Στον Αη Δημήτρη της Μπαλάδας
Κείμενο Φίλιππας Κατσίπης
Πηγή : Θηραϊκά Νέα 1 Νοεμβρίου 1964
ΣΤΟΝ ΑΗ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΗΣ ΜΠΑΛΑΔΑΣ
Μὴν ἀπελπίσεις ἄνθρωπο μὲ τὴ δική σου γνώση, γιατί δὲν ξέρεις ὁ Θεὸς εἶντα 'χει νὰ τοῦ δώσει.
ΤΩ ΚΑΙΡΩ ΕΚΕΙΝΩ ἔμενα ἀκόμη στὸ Χαλάντρι κ' εἶχα γιὰ μακρινὸ γείτονα, μὰ καλογείτονα τὸ μακαρίτη τὸν Πέτρο, τῆς Ἀργυρούλας: τοῦ Σίκου ὅπως τόνε προνομάζανε ἄλλοτες. Μιὰ ἁπλὴ Μεγαλοχωριανὴ ψυχὴ εἴτανε ὁ ἀείμνηστος, ἀπ' τὶς ἐλάχιστες ποὺ ἔχουν ἀπομείνει ἀκόμη σὲ τοῦτο τὸ μάταιο κόσμο, γιὰ νὰ θυμίζουνε μὲ τὴν καλωσύνη τους, τὴν καλὴ ἐκείνη ζύμη, ἀπ' ὅπου εἴτανε πλασμένοι οἱ ἀγαθοὶ ἄνθρωποι τοῦ νησιοῦ μας ἄλλοτες.
Ὁ Θεὸς τοῦ 'χε χαρίσει ἀρκετὰ ἀγαθὰ κ' ἔτσι δὲν εἶχε σκουτοῦρες γιὰ τὸ καθημερινό του. Μὲ μεράκι πολεμοῦσε στὰ κτήματά του καὶ περιποιότανε τὸ σπιτάκι του στὸ Χαλάντρι. Ἔλα ὅμως ποὺ εἶχε καὶ ἔρωτα μὲ τὴν παλιά του τέχνη, τὴ μαραγκοσύνη;... Καὶ γιὰ νὰ μερεύει τὸ σεβντὰ καὶ τὸν καημό ποὺ εἶχε, σ' ἕνα μικρὸ δωματάκι τοῦ σπιτιοῦ του εἶχε σκαρώσει ἕνα μπάγκο κ' ἐκεῖ μαστόρευε σκάφες, καρέκλες, τραπέζια κι' ὅτι τοῦ λάχαινε. Μάλιστα μιὰ φορὰ εἶχε καμωμένο καὶ τὸ σκάνιο του, γιὰ νὰ τό 'χει ἕτοιμο, ὅταν θάρχοταν ἡ ὥρα του καὶ γιὰ νὰ θυμίζεται νύχτα - μέρα τὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου. Μὰ τόνε πρόλαβε ἡ μακαρίτισσα ἡ πεθερά του καὶ τοῦ τὸ πῆρε. Κ' ἔτσι ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα καὶ τὸ χρειάστηκε δὲν εἶχε τὸ δικό του.
Μὰ καὶ στὰ χρόνια τῆς κατοχῆς ἡ τέχνη του τὸν ἔβγαλε παλληκάρι καὶ τοῦ στάθηκε ἀποκουμπί. Ἐκεῖνα τὰ χρόνια ὅλος ὁ κόσμος ἔπαιρνε κι' ἀγόραζε μονάχα δίνοντας: πράμα μὲ πράμα. Τότε σκεφτήκε κι' ἄρχισε νὰ κατασκευάζει Σαντορινιὰ τσόκαρα ποὺ τἄδινε στὶς Χαλαντριώτισσες κι' αὐτὲς πάλι τοῦ φέρνανε πατάτες καὶ κανένα ψωμί. Νὰ γιατί εἶναι σωστός καὶ πρόσφορος ὁ λόγος τῶν παλαιῶν ποὺ λέει: Μάθε τέχνη κι' ἄς τηνε κι' ἅμα πεινάσεις πιάστηνε. Ἀμέ;...
Μπρόβαινες, ποὺ λέτε, στο σπιτάκι τοῦ μαστρο - Πέτρου καὶ μονομιᾶς νόμιζες πὼς ἄνοιγες κ’ ἔμπαινες ἀπὸ μιὰ Μεγαλοχωριανὴ ἐξώπορτα. Γυρω γυρω - στὰ μπουντιὰ εἶχε βασιλικοὶ καὶ ματζουράνες καὶ στὶς ἀλιτάνες ἀνθοῦσαν μαστιχάκια καὶ ἀρμπαρόριζες. Καὶ σὲ μιὰ γωνιὰ δροσερὸ καὶ καταπράσινο μοσκοβολοῦσε ἕνα ἀλισμαρί, ποὺ βλέποντάς το νόμιζες πως μπαίνεις στ’ αὐλόγυρο τ’ Ἅη Παντελεήμονα. Καὶ κάτω ἀπ’ τὶς κρεββατίνες μὲ τὰ ρούσσα σταφύλια καὶ τὰ ἀετονύχια: ἥλιος χαρούμενος καὶ πασίχαρος ἐφώτιζε τὸ γκαρδιακὸ χαμόγελο καὶ τ’ ἀνοιγτόκαρδα καλωσορίσματα τοῦ μαστρο - Πέτρου. Ἄσε πιὰ τὰ φιλέματά του...
Μπρέ εἴντα τσικουδιὰ καὶ φουρνιστὲς σταφίδες ἤθελες... μπρὲ εἴντα διχρονίτικο μπρούσκο καὶ λιάκοφτες σμαρίδες... μπρὲ εἴντα πολυκαιρισμένο δισάντο ἤγλιξε 6 γες... ὅλα σοῦ τὰ πρόσφερε γιὰ νὰ σὲ γλυκάνει, γιὰ νὰ θυμηθεῖς τὴ Σαντορίνη μας. Ποὺ τὄνομα τῆς τὄλεγε καὶ σταλάζανε τὰ χείλη του καντιοζάχαρη. Τέτοιος γνήσιος πατριώτης, τέτοιος ἄνθρωπος εἴταν ὁ μακαρίτης, ποὺ σήμερις τόφερε ἡ περίσταση νὰ τόνε θυμηθῶ καὶ νὰ τόνε μνημονεύσω γιὰ νὰ τόνε «συχωρέσετε» καὶ σεῖς.
---
Σὲ τοῦτο τὸ λοιπὸν τὸ χαρούμενο καὶ καλοδεχούμενο σπιτάκι κι’ ὅποτες μουρχότανε βολικὰ κατηφόριζα καὶ πήγαινα καὶ τὸν ἀντάμωνα τὸ μαστρο - Πέτρο. Καθίζαμε σὲ δυὸ χαμηλὲς καρέκλες, ποὺ τοὺς εἶχε κόψει τὰ πόδια κ’ εἴτανε σὰ σκαμνιά, ἔστρωνε σ’ ἕνα μικρὸ τραπεζάκι ἡ κυρ’ ᾿Αργυρούλα πρόθυμα τὰ «τ ρ α τ α μ έ ν τ α» καὶ βάζαμε «ε ὐ λ ο γ η τ ό». Καὶ τότες κουτσοπίνοντας θυμιζόμαστε παλιὲς ἱστορίες καὶ περιστατικά, ξεθάβαμε πεθαμένοι καὶ μνημονεύαμε ζωντανοί.
Καὶ δός του πιὸ καὶ φερφερίζαμε, λὲς κ’ εἴμαστε δυὸ γ ρ ι τ ζ ό λ ι α ποὺ ἀνταμωθήκανε ἀπάνω στὰ κλαδάκια μιᾶς κουφοξυλιᾶς καὶ κελαδίζοντας λέγανε τὰ περασμένα.
— Μπρὲ τόνε θυμᾶσαι τὸ Μαθιουλιὸ τὸ Ψιψιρόλι, ποὺ ἤκανε τσοὶ λύχνοι κ’ ἠπάαινε γιὰ κ ο λ λ ι - τ σ ά ν ε ς;... Κ’ ὕστερα πάλι.
— Συχώριο ἤθελε ὁ Πέρουγλος ποὺ ἤπαιζε τὸ ν ι ά π ε τ ρ ο... κὶ ὁ ’Αγγελετάκις μὲ τὴ ν τ ά μ α...
"Αδειαζε ἡ μποτίλια. Σηκωνότανε καὶ πήγαινε στὸ βαρελάκι γιὰ νὰ ξαναγεμίσει. "Εμπαινε καὶ ἡ κυρ’ ᾿Αργυρούλα με τ’ αὐγὰ καὶ τὸ χλωρὸ ἀπ’ τὸ μαερειό, ἔπιανε κ’ ἡ ἀφεντιά της τὴν ἄκρη τòῦ σπάου στὴν κουβέντα μας καὶ μᾶς διόρθωνε ὅτι ξεχνούσαμε.
Καὶ οὕτω μνημονεύοντας «πάππου πρὸς πάππου... γονέων πρὸς γονέων... φίλων καὶ συγγενῶν ἐδώστρου στὸ τέλος βρίσκαμε πὼς ὅλες οἱ Μεγαλοχωριανὲς γενεές εἴτανε... δεκατέσσαρες!...
Κ' εἴταν ἐκεῖνες οἱ ὧρες περίγλυκες, γεμάτες νοσταλγία, πλημμυρισμένες μὲ τὸ «εὔοσμον θυμίαμα» τῶν ἀναμνήσεων, μὲ τὸ «ιλαρον φως » τῆς ἄδολης πατριωτικῆς ἀγάπης.
Τότες θυμηθήκαμε καὶ τὰ δυὸ μικρὰ ξωκκλησάκια ποὺ εἶναι σκομένα μέσα στὸν τράφο κάτω ἀπ' τὸν Ταξιάρχη, κοντὰ στὰ γκρεμνά ποὺ εἴταν ἄλλοτες οἱ Ἀκρωτηριανὲς Μπαλάδες. Τ' Ἄη Δημήτρη καὶ τῆς Ἁγιάς Παρασκευῆς.
Τὸν Ἄη Δημήτρη θυμόμουνα μονάχα. Γιατὶ ἐκεῖ πρὶν ἀπὸ σαράντα τόσα χρόνια πηγαίναμε μὲ τὸν γέροντα παπποῦ μου, τὸν Παπαφίλιππα, καὶ λουτρούσαμε στὴ χάρι Του. Καὶ καθὼς ὁ νοῦς μου μ' ἔφερε πίσω στὰ περασμένα ράισε ἡ ψυχή μου κι' ἀναστέναξα καὶ εἶπα:
— Τάχατες θὰ ἀξιωθῶ νὰ ξαναπάω;...
Θεὸς ὅπου βούλεται, νικᾶται φύσεως τάξις· καὶ τὰ ὑπὲρ ἄνθρωπον διαπράττεται.
Καὶ τὰ χρόνια περνοῦσαν. Ὁ ἕνας μήνας καβατζάριζε τὸν ἄλλωνε· ἡ μιὰ μέρα ἐρχότανε πίσω ἀπ’ τὴν ἄλλη κ’ ἡ ζωὴ διάβαινε. Ὁ καλός μου ὁ φίλος, ὁ μαστρο - Πέτρος ἡσυχωρέθηκε, ἐγὼ ξεμάκρινα ἀπ’ τὸ Χαλάνδρι κ’ ἔμειναν μονάχα οἱ ἀναμνήσεις.
Ὡς ποὺ πέρισυ στὶς ἐκλογὲς βρέθηκα γιὰ λίγες μέρες στὸ χωριό. Πλὴν ὁ νοῦς μου δὲν ἔβαλε πὼς ἐκεῖνες τὶς μέρες εἴτανε κ' ἡ γιορτὴ τοῦ Μυροβλήτη. Κι' ὅταν ὁ καλὸς ἐφημέριος τοῦ χωριοῦ μας, ὁ Παπαλευτέρης, ἦρθε καὶ μὲ πῆρε γιὰ νὰ πᾶμε νὰ λειτουργήσουμε στὸν Ἄη Δημήτρη, ἔνιωσα μιὰν ἀλλόκοτη, πρωτοφανέρωτη χαρά.
Δὲν ἤμουνα πιὰ τὸ δεκάχρονο παιδάκι ποὺ ἔψελνε περίγλυκα «Ταῖς Πρεσβείαις...». Κεκμηκὼς καὶ ταλαίπωρος ἤμουνα. Μὰ ὅταν βγήκαμε στ' αὐλόγυρο ὁ ἀπολείτουργα, καὶ καθίσαμε, ἔνιωσα νἄμαι χαρούμενος κι’ εὐτυχισμένος, σὰν ἕνα μικρὸ παιδάκι ποὺ ἡ λαλά του γέμισε τὴν τσέπη τῆς ποδιᾶς του μὲ σταφίδες. Ἔνοιωσα τὴ μακαριότητα ποὺ αἰσθάνονται οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι τοῦ νησιοῦ μας, ὅταν τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ ἀκουμπᾶ μὲ στοργὴ στὸν ὦμο τους.
Καὶ τότες ἀθέλα τὰ χείλη μου εἴπανε:
— Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά σου, Κύριε τῶν δυνάμεων... ὅτι κρείσσων ἡμέρα μία ἐν ταῖς αὐλαῖς σου ὑπὲρ χιλιάδας.
Φωτό του Αη Δημήτρη : Vaggelis Sideris
