισόδου αριστεράς υπήρχε θολωτό δωμάτιον γνωστόν κατά την παράδοση ως φυλακή η είσοδος της οποίας εκτίσθη προ τεσσαρακονταετίας. Αργότερα ηνοίχθη και Δευτέρα είσοδος προς δυσμάς και έμπροσθεν του μεγαλοπρεπούς ναού του Ευαγγελισμού ο οποίος εκτίσθη κατά τον 16ο αιώνα και ανακαινίσθη  αργότερα εις τον σημερινό ναό, με το θαυμάσιο και αρίστης αρχιτεκτονικής κωδωνοστάσιον ανεγερθέν από έναν απλό και αγγράμματο Μεσσαρίτη πρωτομάστορα. Το κωδωνοστάσιον εκτίσθη επί Δημαρχίας Μάρκου Δρόσου κατά το τέλος του περασμένου αιώνος.
Εκτός  όμως από το Καστέλλλι το οποίον αποτελούσε κυρίως την Διοιίκηση  υπάρχει και ο Γουλάς έξωθι του Εμπορείου. Το οικοδόμημα είναι ακαλαίσθητον μεν εμφανίσεως αλλά απρόσιτον εις τας ληστοπειρατικάς επιθέσεις. Από τα τείχη του Γουλά οι εγκλεισμένοι βράζοντας νερό και περιέλουζον τους επιδρομείς δια μέσου οπών ή πολεμίστρων οι αοποίαι σώζονται μέχρι σήμερον. Ο Γουλάς έκλεινε δια μίας βαρειάς θύρας με περιστροφικόν άξονα ενισχυμένης εσωτερικώς δια σιδηράς αμπάρας ώστε να είναι δύσκολος η παραβίασις της. Η εν λόγω θύρα υπήρχε ακόμη μόλις προ ολίγων ετών. Εις την κορυφή του Γουλά υπήρχε μικρόν ναύδριον του Αγίου Γεωργίου όπου προσήυχοντο οι εντός του Γουλά εγκλεισμένοι κάτοικοι του χωριού. Ο Γουλάς του Εμπορείου είναι μάλλον Φλωρεντινής αρχιτεκτονικής λόγω του τετραγωνικού του σχήματος και της βαρειάς όσον και ακαλαίσθητου εμφανίσεως του. Είναι ένα κυκλώπειον οικοδόμημα κτισμένο λίγα μέτρα έξωθι του εμπορείου. Οι κάτοικοι του χωριού διώριζαν  φύλακας οι οποίοι παρηκολουθούν τας ακτάς από την Περίσσα μέχρι του ΕΞωμύτου και όταν έβλεπαν κανέναν πειρατικόν πλοίον  άναβαν  φωτιές και άλλοι φύλακες από τα κωδωνοστάσια που τους έβλεπαν έδιναν το σύνθημα του συναγερμού και όλοι οι κάτοικοι εκλείνοντο άλλοι μεν εις τον Γουλά και άλλοι εις το Καστέλλι δια να σωθούν …..[…]

Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2017

Χριστούγεννα στη Σαντορίνη

του Μάρκου Αβ.Ρούσσου 
Θυμούμαι κείνα τα χρόνια που τα Χριστούγεννα σηκωνόμαστε αρόδιστα και κινούσαμε κάτω από τα άστρα για να πάμε στον όρθρο της Γεννήσεως. Η εκκλησία ήτανε πανηγυρικά στολισμένη με σημαίες και λάβαρα. [..] το απέριττο προσκυνητάρι ήταν τοποθετημένο ανάμεσα σε δύο πανύψηλα μανουάλια και πάνω σε αυτό η πανάρχαιη εικόνα της Γεννήσεως που κάποιος Θηραίος αγιογράφος της εποχής είχε βάλει τα δυνατά του για να ζωντανέψει με τον χρωστήρα του όσο μπορούσε καλύτερα την αναπαράσταση. [..] Άκουσα τα παρακάτω λόγια μιας Θηραίας χωρικής που πλησιάζοντας για να προσκυνήσει την εικόνα της Γεννήσεως, στάθηκε για μία στιγμή σε στάση προσευχής κοίταξε με δάκρυα θρησκευτικής συγκινήσεως τη στενόχωρη φάτνη που φιλοξενούσε τον Αχώρητο, έκανε το σημείο του Σταυρού και ακουμπώντας τα χείλη της πάνω στο θείο βρέφος ψιθύρισε  : « Μάθια, ήντα κρυώνεις μωρό μου!»… Αυτά τα λόγια δείχνουν πόσο οι παλαιοί Θηραίοι ένοιωθαν σαν να ζούσαν τη Γέννηση του Χριστού[…]
Πότε δεν θα ξεχάσω στο θάμπος του φεγγαριού τις ψυχές φωτισμένες από ολόθερμη πίστη, ανηφορίζαμε το απόκρημνο μονοπάτι για να πάμε στο εξωκκλήσι της Γεννήσεως ψηλά στο βουνό του Προφήτη Ηλία μας. Ακόμα και τώρα αν και πέρασαν τόσα χρόνια, φέρνω μπροστά μου την εικόνα εκείνη της ορθρινής βιβλικής πορείας που τόσο ζωντανά έμεινε μεταξύ των οποίων και εγώ ξεκίνησαμε από το χωρίο. Οι γυναίκες…[…] στην άκρη του μαντηλιού τους είχαν δέσει σφιχτά λίγο μοσχολίβανο ενώ εμείς τα παιδιά κρατούσαμε μποτζιά γεμάτα λάδι για τα κανδήλια της εκκλησίας. […]
Όταν φτάσαμε στην εκκλησία ήταν κιολας γεμάτη από χωρικούς που είχαν φτάσει από βραδύς. Στην αυλή, στρωμένη με αλισμαριά και φασκόμηλα κάτω από το χλώμο χειμωνιάτικο φεγγάρι ακούγαμε με κατάνυξη τους ύμνους που έβγαιναν από την εκκλησία αρωματισμένοι με το μοσχολίβανο « Χριστός γεννάται δοξάσαστε…..εκεί έπαιρνες το βάπτισμα του καθαρμού μέσα σε νάματα θεικά με τα αρώματα του βουνού και του κάμπου ….[….] θυμάμαι κάποια άλλη νύχτα Χριστουγέννων , σαν ήμουν ψαροπαίδι, στο γιαλό κοντά στην Περίσσα μας, μαζί με τον φύλακα της ρίβας – Σαβέριος ήτανε το όνομά του. Τον θυμάμαι χωμένο μέσα στον μανδύα του που τον είχε από τον πόλεμο του 1897. Καθόταν πάνω στην κουπαστή μιας βάρκας και με το γέρικο μάτι του ερευνούσε πότε τη ρίβα του γιαλού και πότε το χωμάτιασμα. Έτσι όπως ήτανε ντυμένος με τον μαδύα  και με το χονδρό Ρωσσικό σκούφο του, έμοιαζε περισσότερο με θαλασσομάχο.στο χέρι του κρατούσε μια χονδρή μαγκούρα που ήταν και το όπλο του ενώ στην πλάτη του είχε πάντα ριγμένο ένα ντουρβά καμωμένο από καραβόπανο. Εκεί από την κουπαστή της βάρκας έστριψε το βλέμμα του προς την Ανάφη και τα χείλη του ψιθύρισαν τούτα τα λόγια « Ξημερώνει Χριστούγεννα, τώρα βγαίνει το άστρο!....»  Γύρισα και κοίταξα προς την Ανατολή και κείνη την ώρα είδαμε το άστρο της αυγής που φάνηκε πιο φωτεινό από τις άλλες νύχτες. Καθώς άφηνε την υγρή αγκαλιά της θαλασσας κι ανεβαίνε προς τον ουρανό χάραξε μια ολόφωτη ασημένια γραμμή πάνω στη γαλήνια επιφάνεια του νερού. Ο γέρος σαν το είδε, γονάτισε και ακίνητος με το βλέμμα του γυρισμένο πάντα προς την Ανατολή  και τον άκουσα να λέει : Χριστός γεννάται …» και γυρίζοντας προς εμένα πρόσθεσε  « τούτη την ώρα γεννιέται ο Χριστός τώρα δα πάει το αστέρι να δέιξει το δρόμο στους Μάγους που πάνε να Τον προσκυνήσουν»…. […]
-   Μα τα Χριστούγεννα τα νοιώθεις πιο πολύ μπάρμπα σαν να είσαι μοναχός πάνω στην άμμο, κάτω από τα άστρα μέσα στη νύχτα στο γιαλό και στο κύμα;

-   Ναι! Όσο πιο μακρια βρίσκεσαι από τους ανθρώπους τόσο πιο κοντά είσαι σστο Θεό. Κι ενώ του μιλούσα κοίταξε πάλι προς την Ανατολή αλλά το άστρο δεν  υπήρχε πια εκεί κι η ασημένια γραμμή πάνω στα γαληνεμένα νερά είχε σβύσει και αυτή…. Ητανε Χριστούγεννα…..

Πηγή: Λαογραφικά της Σαντορίνης 

Παρασκευή 21 Απριλίου 2017

Οι Ρίμες του Αγίου Γεωργίου στη Σαντορίνη

Οι Ρίμες ή ριμάδες από πλευράς Σαντορίνης, είναι άλλη μία από τις διαφορετικές καταγραφές  της τοπικής ιστορίας – λαογραφίας του τόπου μας.  Η διαφορετική μορφή τους : « θα πρέπει να αναζητηθεί περισσότερο στη διαφορετική τους λειτουργία. Ο ρόλος της ρίμας είναι κυρίως η μετάδοση  αξιοσημείωτων , εντυπωσιακών ειδήσεων στον χώρο και στον χρόνο  […] ο ρόλος της ρίμας είναι να μεταδόσει την αίσθηση που προκάλεσε το εξαιρετικό περιστατικό». [1] Η ζωή και το έργο του Αγίου Γεωργίου δεν άργησαν να γίνουν γνωστά στη Σαντορίνη όπως άλλωστε και σε όλον τον χριστιανικό κόσμο.[2]Αν και μέχρι στιγμής έχουν εντοπιστεί τουλάχιστον 5  παραλλαγές της ρίμας του Αγίου Γεωργίου στη Σαντορίνη  θα σταθούμε στις εξής τρεις  μιας και διαφέρουν :

Ο Μάρκος  Αβ. Ρούσσος μας παρουσιάζει την πρώτη[3]:  

«Άγιε μου Γιώργη ξακουστέ και αφέντη καβαλλάρη,
αρματωμένος με σπαθί και με αργυρό κοντάρι.
Θεριό είναι στον τόπο μας σ ένα βαθύ πηγάδι,
ανθρώπους το ταϊζανε κάθε πρωϊ και βράδυ.
Μια μέρα δεν του δώσανε άνθρωπο να δειπνήσει,
Σταλιά νερό δεν άφησε τη χώρα να δροσίσει.
Ας βάλουμε τα μπουλετιά, κι ότινος μέλλει ας πέσει,
Να πάει το παιδάκι του του λιονταριου πεσκέσι.
Τα μπουλετιά ηπέσανε σε μια βασιλοπούλα,
Όπου την είχε ο βασιλιάς μόνη κι αμοναχούλα.
Ο βασιλιάς σαν τ’ άκουσε, αυτό το λόγο είπε:
«πάρτε το βασίλειοο και το παιδί μου αφήστε»
Μα ολαος σαν τοκουσε τρέχει στον βασιλέα:
«δεν φήνεις το παιδάκι σου σε παίρνουμε εσένα».
- Επάρετο κι αμέτετο και ντύσετε το νύφη,
κι άμετετε το του λιονταριού γλυκά να το μασήσει.
Κι άμετετε και στο χρυσοχό να κάμει αλυσίδα,
Να πάτε να το δέσετε στου πηγαδιού τα χείλια.
Κι όταν το πηγαίνανε, όλα τα δέντρα σειόταν,
Και τα πουλάκια στις κορφές πικρά εκελαδούσαν.
Καιόταν την εκρεμούσανε όλα ταόρη τρέμαν,
Κι η κόρη Πάντα έλεγε: « Αλοίμονο σε μένα».
Ξένος κι αγνώριστος περνά τηνκόρη εχαιρέτα,
Κι η κόρη τα αποκρίνεται κι η κόρη του μιλάει.
«Τράβηξε ξένε από δω, τραβήξου παραπέρα,
Γιατί θα βγει το θεριοό να φάει εσέ και μένα

- Στρώσε τα γονατίκια σου για να ακουμπήσω επάνω,
- Κι όταν θα βγει το θεριό, σκούντα με σήκω, επάνω..
Σήκω Ξένε να χαρείς και το νερό αφρίζει,
Κι ο άγριος ο λέντας τα δόντια ακονίζει.
Δράκυ της έπεσε ευθύς, επάν στο μάγουλό του,
Σηκώνεται ανατολικά, και κάνει το σταυρό του.,
Και βγάζει το σπαθάκι του και κόβει το λαιμό του.

Πάλι ξαναδευτέρωσε την παίρνει μές στο στόμα,
Μεγάλη τάραξη έγινε σε όλο της το σώμα.

Πες μου Ξένε να χαρείς πως λένε τ’ όνομά σου;
Κι εγώ θα κάνω χάρισμα διπλό στο θέλημά σου.

Γιώργης στρατιώτης λέγομαι, απ την Καπαδοκία,
Κι αν θέλεις να κάμεις χάρισμα, κτίσε μια εκκλησία,
Και πιάσε και ζωγράφισε Χριστό και Παναγία,
Κι από μεριά της Παναγιάς γράψε ένα καβαλάρη,
Αρματωμένο με σπαθί και μ αργυρό κοντάρι.

Ξένε μου όταν κοιμόσουνα περνά μια περιστέρα,
Που κράτα Τίμιο Σταυρό εις τη δεξά τη χέρα,
Στον Άγιο πάλιέγραφε, ζήτω μου ευλαβεία:
«Αγιε Γιώργη που γλύτωσες την κοπελιά την εμοναχορη»|


Αλλή μία ρίμα του Αη Γιώργη μέσα από το αρχείο της λαογράφου - ερευνήτριας Στέλλας Κοντογιάννη




Ρίμα του Αη Γιώργη, (από: Καλλιόπη Νομικού)

«Ένα θεριό στον τόπο μας
σ’ ένα βαθύ πηγάδι
ανθρώπους το ταϊζανε
κάθε πρωί και βράδυ
μια μέρα δε ντου δώσανε
άνθρωπο να δειπνίσει
σταλιά νερό δεν ήφησε
τη χώρα να δροσίσει
να βάλουμε τα μπουλεθιά
να δούμε τίνος πέφτει
να πάμε τ’ άγριου θεριού
ένα παιδί πεστστσέσι
τα μπουλεθιά ηπέσανε
εις τη βασιλιοπούλα
οπού την είχε ο βασιλιάς
μόνια κι αμοναχούλα
ο βασιλιάς ως τόκουσε
πολύ του βαροφάνη
πάρτε το βίο μου όλο
και το παιδί μου αφήστε
εάν δε θες με το καλό
σε παίρνομε κι εσένα
κι αμέσως την επήγανε
πλησίον εις το πηγάδι
…………………
κι ο Αης Γιώργης ήρχουντα
στον κάμπο ο καβαλάρης
- Φύε μου ξένε απ’ εδώ
ξένε μου απ’ τα ξένα
για θάρθει τ’ άγριο θεριό
να φάει εμέ κι εσένα.
Πλώσε το ποδαράκι σου
απάνω ν’ ακουμπήσω
κι αν έρθει τ’ άγριο θεριό
σκούντα με να ξυπνήσω.
Τρέμαν τα όρη τρέμανε
και το θεριό ηρχούντας
κι η κόρη πάντα έλεγε
- Αλλοίμονο σε μένα.
Τα δάκρυά της πέφτανε
απά στον Άη Γιώργη.
κι ο Άης Γιώργης ξύπνησε
με όλη του την τόλμη.
Γυρίζει ανατολικά
και κάνει το σταυρό ντου.
Μια κονταρκιά του έδωσε
του ‘κοψε το λαιμό ντου.
Πάλι ξαναδευτέρωσε
τη ντρώει μες το στόμα.
Μεγάλη αναταραχή έγινε
στις πέτρες και στο χώμα.
Πες μου ξένε το μέρος σου
πες μου και τ’ όνομά σου.
Να πω εις το πατέρα μου
να κάμει θέλημά σου.
Ο Άης Γιώργης λέγομαι
απ’ τη Μακεδονία
κι αν έχεις ευχαρίστηση
χτίσε μιαν εκκλησία."


Στο ίδιο μοτίβο ο Μανώλης Λιγνός [4] καταγράφει άλλη μία παραλλαγή της ρίμας του Αγίου Γεωργίου
Ένα  θεριό στον τόπο μας, σ ένα βαθύ πηγάδι,
Άνθρωπο του παένανε, κάθε πρωί και βράδυ.
Μια μέρα δεν του πήαμε, άνθρωπο να μασήσει,
Νερό δεν ήφυκε σταλιά τη χώρα να δροσίσει.
- Να βάλουμε τη μπουλεθιά σε ποιο πέσει, να πάει στα άγριο θεριό ένα παιδί πεσκέσι.
Τα μπουλεθιά έπεσανε, εις τη βασιλοπούλα,
όπου τηνε χε ο βασιλιάς  μόνη κι αμοναχούλα.
Ο βασιλιάς σαν τ’ άκουσε άλλο λόγο δεν είπε: - Το βιος μου όλο πάρτε το και το παιδί μ αφήστε…..
....Ο κόσμος εσυνάχτηκε απά στου Βασιλέα.....
-          Ή το παιδί σου δώσε μας, ή παίρνουμε κι εσένα.
-          Πάρτε το κοριτσάκι μου  και ντύσετέ το νύφη, σαν έβγει τα άγριο θεριο, γλυκά να το μασήσει …..
Στο δρόμο που την πηαιναν , μπαντάει ένας ξένος.
-          Για φυα ξένε από εδώ, ξένε από τα ξένα, μην έβγει το άγριο θεριο και φάει εσέ και μένα
.-          Σύρε το ποδαράκι σου απάνω να ακουμπήσω, σαν έβγει τα άγριο θεριό, μίλησε να ξυπνήσω. …»
Και το θεριό όταν έβγαινε τρέμα τα  όρη τρέμα, και το κορίτσ’ ηφώναζε : « ΑΛοίμονο σε μένα….»
Τα δάκρυά της πέσανε απά σστον Άγιο Γεώργη Ηξύπνησε και τρόμαξε με όλη ντου την τόλμη,
Γυρίζει ανατολικά και κάνει το Σταυρό ντου και
Με τη μία που του δωκε του πήρε το λαιμό ντου,
Του την ξαναδευτέρωσε την πηρέ εις το σώμα,
Μεγάλ’ εγίνη η ταραχή στις πέτρες και στο χώμα. …
Και ο βασιλιάς που τα βλεπε, ψηλά από το παλάτι, ευτυς  αμέσως έτρεξε τον ξένο πλησιάζει:
Τον Άη Γιώργη χτίζουνε ,
Βάνω κι εγώ το χώμα,
για να περνώ να προσκυνώ,
Το ζαχαρένιο στόμα



η ανάρτηση αυτή αφιερώνεται στον Νίκο Αντωνίου Κονταράτο που έφυγε χθες 20-4-2017



[1] Ν. Πολίτη: οι «Ρίμες» , έμμετρες αφηγήσεις περιστατικών, στο Η λαική λογοτεχνία στη Νοτιανατολική Ευρώπη (19ος- 20ος αι), τετράδιο εργασίας 15, σελ 79-90 http://helios-eie.ekt.gr/EIE/handle/10442/7649 (ενημέρωση Ιούλιος 2015).
[2] Μηνδρινός Ματθαίος, Θηραϊκές Ρίμες, Κυκλαδικά Θέματα 1986 Ιανουάριος Φεβρουάριος
[3] Ρούσσος Μ, Σαντορίνη – Ήθη εθιμα και παραδοσεις, Αθήνα, 1979 σελ 129.
[4] Λιγνός Εμμ, Λαογραφικά της Σαντορίνης, Μ.Ι.Δανέζης (επιμ.) Σαντορίνη 1971 

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Της Αποκριάς και της Σαρακοστής στη Σαντορίνη ( 2017)

« Μετά από τα αποκριάτικα γλέντια, τα τραγούδια και τους χορούς στην πλατεία του χωριού, οι χωρικοί ετοιμάζανε τα δισάκια τους για να γιορτάσουνε την Καθαρή Δευτέρα στα εξωκκλήσια της Σαντορίνης. Τούτη η έξοδος ήτανε ομαδική. Άλλοι με καβάλες και άλλοι με τα πόδια ξεκινούσανε την αυγή της Καθαρής Δευτέρας διαβαίνοντας τα ριμίδια του κάμπου και ποζεύοντας σε κάποιο ερημοκκλήσι. Εκεί, αφού ανάβανε τα αγιοκάνδηλα και θυμιάζανε με μοσχολίβανο ή καμμιά φορά με αλυφασκιά, σαν δεν εύρισκαν λιβάνι, στρώνανε τις πετσέτες τους στη πέτρινη αυλή και καθίζανε γύρω γύρω κατάχαμε άλλοι σταυροπόδι και άλλοι ανεκούρκουδα. Στη μέση του «τραπεζιού» ήτανε μια τσουκάλα με φάβα από το οποίο κένωνε μία από τις γυναίκες. Πολλές φορές τη φάβα την μαγειρεύανε επιτόπου με ξερά φρύγανα και ασπάλαθοι. Κοντά στο τσουκάλι έβαζαν μία γαβάθα με καπαρόκουμπα και μία τσάσκα με ξύδι για να βουτούνε τις αρακιές και την αρίανη. Ολόγυρα αρέγκου- αρέγκου, βάζανε τα χοντρά γάστρινα σκουτέλια με τα σαρακοστιανά, ενώ στο μπουτί της μικρής εκκλησίας ήτανε τα φλασκιά  και τα κουκουμάρια γεμάτα μπρούσκο κρασί. Το κεραστάρι καμωμένο από κέρατο βουδιού, ήτανε αναποδογυρισμένο στο λαιμό ενός τετραγωνου παγουριού, ενθύμιο ποιός ξέρει από ποιον πόλεμο. Σε πολλές παρέες δεν έλειπε ο λυράρης ή ο τσαμπουνιέρης. Το φαγητό άρχιζε με την ευχή:
Αγία μου Σαρακοστή με την αρίανη σου,
Να μ αξιώσει η Χάρη Σου  και στην Αναστάσή σου.
Ενώ τρώγανε το κεραστάρι γέμιζε κι άδειαζε ντάιμα χωρίς σταματημό από χέρι σε χέρι και ξαφνικά κάποιος από τη συντροφιά σηκωνότανε όλορθος και μ ένα γνέψιμο στο λυράρη άρχιζε να χορεύει  όμορφα και ο λυράρης με το δοξάρι στο χέρι και τη λύρα ακουμπισμένηη στο γόνατο έπαιζε ένα γλυκό σκοπό. Τον πρώτο χορευτή τον ακολουθούσανε και άλλοι και άλλοι και το γλέντι άναβε η λύρα αγρίευε  να παίζει και ο λυράρης τραγουδούσε όμορφα δίστιχα τραγούδια και ρίμες που μιλούυσανε για την αγάπη, τους καυμούς και οι χορευτάδες χορεύανε, χόρευαν ξεστήθωτοι   με τα ζωνάρια κρεμασμένα ως κατάχαμα σφύριζαν δυνατά  σήκωναν τα χέρια κι έσκυβαν πότε μπροστά και πότε στα πλάγια και κτυπούσανε με την ανάστρεφή του χεριού τους τα μπλαντούγια τους. Ο ιδρώτας έτρεχε από το κούτελό τους μα εκείνοι χόρευαν χόρευαν χωρίς σταματημό πάνω στη πέτρινη αυλή της μικρής εκκλησίας ή πάνω στα αγριολούλουδα του χωραφιού.
Τούτο το γλέντι καταλάγιαζε σαν έρχονταν μερέντι. Τότε οι γυναίκες μαζεύανε τα σκουτελικά και ετοιμάζανε τα δυσάκια για το γυρισμό. Έπρεπε σαν κτυπούσε η καμπάνια να πάνε να ακούσουνε το «Κύριε των δυνάμεων μεθ ημών γενού»[1]. 

Ενώ η παράδοση αυτή συνεχίζονταν και στους Θηραίους της Αθήνας  « Πρώτος ο πατέρας έσερνε το χορό «στης ακριβειας τον καιρό επαντρέφτηκα κι εγώ», ακολουθούσε ο αστείος χορός « του πιπεριού» κι ένα άλλο χορευτικό τραγούδι που είχε σαν επωδό : « τουτη η γης που την πατούμε όλοι μέσα θε να μπούμε» κτυπώντας με κέφι τα πόδια τους στο πάτωμα. Ύστερα η πιο καλλίφωνη άρχιζε το τραγούδι και ακολουθούσαν οι άλλοι με άφθονα πρίμα και σεκόντα « σε αυτό το σπίτι που ρθαμε πέτρα να μην ραίσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει» και η βραδιά έκλεινε με τον εθνικό ύμνο του Μεγαλοχωρίου, δλδ με το κοντάκιο των Αγίων Αναργύρων»[2].
Τα αποκρηανά τραγούδια που ακουγόντουσαν ήταν :Ρίχνω τα αγκιστράκι μου,, Δάφνης μου πήρες κλωνάρι, Αφουγκραστέίτε να σας πω, Εγώ είμαι ενός ψαρά παιδί κ.ο.κ.
Ενώ τα «τσακίσματα»της Σαντορίνης γι αυτή την περίοδο ήταν:
Ήλθανε κι οι αποκριές με γέλια και τραγούδια, ήλθε και η Σαρακοστή μ ελιές και με μαρούλια
Στον ποταμό τα αλιγαριές σε φίλησα μα δεν το λες
Τούτες οι μέρες τόχουνε τούτες οι εβδομάδες, να τραγουδούνε τα παιδιά να χαίρονται οι μανάδες
Στ Ακρωτήρι βγαίνει η κάπαρι, τα λόγια σου είναι ζάχαρη
Στον Πύργο το πια το νερό, ηβραχνιασα και δεν μπορώ....

Τότε ακούγεται και το παρακάτω- ξεχασμένο ξόδι της Μεγάλης Σαρακοστής[3]:


 Τώρα είναι Αγιά Σαρακοστή, τώρα είναι Άγιες ημέρες

που λειτουργούν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες

και λεν το Κύριε ελέησον και το Άγιο το Βαγγέλιο.

Όποιος το λέει σώζεται κι όποιος το πει Αγιάζει

κι όποιος το καλοαφκριστεί παράδεισο θα λάβει.

Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο.

Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της

την προσευχή της έκανε για τον μονογενή της.

Κι’ εκεί που προσευχότανε, κι’ εκεί που παρεκάλει

ακού βροντές και αστραπές και ταραχή μεγάλη.

Βγαίνει στην πόρτα της να δει, βγαίνει στην γειτονιά της.

Βλέπει τον ουρανό θολό και τ’ άστρα βουρκωμένα,

το φεγγαράκι το λαμπρό στο αίμα βουτηγμένο.

Βλέπει τον Γιάννη κι έρχονταν γδαρμένο, σκοτωμένο.


- Τι έχεις Γιάννη μου και κλαις και βαριαναστενάζεις;

- Δεν έχω στόμα να στο πω , χείλη να στο μιλήσω,

ούτε η καρδιά μου το βαστά να σου το μολογήσω.

Το δάσκαλο μου πιάσανε οι άνομοι Εβραίοι

οι άνομοι και τα σκυλιά κ’ οι τρεις καταραμένοι.

Σαν κλέφτη τον επιάσανε, και σαν ληστή τον πάνε,

και στου Πιλάτου τα σκαλιά, εκεί τον τυραννάνε.

Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθη

σταμνιά νερό την περεχούν, τρία κανάτια μόσχο,

και τέσσερα ροδόσταμο ώσπου να συνεφέρει.

Και σαν την συνεφέρανε τούτο το λόγο λέει:

-Ας έλθει η Μάρθα και η Μαριά κι άλλη η Ελισάβα,

και του Λαζάρου η αδελφή και του Προδρόμου η μάννα.

Να πάμε να τον εύρουμε πριν μας τον εσταυρώσουν,

πριχού του βάλουν τα καρφιά και τόνε θανατώσουν!

-Βλέπεις εκείνο το βουνό το υψηλό το μέγα

που ’χει την πράσινη κορφή την θαλασσιά παντιέρα;

Εκεί πάνω τον έχουνε , και τόνε τυραννάνε.

Επήραν το στρατί – στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί τις έβγαλε στ΄ ατσίγγανου την πόρτα.

-Ώρα καλή σου ατσίγγανε και τ΄ είναι αυτά που κάνεις;

-Καρφιά μου παραγγείλανε οι φίλοι μου οι Εβραίοι.

Εκείνοι μου παν τέσσερα μα γω τους κάνω πέντε.

Τα δυο στα δυο του γόνατα, τα δυο στα δυο του χέρια,

το πέμπτο το φαρμακερό να μπει μες την καρδιά του.

Να τρέξει αίμα και χολή από τα σωθικά του.

Η Παναγιά σαν τ΄ άκουσε έπεσε και λιγώθη.

Σταμνιά νερό την περεχούν ώσπου να συνεφέρει.

Και σαν τη συνεφέρανε τούτο το λόγο λέει:

- Άντε κ΄ εσύ ατσίγγανε, ψωμί να μην χορτάσεις,

μόνο αχυλιές και κάρβουνα, πάντα σου να μαλάζεις.

Ούτε η τραχηλίτσα σου πουκάμισο να βάλει

ούτε και τη γυναίκα σου σε σπίτι να τη βάλεις!

Παίρνουνε το στρατί – στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί τις έβγαλε εις του ληστή την πόρτα.

Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.

Κ’ η πόρτα απ’ τον φόβον της άνοιξε μοναχή της.

Κοιτά δεξιά, κοιτά ξερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,

κοιτά και δεξιότερα βλέπει τον Άγιο Γιάννη.

Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γιου μου

μην είδες το γιουκάκι μου και συ τον δάσκαλο σου;

-Δεν έχω στόμα να στο πω, χείλη να στο μιλήσω,

ούτε και χειροπάλαμο για να σου τον εδείξω.

Βλέπεις εκείνον τον γυμνό τον παραπονεμένο,

όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;


Αυτός είναι ο γιόκας σου και με ο δάσκαλος μου.

 -Επήραν το στρατί – στρατί , στρατί το μονοπάτι.

Το μονοπάτι τις έβγαλε μπροστά στον σταυρωμένο.

-Γιε μου , που είναι τα κάλλη σου και πουν η λεβεντιά σου,

και τα σγουρά σου τα μαλλιά και η παλικαριά σου;

Δεν μου μιλείς μιλίτσα μου δεν μου μιλείς μιλιά μου;

-Πάρτο μάνα απόφαση σαν που το πήραν κιάλλες,

το πήραν μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες.

Το πήραν κι οι καλόπαντρες, για τους καλούς τους άντρες!

Άντε μάνα στο σπίτι σου και στο νοικοκυριό σου

στρώσε τραπέζι θλιβερό μ’ αφράτο παξιμάδι

και πίνε και γλυκό κρασί, να σου περνά η ζάλη.

Πάει η μάνα στο σπίτι της πάει στα γονικά της

βάζει κρασί στον μαστραπά κι’ αφράτο παξιμάδι.

Πέρασε κ’ η Άγια Καλή κιαυτό το λόγο λέγει:

-Ποιος είδε γιο εις τον σταυρό και μάνα στο τραπέζι;

-Άντε και συ Άγια Καλή ποτέ σου μην γιορτάσεις

ποτέ τ’ ονοματάκι σου στην εκκλησιά μην ψάλεις!

-Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι’ όποιος το πει αγιάζει

και όποιος το καλοαφκριστεί, παράδεισο θα λάβει.

Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο.






Τώρα ειν Άγια Σαρακοστή, τώρα ειν’ Άγιες μέρες

που λειτουργούν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες

και λεν το Κυρ ελέησον και τα’ άγιο το Βαγγέλιο!



-          Τούτη είναι η στερνή αχαλασά μας, για τούτως λεβέρετε τους κάβους και τ απογρίπια, αβαράρετε τη βάρκα στο σκέρο, σύρετε τα φαλάγγια και τα κουπιά και βάλτες την άγκουρα στο χωμάτισμα... Αύριο μπαίνει η Τρανή Σαρακοστή
Αυτές τις κουβέντες είπε ο καπετάνιος, ο γερο Βουρκάνος[4], στο τσούρμο του κι έβγαλε την καπνοσακκούλα του να στρίψει το τσιγάρο....
Αύριο μπαίνει η τρανή Σαρακοστή... Αυτά τα λόγια του γερο καπετάνιου, αγγίξανε τις πιο λεπτές χορδες της ψυχής των αγαθών ψαράδων και ήτανε για αυτούς σαν θεία επιταγή που ερχότανε ολοίσια από το Θεό. Ξέρανε οι ανθρώποι εκείνοι της θάλασσας πως αν δεν πάνε στο γυαλό, θα πεινάσουν και αυτοί και τα παιδιά τους. Όμως έτσι έπρεπε να γίνει, γιατί έμπαινε η Σαρακοστή και ολάκερο το νησί θα νήστευε. Ακόμα και οι άρρωστοι νήστευαν και δεν έτρωγαν ούτε λάδι, ενώ οι λοχώνες ετρέφοντο σαράντα μέρες με χυλό και σισαμόλαδο. Αν καμμία φορ η ανάγκη το επέβαλλε να φάνε λάδι, η λοχού κατέβαζε το τσιμπινίκι της και έκλεινε την κρεβατοκάμαρα να να μην την βλέπουν την ώρα που έτρωγε, αλλά η γυναίκα που θα μαγείρευε το φαγητό της έπρεπε να κάμει σαράντα μετάνοιες για να  εξιλεωθεί.
Έτσι κυλούσαν οι μέρες της Τρανής Σαρακοστής,  μέσα σε μία πραγματικά κατανυκτική προσευχή και νηστεία, για να τη διακόψουνε μονάχα του Ευαγγελισμού και των Βαϊων, περιμένοντας με θρησκευτική χαρά να φάνε μόνο ψάρι που κι αυτό σπάνια το εύρισκαν εξ αιτίας της φουρτούνας όπως έλεγαν « Του Ευαγγελισμού και των Βαγιών» παίρνει ο φράρος το γιαλό». Ναι κείνοι οι άνθρωποι νήστευαν και πίστευαν με μία αληθινή πίστη που ξεπερνούσε τα γήινα όρια και έφθανε μπροστά στα κατώφλια του παραδείσου.
Ναι κείνοι οι άνθρωποι νήστευαν και πίστευαν σε μία αληθινή πίστη, που ξεπερνούσε τα γήινα όρια και έφθανε μπροστα στα κατώφλια του παραδείσου. Ζούσανε στο δικό τους κόσμο καμωμένο από όορφα ιδανικά και αισθήματα. Τον δρόμο αυτό έπρεπε να τον διαβούν με πεντακάθαρη καρδιά για να είναι άξιοι να μετάσχουν στη χαρά της Αναστασης
Έτσι γινότανε εκείνα τα χρόνια και οι άνθρωποι ήταν μονοιασμένοι και ευτυχισμένοι. Την ευτυχία τους την θεμελίωνανε στη γρανιτένια πίστη με το καθαρό νόημά τους. Οι γνώσεις ήταν φτωχές αλλά από την αγραμμματοσύνη και την αγαθότητα τους πήγαζε η Αγάπη, που είναι η τέλεια πραγματική έκφραση και φτάνει στην αγνότητα της ψυχής.
Ο συγχωρεμένος ο παπα Μαρκάκης Δεναξάς μου έλεγε ότι «οσο πιο πολύ τρέχει ο άνθρωπος με τις γνώσεις του, τόσο πιο γρήγορα θα κομματιάσει το σώμα  του στους βράχους της αμαρτίας.»
Οι παλαιοί ανθρώποι του νησιού ζόυσαν σε ένα δικό τους μυστικό χώρο ονείρου, που μας το όνειρο αυτό δεν υπάρχει μα ούτε και πρόκειται καν να το ονειρευτούμε ποτέ, αφού το έσβυσε από το νου μας των  «μοντέρνων ανθρώπων» η εξυπνάδα.
Τώρα δεν θα βρεθούνε  γέροι καπετάνιοι να δέσουν τις βάρκες τους και να τραβήξουν τα απογρίπια, μα ούτε θα ακουστή η κουβέντα του γερού Ρουσσέτου του Βρουκάνου: « Τούτη είναι η στερνή αχαλασά μας, λεβάρετε τους κάβους και δέστε την αγκουρα γερα....γιατί αύριο μπαίνει η τρανή Σαρακοστή» .


Και αν θέλουμε να παραφράσουμε τη φράση που υπάρχει στον Ιερό ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στα Φηρά " Παρθενεύων είσελθε τον νου ενθάδε... Ναός γαρ εστι Ιωάννου Παρθένου..." άνετα θα μπορούσαμε να σκεφτούμε και να αναλογιστούμε όσο το δυνατόν το «... Παρθενέυων είσελθε....εις την Αγία Σαρακοστή» ......







[1] Μ.Ρούσσος, Σαντορίνη Ήθη Έθιμα και Παραδόσεις Αθήνα 1979.
[2] Γ.Συρίγου Μονιούδη, Η Σαντορίνη μου, Αθήνα 1998
[3] Μαρία Μαυρομμάτη: Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Πύργος, της επαρχίας Θήρας, του νομού Κυκλάδων (1969) http://pergamos.lib.uoa.gr/dl/navigation?pid=uoadl:8598&scheme=euDefaultView
[4] Μ.Ρούσσος Λαογραφικά της Σαντορίνης, Αθήνα 1971

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Όταν η λαογραφία της Σαντορίνης συνδέεται με την επιστημονική έρευνα ..


Ή πως δυο γενιές μιας οικογένειας αποτυπώνουν τα της Σαντορίνης

Μνήμη Μάρκου Αβερκίου Ρούσσου 


 Ένας από τους λόγους ύπαρξης του «Καλλιστορώντας», είναι εκτός των άλλων η προσπάθεια ανάδειξης της ιστορίας της Σαντορίνης αλλά και ευρύτερης διάδοσής της. Πόσο δε μάλλον όταν αυτή γίνεται μέσα από έρευνές Θηραίων παλαιότερων αλλά και σύγχρονων. Στην ανάρτηση αυτή θα συνδεσουμε την επιτόπια έρευνα ( και όχι μόνο ) ενός άγνωστου αλλά ιδιαίτερου Θηραίου ερευνητή λαογραφίας , του Μάρκου Αβέρκιου Ρούσσου μαζί με την έρευνα της εγγονής του Ελισάβετ Καφούρου στο μεταπτυχιακό του Πανεπιστήμιου Πειραιά και αναμενόμενο τίτλο : « Η Σαντορίνη ως γαστρονομικός προορισμός[1]»
Γράφει το λοιπός ο Μάρκος Αβέρκιος Ρούσσος στα «Λαογραφικά της Σαντορίνης» το 1971 ως προς την καλλιέργεια τομάτας και την παρασκευή τοματοπολτού: « ... Επί τη ευκαιρία θα πρέπει να αναφέρω και ένα χαρακτηριστικό που συνέβη τον Αύγουστο του 1925. Αν και ήμουν πολύ μικρός το ενθυμούμαι καλώς διότι μου είχε κάνει εντύπωση. Οι ταράτσες του Εμπορείου – πηγή του τοματοπολτού- ήταν κατακόκκινες από τα σκαφίδια με το τοματοπελτέ, όταν ξαφνικά μέσα σε λίγα λεπτά έγιναν από κόκκινα μαύρα σαν το κατράμι. Αιτία ήταν η ξαφνική πτώση της ψιλής μαύρης τέφρας από τον ουρανόν από την έκρηξη του ηφαιστείου. Η καταστροφή του τοματοπολτού ήταν τελεία, οι παραγωγοί παρατηρούσαν με σταυρωμένα τα χέρια να χάνονται οι κόποι και ο ιδρώτας τους, ανίκανοι να αντιμετωπίσουν την μαύρη σκόνη που έπεφτε από τον ουρανό. Οι παραγωγοί εκείνης της εποχής ήταν αληθινά μάρτυρες εργάζονταν από τα χαράματα μέχρι την νύχτα και ποτέ δεν χόρταιναν ψωμί. Παρακολουθούσαν με καρτερία την μανία όλων των στοιχείων της φύσης  που απο αιώνες χτυπούν το νησί. Σεισμοί και εκρήξεις, φωτιά και καπνός, λάβα και μύδροι, θειάφι και βρώμα από καυτό σίδηρο ήταν γνωστά πράγματα σε αυτούς. Όμως ποτέ οι Θηραϊοι παραγωγοί και οι κάτοικοι του νησιού γενικότερα δεν άφησαν αυτό το πολύχρωμο τσουρουφλισμένο διαμάντι των Κυκλάδων, την Σαντορίνη, αλλά αντίθετα την αγαπούσαν όλο και περισσότερον και την αγάπη τους αυτή για το νησί την παρέδωσαν σαν κληρονομιά και στις επομένες γενιές»  - Όπως έκανε και ο ίδιος.....
Aρκετά χρόνια αργότερα η Ελισάβετ προσθέτει ερευνητικά στην αφήγηση του παππού της μέσα από την    μεταπτυχιακής της εργασία : «Η παραγωγή και η προώθηση των τοπικών προϊόντων μίας περιοχής κατέχουν ιδιαίτερο ρόλο στην τοπική οικονομία και αναδεικνύουν τον γαστρονομικό προορισμό δίδοντας προστιθέμενη αξία. Το κλίμα αλλά και το ιδιαίτερο έδαφος του νησιού περιορίζουν την καλλιέργεια πολλών και διαφορετικών ειδών. Η άνυδρη καλλιέργεια είναι γεγονός σε συνδυασμό με το ιδιαίτερο μικροπεριβάλλον της Σαντορίνης, όμως συμβάλλουν τα τελευταία χρόνια στην δημιουργία μίας ξεχωριστής ποικιλίας προϊόντων, τα οποία συνεπάγουν την νέα σαντορινιά κουζίνα και την σαντορινιά γεύση κατ’ επέκταση. [...]Στη Σαντορίνη ο γαστροτουρίστας μπορεί να βρει μια πληθώρα δραστηριοτήτων, ώστε να έρθει σε επαφή με την παράδοση και τη γευσιγνωσία των τοπικών προϊόντων. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχουν πολλά ξενοδοχεία που προσφέρουν μαθήματα οινογνωσίας, δοκιμές κρασιών σε συνεργασία με ντόπιους παραγωγούς ενώ διαθέτουν ποικιλίες τοπικών κρασιών σε καταλόγους και κελάρια».
Η Ελισάβετ, παρουσιάζει ταυτόχρονα και την έρευνά της που διεξήχθη εξαιτίας της διπλωματικής εργασίας της: «  Συνοψίζοντας, παρατηρούμε ότι για αυτό το δείγμα, η γαστρονομία ήταν βασικός παράγοντας σε κάθε ταξίδι του. Αυτό φαίνεται για παράδειγμα από το ότι τουλάχιστον το μισό του προϋπολογισμού τους για τα ημερήσια έξοδα δίνονταν στο φαγητό. Οπότε το ποσοστό 37.5% από την πλευρά των ξένων και 40% από την πλευρά των Ελλήνων που προτείνουν τη Σαντορίνη σαν προορισμό γαστρονομίας είναι αρκετά ενθαρρυντικό. Επίσης, η τάση τους να ξανά επισκεφτούν το νησί παρουσιάζει υψηλά αποτελέσματα, 62.5% οι ξένοι, 31.7% οι Έλληνες και το φαγητό σίγουρα είναι ένας από τους παράγοντες που επηρέασαν την επιλογή τους γιατί στο 47.5% των ξένων και στο 46.7% των Ελλήνων άρεσε το φαγητό που δοκίμασαν στο νησί. [...] Εν κατακλείδι, ο γαστρονομικός τουρισμός ανήκει την πολιτική έξυπνης ανάπτυξης. Αυτό συμβαίνει γιατί η ανάπτυξή του δεν απαιτεί μεγάλες επενδύσεις σε πάγια και άλλα στοιχεία. Στο βασικό προϊόν της Σαντορίνης υπάρχει καλό φαγητό και καλό κρασί. Το μόνο που χρειάζεται είναι η κατάλληλη ανάπτυξη και η εφαρμογή μίας στρατηγικής marketing , η οποία θα έχει ως στόχο της τη δημιουργία μίας ποιοτικής μορφής τουρισμού (γαστρονομικού τουρισμού), τη δημιουργία υπεραξίας στον γαστρονομικό τουρίστα και την άμβλυνση της εποχικότητας της τουριστικής περιόδου. Με άλλα λόγια πρέπει να τεθούν γερές βάσεις ώστε η γαστρονομία ως τουριστικό προϊόν να προσφέρει ποιοτικές γαστρονομικές εμπειρίες και πρωτόγνωρες απολαύσεις αναβαθμίζοντας την γαστρονομική προσφορά και προσελκύοντας περισσότερους τουρίστες».




[1] Πηγή: Ελισάβετ Καφούρου : «Η Σαντορίνη ως γαστρονομικός Προορισμός»,  ΜBA in Tourism Management, Πανεπιστήμιο Πειραιά, 2015 βλ. www.academia.edu. (Eνημέρωση Φεβρουάριος 2016). ( Άδεια αναδημοσίευσης)




Το Μεγαλοχώρι της Αθήνας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΚAI ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ Τὸ Μεγαλοχῶρι τῆς Ἀθήνας Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ παλιὲς συνοικίες τῆς Ἀθήνας, τὸ Μεταξουργεῖο, ἦλθαν οἱ Μεγαλοχωριανοὶ...