Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2026

Στον Αη Δημήτρη της Παλαδας

 Στον Αη Δημήτρη της Μπαλάδας 

Κείμενο Φίλιππας Κατσίπης 


Πηγή : Θηραϊκά Νέα 1 Νοεμβρίου 1964



 ΣΤΟΝ ΑΗ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΗΣ ΜΠΑΛΑΔΑΣ

Μὴν ἀπελπίσεις ἄνθρωπο μὲ τὴ δική σου γνώση, γιατί δὲν ξέρεις ὁ Θεὸς εἶντα 'χει νὰ τοῦ δώσει.


ΤΩ ΚΑΙΡΩ ΕΚΕΙΝΩ ἔμενα ἀκόμη στὸ Χαλάντρι κ' εἶχα γιὰ μακρινὸ γείτονα, μὰ καλογείτονα τὸ μακαρίτη τὸν Πέτρο, τῆς Ἀργυρούλας: τοῦ Σίκου ὅπως τόνε προνομάζανε ἄλλοτες. Μιὰ ἁπλὴ Μεγαλοχωριανὴ ψυχὴ εἴτανε ὁ ἀείμνηστος, ἀπ' τὶς ἐλάχιστες ποὺ ἔχουν ἀπομείνει ἀκόμη σὲ τοῦτο τὸ μάταιο κόσμο, γιὰ νὰ θυμίζουνε μὲ τὴν καλωσύνη τους, τὴν καλὴ ἐκείνη ζύμη, ἀπ' ὅπου εἴτανε πλασμένοι οἱ ἀγαθοὶ ἄνθρωποι τοῦ νησιοῦ μας ἄλλοτες.


Ὁ Θεὸς τοῦ 'χε χαρίσει ἀρκετὰ ἀγαθὰ κ' ἔτσι δὲν εἶχε σκουτοῦρες γιὰ τὸ καθημερινό του. Μὲ μεράκι πολεμοῦσε στὰ κτήματά του καὶ περιποιότανε τὸ σπιτάκι του στὸ Χαλάντρι. Ἔλα ὅμως ποὺ εἶχε καὶ ἔρωτα μὲ τὴν παλιά του τέχνη, τὴ μαραγκοσύνη;... Καὶ γιὰ νὰ μερεύει τὸ σεβντὰ καὶ τὸν καημό ποὺ εἶχε, σ' ἕνα μικρὸ δωματάκι τοῦ σπιτιοῦ του εἶχε σκαρώσει ἕνα μπάγκο κ' ἐκεῖ μαστόρευε σκάφες, καρέκλες, τραπέζια κι' ὅτι τοῦ λάχαινε. Μάλιστα μιὰ φορὰ εἶχε καμωμένο καὶ τὸ σκάνιο του, γιὰ νὰ τό 'χει ἕτοιμο, ὅταν θάρχοταν ἡ ὥρα του καὶ γιὰ νὰ θυμίζεται νύχτα - μέρα τὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου. Μὰ τόνε πρόλαβε ἡ μακαρίτισσα ἡ πεθερά του καὶ τοῦ τὸ πῆρε. Κ' ἔτσι ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα καὶ τὸ χρειάστηκε δὲν εἶχε τὸ δικό του.


Μὰ καὶ στὰ χρόνια τῆς κατοχῆς ἡ τέχνη του τὸν ἔβγαλε παλληκάρι καὶ τοῦ στάθηκε ἀποκουμπί. Ἐκεῖνα τὰ χρόνια ὅλος ὁ κόσμος ἔπαιρνε κι' ἀγόραζε μονάχα δίνοντας: πράμα μὲ πράμα. Τότε σκεφτήκε κι' ἄρχισε νὰ κατασκευάζει Σαντορινιὰ τσόκαρα ποὺ τἄδινε στὶς Χαλαντριώτισσες κι' αὐτὲς πάλι τοῦ φέρνανε πατάτες καὶ κανένα ψωμί. Νὰ γιατί εἶναι σωστός καὶ πρόσφορος ὁ λόγος τῶν παλαιῶν ποὺ λέει: Μάθε τέχνη κι' ἄς τηνε κι' ἅμα πεινάσεις πιάστηνε. Ἀμέ;...


Μπρόβαινες, ποὺ λέτε, στο σπιτάκι  τοῦ μαστρο - Πέτρου καὶ μονομιᾶς νόμιζες πὼς ἄνοιγες κ’ ἔμπαινες ἀπὸ μιὰ Μεγαλοχωριανὴ ἐξώπορτα. Γυρω γυρω - στὰ μπουντιὰ εἶχε βασιλικοὶ καὶ ματζουράνες καὶ στὶς ἀλιτάνες ἀνθοῦσαν μαστιχάκια καὶ ἀρμπαρόριζες. Καὶ σὲ μιὰ γωνιὰ δροσερὸ καὶ καταπράσινο μοσκοβολοῦσε ἕνα ἀλισμαρί, ποὺ βλέποντάς το νόμιζες πως μπαίνεις στ’ αὐλόγυρο τ’ Ἅη Παντελεήμονα. Καὶ κάτω ἀπ’ τὶς κρεββατίνες μὲ τὰ ρούσσα σταφύλια καὶ τὰ ἀετονύχια: ἥλιος χαρούμενος καὶ πασίχαρος ἐφώτιζε τὸ γκαρδιακὸ χαμόγελο καὶ τ’ ἀνοιγτόκαρδα καλωσορίσματα τοῦ μαστρο - Πέτρου. Ἄσε πιὰ τὰ φιλέματά του...


Μπρέ εἴντα τσικουδιὰ καὶ φουρνιστὲς σταφίδες ἤθελες... μπρὲ εἴντα διχρονίτικο μπρούσκο καὶ λιάκοφτες σμαρίδες... μπρὲ εἴντα πολυκαιρισμένο δισάντο ἤγλιξε 6 γες... ὅλα σοῦ τὰ πρόσφερε γιὰ νὰ σὲ γλυκάνει, γιὰ νὰ θυμηθεῖς τὴ Σαντορίνη μας. Ποὺ τὄνομα τῆς τὄλεγε καὶ σταλάζανε τὰ χείλη του καντιοζάχαρη. Τέτοιος γνήσιος πατριώτης, τέτοιος ἄνθρωπος εἴταν ὁ μακαρίτης, ποὺ σήμερις τόφερε ἡ περίσταση νὰ τόνε θυμηθῶ καὶ νὰ τόνε μνημονεύσω γιὰ νὰ τόνε «συχωρέσετε» καὶ σεῖς.


---


Σὲ τοῦτο τὸ λοιπὸν τὸ χαρούμενο καὶ καλοδεχούμενο σπιτάκι κι’ ὅποτες μουρχότανε βολικὰ κατηφόριζα καὶ πήγαινα καὶ τὸν ἀντάμωνα τὸ μαστρο - Πέτρο. Καθίζαμε σὲ δυὸ χαμηλὲς καρέκλες, ποὺ τοὺς εἶχε κόψει τὰ πόδια κ’ εἴτανε σὰ σκαμνιά, ἔστρωνε σ’ ἕνα μικρὸ τραπεζάκι ἡ κυρ’ ᾿Αργυρούλα πρόθυμα τὰ «τ ρ α τ α μ έ ν τ α» καὶ βάζαμε «ε ὐ λ ο γ η τ ό». Καὶ τότες κουτσοπίνοντας θυμιζόμαστε παλιὲς ἱστορίες καὶ περιστατικά, ξεθάβαμε πεθαμένοι καὶ μνημονεύαμε ζωντανοί.


Καὶ δός του πιὸ καὶ φερφερίζαμε, λὲς κ’ εἴμαστε δυὸ γ ρ ι  τ ζ ό λ ι α ποὺ ἀνταμωθήκανε ἀπάνω στὰ κλαδάκια μιᾶς κουφοξυλιᾶς καὶ κελαδίζοντας λέγανε τὰ περασμένα.


— Μπρὲ τόνε θυμᾶσαι τὸ Μαθιουλιὸ τὸ Ψιψιρόλι, ποὺ ἤκανε τσοὶ λύχνοι κ’ ἠπάαινε γιὰ κ ο λ λ ι - τ σ ά ν ε ς;... Κ’ ὕστερα πάλι.


— Συχώριο ἤθελε ὁ Πέρουγλος ποὺ ἤπαιζε τὸ ν ι ά π ε τ ρ ο... κὶ ὁ ’Αγγελετάκις μὲ τὴ ν τ ά μ α...


"Αδειαζε ἡ μποτίλια. Σηκωνότανε καὶ πήγαινε στὸ βαρελάκι γιὰ νὰ ξαναγεμίσει. "Εμπαινε καὶ ἡ κυρ’ ᾿Αργυρούλα με τ’ αὐγὰ καὶ τὸ χλωρὸ ἀπ’ τὸ μαερειό, ἔπιανε κ’ ἡ ἀφεντιά της τὴν ἄκρη τòῦ σπάου στὴν κουβέντα μας καὶ μᾶς διόρθωνε ὅτι ξεχνούσαμε.


Καὶ οὕτω μνημονεύοντας «πάππου πρὸς πάππου... γονέων πρὸς γονέων... φίλων καὶ συγγενῶν ἐδώστρου στὸ τέλος βρίσκαμε πὼς ὅλες οἱ Μεγαλοχωριανὲς γενεές εἴτανε... δεκατέσσαρες!...


Κ' εἴταν ἐκεῖνες οἱ ὧρες περίγλυκες, γεμάτες νοσταλγία, πλημμυρισμένες μὲ τὸ «εὔοσμον θυμίαμα» τῶν ἀναμνήσεων, μὲ τὸ «ιλαρον φως » τῆς ἄδολης πατριωτικῆς ἀγάπης.


Τότες θυμηθήκαμε καὶ τὰ δυὸ μικρὰ ξωκκλησάκια ποὺ εἶναι σκομένα μέσα στὸν τράφο κάτω ἀπ' τὸν Ταξιάρχη, κοντὰ στὰ γκρεμνά ποὺ εἴταν ἄλλοτες οἱ Ἀκρωτηριανὲς Μπαλάδες. Τ' Ἄη Δημήτρη καὶ τῆς Ἁγιάς Παρασκευῆς.


Τὸν Ἄη Δημήτρη θυμόμουνα μονάχα. Γιατὶ ἐκεῖ πρὶν ἀπὸ σαράντα τόσα χρόνια πηγαίναμε μὲ τὸν γέροντα παπποῦ μου, τὸν Παπαφίλιππα, καὶ λουτρούσαμε στὴ χάρι Του. Καὶ καθὼς ὁ νοῦς μου μ' ἔφερε πίσω στὰ περασμένα ράισε ἡ ψυχή μου κι' ἀναστέναξα καὶ εἶπα:


— Τάχατες θὰ ἀξιωθῶ νὰ ξαναπάω;...


Θεὸς ὅπου βούλεται, νικᾶται φύσεως τάξις· καὶ τὰ ὑπὲρ ἄνθρωπον διαπράττεται.

Καὶ τὰ χρόνια περνοῦσαν. Ὁ ἕνας μήνας καβατζάριζε τὸν ἄλλωνε· ἡ μιὰ μέρα ἐρχότανε πίσω ἀπ’ τὴν ἄλλη κ’ ἡ ζωὴ διάβαινε. Ὁ καλός μου ὁ φίλος, ὁ μαστρο - Πέτρος ἡσυχωρέθηκε, ἐγὼ ξεμάκρινα ἀπ’ τὸ Χαλάνδρι κ’ ἔμειναν μονάχα οἱ ἀναμνήσεις.


Ὡς ποὺ πέρισυ στὶς ἐκλογὲς βρέθηκα γιὰ λίγες μέρες στὸ χωριό. Πλὴν ὁ νοῦς μου δὲν ἔβαλε πὼς ἐκεῖνες τὶς μέρες εἴτανε κ' ἡ γιορτὴ τοῦ Μυροβλήτη. Κι' ὅταν ὁ καλὸς ἐφημέριος τοῦ χωριοῦ μας, ὁ Παπαλευτέρης, ἦρθε καὶ μὲ πῆρε γιὰ νὰ πᾶμε νὰ λειτουργήσουμε στὸν Ἄη Δημήτρη, ἔνιωσα μιὰν ἀλλόκοτη, πρωτοφανέρωτη χαρά.


Δὲν ἤμουνα πιὰ τὸ δεκάχρονο παιδάκι ποὺ ἔψελνε περίγλυκα «Ταῖς Πρεσβείαις...». Κεκμηκὼς καὶ ταλαίπωρος ἤμουνα. Μὰ ὅταν βγήκαμε στ' αὐλόγυρο ὁ ἀπολείτουργα, καὶ καθίσαμε, ἔνιωσα νἄμαι χαρούμενος κι’ εὐτυχισμένος, σὰν ἕνα μικρὸ παιδάκι ποὺ ἡ λαλά του γέμισε τὴν τσέπη τῆς ποδιᾶς του μὲ σταφίδες. Ἔνοιωσα τὴ μακαριότητα ποὺ αἰσθάνονται οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι τοῦ νησιοῦ μας, ὅταν τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ ἀκουμπᾶ μὲ στοργὴ στὸν ὦμο τους.


Καὶ τότες ἀθέλα τὰ χείλη μου εἴπανε:


— Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά σου, Κύριε τῶν δυνάμεων... ὅτι κρείσσων ἡμέρα μία ἐν ταῖς αὐλαῖς σου ὑπὲρ χιλιάδας.



Φωτό του Αη Δημήτρη : Vaggelis Sideris

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026

Η αθέατη μου Σαντορίνη: βήματα κάθαρσης στην ηφαίστειακη γη, Της Έφης Παπαδοπούλου



«Πέντε λεπτά πριν» — τόσο χρειάστηκε για να καταλάβω πως η Σαντορίνη είχε ήδη μιλήσει μέσα της. Βγήκα εκείνο το πρωί ως ντόπιος να φωτογραφίσω τον τόπο μου, κι εκείνη ήταν ήδη εκεί, να μου λέει απλά: «Έπρεπε να είχατε έρθει πέντε λεπτά νωρίτερα».

Εκεί κατάλαβα πως αυτή η κοπέλα, που ήρθε στο νησί, δεν είχε απλώς έρθει· η Σαντορίνη της είχε ήδη μιλήσει...

Ήταν η Έφη, η «καθηγήτρια που έμενε στο πίσω χωριό, κοντά σε σένα από τα πάνω μέρη», όπως μου είπε ένας γείτονας δύο μέρες μετά...

Αυτή λοιπόν η καθηγήτρια γνώρισε τη δική της Σαντορίνη και το δικό της Μεγαλοχώρι, σαν να της μίλησε το νησί και να ξεκίνησαν το δικό τους λακριντί. Κι όταν μπορούσε να συμμετέχει στα έθιμα, πέταγαν σπίθες οι ματιές της. Όταν μπορούσε να μιλήσει με τα «γειτονάκια» της, ήταν σαν να είχε μπροστά της τη δική της «αναδυόμενη Σαντορίνη» και προχωρούσαν μαζί στα βήματα της ηφαιστειακής γης, στη δική τους κάθαρση.

Με ξεχωριστή χαρά και ιδιαίτερη ξεβάρεση θα παρακολουθώ κι εγώ τις δικές της ιστορίες για τη Σαντορίνη. Γιατί γνώρισα ποιά είναι η Έφη, και πιστεύω πως αυτή η αθέατη πλευρά που ανακάλυψε θα βοηθήσει πολλούς να δουν το νησί με άλλα μάτια.




..............

«Εδώ που ξετυλίγεις λίγο από τη ζωή σου είναι η φωτιά, το νερό και η λάσπη του Αιγαίου...» ΚΥΡΙΟΣ Γεωργούσης Χρίστος

Τη ζωή στο νησί, κυρίως τον χειμώνα, θα τη λατρέψεις ή θα τη μισήσεις. Εμένα η Καλλίστη με φιλοξένησε για δύο χρόνια κι όταν έφτανε ο καιρός να επιστρέψω στον τόπο μου, μετρούσα τις μέρες που έφευγαν και με έπιανε ένας κόμπος. Πώς θα φύγω από το Μεγαλοχώρι; Πώς θα αποχαιρετήσω τους γείτονές μου;
Η Καλλίστη ανέτρεψε τα πάντα μέσα μου, και κυρίως την άποψη που είχα για ένα τόσο τουριστικό μέρος και την ποιότητα των ανθρώπων του. Σε αντίθεση με την άφιξη, στην αναχώρηση έμεινα να κοιτάζω προς το νησί μέχρι που δεν φαινόταν πια. Σκεφτόμουν ποιους αφήνω πίσω και τι κουβαλάω μαζί μου. Λύγισα και προσκύνησα το μεγαλείο του νησιού, θαύμασα το απροσδόκητο που γεννήθηκε μέσα μου. Η λάσπη αυτή, σε έναν δρόμο που δεν ήθελα αλλά βρήκα τον εαυτό μου, έγινε και δική μου πατρίδα.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Το Μεγαλοχώρι της Αθήνας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΚAI ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ

Τὸ Μεγαλοχῶρι τῆς Ἀθήνας

Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ παλιὲς συνοικίες τῆς Ἀθήνας, τὸ Μεταξουργεῖο, ἦλθαν οἱ Μεγαλοχωριανοὶ τεχνίτες, ἐπιπλοποιοὶ καὶ βαρελοποιοὶ, γύρω στὰ 1910.

Χωρὶς καμιὰν ὑποστήριξη, μὲ μοναδικὸ φυλαχτὸ τὴ σκέψη τους στὴν Παναγιὰ καὶ στοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους καὶ ἀκριβὴ κληρονομιὰ τὴν εὐχὴ τοῦ πατέρα καὶ τῆς μάνας τους, οἱ ἀγαπημένοι γονεῖς μας ἦλθαν στὰ ξένα, καθὼς ἔλεγαν τὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ προκόψουν.

Οἱ λεύτεροι μόλις κατορθώνανε τὸ πρῶτο βῆμα καὶ ξεθαρρεύγανε, ξαναγύριζαν στὸ χωριό, ἀλλὰ γιὰ λίγο, ἴσα—ἴσα νὰ γενῇ ὁ γάμος κι’ ὁ ἀντίγαμος. Νὰ πάρουν ὕστερα τὴν ἐκλεκτὴ τῆς καρδιᾶς τους καὶ νὰ ξαναστρέψουν γιὰ νὰ συνεχίσουν τὸν ἀγῶνα τῆς δημιουργίας.

Χαμένοι μέσα στὴν πολύβοη πρωτεύουσα, νοιώθανε μεγαλύτερη σιγουριὰ νὰ ζοῦνε συντροφιασμένοι ὁ ἕνας πλάϊ στὸν ἄλλο σὰν ἕνα σμάρι πουλιὰ ἀδελφωμένα.

Ἀπὸ τὸ Μεταξουργεῖο μέχρι τὸν Ἄϊ-Γιώργη ἦταν σπαρμένοι οἱ νεοφερμένοι βλαστοὶ τοῦ χωριοῦ μας στοὺς δρόμους: Κολωνοῦ, Βιργ. Μπενάκη, Κωνσταντινουπόλεως, Μαραθῶνος, Μυλλέρου, Κίμωνος, Κερατσινίου, Ἁλικαρνασσοῦ, Πλάτωνος, Μοναστηρίου κ.λ.π.

Σὲ τριάντα χρόνια περίπου ἕνας σεβαστὸς ἀριθμὸς Μεγαλοχωριτῶν δημιούργησε τὸν πρῶτο πυρήνα, φτιάχνοντας οἰκογένειες μὲ πολλὰ παιδιὰ καὶ... πολλὲς παραδόσεις.

Ὁ δρόμος δύσκολος ἀνηφορικὸς καὶ ἡ δουλειὰ σκληρὴ ἀπὸ νύχτα σὲ νύχτα.

Στὴν ἀρχὴ οἱ ἀρχοντοποῦλες τοῦ χωριοῦ μας παρευόντουσαν σὲ σπίτια ἀφιλόξενα μέσα σὲ αὐλὲς μὲ ξενόλοους ἀνθρώπους, μὲ γρήγορα ἔφτιαχναν τὰ δικά τους.

Ἀπαραίτητη παρένθεση ἡ θλιβερὴ τῶν παιδικῶν μας χρόνων ἀνάμνηση τῆς Κατοχῆς καὶ τῶν μετέπειτα, ποὺ ἔκαναν τὸ μόχθο τους πιὸ μεγάλο.

Μόνη τους, λοιπόν, ξεβάρεση στὸ καταπονεμένο σῶμα καὶ μοναδικὸ βάλσαμο στὴν ξενιτειὰ τους ἦτανε ἡ νοσταλγία, ἡ ἀνεθυβολὴ τοῦ χωριοῦ. Ζοῦσαν στιγμὲς πραγματικῆς ἀγαλλίασης, ὅταν μὲ λατρεία μετέφεραν στὰ σπίτια τους τὰ ἔθιμα τῆς μικρῆς τους πατρίδας. Γιὰ τοῦτο οἱ μεγάλες ἡμέρες τῶν Χριστουγέννων, τῆς Πρωτοχρονιᾶς καὶ οἱ ἅγιες τοῦ Πάσχα εἶχαν μιὰ ξεχωριστὴ χάρη καὶ θαρροῦσες πὼς δροσερὸ τὸ ἀεράκι τοῦ χωριοῦ πλανιόταν μέσα στὸ σπιτικό μας.

Θὰ ἦταν παράλειψη ἂν δὲν ἀνέφερα τὴ συμβολὴ τῆς νοικοκυρᾶς καὶ ἠθικῆς συντρόφου, τῆς ὑπομονετικῆς καὶ φιλόστοργης νησιωτοπούλας.

Προσκυνῶ τὴν ἅγια καλωσύνη τῆς μητέρας μου καὶ τὴ σπάνια ὀμορφιὰ τῆς ψυχῆς της. Οὔτε ἴχνος θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ. Ἁπλὰ καὶ ἀπέριττα μᾶς δίδαξε μὲ τὸ παράδειγμά της τὸ σεβασμὸ στὰ Θεῖα καὶ ἱερὰ καὶ τὸ χρέος μας γιὰ κάθε τοῦ συνάνθρωπου δυστυχία.

Μ’ αὐτὰ μᾶς ἔθρεψαν κι’ ἔτσι μεγάλωσε ἡ ἀγάπη μας γιὰ τὸ νησί. Ἄλλος λίγο, ἄλλος πολὺ ὅλοι προκόψανε. Πολλοὶ εὐτύχησαν νὰ δοῦν δισέγγονα καὶ ἄλλοι κάμανε μεγάλες περιουσίες, κατορθώσανε ν’ ἀνέβουν ψηλότερα μέσα ἀπὸ τὴ στέρηση καὶ τὸ μοχθό. Ἡ θαυμαστὴ αὐτὴ δύναμη τοὺς ἔκανε γνωστοὺς καὶ στὴν ἀγορὰ τῆς Ἀθήνας σὰν ὀνομαστοὺς οἰνοποιούς, λαμπροὺς τεχνίτες, περίφημους λεπτουργοὺς καὶ διακοσμητὲς τοῦ ξύλου.

Τὸ δίχως ἄλλο εἶναι ἕνα τρανὸ παράδειγμα θέλησης καὶ προκοπῆς τῆς τίμιας καὶ σκληρῆς δουλειᾶς τῶν ἁγνῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, ἕνα ζωντανὸ παράδειγμα πρὸς μίμηση γιὰ μᾶς, τὰ παιδιὰ μας καὶ τὰ ἐγγόνια μας.

Μίτσα Μ—Σ

Οκτώβριος 1977
Θηραϊκά Νέα 

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Πριγκίπισσα Φρονίμη: Από την Κρήτη στη Θήρα και την Ίδρυση της Κυρήνης

Στο Καλλιστορώντας καταγράφουμε τις ιστορίες που διαμόρφωσαν την ταυτότητα της Καλλίστης (Θήρας). Ανάμεσα στους μύθους και τα ιστορικά γεγονότα που συνδέουν το νησί μας με τον ευρύτερο μεσογειακό κόσμο, η περιπέτεια της πριγκίπισσας Φρονίμης κατέχει ξεχωριστή θέση, καθώς αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην Κρήτη, τη Θήρα και τη Βόρεια Αφρική.
Η αφήγηση του Ηροδότου (Ιστορίαι, Βιβλίο Δ΄) μας μεταφέρει αρχικά στην Αξό της Κρήτης. Η Φρονίμη, κόρη του βασιλιά Ετέαρχου, θυματοποιήθηκε από τη μητρυιά της, η οποία έπεισε τον βασιλιά να την εξοντώσει. Ο Ετέαρχος παγίδευσε τον Θηραίο έμπορο Θεμίσωνα, εξαναγκάζοντάς τον με όρκο να εκτελέσει όποια διαταγή του δινόταν, και στη συνέχεια του παρέδωσε τη Φρονίμη με την εντολή να τη ρίξει στη θάλασσα.

Ο Θεμίσων, τηρώντας τυπικά τον όρκο του χωρίς όμως να διαπράξει το έγκλημα, έδεσε τη Φρονίμη με σχοινιά, τη βούτηξε στο πέλαγος και την ανέσυρε αμέσως σώα. Στη συνέχεια την έφερε στη Θήρα, όπου η πριγκίπισσα συνδέθηκε με τον επιφανή Θηραίο Πολύμνηστο. Από την ένωσή τους γεννήθηκε ο Αριστοτέλης, γνωστός στην ιστορία ως Βάττος.

Όταν η Θήρα επλήγη από πολυετή ανομβρία, ο Βάττος έλαβε χρησμό από το Μαντείο των Δελφών να οδηγήσει τμήμα του πληθυσμού στη Λιβύη. Η αποστολή αυτή κατέληξε στην ίδρυση της Κυρήνης το 631 π.Χ., μιας από τις σπουδαιότερες ελληνικές αποικίες της αρχαιότητας. Έτσι, η προσωπική τραγωδία μιας Κρητικής πριγκίπισσας μετατράπηκε, μέσω της Θήρας, σε έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς του ελληνικού αποικισμού.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Σας παρακαλώ ...Κεραστείτε

Στις 7 Αυγούστου 2026,  στο Μεγαλοχώρι έγινε, για δεύτερη φορά, η Πατινάδα – Βεγγέρα στο χωριό.

Με πρωτοβουλία, φυσικά, του Πολιτιστικού Συλλόγου Μεγαλοχωρίου «Το Μετόχι», έγινε κάτι πραγματικά ξεχωριστό… κάτι που δεν ήταν απλώς μια όμορφη εκδήλωση, αλλά κάτι διαφορετικό:

Άνοιξαν σπίτια και επιχειρήσεις ....περισσότερα από πέρυσι ...

Και μαζί με τις πόρτες, άνοιξαν και οι καρδιές των ανθρώπων.

Η αγωνία τους να κεράσουν, να προσφέρουν, να δώσουν κάτι στους ανθρώπους που περνούσαν από το σπίτι τους, ήταν συγκινητική.

Δεν τους ένοιαζε τι θα προσφέρουν.

Μπορεί να ήταν απλές καραμέλες…
λίγο νερό…
λίγα ζαχαρωτά…

Δεν είχε σημασία.

Σημασία είχε η προσφορά. Η δωρεά. Η χαρά του να δώσεις.

Παρακολουθώντας το έθιμο από μπροστά, για την καταγραφή του, έβλεπα στα μάτια των ανθρώπων αυτή την αγωνία να κρυφοκοιτάξουν πίσω από την πόρτα, να ακούσουν τα βιολιά…

Και ύστερα, όταν έφτανε η στιγμή, να ανοίξουν την πόρτα με ένα τεράστιο χαμόγελο.

 
Τα κεράσματα έτοιμα.
Και οι άνθρωποι γεμάτοι χαρά που μπορούσαν να υποδεχτούν.

Και δεν μπορώ να μην σταθώ σε δύο γυναίκες…

Στην κυρία Άννα, την Μπατζανιά.

«Μαρία μου, όλοι να πάρετε κάτι παιδιά, σας παρακαλώ… Ήρθατε σπίτι μου, κεραστείτε…»

Λόγια απλά.
Αληθινά.
Λόγια που δεν τα λες επειδή πρέπει, αλλά επειδή έτσι έμαθες να ζεις.
Και στο χαμόγελο της υπέροχης Παρασκευούλας…

Ένα χαμόγελο που έλεγε από μόνο του τόσα πολλά.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο όμορφο κομμάτι αυτής της Πατινάδας.

Όχι τα βιολιά.
Όχι τα τραγούδια.
Όχι μόνο το έθιμο.

Αλλά οι άνθρωποι.

Οι άνθρωποι που ανοίγουν τις πόρτες τους.
Που περιμένουν να ακούσουν τη μουσική.
Που χαίρονται να υποδεχτούν.
Που θέλουν να προσφέρουν, ακόμη κι αν αυτό που έχουν είναι λίγο.

Γιατί όταν η προσφορά βγαίνει από την καρδιά, δεν μετριέται σε ποσότητα.

Μετριέται σε αγάπη.

Ψυχές τόσο καθαρές… που έμαθαν να προσφέρουν.

Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να μας αφήσει ένα έθιμο:

Να μας θυμίζει πως, όσο υπάρχουν άνθρωποι που ανοίγουν την πόρτα τους με χαμόγελο και λένε «κεραστείτε», υπάρχει ακόμη ελπίδα.

 Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους εκείνους που άνοιξαν τα σπίτια και τις καρδιές τους. ...

Ίσως να το είχαμε ανάγκη όλοι ....

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025


26 Δεκεμβρίου.

Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης, ευγνωμοσύνης και σκέπης. Στη Σαντορίνη, η ημερομηνία αυτή δεν είναι απλώς εορτή· είναι κάλεσμα. Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, η σκέψη και το βήμα κατεβαίνουν στον Σκάρο, προς την Παναγία τη Θεοσκέπαστη, εκεί όπου ο βράχος, η προσευχή και η μνήμη γίνονται ένα. Σ’ αυτόν τον ιδιότυπα φορτισμένο τόπο της καστροπολιτείας, που τόσο βαθιά ένιωσε και περιέγραψε ο Ηλίας Βενέζης, η Θεοσκέπαστη δεν στέκει απλώς ως εικόνα, αλλά ως παρουσία – γεννημένη από την ανάγκη των ανθρώπων να προστατευτούν, να κρατηθούν, να ελπίσουν....



Δεν ήταν αυτονόητο πως θα βρεθούμε εκεί. Κάτι αντιστεκόταν, κάτι εμπόδιζε μέχρι την τελευταία στιγμή. Κι όμως, τελικά όλα τακτοποιήθηκαν όπως μόνο Εκείνη ξέρει. Η κατάβαση προς το προσκύνημα έγινε μέσα σε μια σπάνια, σχεδόν απόκοσμη ησυχία· βήματα χαμηλά, ανάσες συγκρατημένες, μια αίσθηση πως ο τόπος άκουγε. Κι όταν το σκάφος «Σαντορίνη» έφτασε στο ύψος της εκκλησίας, κορνάρισε προς τιμήν Της, κατά το έθος των ναυτικών. Ο ήχος απλώθηκε στον αέρα σαν ευλογία κι εμείς ανατριχιάσαμε – όχι από το κρύο, αλλά από εκείνη τη βαθιά, ανεξήγητη συγκίνηση που γεννιέται όταν νιώθεις πως δεν είσαι μόνος. «Μπράβο παιδιά…», σκέφτηκα.


"Όρθρου βαθέως" φτάσαμε στη Χάρη Της. Το βλέμμα δεν ήξερε πού να σταθεί. Το τοπίο, καταπράσινο φέτος μετά τις πρόσφατες βροχές, ήταν σχεδόν απίστευτο για τη Σαντορίνη∙ μια γη ανανεωμένη, ζωντανή. Και ξαφνικά, μπροστά μας, η Θεοσκέπαστη. Απλή και απόλυτη. Όχι επιβλητική, αλλά γεμάτη από τις ψιθυριστές δεήσεις όσων πέρασαν, στάθηκαν, λύγισαν και συνέχισαν. Εκεί, πάνω στον βράχο, ήταν ακριβώς αυτό που έπρεπε να είναι.

Και ύστερα, τα μπουκέτα των πιστών για την Κυρά τους. Η ανάγκη της κάθαρσης μέσα από την προσευχή. Δύο άνθρωποι με συγκλόνισαν. Ο κύριος Χρυσόστομος, που καθάριζε τις πέτρες πίσω από την εκκλησία. Στην ερώτηση «καλύτερα από το σπίτι;», η απάντησή του απλή και απόλυτη: «Μα θα περάσει η εικόνα Της…». Και η τόσο ξεχωριστή «Θεοσκέπαστη», η κυρία Καλλιόπη Δακορώνια Πρέκα, καθώς μας εξιστορούσε το ιστορικό του ναού – μόνο τα μάτια της να δει κανείς, όταν χτυπά τις καμπάνες.


Ύστερα η  Περιφορά Της και η "Πανήγυρη", η Τράπεζα, και ο δρόμος της ανόδου. Διάλεξα το πάνω ρυμίδι, να φωτογραφίσω, να νιώσω τον χώρο, να καταλάβω γιατί «τα ερείπια της παλαιάς πόλης στεφανώνουν τον βράχο και δεσπόζουν πάνω από την άβυσσο», όπως έγραψε ο Choiseul-Gouffier για την καστροπολιτεία του Σκάρου.

Συγκλονισμένος από τη σημερινή ημέρα, ένιωσα πως το 2025… ήθελε να κλείσει έτσι.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Παγκόσμια Ημέρα Τέχνης ( 15 Απριλίου) - Επιτύμβια Στήλη της Αλεξιβόλας από την Αρχαία Θήρα

Επειδή Αρχαία Θήρα δεν είναι μόνο το εντυπωσιακό θέατρο, ούτε και η θρυλική κόρη , πάμε σήμερα να ταξιδέψουμε σε ένα τόσο συγκλονιστικό , για μένα, ταφικό μνημείο: Την Επιτύμβια Στήλη της Αλεξιβόλας. Είναι ένα έργο της ελληνιστικής εποχής (3ος αι. π.Χ.) που προέρχεται από την Αρχαία Θήρα και σήμερα βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θήρας. Παρουσιάζει μια σκηνή αποχαιρετισμού ανάμεσα στην Αλεξιβόλα και έναν ηλικιωμένο άνδρα, πιθανότατα τον πατέρα της. Η σκηνή είναι ήρεμη και χωρίς έντονο θρήνο, αλλά γεμάτη συναίσθημα, καθώς δείχνει την ανθρώπινη ανάγκη να κρατηθεί ζωντανή η μνήμη των αγαπημένων προσώπων. Δείτε απλά το χέρι της κόρης ;  ; ; ;

Η Αρχαία Θήρα ήταν μια οργανωμένη δωρική πόλη στη Σαντορίνη, χτισμένη στο Μέσα Βουνό, με έντονη κοινωνική και οικογενειακή ζωή. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα ταφικά μνημεία είχαν μεγάλη σημασία, γιατί κρατούσαν ζωντανή τη μνήμη των νεκρών μέσα στην κοινότητα. Η στήλη της Αλεξιβόλας δείχνει ακριβώς αυτό: ότι ο θάνατος δεν σβήνει τους δεσμούς, αλλά η μνήμη τους συνεχίζει να υπάρχει μέσα από την τέχνη.

Η Παγκόσμια Ημέρα Τέχνης γιορτάζεται στις 15 Απριλίου, ημέρα που έχει καθιερωθεί από την UNESCO για να τιμηθεί η τέχνη και η σημασία της στην ανθρώπινη ζωή. Η τέχνη βοηθά τους ανθρώπους να εκφράζουν συναισθήματα και να επικοινωνούν πέρα από τον χρόνο και τα σύνορα. Έτσι, και η επιτύμβια στήλη της Αλεξιβόλας μπορεί να θεωρηθεί ένα παράδειγμα τέχνης που κρατά ζωντανή τη μνήμη και τα συναισθήματα μέχρι σήμερα.


πηγές: https://www.facebook.com/groups/832757514032223/posts/1564981960809771/

https://www.teachercurator.com/ancient-greek-art/funerary-stele-of-alexibola/

Εις μνήμη Σιγουρά Αναπλιώτη

Στον Αη Δημήτρη της Παλαδας

 Στον Αη Δημήτρη της Μπαλάδας  Κείμενο Φίλιππας Κατσίπης  Πηγή : Θηραϊκά Νέα 1 Νοεμβρίου 1964  ΣΤΟΝ ΑΗ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΗΣ ΜΠΑΛΑΔΑΣ Μὴν ...