Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2018

Λουκάς Ν. Νομικός (1886-1969) … ο Πειραιώτης!

Λουκάς Ν. Νομικός (1886-1969)
… ο Πειραιώτης!

Μέρος Β…

Μετά το Α μέρος (http://kallistorwntas.blogspot.gr/2017/09/1886-1969.html)  συνεχίζουμε το μικρό ταξίδι μας στο πρώτο λιμάνι της χώρας για να γνωρίσουμε τις άγνωστες  -για εμάς εδώ στην Σαντορίνη- πτυχές της ζωής του Λουκά Νομικού: την ζωή και την δράση του στον Πειραιά. Όχι όμως σαν εφοπλιστής, αλλά σαν δημότης, πολίτης και μόνιμος κάτοικος αυτής της πόλης.



Η σχέση του με την «Ιωνίδειο Σχολή Πειραιά»


Η «Ιωνίδειος» Σχολή Πειραιά είναι ένα από τα πιο ιστορικά δημόσια σχολεία (Γυμνάσιο-Λύκειο) του Δήμου Πειραιά. Ιδρύθηκε το 1847 με χρήματα του Κωνσταντίνου Ιωνίδη, ο οποίος το 1844 με επιστολή του προς τον τότε Δήμαρχο Πειραιά Πέτρο Ομηρίδη-Σκυλίτση  δήλωνε ότι διαθέτει το ποσό των 30.000 δρχ. για την ανέγερση σχολείου σε οικόπεδο που θα διατεθεί από τον Δήμο. Το οικόπεδο βρέθηκε στο κέντρο της πόλης, στην πλατεία Κοραή απέναντι από το Δημοτικό Θέατρο και τα εγκαίνια έγιναν στις 21 Μάιου 1847. Το 1932  κατεδαφίζεται το αρχικό μικρό παλαιό κτίριο και στη θέση του ανεγείρεται το πολυόροφο κτίσμα που υπάρχει μέχρι σήμερα με δαπάνη η οποία καλύφθηκε με δάνειο που σύναψε η Σχολική Εφορία.
Στο site των αποφοίτων της «Ιωνιδείου Σχολής Πειραιά» (www.saisp.gr/ionideios/?q=article/το-σχολείο-/49) διαβάζουμε για την θέση του Λουκά Νομικού στην Σχολική Εφορία:
 «….30 Οκτωβρίου 1933.   Θεμελιώνεται το νέο κτήριο. Η απόφαση της Σχολικής Εφορίας:  Γ. Ματσόπουλος (ιατρός, πρόεδρος), Ηλίας Βλασσόπουλος, Ματθαίος Χαμογεωργάκης, Αλκιβιάδης Μαντάς, Δημήτριος Γιαννουκάκος (υποδιευθυντής), Λουκάς Παπαγεωργίου, Σωτήριος Γιαννακάκης (γυμνασιάρχης), Δ. Πετρόχειλος, Α. Κυριακάκος, Λουκάς Νομικός, Σβορώνος και Μητσόπουλος και Γ. Εμμανουήλ (Διευθυντές).  Η ανέγερση του νέου κτιρίου, ειδικότερα όμως η απόφαση της τότε Σχολικής Εφορείας και του Διευθυντή της Σχολής να κατασκευασθούν στο ισόγειο του κτιρίου καταστήματα, εξασφάλισαν στη Σχολή τα απαραίτητα οικονομικά μέσα για την κανονική και ομαλή λειτουργία της, ως προτύπου. Η τότε Σχολική Εφορεία μπορεί να θεωρηθεί μετά τον Κ. Ιωνίδη και τον Δήμο Πειραιά, τρίτος ευεργέτης της Σχολής…»
Από την «Ιωνίδειο» πέρασαν μαθητές: ο «άγιος των γραμμάτων» Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο ακαδημαϊκός & σκηνοθέτης Σπύρος Μελάς, ο ποιητής Λάμπρος Πορφύρας, ο λογοτέχνης Αλέξανδρος Πάλλης, ο συγγραφέας Παντελής Χορν, ο ηθοποιός Αιμίλιος Βεάκης. Στα θρανία της έμαθαν γράμματα πολλοί μετέπειτα πανεπιστημιακοί, βουλευτές, εφοπλιστές, εκδότες, γιατροί, δικηγόροι και πλήθος προσωπικοτήτων καταξιωμένων στον κοινωνικό και επαγγελματικό στίβο του Πειραιά αλλά και ολόκληρης της Ελλάδας. Μαθητές της Ιωνιδείου υπήρξαν και οι γιοι του Λουκά Νομικού, Νίκος και Δημήτρης.
170 χρόνια μετά την ίδρυση της, η Ιωνίδειος Σχολή εξακολουθεί να προσφέρει με την πνευματική και κοινωνική  της παρουσία στην εκπαίδευση του Πειραιά.
Το όνομα του Λουκά Νομικού αναφέρεται στις μαρμάρινες πλάκες των ευεργετών του σχολείου που κοσμούν το εξωτερικό του σχολείου.






Ο  «Ελληνας Ποντοπόρος» στον Τινάνειο Κήπο

Ο Λουκάς Νομικός υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρώτος πρόεδρος της Ένωσης Εφοπλιστών Μικρών Αποστάσεων η οποία δημιουργήθηκε το 1940 στον Πειραιά. Διατέλεσε την πρώτη θητεία στα δύσκολα χρόνια του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου και της Γερμανικής Κατοχής 1940-1945, τον διαδέχτηκε ο Ανδρέας Συνοδινός 1945-1949  και εν συνέχεια έγινε ξανά πρόεδρος από το 1949 ως το 1964 με μια διετία διακοπής κατά τα έτη 1950-1952 όπου πρόεδρος είχε αναλάβει ο ανιψιός του Αλέξανδρος Σιγάλας, (γιος της εξαδέλφης του Καδιώς Σιγάλα).  Επί προεδρίας του λοιπόν, η Ένωση  δώρισε στον Τινάνειο Κήπο του  Πειραιά το άγαλμα του «Έλληνα Ποντοπόρου», έργο του γλύπτη Κώστα Βαλσάμη. Ο «Τινάνειος Κήπος» είναι ένα από τα μεγαλύτερα πάρκα του Δήμου Πειραιά δίπλα στον Άγιο Σπυρίδωνα και δημιουργήθηκε το 1854 από τον Γάλλο ναύαρχο Τινάν από τον οποίο πήρε και το όνομα. Έχει ιδιαίτερη ιστορική σημασία καθώς σε δέντρο του είναι «καρφωμένο» τμήμα του πλοίου Clan-Fraiser που εξερράγη κατά την διάρκεια του βομβαρδισμού του Πειραιά τον Απρίλιο του 1941 από τους Γερμανούς και διαθέτει μεγάλη ποικιλία χλωρίδας με συκιές, πλατάνια, λεύκες, πεύκα, ακακίες Κων/πόλεως, ελιές, φοίνικες, βραχυχίτωνες, δάφνες, εσπεριδοειδή, αγγελικές, κουτσουπιές, θάμνους, μουριές, κυπαρίσσια και έλατα.  Στην κέντρο λοιπόν του Τινάνειου Κήπου βρίσκεται το άγαλμα να «ατενίζει» την θάλασσα, με την επιγραφή:
 Εις τον συντελεστή της νίκης Έλληνα Ποντοπόρον 
Η Ένωσις Ελλήνων Εφοπλιστών -  1949












«Ο καλός μου πατέρας και… το μαθιασμένο φουρνί». - Ηθογραφία μιας άλλης Σαντορίνης



Μεγάλη σκάση είχε ο καλός μου πατέρας, που η μάνα μου δεν ήξερε να τζιμπά μελιτίνια. Γιατί ήπρεπε, για να κάμομε τα δικά μας μελιτίνια να ψήσει ο καημένος στο φουρνί μας άλλων γυναικών τα μελιτίνια, για να βοηθήσουνε και εκείνες με τη σειρά ντως τη μάννα μου. Βλέπετε στο σπίτι μας είχαμε φουρνί με τα ξύλα, μιας και η λαλά μου το Καλλίτση ήτονε από το σόϊ των Ραϊσιδων γνωστών φουρνάρηδων.

Ο πατέρας μου ιδέα δεν είχε από φουρνί, αλλά μιας και υπήρχε στην αυλή μας, τετραπέρατος και προκομένος όπως ήτονε, γρήγορα το ΄μαθε. Και τι δεν ηκάναμε σε αυτό το φουρνί : ψωμί, ντάκο παξιμάδι, σταφιδιές, φεσκουλιές…

Αλλά η μεγάλη βόγα του φουρνιού ήτονε τσι ημέρες τσι Λαμπρής που είχε τη τιμητική του. «Το μαρτύριο» του καλού μου πατέρα ηξεκίνα απολούτρουα τσι Κυριακής των Βαγιών και ητέλειωνε το Μεγάλο Σαββάτο το βράδυ…. Και που ξύλα ο Χριστιανός, που ήπρεπε να τα φέρει με τον ώμο ή με το γάδαρο από το αμπέλι. Ευτυχώς ξύλα είχαμε, αφού είχαμε δικά μας αμπέλια.

-Κα, μακαριά των γωνιών σου Βάγγελε, θα μου ψήσεις και εμένα τα μελιτίνια μου; Και εγώ πάλι ότι θές…

-Να σου τα ψήσω, αλλά θώριε το μόνο που θέλω είναι να μάθεις τη Μαρία μου να τσιμπά μελιτίνια, γιατί μεγάλο καμό έχω. Να ψήνω εγώ, να τζιμπά η Μαρία μου, κανένανε πιο να μην έχομε ανάγκη.

Πράγματι σε ηλικία (8) χρονών, το όνειρο του καλού μου πατέρα έγινε πραγματικότητα και τζιμπούσα μελιτίνια. Μεγάλη χάζη είχα να βλέπει κανείς τα αφράτα και μικρά δακτυλάκια μου να κάνουν το μελιτίνι ολοστρόγγυλο με ψιλά-ψιλά τζιμπιά, λές και ήτονε από γρανάζι… Θυμούμαι, ερχότανε οι νοικοκυρές στο σχολειό και λέγανε στη δασκάλα μου τη Βάσω (Θεός σχορέστην) : Κα, άφησε λιγάκι το θυατεράκι να μου τζιμπήσει ένα τενεκέ μελιτίνια και να ρθεί πάλι… Και εγώ πιο δεν ήβλεπα την ώρα να πάω να τζιμπώ.

Τέλος πάντων. ΄Ητονε Μεγάλη Τρίτη. Από το πρωί στο πόδι εγώ με τον καλό μου πατέρα. Είχαμε να ψήσομε τα μελιτίνια, τσι Ματζουράνας, του Μαρουσού,και τσι Χαβαδιάς. Με το που βάζομε τα ξύλα μέσα στο φουρνί και ξεκινούσανε οι ερδινιές πως θα ανάβω το φουρνί, ξεσπά μια βροχή, άλλο πράμα.

-Ε! ποσό θα κρατήσει η εποχή που είναι, θα σταματήσει ήντα θα κάμει. Λιγάκι υπομονή. Βρέ πάει μεσημέρι και να ρίχνει καρέκλες.

-Βρε Βάγγελε, πες των γυναικών να πάνε στα σπίθια ντως, ο λεβάντες είναι τρελός, άμα πιάσει δεν ξεστερεύει. Μας φώναξε από απέναντι ο Σέργιος το Γαλί, που ήξερε καλά τσι καιροί, σαν μυλωνάς που ήτονε. Το σπίτι μας γεμάτο τενεκέδες (λαμαρίνες) μελιτίνια που τα χανε φέρει οι γυναίκες, καμωμένα , έτοιμα για ψήσιμο. Μέχρι και απάνω στο κρεβάτι είχανε βάλει.

-Και ήντα να γενώ τώρα. Ήντα να πω των γυναικών; Που να τα πάνε; Μεγάλη σκάση, μεγάλος βραχνάς. Οι γυναίκες να κλαίνε και η βροχή να μη σταματά.

Επιτέλους το απόγευμα, κατά τις πέντε η ώρα βγαίνει η νεραντζούλα με τα όμορφα χρώματα και φέρνει τη χαρά και το γέλιο στα χείλη μας.

-Άντε, Μαρία μου, φέρε ξύλα να άψομε γιατί σίγουρα εδώ δά θα ακούσομε τη Κασσιανή. ‘Άμ δε, που άναβε το φουρνί. Τα ξύλα ήτονε βρεμένα, που να ανάψει .

-Βρε τι με βρήκε σήμερο, να λέει ο καλός μου πατέρας. Όχι τη Κασσιανή, αλλά Λαμπρή θα κάμομε εδώ δά.

Μάταια προσπαθούσε ο καημένος να ανάψει. Μόλις ανάβαμε αμέσως ήσβηνε.

Από τσι φωνές και τα παρακάλια μας στο Θεό, ήκουσε η γειτόνισα η Ανάργυρη του Χλαπιού.

-Μωρή, πας ήρθε καθόλου η Άννα η Χαβαδιά εδώ ; Αν ήρθε, αυτή ηθάρμισε το φουρνί. Ο Θεός να σε φυλάει από το… μάτι τσι Χαβαδιάς.

-Μαρία, πήαινε μάνι-μάνι απάνω τσι λαλάς του Ζαμπιού, νάρθει να ξεθαρμίσει το φουρνί και το πατέρα σου, μου λέει η μάνα μου και τα μάθια τσι ητρέχανε δάκρυα, όπως και των άλλων γυναικών.

-Κα ω λαλά. Έλα γρήγορα γιατί αυτή η παγιοχαβαδιά ηθάρμισε το φουρνί και δεν ανάβει. Όλα τα μελιτίνια είναι μέσα στο σπίτι και απάνω στα κρεβάθια.

-Έρχομαι μάθια μου. Αλλά πες τσι μάνας σου να ρίξει μέσα στο φουρνί λιγάκι Τρανό αγιασμό και να θυμιάσει με καλό λιβάνι τα τέσσερα καντούνια του φουρνιού, να πεί και το κοντάκιο των Αγιά-Νεργύρων και έρχομαι. Ά, πες και του αφέντη σου (τον πατέρα μου εννοούσε) να βγάλει το λουρί του και έρχομαι…

Η λαλά το Ζαμπιώ, ήξερε και ήβγαζε το θαρμό με το μέτρημα και τσι παλάμες, με ένα ρούχο μακρύ, εκείνου που ήτανε ματιασμένος. Όπως καταλαβαίνετε, το λουρί (ζώνη) του πατέρα μου ήτονε το καλύτερο για την περίπτωση.

Οι οδηγίες τσι λαλάς δοθήκανε και αμέσως ξεκίνησε το λιβάνισμα. ‘Ηρθε , ήβγαλε το θαρμό του φουρνιού και του καλού μου πατέρα και αμέσως, ω! του θαύματος, άναψε περίτρανα. Οι τενεκέδες με τα μελιτίνια πηγαινοερχόντουσαν στο φούρνο και το χαμόγελο επιτέλους ήρθε στα χείλη όλων μας.

-Μωρή Μαρία, φέρε μάνι-μάνι να ψήσομε τσι Ματζουράνας, γιατί αυτή είναι και αποτσιπωμένη, μη μας δώκει και καμμιά παρόλα.

Όμως, η ώρα περνούσε και ο παπά –Λευτέρης σήμαινε για τον εσπερινό και πράγματι εμείς μείναμε στο φουρνί και ακούαμε από μακριά την «Κασσιανή».

Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτή την Μεγάλη Τρίτη, όπως ποτέ δεν θα ξεχάσω και ακόμα είναι στα θρούνια μου, η όμορφη μοσχοβολιά του λιβανιού, ανακατεμένη με το καμμένο ξύλο της αμπελιάς, με τη μαστίχα και τη βανίλια των μελιτινιών και τη φρεσκοριγμένη βροχή…

Βέβαια, ο καλός μου πατέρας (δάσκαλος πάντα για μένα) με έμαθε και το φουρνί να ανάβω και να μην ξεχνώ αυτά που κάναμε και ψήναμε αντάμα στο φουρνί μας . Και τα χαλάκια μας (παξιμάδια πασχαλινά με ζαφορά και τριμένο τυρί -χλωρό) και τσι σταφιδιές μας και το ντάκο μας κάνομε εμείς και τώρα, πάντα με συνταγή δικιά του.

Άς είναι καλά εκεί που είναι ο καλός μου ο πατέρας, συντροφιά με το μικρό θυατέρι που έχομε στην αυλή μας… το μικρό μας εκκλησάκι, την Αγία μας Καλλιόπη”.


Μαρία Πελεκάνου - Πρόεδρος Πολιστικού Συλλόγου Μεγαλοχωρίου - Το Μετόχι
Πηγή:
www.santonews.gr

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018

Τα προϊόντα της Σαντορίνης τον 17ο αιώνα

Ένας από τους πιο γνωστούς Ιησουίτες ήταν και π. Φραγκίσκος Richard ο οποίος κατέγραψε με τρόπο γλαφυρό την ξεχωριστή έκρηξη του 1650 του Κολούμπου. Στο πόνημά του : “Relation de ce qui s'est passé de plus remarquable à Sant-Erini, isle de l'Archipel”, παρουσιάζει εκτός των άλλων και τα προϊόντα της Σαντορίνης εκείνης της εποχής. 
«η Σαντορίνη παράγει αρκετό κριθάρι, όχι όμως ςκαι σιτάρι που θα μας επέτρεπε να ισχυριστούμε ότι το νησί αυτό είναι πραγματικά πλούσιο. Σπάνιοι είναι και οι βοσκότοποι εφόσον δεν υπάρχουν ρυάκια ή βρύσες. Το πόσιμο νερό που συγκεντρώνεται στις στέρνες προέρχεται από τον ουρανό αν δεν βρέξει τότε οι Σαντορινιοί είναι καταδικασμένοι σε θάνατο εκτός βέβαια αν πιουν από το γλαφυρό νερό των παραλιακών πηγαδιών. Το καλοκαίρι η γη δεν έχει ανάγκη από νερό. Και αν κάποτε βρέξει εμφανίζονται έντομα που καταστρέφουν όλη την παραγωγή. 


Παρόλο που το έδαφος είναι ξηρό σαν να έχει περάσει από πάνω του φωτιά, η υγρασία που απορροφά τη νύχτα παράγει άφθονα προιόντα: κριθάρι, φασόλια, και αρακά, που οι ιταλοί ονομάζουν Φάβα. Όταν ψηθεί γίνεται ένας νοστιμότατος πουρές. Παράγει ακόμα κεχρί, σουσάμι, κολοκύθια, αγγούρια και πεπόνια ζουμερά. Μεγαλώνουν χωρίς νερό ή περιποίηση όπως συμβαίνει στη Γαλλία. 
Τα πεπόνια φυτρώνουν από τον ίδιο σπόρο και μίσχο με τα αγγούρια που εδώ τα ονομάζουν «κατζούνια». Τα κλήματα έχουν ύψος μισό πόδι. Είναι φυτεμένα σε αρκετή απόσταση το ένα από το άλλο για να απορροφούν όσο γινεται περισσότερο χυμό από την ξερή γη. Ένα μέρος από τα κρασιά της Σαντορίνης εξάγεται στη Χίο, Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη. Επι των ημερών μας, τα κρασιά είναι εξαιρετικής ποιότητας και πωλούνται πιο ακριβά από εκείνα της Νάξου και της Πάρου. 
Η καθημερινή τροφή των αγροτών συνίσταται σε παξιμάδι από κριθαρόψωμο. Το φθινόπωρο τρώγουν πολύ κυνήγι, ιδίως ορτύκια. Τα παιδιά ροκανίζουν το ψωμί με αρκετή όρεξη. Εάν κάποιος όμως το δοκιμάσει για πρώτη φορά, κινδυνεύει από αιμορραγίες. 
Εκτός από τα παξιμάδια συνηθισμένη τροφή είναι και τα χορταρικά. Το κρέας είναι σπάνιο. Μόνο οι πλούσιοι φτιάχνουν μια φορά το χρόνο παστά . Σφάζουν ένα παχύ βόδι και αφού το ξεκοκαλίσουν το κόβουν σε μικρά κομμάτια. Το βρέχουν με ξύδι, το αλατίζουν, και ύστερα το απλώνουν στον ήλιο για μία βδομάδα. Το παστωμένο κρέας διατηρείται όλο το χρόνο. Άλλοι το τρώνε ωμό. Άλλοι το μαγειρεύουν. 


Πηγή: Μ.Ρούσσος – Μηλιδώνης Ιησουίτες του 17ου και του 18ου αιώνα περιγράφουν το Αιγαίο, Εκδόσεις Δήμου Ανω Σύρου

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

Περίπατος πλάι στο “γίγαντα”..


Το μονοπάτι σιγά σιγά στενεύει.. εδώ και ώρα έχει απομακρυνθεί από το παλιό αρχοντικό που στέκει αγέρωχο στα όρια του παλιού χωριού... η θέα σε κάθε σημείο είναι μοναδική.. από τη μια η πρωτεύουσα του νησιού και από την άλλη η θάλασσα και στη μέση ο μικρός “γίγαντας” που συνεχίζει να λαγοκοιμάται.. Όπου και να κοιτάξει, το βλέμμα της ταξιδεύει... ταξιδεύει και γαληνεύει.. 
Ο ήλιος έχει χαθεί πια στη μέση της θάλασσας και έχει δώσει τη θέση του στο ολόγιομο φεγγάρι... ο αέρας όσο βραδιάζει δυναμώνει... τα ξέμπλεκα μαλλιά της μπλέκονται στο πρόσωπο της όμως εκείνη συνεχίζει να περπατά στο μονοπάτι και κάθε τόσο κοντοστέκεται και κοιτάζει τη θέα. Πάντα τη μάγευε... το τοπίο, η μυρωδιά του βασιλικού στις γλάστρες... η αλμύρα της θάλασσας! Ο παφλασμός της ακούγεται στο βάθος σαν μουσική στα αυτιά της!
Έχει ξεμακρύνει πολύ από το χωριό. Σε λίγο θα αρχίσει να χάνεται στα σοκάκια της πρωτεύουσας. Θα αποφύγει για άλλη μια φορά το κέντρο. Αν και χειμώνας, έχει επισκέπτες το νησί ακόμα. Ο θόρυβος από την έντονη μουσική και τον κόσμο θα εξαφανίσει το “τραγούδι” της θάλασσας κι εκείνη έχει ανάγκη αυτόν τον ήχο απόψε. Καλύτερα να συνεχίσει “παραλιακά”. Άλλωστε πάντα αυτό το κομμάτι τη γοήτευε. Προσπαθεί να απομακρύνει άλλη μια τούφα από τα καστανά μαλλιά της που ο αέρας έφερε μπροστά στο πρόσωπό της. Ξαφνικά συνειδητοποιεί πως είναι τόσο απορροφημένη στις σκέψεις της που δεν έχει καταλάβει ότι ψιχαλίζει. “Δε πειράζει”, σκέφτεται, “λίγο έμεινε”.
Η βροχή δυναμώνει. Εντίνει το βήμα της. Δε κοιτά πίσω όμως. Θα καταφέρει να φτάσει στο αγαπημένο της σημείο. Είχε ακούσει στο γυαλό τους καπεταναίους να μιλούν το πρωί. Πώς δε το θυμήθηκε, άραγε; Την περίμεναν αυτή τη μπόρα ... θα ΄ταν δυνατή είχαν πει. 

A.Γ. 

Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2017

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη

"...Η κυρούλα με το τυραννισμένο διψασμένο πρόσωπο, χάθηκε μες στο άσπρο φως στα μονοπάτια του Μεροβιγλίου. Κι εμείς ενώ το φως δυνάστευε τη Σαντορίνη αρχίσαμε να χαμηλώνουμε κατεβαίνοντας το δύσκολο μονοπάτι του βράχου γυρεύοντας να πατήσουμε το κάστρο της Φιορέντζας…..[…]
Άξαφνα ψίθυρος σιγονότατος, ψαλμωδία κατανυκτική, φωνή ικέτις, μπερδεύοντας με τη φωνή της ερημίας και της θαλάσσης, έφτασε στ' αυτιά μας. Xείλη γυναικεία έψελναν ύμνους χριστιανικούς. Kάτω απ' τα ερείπια του κάστρου των Φράγκων, η ταπεινή μελωδία της Oρθοδοξίας, βεβαίωση της συνέχειας, τι συγκίνηση που ήταν!
Σαν να μας έσεισε αγέρας βίαιος. Kάμαμε ακόμα λίγα βήματα. Kαι τότε πρόβαλε μπρος στα μάτια μας, όραμα θαμπωτικό, αλησμόνητο για πάντα, άσπρο, πάλλευκο: η "Θεοσκέπαστη". Πάνω απ' τα κρεμαστά νερά, στον άγριο βράχο, πάνω απ' το ηφαίστειο.

Oι ύμνοι τώρα έρχονται πιο καθαροί. Προχωρήσαμε, μπήκαμε στη Θεοσκέπαστη. Κατακάθαρο, γυμνό, κατάγυμνο ήταν το ξωκκλήσι, καθώς όλα τα ξωκκλήσια των Eλλήνων. Mονάχα ένα ξυλόγλυπτο, παλιό, παμπάλαιο τέμπλο. Kαι μπρος στο Iερό, κάτω απ' το φαγωμένο τέμπλο, γονατισμένες πάνω στις πλάκες, με σκυφτό κεφάλι, αποτραβηγμένες στη δέησή τους, μονάχες με τον εαυτό τους και με το Θεό, ξιπόλυτες, οι μαυροφορεμένες γυναίκες, που είχαμε δει από μακριά, έψελναν. H μια διάβαζε τα τροπάρια απ' τη Σύνοψη, οι άλλες, οι αγράμματες, μουρμούριζαν μαζί της. Eίχαν ανάψει τα καντήλια, έξω ήταν το πέλαγο, τα "συστήματα των υδάτων" όλα ήταν κατάνυξη κ' ερημιά. Oι γυναίκες λέγαν την Aκολουθία του Mικρού Παρακλητικού Kανόνος:

"Προστασίαν και σκέπην ζωής εμής τίθημι σε, Θεογεννήτορ Πάρθενε, συ με κυβέρνησον προς τον λιμένα σου". "Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου, Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν".

Άκουσον τα βήματά μας, μα ήταν σα να μην είμαστε, μήτε καν γύρισαν προς τα εμάς. Έτσι πάντα:σκυφτές, γονατισμένες, πνιγμένες στα μαύρα, ικέτιδες.

Mας συνεπήρε κ' εμάς το μυστήριο, η κατάνυξη, γινήκαμε σε λίγο μαζί τους ένα, προσευχηθήκαμε κ' εμείς για ό,τι αγαπούμε και για τους ανθρώπους.

Σαν τέλειωσε η παράκληση κ' οι γυναίκες σηκωθήκαν απ' τις πλάκες, ωχρές, γαλήνη ήταν στο πρόσωπό τους πολλή. Mας τριγυρίσανε, είπαν τα δικά τους, είπαμε τα δικά μας. H μια είχε παιδί σκοτωμένο στον πόλεμο, η άλλη έχει γιο στο στρατό, η άλλη έχει γιο που ταξιδεύει στη θάλασσα. Kάθε χρονιά έχουνε τάμα να πάρουν βόλτα όλο το νησί, με τα πόδια, ν' ανάψουν τα καντήλια στα ξωκκλήσια. Έτσι ξεκινήσανε και φέτος. Mε τα χαράματα πέσαν στο δρόμο απ' τον Πύργο, ξιπόλυτες, κ' η σκόνη σκέπαζε τα σκληρά, τυραγνισμένα πόδια τους. Tώρα, ύστερα απ' τη χάρη της, μετά τη Θεοσκέπαστη, θ' ανηφορίζαν για τ' άλλα τα ξωκκλήσια, κατά τα δυτικά.

Bγάλανε απ' το μπογαλάκι τους το γιόμα τους, ψωμί σταρένιο, τις μικροσκοπικές ντομάτες της Σαντορίνης, ψαράκια της τράτας τηγανητά. "Ήντλησαν" νερό απ' τη μικρή στέρνα, νερό βρόχινο, μας φιλέψαν νερό και ψωμί. Δε θέλαμε να τους το στερήσουμε που το είχαν λιγοστό - το ψωμί και το νερό. Mα επιμένανε να το πάρουμε κοιτάζοντάς μας παρακαλεστικά μες στα μάτια, σαν να το γυρεύαν για χάρη.

"Tώρα μας ένωσε η Θεοσκέπαστη", είπαν.


Αποχαιρετιστήκαμε. Εμείς μείναμε να ζήσουμε λίγο ακόμα τη Θεοσκέπαστη , μια ακόμα ελληνική ώρα. Καθώς έβλεπα να ανηφορίζουνε το σκαλισμένο στο βράχο μονοπάτι του Σκάρου, οι μαυροφορεμένες ξυπόλητες γυναίκες της Σαντορίνης πηγαίνοντας να ανάψουν τα καντήλια στα άλλα ξωκκλήσια, ικέτιδες για τα παιδιά τους, πεινασμένες, διψασμένες στην άνυδρη γη τους – θυμήθηκα απότομα την μακρινή μεγάλη πόλη την πρωτεύουσα των Ελλήνων. Ω τι ξένη πόλη, ξεκομμένη από τονκορμό της Ελλάδας, απληροφόρητη για τα βάσανα της για την πικρία και την καρτερία της ,αδιάφορη και αλάζων αυτή η πόλη των Αθηνών.

Ηλίας Βενέζης
Αφιέρωμα στη Σαντορίνη – Ηλίας Βενέζης


Περιοδικό Νέα Εστία τεύχος 698 σελ 1031

Το "Καλικαντζαράκι" στο Νημποριό Σαντορίνης

Κάθε αναφορά στις μέρες των Χριστουγέννων με γυρίζει στα παιδικά μου χρόνια. Στα χρόνια μιας άλλης Σαντορίνης, ενός άλλου Νημποριού! Δεν μ’ άρεσαν τότε τα Χριστούγεννα γιατί επειδή έτυχε να έχω γεννηθεί τη συγκεκριμένη μέρα, όλοι στην οικογένεια με φώναζαν «καλικαντζαράκι». Κι ενώ εγώ η δόλια σε κάθε πείραγμα  προσδοκούσα συμπαράσταση απ’ τον παππού μου τον Μούγκρο,  που όλοι έλεγαν πως ήταν ο σοφός του Νημποριού, εκείνος απλά  παρατηρούσε  τους θείους και τις θείες μου να με κοροιδεύουν. Μάλιστα  τον τσάκωσα αρκετές φορές να γελά εις βάρος μου με τα κρύα αστεία τους. Μόνο η γιαγιά με κάλυπτε απόλυτα  με την αγάπη την τρυφερότητα και την κατανόησή της. Γι αυτό  κι εγώ της ανταπέδιδα στο πολλαπλάσιο την αγάπη μου δείχνοντάς την με κάθε τρόπο.
    Η γιαγιά μου ήταν μια γυναίκα του κάμπου. Γέννησε οχτώ παιδιά ενώ δούλευε σαν άντρας στα χωράφια χωρίς να λείψει ούτε μέρα απ τη δουλειά. «Άξα» γυναίκα, «δουλευτού». Μόνο τις Κυριακές και τις «σκόλες» δεν πήγαινε στον κάμπο. Το πρόσωπό της ήταν αυλακωμένο όχι τόσο από τα χρόνια, όσο  από τον ήλιο και τον αέρα του Λειβαδάρου, του Πρέκα, του Περετάδου κι όλων των άλλων περιοχών όπου είχαν τα χωράφια τους. Οι ρυτίδες γίνονταν ακόμα περισσότερες απ’ το γεγονός ότι από τις πολλές γέννες της είχαν πέσει όλα της τα δόντια. Παρόλα αυτά γελούσε πολύ συχνά και το στόμα της έμοιαζε με μικρού παιδιού που δεν του χει  ακόμα φυτρώσει η οδοντοστοιχία.
   Στην εκκλησία δεν πήγαινε συχνά, αλλά τα Χριστούγεννα πήγαινε πάντα ν’ ανάψει το κερί της. Εκείνα τα Χριστούγεννα μου που γινόμουν τεσσάρων χρόνων, η γιαγιά ήρθε πρωί πρωί στο σπίτι μας και με πήρε μαζί της .  Στο δρόμο  ήταν σιωπηλή και με κρατούσε προστατευτικά  από το χέρι. Όταν φτάσαμε στην εκκλησία και πήγαμε στο γυναικωνίτη, είδα πως την καλοδέχτηκαν οι άλλες γυναίκες και μερικές μάλιστα επέμειναν να της δώσουν το στασίδι τους να καθίσει παρ’ όλο που ήταν μικρότερη από αρκετές. Ανάμεσά τους αναγνώρισα πολλές συζύγους των εργατών του παππού και κάποιες απ’ αυτές μου τσίμπησαν δυνατά τα μάγουλα.  Αφού βαρέθηκα να παρακολουθώ τις αβρότητες μεταξύ τους, έστρεψα την προσοχή μου σε άλλα θέματα  πιο ενδιαφέροντα. Το φως των κεριών που βρισκονταν στο μανουάλι με τράβηξε σαν μαγνήτης. Δεν πρόλαβα να παίξω με τη φλόγα ενός κεριού που μου κλεινε το μάτι και αμέσως η γιαγιά με τράβηξε προς το μέρος της κάνοντάς μου την αναμενόμενη  παρατήρηση. «Δε σου πα να σαι καλό παιδί αμα λερώσεις το φιστάνι σου πως θα σε σουλουπώσει η μάνα σου».
Ξαφνικά το φως των κεριών έχασε τη λάμψη του. Ο μικρός Χριστούλης που είχε μόλις γεννηθεί είχε κάνει κιόλας το πρώτο του θαύμα!!!! Η γιαγιά μου είχε το στόμα της γεμάτο με κατάλευκα κι ολόισια δόντια. Το δέρμα σε όλο της το πρόσωπο  είχε τσιτώσει κι έμοιαζε με κοπέλα. Η χαρά μου και η περηφάνεια μου ήταν τόσο μεγάλη που φώναξα δυνατά για ν’ ακουστώ πάνω από τη φωνή του παπά «η γιαγιά μου έχει ντόντια, ω! τι ωραία ντόντια έχει η γιαγιά μου»!!!!
Χρόνια αργότερα ανακάλυψα πως το θαύμα της μασέλας γίνεται από τους οδοντοτεχνίτες κι εκεί το ομολογώ, η πίστη μου κλονίστηκε. Πάντως βγήκε και κάτι καλό απ’ αυτή την ιστορία,  από τότε οι θείοι μου με κοροιδεύουν πλέον  για τη μασέλα της γιαγιάς και δείχνουν να χουν ξεχάσει  οριστικά το «καλικαντζαράκι».


" Λαογραφία της Σαντορίνης"

υ.γ. Χρόνια πολλά αγαπητή "Λαογραφία της Σαντορίνης" καλωσόρισες και επίσημα στο καλλιστορώντας.

Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2017

Χριστούγεννα στη Σαντορίνη

του Μάρκου Αβ.Ρούσσου 
Θυμούμαι κείνα τα χρόνια που τα Χριστούγεννα σηκωνόμαστε αρόδιστα και κινούσαμε κάτω από τα άστρα για να πάμε στον όρθρο της Γεννήσεως. Η εκκλησία ήτανε πανηγυρικά στολισμένη με σημαίες και λάβαρα. [..] το απέριττο προσκυνητάρι ήταν τοποθετημένο ανάμεσα σε δύο πανύψηλα μανουάλια και πάνω σε αυτό η πανάρχαιη εικόνα της Γεννήσεως που κάποιος Θηραίος αγιογράφος της εποχής είχε βάλει τα δυνατά του για να ζωντανέψει με τον χρωστήρα του όσο μπορούσε καλύτερα την αναπαράσταση. [..] Άκουσα τα παρακάτω λόγια μιας Θηραίας χωρικής που πλησιάζοντας για να προσκυνήσει την εικόνα της Γεννήσεως, στάθηκε για μία στιγμή σε στάση προσευχής κοίταξε με δάκρυα θρησκευτικής συγκινήσεως τη στενόχωρη φάτνη που φιλοξενούσε τον Αχώρητο, έκανε το σημείο του Σταυρού και ακουμπώντας τα χείλη της πάνω στο θείο βρέφος ψιθύρισε  : « Μάθια, ήντα κρυώνεις μωρό μου!»… Αυτά τα λόγια δείχνουν πόσο οι παλαιοί Θηραίοι ένοιωθαν σαν να ζούσαν τη Γέννηση του Χριστού[…]
Πότε δεν θα ξεχάσω στο θάμπος του φεγγαριού τις ψυχές φωτισμένες από ολόθερμη πίστη, ανηφορίζαμε το απόκρημνο μονοπάτι για να πάμε στο εξωκκλήσι της Γεννήσεως ψηλά στο βουνό του Προφήτη Ηλία μας. Ακόμα και τώρα αν και πέρασαν τόσα χρόνια, φέρνω μπροστά μου την εικόνα εκείνη της ορθρινής βιβλικής πορείας που τόσο ζωντανά έμεινε μεταξύ των οποίων και εγώ ξεκίνησαμε από το χωρίο. Οι γυναίκες…[…] στην άκρη του μαντηλιού τους είχαν δέσει σφιχτά λίγο μοσχολίβανο ενώ εμείς τα παιδιά κρατούσαμε μποτζιά γεμάτα λάδι για τα κανδήλια της εκκλησίας. […]
Όταν φτάσαμε στην εκκλησία ήταν κιολας γεμάτη από χωρικούς που είχαν φτάσει από βραδύς. Στην αυλή, στρωμένη με αλισμαριά και φασκόμηλα κάτω από το χλώμο χειμωνιάτικο φεγγάρι ακούγαμε με κατάνυξη τους ύμνους που έβγαιναν από την εκκλησία αρωματισμένοι με το μοσχολίβανο « Χριστός γεννάται δοξάσαστε…..εκεί έπαιρνες το βάπτισμα του καθαρμού μέσα σε νάματα θεικά με τα αρώματα του βουνού και του κάμπου ….[….] θυμάμαι κάποια άλλη νύχτα Χριστουγέννων , σαν ήμουν ψαροπαίδι, στο γιαλό κοντά στην Περίσσα μας, μαζί με τον φύλακα της ρίβας – Σαβέριος ήτανε το όνομά του. Τον θυμάμαι χωμένο μέσα στον μανδύα του που τον είχε από τον πόλεμο του 1897. Καθόταν πάνω στην κουπαστή μιας βάρκας και με το γέρικο μάτι του ερευνούσε πότε τη ρίβα του γιαλού και πότε το χωμάτιασμα. Έτσι όπως ήτανε ντυμένος με τον μαδύα  και με το χονδρό Ρωσσικό σκούφο του, έμοιαζε περισσότερο με θαλασσομάχο.στο χέρι του κρατούσε μια χονδρή μαγκούρα που ήταν και το όπλο του ενώ στην πλάτη του είχε πάντα ριγμένο ένα ντουρβά καμωμένο από καραβόπανο. Εκεί από την κουπαστή της βάρκας έστριψε το βλέμμα του προς την Ανάφη και τα χείλη του ψιθύρισαν τούτα τα λόγια « Ξημερώνει Χριστούγεννα, τώρα βγαίνει το άστρο!....»  Γύρισα και κοίταξα προς την Ανατολή και κείνη την ώρα είδαμε το άστρο της αυγής που φάνηκε πιο φωτεινό από τις άλλες νύχτες. Καθώς άφηνε την υγρή αγκαλιά της θαλασσας κι ανεβαίνε προς τον ουρανό χάραξε μια ολόφωτη ασημένια γραμμή πάνω στη γαλήνια επιφάνεια του νερού. Ο γέρος σαν το είδε, γονάτισε και ακίνητος με το βλέμμα του γυρισμένο πάντα προς την Ανατολή  και τον άκουσα να λέει : Χριστός γεννάται …» και γυρίζοντας προς εμένα πρόσθεσε  « τούτη την ώρα γεννιέται ο Χριστός τώρα δα πάει το αστέρι να δέιξει το δρόμο στους Μάγους που πάνε να Τον προσκυνήσουν»…. […]
-   Μα τα Χριστούγεννα τα νοιώθεις πιο πολύ μπάρμπα σαν να είσαι μοναχός πάνω στην άμμο, κάτω από τα άστρα μέσα στη νύχτα στο γιαλό και στο κύμα;

-   Ναι! Όσο πιο μακρια βρίσκεσαι από τους ανθρώπους τόσο πιο κοντά είσαι σστο Θεό. Κι ενώ του μιλούσα κοίταξε πάλι προς την Ανατολή αλλά το άστρο δεν  υπήρχε πια εκεί κι η ασημένια γραμμή πάνω στα γαληνεμένα νερά είχε σβύσει και αυτή…. Ητανε Χριστούγεννα…..

Πηγή: Λαογραφικά της Σαντορίνης 

Το Μεγαλοχώρι της Αθήνας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΚAI ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ Τὸ Μεγαλοχῶρι τῆς Ἀθήνας Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ παλιὲς συνοικίες τῆς Ἀθήνας, τὸ Μεταξουργεῖο, ἦλθαν οἱ Μεγαλοχωριανοὶ...