Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Το Μεγαλοχώρι της Αθήνας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΚAI ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ

Τὸ Μεγαλοχῶρι τῆς Ἀθήνας

Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ παλιὲς συνοικίες τῆς Ἀθήνας, τὸ Μεταξουργεῖο, ἦλθαν οἱ Μεγαλοχωριανοὶ τεχνίτες, ἐπιπλοποιοὶ καὶ βαρελοποιοὶ, γύρω στὰ 1910.

Χωρὶς καμιὰν ὑποστήριξη, μὲ μοναδικὸ φυλαχτὸ τὴ σκέψη τους στὴν Παναγιὰ καὶ στοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους καὶ ἀκριβὴ κληρονομιὰ τὴν εὐχὴ τοῦ πατέρα καὶ τῆς μάνας τους, οἱ ἀγαπημένοι γονεῖς μας ἦλθαν στὰ ξένα, καθὼς ἔλεγαν τὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ προκόψουν.

Οἱ λεύτεροι μόλις κατορθώνανε τὸ πρῶτο βῆμα καὶ ξεθαρρεύγανε, ξαναγύριζαν στὸ χωριό, ἀλλὰ γιὰ λίγο, ἴσα—ἴσα νὰ γενῇ ὁ γάμος κι’ ὁ ἀντίγαμος. Νὰ πάρουν ὕστερα τὴν ἐκλεκτὴ τῆς καρδιᾶς τους καὶ νὰ ξαναστρέψουν γιὰ νὰ συνεχίσουν τὸν ἀγῶνα τῆς δημιουργίας.

Χαμένοι μέσα στὴν πολύβοη πρωτεύουσα, νοιώθανε μεγαλύτερη σιγουριὰ νὰ ζοῦνε συντροφιασμένοι ὁ ἕνας πλάϊ στὸν ἄλλο σὰν ἕνα σμάρι πουλιὰ ἀδελφωμένα.

Ἀπὸ τὸ Μεταξουργεῖο μέχρι τὸν Ἄϊ-Γιώργη ἦταν σπαρμένοι οἱ νεοφερμένοι βλαστοὶ τοῦ χωριοῦ μας στοὺς δρόμους: Κολωνοῦ, Βιργ. Μπενάκη, Κωνσταντινουπόλεως, Μαραθῶνος, Μυλλέρου, Κίμωνος, Κερατσινίου, Ἁλικαρνασσοῦ, Πλάτωνος, Μοναστηρίου κ.λ.π.

Σὲ τριάντα χρόνια περίπου ἕνας σεβαστὸς ἀριθμὸς Μεγαλοχωριτῶν δημιούργησε τὸν πρῶτο πυρήνα, φτιάχνοντας οἰκογένειες μὲ πολλὰ παιδιὰ καὶ... πολλὲς παραδόσεις.

Ὁ δρόμος δύσκολος ἀνηφορικὸς καὶ ἡ δουλειὰ σκληρὴ ἀπὸ νύχτα σὲ νύχτα.

Στὴν ἀρχὴ οἱ ἀρχοντοποῦλες τοῦ χωριοῦ μας παρευόντουσαν σὲ σπίτια ἀφιλόξενα μέσα σὲ αὐλὲς μὲ ξενόλοους ἀνθρώπους, μὲ γρήγορα ἔφτιαχναν τὰ δικά τους.

Ἀπαραίτητη παρένθεση ἡ θλιβερὴ τῶν παιδικῶν μας χρόνων ἀνάμνηση τῆς Κατοχῆς καὶ τῶν μετέπειτα, ποὺ ἔκαναν τὸ μόχθο τους πιὸ μεγάλο.

Μόνη τους, λοιπόν, ξεβάρεση στὸ καταπονεμένο σῶμα καὶ μοναδικὸ βάλσαμο στὴν ξενιτειὰ τους ἦτανε ἡ νοσταλγία, ἡ ἀνεθυβολὴ τοῦ χωριοῦ. Ζοῦσαν στιγμὲς πραγματικῆς ἀγαλλίασης, ὅταν μὲ λατρεία μετέφεραν στὰ σπίτια τους τὰ ἔθιμα τῆς μικρῆς τους πατρίδας. Γιὰ τοῦτο οἱ μεγάλες ἡμέρες τῶν Χριστουγέννων, τῆς Πρωτοχρονιᾶς καὶ οἱ ἅγιες τοῦ Πάσχα εἶχαν μιὰ ξεχωριστὴ χάρη καὶ θαρροῦσες πὼς δροσερὸ τὸ ἀεράκι τοῦ χωριοῦ πλανιόταν μέσα στὸ σπιτικό μας.

Θὰ ἦταν παράλειψη ἂν δὲν ἀνέφερα τὴ συμβολὴ τῆς νοικοκυρᾶς καὶ ἠθικῆς συντρόφου, τῆς ὑπομονετικῆς καὶ φιλόστοργης νησιωτοπούλας.

Προσκυνῶ τὴν ἅγια καλωσύνη τῆς μητέρας μου καὶ τὴ σπάνια ὀμορφιὰ τῆς ψυχῆς της. Οὔτε ἴχνος θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ. Ἁπλὰ καὶ ἀπέριττα μᾶς δίδαξε μὲ τὸ παράδειγμά της τὸ σεβασμὸ στὰ Θεῖα καὶ ἱερὰ καὶ τὸ χρέος μας γιὰ κάθε τοῦ συνάνθρωπου δυστυχία.

Μ’ αὐτὰ μᾶς ἔθρεψαν κι’ ἔτσι μεγάλωσε ἡ ἀγάπη μας γιὰ τὸ νησί. Ἄλλος λίγο, ἄλλος πολὺ ὅλοι προκόψανε. Πολλοὶ εὐτύχησαν νὰ δοῦν δισέγγονα καὶ ἄλλοι κάμανε μεγάλες περιουσίες, κατορθώσανε ν’ ἀνέβουν ψηλότερα μέσα ἀπὸ τὴ στέρηση καὶ τὸ μοχθό. Ἡ θαυμαστὴ αὐτὴ δύναμη τοὺς ἔκανε γνωστοὺς καὶ στὴν ἀγορὰ τῆς Ἀθήνας σὰν ὀνομαστοὺς οἰνοποιούς, λαμπροὺς τεχνίτες, περίφημους λεπτουργοὺς καὶ διακοσμητὲς τοῦ ξύλου.

Τὸ δίχως ἄλλο εἶναι ἕνα τρανὸ παράδειγμα θέλησης καὶ προκοπῆς τῆς τίμιας καὶ σκληρῆς δουλειᾶς τῶν ἁγνῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, ἕνα ζωντανὸ παράδειγμα πρὸς μίμηση γιὰ μᾶς, τὰ παιδιὰ μας καὶ τὰ ἐγγόνια μας.

Μίτσα Μ—Σ

Οκτώβριος 1977
Θηραϊκά Νέα 

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Πριγκίπισσα Φρονίμη: Από την Κρήτη στη Θήρα και την Ίδρυση της Κυρήνης

Στο Καλλιστορώντας καταγράφουμε τις ιστορίες που διαμόρφωσαν την ταυτότητα της Καλλίστης (Θήρας). Ανάμεσα στους μύθους και τα ιστορικά γεγονότα που συνδέουν το νησί μας με τον ευρύτερο μεσογειακό κόσμο, η περιπέτεια της πριγκίπισσας Φρονίμης κατέχει ξεχωριστή θέση, καθώς αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην Κρήτη, τη Θήρα και τη Βόρεια Αφρική.
Η αφήγηση του Ηροδότου (Ιστορίαι, Βιβλίο Δ΄) μας μεταφέρει αρχικά στην Αξό της Κρήτης. Η Φρονίμη, κόρη του βασιλιά Ετέαρχου, θυματοποιήθηκε από τη μητρυιά της, η οποία έπεισε τον βασιλιά να την εξοντώσει. Ο Ετέαρχος παγίδευσε τον Θηραίο έμπορο Θεμίσωνα, εξαναγκάζοντάς τον με όρκο να εκτελέσει όποια διαταγή του δινόταν, και στη συνέχεια του παρέδωσε τη Φρονίμη με την εντολή να τη ρίξει στη θάλασσα.

Ο Θεμίσων, τηρώντας τυπικά τον όρκο του χωρίς όμως να διαπράξει το έγκλημα, έδεσε τη Φρονίμη με σχοινιά, τη βούτηξε στο πέλαγος και την ανέσυρε αμέσως σώα. Στη συνέχεια την έφερε στη Θήρα, όπου η πριγκίπισσα συνδέθηκε με τον επιφανή Θηραίο Πολύμνηστο. Από την ένωσή τους γεννήθηκε ο Αριστοτέλης, γνωστός στην ιστορία ως Βάττος.

Όταν η Θήρα επλήγη από πολυετή ανομβρία, ο Βάττος έλαβε χρησμό από το Μαντείο των Δελφών να οδηγήσει τμήμα του πληθυσμού στη Λιβύη. Η αποστολή αυτή κατέληξε στην ίδρυση της Κυρήνης το 631 π.Χ., μιας από τις σπουδαιότερες ελληνικές αποικίες της αρχαιότητας. Έτσι, η προσωπική τραγωδία μιας Κρητικής πριγκίπισσας μετατράπηκε, μέσω της Θήρας, σε έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς του ελληνικού αποικισμού.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Σας παρακαλώ ...Κεραστείτε

Στις 7 Αυγούστου 2026,  στο Μεγαλοχώρι έγινε, για δεύτερη φορά, η Πατινάδα – Βεγγέρα στο χωριό.

Με πρωτοβουλία, φυσικά, του Πολιτιστικού Συλλόγου Μεγαλοχωρίου «Το Μετόχι», έγινε κάτι πραγματικά ξεχωριστό… κάτι που δεν ήταν απλώς μια όμορφη εκδήλωση, αλλά κάτι διαφορετικό:

Άνοιξαν σπίτια και επιχειρήσεις ....περισσότερα από πέρυσι ...

Και μαζί με τις πόρτες, άνοιξαν και οι καρδιές των ανθρώπων.

Η αγωνία τους να κεράσουν, να προσφέρουν, να δώσουν κάτι στους ανθρώπους που περνούσαν από το σπίτι τους, ήταν συγκινητική.

Δεν τους ένοιαζε τι θα προσφέρουν.

Μπορεί να ήταν απλές καραμέλες…
λίγο νερό…
λίγα ζαχαρωτά…

Δεν είχε σημασία.

Σημασία είχε η προσφορά. Η δωρεά. Η χαρά του να δώσεις.

Παρακολουθώντας το έθιμο από μπροστά, για την καταγραφή του, έβλεπα στα μάτια των ανθρώπων αυτή την αγωνία να κρυφοκοιτάξουν πίσω από την πόρτα, να ακούσουν τα βιολιά…

Και ύστερα, όταν έφτανε η στιγμή, να ανοίξουν την πόρτα με ένα τεράστιο χαμόγελο.

 
Τα κεράσματα έτοιμα.
Και οι άνθρωποι γεμάτοι χαρά που μπορούσαν να υποδεχτούν.

Και δεν μπορώ να μην σταθώ σε δύο γυναίκες…

Στην κυρία Άννα, την Μπατζανιά.

«Μαρία μου, όλοι να πάρετε κάτι παιδιά, σας παρακαλώ… Ήρθατε σπίτι μου, κεραστείτε…»

Λόγια απλά.
Αληθινά.
Λόγια που δεν τα λες επειδή πρέπει, αλλά επειδή έτσι έμαθες να ζεις.
Και στο χαμόγελο της υπέροχης Παρασκευούλας…

Ένα χαμόγελο που έλεγε από μόνο του τόσα πολλά.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο όμορφο κομμάτι αυτής της Πατινάδας.

Όχι τα βιολιά.
Όχι τα τραγούδια.
Όχι μόνο το έθιμο.

Αλλά οι άνθρωποι.

Οι άνθρωποι που ανοίγουν τις πόρτες τους.
Που περιμένουν να ακούσουν τη μουσική.
Που χαίρονται να υποδεχτούν.
Που θέλουν να προσφέρουν, ακόμη κι αν αυτό που έχουν είναι λίγο.

Γιατί όταν η προσφορά βγαίνει από την καρδιά, δεν μετριέται σε ποσότητα.

Μετριέται σε αγάπη.

Ψυχές τόσο καθαρές… που έμαθαν να προσφέρουν.

Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να μας αφήσει ένα έθιμο:

Να μας θυμίζει πως, όσο υπάρχουν άνθρωποι που ανοίγουν την πόρτα τους με χαμόγελο και λένε «κεραστείτε», υπάρχει ακόμη ελπίδα.

 Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους εκείνους που άνοιξαν τα σπίτια και τις καρδιές τους. ...

Ίσως να το είχαμε ανάγκη όλοι ....

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025


26 Δεκεμβρίου.

Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης, ευγνωμοσύνης και σκέπης. Στη Σαντορίνη, η ημερομηνία αυτή δεν είναι απλώς εορτή· είναι κάλεσμα. Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, η σκέψη και το βήμα κατεβαίνουν στον Σκάρο, προς την Παναγία τη Θεοσκέπαστη, εκεί όπου ο βράχος, η προσευχή και η μνήμη γίνονται ένα. Σ’ αυτόν τον ιδιότυπα φορτισμένο τόπο της καστροπολιτείας, που τόσο βαθιά ένιωσε και περιέγραψε ο Ηλίας Βενέζης, η Θεοσκέπαστη δεν στέκει απλώς ως εικόνα, αλλά ως παρουσία – γεννημένη από την ανάγκη των ανθρώπων να προστατευτούν, να κρατηθούν, να ελπίσουν....



Δεν ήταν αυτονόητο πως θα βρεθούμε εκεί. Κάτι αντιστεκόταν, κάτι εμπόδιζε μέχρι την τελευταία στιγμή. Κι όμως, τελικά όλα τακτοποιήθηκαν όπως μόνο Εκείνη ξέρει. Η κατάβαση προς το προσκύνημα έγινε μέσα σε μια σπάνια, σχεδόν απόκοσμη ησυχία· βήματα χαμηλά, ανάσες συγκρατημένες, μια αίσθηση πως ο τόπος άκουγε. Κι όταν το σκάφος «Σαντορίνη» έφτασε στο ύψος της εκκλησίας, κορνάρισε προς τιμήν Της, κατά το έθος των ναυτικών. Ο ήχος απλώθηκε στον αέρα σαν ευλογία κι εμείς ανατριχιάσαμε – όχι από το κρύο, αλλά από εκείνη τη βαθιά, ανεξήγητη συγκίνηση που γεννιέται όταν νιώθεις πως δεν είσαι μόνος. «Μπράβο παιδιά…», σκέφτηκα.


"Όρθρου βαθέως" φτάσαμε στη Χάρη Της. Το βλέμμα δεν ήξερε πού να σταθεί. Το τοπίο, καταπράσινο φέτος μετά τις πρόσφατες βροχές, ήταν σχεδόν απίστευτο για τη Σαντορίνη∙ μια γη ανανεωμένη, ζωντανή. Και ξαφνικά, μπροστά μας, η Θεοσκέπαστη. Απλή και απόλυτη. Όχι επιβλητική, αλλά γεμάτη από τις ψιθυριστές δεήσεις όσων πέρασαν, στάθηκαν, λύγισαν και συνέχισαν. Εκεί, πάνω στον βράχο, ήταν ακριβώς αυτό που έπρεπε να είναι.

Και ύστερα, τα μπουκέτα των πιστών για την Κυρά τους. Η ανάγκη της κάθαρσης μέσα από την προσευχή. Δύο άνθρωποι με συγκλόνισαν. Ο κύριος Χρυσόστομος, που καθάριζε τις πέτρες πίσω από την εκκλησία. Στην ερώτηση «καλύτερα από το σπίτι;», η απάντησή του απλή και απόλυτη: «Μα θα περάσει η εικόνα Της…». Και η τόσο ξεχωριστή «Θεοσκέπαστη», η κυρία Καλλιόπη Δακορώνια Πρέκα, καθώς μας εξιστορούσε το ιστορικό του ναού – μόνο τα μάτια της να δει κανείς, όταν χτυπά τις καμπάνες.


Ύστερα η  Περιφορά Της και η "Πανήγυρη", η Τράπεζα, και ο δρόμος της ανόδου. Διάλεξα το πάνω ρυμίδι, να φωτογραφίσω, να νιώσω τον χώρο, να καταλάβω γιατί «τα ερείπια της παλαιάς πόλης στεφανώνουν τον βράχο και δεσπόζουν πάνω από την άβυσσο», όπως έγραψε ο Choiseul-Gouffier για την καστροπολιτεία του Σκάρου.

Συγκλονισμένος από τη σημερινή ημέρα, ένιωσα πως το 2025… ήθελε να κλείσει έτσι.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Παγκόσμια Ημέρα Τέχνης ( 15 Απριλίου) - Επιτύμβια Στήλη της Αλεξιβόλας από την Αρχαία Θήρα

Επειδή Αρχαία Θήρα δεν είναι μόνο το εντυπωσιακό θέατρο, ούτε και η θρυλική κόρη , πάμε σήμερα να ταξιδέψουμε σε ένα τόσο συγκλονιστικό , για μένα, ταφικό μνημείο: Την Επιτύμβια Στήλη της Αλεξιβόλας. Είναι ένα έργο της ελληνιστικής εποχής (3ος αι. π.Χ.) που προέρχεται από την Αρχαία Θήρα και σήμερα βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θήρας. Παρουσιάζει μια σκηνή αποχαιρετισμού ανάμεσα στην Αλεξιβόλα και έναν ηλικιωμένο άνδρα, πιθανότατα τον πατέρα της. Η σκηνή είναι ήρεμη και χωρίς έντονο θρήνο, αλλά γεμάτη συναίσθημα, καθώς δείχνει την ανθρώπινη ανάγκη να κρατηθεί ζωντανή η μνήμη των αγαπημένων προσώπων. Δείτε απλά το χέρι της κόρης ;  ; ; ;

Η Αρχαία Θήρα ήταν μια οργανωμένη δωρική πόλη στη Σαντορίνη, χτισμένη στο Μέσα Βουνό, με έντονη κοινωνική και οικογενειακή ζωή. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα ταφικά μνημεία είχαν μεγάλη σημασία, γιατί κρατούσαν ζωντανή τη μνήμη των νεκρών μέσα στην κοινότητα. Η στήλη της Αλεξιβόλας δείχνει ακριβώς αυτό: ότι ο θάνατος δεν σβήνει τους δεσμούς, αλλά η μνήμη τους συνεχίζει να υπάρχει μέσα από την τέχνη.

Η Παγκόσμια Ημέρα Τέχνης γιορτάζεται στις 15 Απριλίου, ημέρα που έχει καθιερωθεί από την UNESCO για να τιμηθεί η τέχνη και η σημασία της στην ανθρώπινη ζωή. Η τέχνη βοηθά τους ανθρώπους να εκφράζουν συναισθήματα και να επικοινωνούν πέρα από τον χρόνο και τα σύνορα. Έτσι, και η επιτύμβια στήλη της Αλεξιβόλας μπορεί να θεωρηθεί ένα παράδειγμα τέχνης που κρατά ζωντανή τη μνήμη και τα συναισθήματα μέχρι σήμερα.


πηγές: https://www.facebook.com/groups/832757514032223/posts/1564981960809771/

https://www.teachercurator.com/ancient-greek-art/funerary-stele-of-alexibola/

Εις μνήμη Σιγουρά Αναπλιώτη

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

"Γεύμα εις Αρμένην" στην αρχή του 20ου αιώνα

 
Πάμε λοιπόν να ταξιδέψουμε στο Χρόνο. Αυτή τη φορά με το βιβλίο του Ι. Παπαμανώλη: Η Νήσος Θήρα = Σαντορίνη, Εντυπώσεις Αναμνήσεις, του 1932. Εκεί λοιπόν θα δούμε αποσπάσματα για το πως ήταν ένα απ ότι φαίνεται λουκούλλειο γεύμα. 

Γεῦμα εἰς Ἀρμένην τῆς Οἴας

Εἰς ἔνδειξιν τῆς πρὸ ὀλίγου ζωηρᾶς κοσμικῆς ζωῆς τῆς Θήρας, θὰ ἤρκει ἡ μνεία τοῦ ἑξῆς· ἔτυχον μεταξὺ πολλῶν κεκλημένων εἰς γεῦμα, δοθὲν κατὰ ὡραίαν ἐαρινὴν ἑσπέραν εἰς τὴν παραλιακὴν θέσιν Ἀρμένην τῆς Οἴας. Σημειωτέον ὅτι ἡ Οἴα — Ἐπάνω Μεριά — εἶνε ἡ δευτέρα πόλις τῆς νήσου, ὡς ὑπῆρξε δευτέρα πόλις καὶ κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους μετὰ τὴν ἐπὶ τοῦ Μέσα Βουνοῦ ἀρχαίαν Θήραν. Ἡ Οἴα εἶνε τὸ ναυτικώτερον διαμέρισμα τῆς νήσου, ὑπῆρξε δὲ πάντοτε πλουσία. Εἰς Ἀρμένην τῆς Οἴας ὑπῆρχε νεώριον ὅπου κατεσκευάζοντο τὰ πεφημισμένα «Πανωμερίτικα» καράβια, πρὶν ἢ ἡ ἀτμήρης ναυτιλία παραμερίσῃ τὰ ἱστιοφόρα. Ἀλλά καὶ σήμερον ναυπηγοῦνται, ἀλλὰ μόνον μέχρις 150—200 τόννων χωρητικότητος.

Οἱ Θηραῖοι εἶχον τοιαύτας εἰς τὸ ἐμπόριον ἐπιτυχίας, ὥστε κατέστησαν ἀκμαίας ἀποικίας εἰς τὴν Κων)πολιν, τὴν Ρωσσίαν καὶ τὴν Αἴγυπτον. Ἀτυχῶς αἱ καταστροφαὶ τοῦ παγκοσμίου πολέμου ἐπέφερον καὶ τὸν περιορισμὸν τῆς ναυτιλίας καὶ τοῦ ἐμπορίου τῆς Θήρας. Οἱ Θηραῖοι εἶχον κατανοήσει πρὸ πολλοῦ, ὅτι τὸ ἐμπόριον εἶνε τὸ νευρικὸν σύστημα, ὅπως καὶ ἡ γεωργία εἶνε τὸ πρώτιστον στοιχεῖον εὐημερίας ἑνὸς τόπου.

Εἰς τὸ γεῦμα αὐτὸ τῆς Ἀρμένης ἀπεθαύμαζέ τις τὴν καθ’ ὅλα ζηλευτὴν τάξιν, τὰ ἐπίζηλα ἐπιτραπέζια σκεύη καὶ τὸ ἄμεμπτον τοῦ ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ. Τὰ ἐδέσματα ἐκλεκτά, τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, ὅπως λέγει ὁ Πλούταρχος «μὲ πλησμονὴν ὄψων καὶ πεμμάτων». Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρέσχεν εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἐξαιρετικὴν ἐντύπωσιν, ἦτο ἓν εἶδος μακαρονάδας τὴν ὁποίαν τὸ πρῶτον ἔβλεπον. Παρασκευάζεται ἀπὸ μακαρόνια, τυρί, αὐγά, γάλα, μυρωδικά — μπαχαρικά — ζάχαρην, ἄλευρον, βούτυρον καὶ κιμὰν κρέατος, δίδεται δὲ εἰς αὐτὴν ἐκ φόρμας σχῆμα τρούλλου. Ἐρωτήσας τὸν παράπλευρόν μου, ἔμαθον ὅτι τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς μακαρονάδας ὀνομάζεται «Τόμπα», (προφανῶς ἐκ τοῦ σχήματος), δηλονότι «Τύμβος», «Tumulus». [...]

Διὰ τὸν ἐπιθυμοῦντα νὰ δοκιμάσῃ τὴν μακαρονάδαν «Τόμπα» παρέχω τὴν ἀναλογίαν τῶν συστατικῶν της ὡς ἑξῆς: βούτυρον, ζάχαριν, ἄλευρον, κιμᾶν ἀνὰ ἡμίσειαν ὀκάν, μακαρόνια δράμια 150, ἓξ αὐγά, ἀνάλογον τυρὶ τριμμένον, σάλτσαν τομάτας καὶ μυρωδικά — μπαχαρικά — τριμμένα. Ἐν Βενετίᾳ, ἐπανερχόμενοι οἱ οἰκεῖοι ἐκ τῆς κηδείας εἰς τὸν οἶκον τοῦ μεταστάντος, παρεκάθηντο εἰς γεῦμα παρατιθέμενον εἰς μνήμην αὐτοῦ, διὰ τοῦτο δὲ ἡ παρατιθεμένη μακαρονάδα ἐκαλεῖτο Tomba, ἤτοι, ὡς εἶπον, Τύμβος. Ἡ συνήθεια καὶ τὸ ὄνομα τῆς μακαρονάδας ἐπεκράτησεν καὶ ἐν Θήρᾳ ἀπὸ τῆς ἐνετοκρατίας. Ἀλλ’ ἡ σημερινὴ τοιαύτη μακαρονάδα ἐβελτιώθη εἰς πολυτελεστέραν παρασκευὴν ἐν Θήρᾳ.

Παραπλήσιόν τι συνέβαινε καὶ ἐν Ἄρτῃ, ὡς ἀναφέρεται ἐν τῇ «Ἱστορίᾳ τῆς Ἄρτης καὶ Πρεβέζης», ἣν ἔγραψεν κατὰ τὸ 1884 ὁ Μητροπολίτης Ἄρτης Σεραφεὶμ ὁ Βυζάντιος. Οἱ προσερχόμενοι εἰς τὴν κηδείαν συγγενεῖς καὶ φίλοι, ὑπεχρεοῦντο νὰ συνεισφέρουν εἰς πρόχειρον ἔρανον τ’ ἀπαιτούμενα χρήματα, ἵνα προμηθευθῶσι τὰ τρόφιμα διὰ τὸ γεῦμα τὸ ὁποῖον θὰ παρετίθετο μετὰ τὴν κήδευσιν. Ἀφοῦ δ’ ἐπέστρεφον ἀπὸ τὸν ἐνταφιασμὸν τοῦ νεκροῦ, παρεκάθηντο ὅλοι εἰς τὸ γεῦμα καὶ ἔπινον εἰς ἀνάπαυσιν τῆς ψυχῆς τοῦ μακαρίτου. Ἡ τελετὴ αὕτη ἐκαλεῖτο «Μακαρία».

Εἰς τὴν Σερβίαν, μάλιστα, μετὰ τὴν ταφὴν τοῦ νεκροῦ, ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου μαζεύονται εἰς τὸ σπίτι τοῦ θανόντος διὰ νὰ συλλυπηθοῦν τοὺς συγγενεῖς του καὶ νὰ συμμετάσχουν εἰς τὸ «ντάκα», ἤτοι εἰς τὸ ἐπικήδειον γεῦμα. Καὶ οἱ συνδαιτυμόνες θρηνοῦν τόσον καλὰ τὸν νεκρόν, ὥστε εἰς τὸ τέλος εὑρίσκονται ὅλοι μεθυσμένοι καὶ ἀποκοιμισμένοι κάτω ἀπὸ τὸ τραπέζι. Εἰς ἄλλα μέρη εἰς τοὺς ἐπιστρέφοντας ἐκ τῆς κηδείας παρατίθεται μόνον ψάρι βραστό, εἰς ἄλλα δὲ ψωμὶ καὶ ἐληὲς μόνον. Καὶ ἀσιατικοὶ λαοὶ παρέθετον ἐπιθανάτιον γεῦμα, κατὰ παλαιὸν ἔθιμον.

Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες παρέθετον μετὰ τὸν ἐνταφιασμὸν δεῖπνον εἰς τοὺς συγγενεῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ ἐγγυτέρου ἐξ αὐῶν. (Δημοσθ. π. στεφ. 288). Τὸ δεῖπνον τοῦτο ἐκαλεῖτο «Παράδειπνον». Ἐν Ἀθήναις ἐπεκράτει τὸ ἔθος νὰ σπείρεται ἐπὶ τοῦ τάφου σῖτος, ἐκεῖ δὲ παρετίθετο καὶ ἡ ἐπικήδειος ἑστίασις, ἐγίνοντο δὲ καὶ διαλέξεις πρὸς ἔπαινον τοῦ νεκροῦ. Ἐν Ρώμῃ ἐδίδοντο ἐπιτάφια συμπόσια, τὰ ὁποῖα, ὅμως, ἀπηγορεύθησαν ἕνεκα τῶν καταχρήσεων, αἵτινες κατόπιν ἐπεκράτησαν κατ’ αὐτά. (Νομ. Β. 363). Ὁ Μουσαῖος ἔλεγεν «ἀμοιβὴν τῶν δικαίων μετὰ θάνατον, αἰώνιον μέθην». Ἔπινον δὲ τὸν οἶνον οὐχὶ ἄκρατον. Ἐν γένει παρὰ τοῖς ἀρχαίοις, μετὰ τὸν ἐνταφιασμόν, εἵπετο τὸ «περίδειπνον», εἰς ὃ παρεκάθηντο οἱ συγγενεῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ νεκροῦ ἢ τοῦ ἐγγυτέρου συγγενοῦς του. [...]

Προϊόντος τοῦ πότου κατὰ τὸ γεῦμα ἐκεῖνο τῆς Οἴας, ἐφθάσαμεν κατὰ τὰς προπόσεις, αἵτιν'ες ἐγείρονται πάντοτε περὶ τὸ τέλος τοῦ γεύματος, εἰς τὸ συναίσθημα τῆς ἀπολύτου μακαριότητος, τὸ ὁποῖον φέρει κατ’ ὀλίγον τὸ ὡραῖον κρασὶ ἐν τῷ μέσῳ τόσον ἀγαπητῆς συγκεντρώσεως. Ἐκεῖ, εὑρισκόμενοι, ἄνευ γυναικῶν, ἐφαιδρολογήσαμεν, ἐγελάσαμεν πολὺ παρὰ τὴν ἀνικανότητα τοῦ Ἕλληνος νὰ εὐθυμήσῃ καὶ νὰ γελάσῃ, ἐνῷ τὸν περισσότερον χρόνον διέρχεται μὲ ἐφημερίδας, καφὲ καὶ πολιτικά. Διὰ τοῦτο ἐκεῖ παρὰ τὸν αἰγιαλὸν καὶ τὴν ζωογόνον δρόσον τῆς νυκτὸς ὡμολογήσαμεν ὅλοι, χάρις εἰς τὸν γενναῖον ἀμφιτρύωνα, ὅτι δικαίως ὁ Σενέκας, μολονότι φιλόσοφος, ὑπεστήριζεν ὅτι ἡ εὐθυμία ἀποτελεῖ τὸ πρώτιστον τῶν ἀνθρωπίνων ἀγαθῶν. Ὁ Ἄγγλος ἱστορικός Spens ἔγραψεν: «ἀνέκαθεν ὁ οἶνος ἐπισφραγίζει τὴν φιλίαν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων».

Τὸ ὡραῖον κρασὶ ἔλυσε κατ’ ὀλίγον τὴν γλῶσσαν τῶν συνδαιτυμόνων καί, μετὰ τὰς ἐπαλλήλους προπόσεις, ἐπῆλθεν ἀρκετὴ ζωηρότης καὶ ἤρχισαν εὔθυμα λόγια, σιγὰ-σιγὰ δὲ καὶ τραγουδάκια, τὰ ὁποῖα τινὲς ἠκολούθουν μὲ γεμᾶτο τὸ στόμα ἀπὸ ὡραῖα φυρίκια τοῦ Βόλου. Ὁ μεγαλύτερος τροφοδότης τοῦ κεφιοῦ εἶνε ὁ οἶνος εἰς γεῦμα. «Οἴνου μὴ παρεόντος, ἀτερπνέα δεῖπνα τραπέζης». Διὰ τοῦτο ὁ οἶνος εἰς τὸ γεῦμα αὐτὸ ἐσερβίρετο ἀστείρευτος.

Ὁ παράπλευρός μου ἐνεθυμήθη μετὰ νοσταλγίας τὸ ρετσινᾶτο τοῦ τόπου του, «Ρητινίτης, ἡδύς, ἀκηράσιος, θεῖον ποτόν», προσθείς ὅτι τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ οἴνου εἶνε πανάρχαιον, τὸ ἀναφέρει δὲ καὶ ὁ Πλούταρχος, καὶ ὅτι ἐν Ρώμῃ ἐκαλεῖτο «vinum resinatum». Ἡρώτησα παρακαθήμενον διατὶ δὲν ὑπάρχει ἐν Θήρᾳ λευκὸς οἶνος. Μοὶ εἶπε τὸ τῶν ἀρχαίων «Μηδένα τῶν παλαιουμένων οἴνων διαμένειν λευκόν, κἂν ὅτι μάλιστα κατ’ ἀρχὰς ὑπάρξῃ τοιοῦτος, ἀλλ’ ἀεὶ καὶ μᾶλλον ἑαυτοῦ κιρρότερον γίγνεσθαι, τελευταῖον δὲ καὶ ξανθόν.» Ὁ ἀμφιτρύων ἐπανελάμβανεν· «ἀπόψε θὰ ξημερωθοῦμε». Δηλαδὴ καθ’ Ἡρόδοτον Δ, 76, 2. Σοφοκλ. Ἐλ. 92, «παννυχίδα στῆσον».

Ὁ Σχολάρχης, ὁ ὁποῖος παρεκάθητο δίπλα μου, μοῦ εἶπεν εἰς στιγμὰς διαχύσεως σπανίας δι’ αὐτόν, «ἀπὸ τὸ ὡραῖον τοῦτο γεῦμα λείπουν μόνον πλοκαμίδες ἐντέρων, ἤγουν κοκορέτσι, καὶ σπληνὸς καὶ εἰλέου σύστρεμμα ὀπτόν, ἤτοι σπληνάντερον».

Ἐκεῖ ἐνεθυμήθην τὸ τοῦ Ὁμήρου: «Ἐπεὶ δὲ πόσιος καὶ ἐδητίος ἐξ ἔρον ἔντο», ὅπερ συχνότατα ἐπανελαμβάνετο μετὰ πᾶν συμπόσιον καὶ σημαῖνον «ἀφοῦ δὲ ἀπέβαλον τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ποτοῦ καὶ τοῦ φαγητοῦ», ἤτοι ἀφοῦ ἤπιαν καὶ ἔφαγαν καλά. Ἀλλ’ ἄγνωστον διατί ὁ Ὅμηρος τάσσει πρῶτον τὴν πόσιν καὶ ἔπειτα τὴν βρῶσιν· ἴσως οἱ τῶν χρόνων του φαίνεται ὅτι τὸ ἔτσουζαν καλὰ μὲ τὰ ὀρεκτικὰ πρὸ τοῦ γεύματος.

Κάθε ἀδειαζόμενον ποτῆρι ἔρριπτεν ἀνὰ μέσον ἡμῶν εὐθυμοτέραν νόταν. Πρῶτος-πρῶτος ἔδωκε θάρρος ἀγαπητός μου ἐξάδελφος, εἰς ὅλην τὴν Θήραν φίλτατος, διευθυντὴς ἐκεῖ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος ἤρχισε νὰ τραγουδᾷ:

«Ἔλα, ἔλα μὲ ταμένα νὰ περνᾷς χαριτωμένα». «Ἔλα, ἔλα ποὺ σοῦ λέω, μή με τυραννᾷς καὶ κλαίω».

Διὰ τοῦτο, τὸ γεῦμα ἔλαβε κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας μορφὴν εὐωχίας, τῆς παρ’ ἀρχαίοις «δημοθοινίας», ἥτις, ὅμως, παρ’ ἀρχαίοις, ἐδίδετο ἵνα παρακαθήσῃ ὁ δῆμος. Γυναῖκες δὲν συνέφαγον, διότι ἀρχαῖον ἔθος κρατεῖ αὐτὰς μακρὰν τῶν τοιούτων ἀνδρικῶν συγκεντρώσεων, ἴσως διότι κατ’ αὐτὰς ἐπικρατεῖ μεγάλη ἐλευθεροστομία. Καὶ ἐπὶ Ὁμήρου ἀπεκλείοντο αἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδία ἀπὸ τῶν ἑστιάσεων τῶν ἀνδρῶν, οἱ δ’ ἑστιώμενοι ἐκάθηντο κατακεκλιμένοι συνήθως ἀνὰ δύο εἰς μίαν κλίνην καὶ στηριζόμενοι διὰ τῆς ἀριστερᾶς εἰς προσκέφαλον, τεθειμένον εἰς τὴν πλάτην αὐτῶν.



Ἄλλος σοφός εἶπεν: «ὁ ἀληθὴς χαρακτὴρ ἑνὸς ἀνθρώπου ἀποκαλύπτεται ἀπὸ τὰς διασκεδάσεις του».

Τὰ τηγανητὰ μπαρμπούνια παρετίθεντο ζεστά, οὐδεὶς δὲ ἐκ τῶν συνεστιαζομένων ὑπῆρξεν ὅστις νὰ μὴ ἐδοκίμασεν αὐτὰ ἀπλήστως μέχρι καὶ τῆς κεφαλῆς. Καὶ οἱ Ἐνετοὶ εἶχον ἰδιαιτέραν ἐκτίμησιν εἰς τὸ κεφάλι τοῦ μπαρμπουνιοῦ. Τὸ ἐθεώρουν ὡς τὸ νοστιμώτερον μέρος τοῦ ψαριοῦ τούτου, ἐξ οὗ καὶ ἡ παροιμία (τῶν Ἐνετῶν) ὅτι «τὸ κεφάλι τοῦ μπαρμπουνιοῦ δὲν τὸ τρώγει ποτὲ ἡ γάτα» «la testa di barbone non mangia mai il gato».

[....]

Όταν εξήλθομε, το φως της ημέρας είχε ήδη αρχίσει να διαλύει τα σκότη της νυκτός. Η δρόσος της πρωΐας και η γαλήνη της θαλάσσης της Αρμένης, προσέδιδαν εις την ψυχήν μας μίαν ανέκφραστον ηρεμίαν. Η επιστροφή εις την πόλιν, μετά από μίαν τοιαύτην νύκτα ευωχίας και πνευματικής διαχύσεως, θα παραμείνῃ ανεξίτηλος εις την μνήμην μου, ως μία αναβίωσις των αρχαίων ελληνικών συμποσίων εις τον ευλογημένον αυτόν τόπον της Θήρας.


Αφιερωμένο στην μνήμη της Ευαγγελίας Μενδρινού 




Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

Ο Οδυσσέας Ελύτης και η δική του "Σαντορίνη" ανάλυση από chatgpt


 Ο Οδυσσέας Ελύτης (φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη, 1911-1996) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, κορυφαίος εκπρόσωπος του ελληνικού μοντερνισμού και μέλος της «γενιάς του '30». Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης και μεγάλωσε στην Αθήνα, ενώ η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από τη Λέσβο. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά αφοσιώθηκε από νωρίς στην ποίηση, επηρεασμένος από τον υπερρεαλισμό, τον οποίο ωστόσο προσάρμοσε στο ελληνικό φως και το Αιγαίο.

Σαν σήμερα, 18-3, ο Ελύτης φεύγει από τη ζωή . Πάμε λοιπόν και πάλι μέσω chatgpt ( εις γνώση μου) να ταξιδέψουμε σε ένα απόσπασμα της Ωδής του:

 

Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν

εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι

που άγγιξε τον ορίζοντα.

Όταν ο κύβος χτύπησε την πλάκα

όταν η λόγχη χτύπησε το θώρακα

όταν το μάτι γνώρισε τον ξένο

 

και στέγνωσε η αγάπη

μέσα σε τρύπιες ψυχές·

όταν κοιτάζεις γύρω σου και βρίσκεις

κύκλο τα πόδια θερισμένα

κύκλο τα χέρια πεθαμένα

 

κύκλο τα μάτια σκοτεινά·

όταν δε μένει πια ούτε να διαλέξεις

το θάνατο που γύρευες δικό σου,

ακούγοντας μια κραυγή

ακόμη και του λύκου την κραυγή,

 

το δίκιο σου·

άφησε τα χέρια σου αν μπορείς να ταξιδέψουν

ξεκόλλησε απ’ τον άπιστο καιρό

και βούλιαξε,

βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.




 

«Το απόσπασμα ξεκινά με μια έντονη πρόσκληση: “Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν”. Από τις πρώτες λέξεις, ο Ελύτης θέτει το θέμα της ελευθερίας και της υπέρβασης. Τα χέρια που ταξιδεύουν δεν είναι μόνο σωματικά, αλλά και πνευματικά — αντιπροσωπεύουν την προσπάθεια του ανθρώπου να ξεφύγει από τα δεσμά του χρόνου και της μοίρας. Το καράβι που αγγίζει τον ορίζοντα ενισχύει αυτή την εικόνα, δημιουργώντας αίσθηση κινήσης και απελευθέρωσης μέσα στον χώρο και τον χρόνο.

Μέσα από τις εικόνες του κύβου, της λόγχης και των ματιών που συναντούν τον ξένο, το ποίημα περιγράφει τη βία, την απώλεια και την καταστροφή που αφήνει πίσω της η ανθρώπινη μοίρα. Η αγάπη που στεγνώνει «μέσα σε τρύπιες ψυχές» δίνει έμφαση στην αίσθηση κενού και ψυχικής εξάντλησης. Ο Ελύτης παρουσιάζει έναν κόσμο όπου τα πόδια είναι θερισμένα, τα χέρια νεκρά και τα μάτια σκοτεινά — μια εικόνα ολοκληρωτικής καταστροφής και θανάτου.

Παρά την ένταση και τη σκληρότητα αυτών των εικόνων, το ποίημα επιστρέφει στην ιδέα της απελευθέρωσης: τα χέρια μπορούν να ταξιδέψουν, να ξεκολλήσουν από τον «άπιστο καιρό» και να βουλιάξουν. Η τελευταία φράση — “βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες” — συνδυάζει τη σωματική και ψυχική δυσκολία με τη λύτρωση: το βάρος της ζωής είναι βαρύ, αλλά η αποδοχή του φέρνει μια μορφή απελευθέρωσης.

Συνολικά, το απόσπασμα ισορροπεί ανάμεσα στον πόνο και την υπέρβαση, τη βία και την ελευθερία, δημιουργώντας μια έντονη αίσθηση ροής και κίνησης. Η γλώσσα του Ελύτη, με τις επαναλήψεις και τις μεταφορές, μας μεταφέρει σε έναν κόσμο όπου η δυσκολία και η ομορφιά συνυπάρχουν, και όπου η ψυχή, όπως τα χέρια του ποιήματος, μπορεί να ταξιδέψει πέρα από τις καταστροφές και τους περιορισμούς.»


Το Μεγαλοχώρι της Αθήνας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΚAI ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ Τὸ Μεγαλοχῶρι τῆς Ἀθήνας Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ παλιὲς συνοικίες τῆς Ἀθήνας, τὸ Μεταξουργεῖο, ἦλθαν οἱ Μεγαλοχωριανοὶ...