Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δομηνικανίδες μοναχές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δομηνικανίδες μοναχές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Απριλίου 2021

Η Κοινωνική και πνευματική φυσιογνωμία των υποψήφιων μοναζουσών και ο τρόπος ζωής στην Ιερά Μονή Δομηνικανίδων Σκάρου Σαντορίνης κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα.

 του Κασαπίδη  N. Δημήτριο

Δρ. Μεσαιωνικής Ιστορίας του University of Johannesburg & Δρ. Ιστορίας της τέχνης του ΔΠΘ

Πηγή: ηλεκτρονικό περιοδικό της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ Eusebius Lab

2018/03


Απόσπασμα άρθρου

«Το 1713-4 ο Ιησουίτης Φραγκίσκος Tarillon μιλώντας σχετικά με την ίδρυση και τη λειτουργία μιας γυναικείας καθολικής μονής στη Νάξο ανέφερε πως «υπάρχει επίσης ο μεγάλος αριθμός των χηρών στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου Πελάγους που σύμφωνα με τα τοπικά έθιμα δεν ξαναπαντρεύται . Πρόθυμα όμως θα έμπαινε σε καθολικό Μοναστήρι». Οι υποψήφιες μοναχές της αδελφότητας Δομηνικανίδων στη Σαντορίνη, με βάση το αρχειακό υλικό που έχουμε υπόψη μας και τα γενεαλογικά στοιχεία που αντλήσαμε για αυτές, δεν ανήκουν όλες σε αυτή τη κατηγορία. Ήταν δευτερότοκες κόρες, ανήλικα κορίτσια, νεαρές χήρες, άγαμες μεγάλης ηλικίας εξώγαμα τέκνα, χήρες με τις κόρες του. Οι πρώτες μοναχές που αποτέλεσαν τον αρχικό μοναχικό επταμελή πυρήνα της αδελφότητας το 1595 ήταν γόνοι οικογενειών που συνδεόταν μεταξύ τους με οικογενειακούς και φιλικούς δεσμούς. Ήταν όλες νεαρά κορίτσια την ηλικία των οποίων αγνοούμε, καθώς δεν κατέθεσαν πατριμόνια και δεν γνωρίζουμε το έτος γέννησής τους. […]

Η μονή των Δομηνικανίδων στο Σκάρο, σύμφωνα με το Φρ. Richard[1] , το 1650, ήταν «ένα μοναστήρι απαίσιο στη θέα που μοιάζει μάλλον με φυλακή και έχει αντί κήπου τρεις μεγάλους ογκόλιθους από λάβα μέσα στην αυλή του»[2]. Ανάλογη άποψη για το μοναστήρι διατυπώνει και ο αποστολικός επισκέπτης Sebastiani[3], τo 1667, ο οποίος αναφέρει «πως ο τόπος της κατοικίας [των μοναζουσών] είναι πολύ στενάχωρος και τα κελιά των πλην δύο ή τριών είναι σπήλαια»[4]. Όταν επισκέπτεται τη μονή ο αποστολικός επισκέπτης Giustiniani[5], το 1701, την περιγράφει ως «ένα περιορισμένο χώρο όπου η τραπεζαρία τα κελιά και άλλα απαραίτητα διαμερίσματα είναι σκαμμένα με μεγάλη αταξία το ένα επάνω στο άλλο . Για να περάσεις από το ένα δωμάτιο στο άλλο κινδυνεύεις να γλιστρήσεις και να σκοτωθείς »[6]. Σε αυτό το «απαίσιο» μοναστήρι λοιπόν εισερχόταν οι υποψήφιες μοναχές και λάμβαναν το μοναχικό σχήμα των Δομηνικανίδων φορώντας «το συνηθισμένο φόρεμα των Δομηνικανών με άσπρην τόρνικαν και σκαπολάρε και απάνω ξόρουχον μαύρον και σκέπασμα μαύρον εις το κεφάλι»[7] .

 

Ας δούμε όμως πως αποτυπώνεται η καθημερινότητα της μονής πρώτα στον 17ο αιώνα. Οι δόκιμες μοναχές που εισέρχονται στη μονή οφείλουν να γνωρίζουν ανάγνωση για να μπορούν να διαβάζουν τις ακολουθίες. Όσες δεν γνώριζαν ήταν υποχρεωμένες να διδαχθούν ανάγνωση για μια περίοδο έξι μηνών από επιλεγμένη μοναχή που θα καθόριζε η ηγουμένη. Εκτός όμως από την κατά μόνας μόρφωση των καλογραιών η μονή όφειλε να αναπτύξει και τη συλλογική πνευματικότητα των μοναζουσών. Για τον λόγο αυτό οι μοναχές όφειλαν να ακούν ψυχωφελή έργα κατά τη διάρκεια της κοινής τράπεζας της αδελφότητας. Την περίοδο των νηστειών απαγορευόταν να εισέρχονται στη μονή ανήλικα παιδιά θηλυκά ή αρσενικά, συγγενικά των καλογραιών ή ξένα. Η παράβαση του όρου αυτού επέσυρε ποινή που για την ηγουμένη ήταν καθαίρεση ενός μηνός, ενώ για την πορτάρισσα της μονής «να τρώγη γονατιστή χάμω για τρεις μέρες.

[…]Τα έσοδα από τα εργόχειρα των μοναζουσών (υφαντά κλπ) δεν αποτελούσαν προσωπική περιουσία των καλογραιών αλλά έπρεπε να κατατίθενται στο κοινό ταμείο της μονής  […]Εκτός όμως από τα καθαρώς θεωρητικά ζητήματα και στα πρακτικά ζητήματα η ζωή των καλογραιών ήταν επίσης στενάχωρη. Ο ναός των καλογραιών ήταν χωρισμένος σε δύο μέρη. Στο ένα μέρος βρισκόταν οι μοναχές και στο άλλο μέρος ο ιερέας που τελούσε τη θεία λειτουργία και το εκκλησίασμα. Μεταξύ αυτών των δύο μερών υπήρχε ένα κιγκλίδωμα με μια θυρίδα απ’ όπου χορηγούνταν η θεία κοινωνία. […]Έναν αιώνα σχεδόν αργότερα, το 1749, η καθημερινότητα των καλογραιών της μονής δεν φαίνεται να έχει αλλάξει. Αυτό τουλάχιστον μας επιτρέπει να το διαπιστώσουμε ο επίσκοπος Δομήνικος Mainetta (1746-1758) στις διατάξεις που εξέδωσε και ρυθμίζουν τον τρόπο ζωής στο μοναστήρι, στις 6-6-1749. Αυτό τουλάχιστον μας επιτρέπει να το διαπιστώσουμε ο επίσκοπος Δομήνικος Mainetta (1746-1758) στις διατάξεις που εξέδωσε και ρυθμίζουν τον τρόπο ζωής στο μοναστήρι, στις 6-6-1749. [..]Αυτό είναι το περίγραμμα της καθημερινότητας της μονής τον 17ο και 18ο αιώνα. Οι απαγορεύσεις και οι υπενθυμίσεις που αναφέρουν οι δύο ανώτατοι κληρικοί στα έγγραφά τους περιγράφουν την καθημερινότητα της μονής και παράλληλα μέσω των απαγορεύσεών τους σκιαγραφούν και την παραβατική συμπεριφορά των μοναζουσών της εποχής εκείνης που βέβαια με βάση τη δική μας οπτική σήμερα, δεν ήταν τόσο τρομερές ….».



[1] Για τον ηγούμενο της μονής Ιησουιτών Θήρας Φραγκίσκο Richard βλ. Δημήτριος Ν. Κασαπίδης , Εκκλησιαστική Προσωπογραφία της Σαντορίνης. Ο Καθολικός κλήρος (13ος -20ος αι.) , εκδ. Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2013 , σσ. 389-97

[2] Ιωάννης Δελένδας, Οι Καθολικοί της Σαντορίνης, Αθήνα 1949, σ. 99.

[3] Για τον αποστολικό επισκέπτη Ιωσήφ Sebastiani, βλ. Κασαπίδης, Προσωπογραφία, σσ. 422-7

[4] Νικ. Κοκκαλάκης, «Η εν Θήρα Ιερά Μονή των Δομηνικανίδων», στο Μιχαήλ Δανέζη, Σαντορίνη, Αθήνα 1971, σ. 167. Πρβλ. και G. Hofmann , Vescovadi Cattolici della Grecia, Thera - Santorino, Roma 1941, σ. 91.

[5]  Για τον αποστολικό επισκέπτη Αντώνιο Giustiniani, βλ. Κασαπίδης, Προσωπογραφία, σσ. 296-8

[6] Δελένδας , Οι Καθολικοί, σσ. 99-100

[7] Hofmann , Santorino, σ. 45



Y.Γ. Καλλιστορώντας: Με ιδιαίτερη τιμή δημοσιεύουμε απόσπασμα άρθρου ενός από τους πιο σημαντικούς φιλοθηραίους ερευνητές  του κ.  Κασαπίδη  για την ιστορία της Ιεράς Μονής Δομηνικανίδων . 


Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

Καθολικισμός και Σαντορίνη

α) άπόσπασμα από τη Δράση της Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα , στο  Ιστορία του Νέου Ελληνισμού –Δ’ τόμος, Θεσσαλονίκη 1973 του Απόστολου Βακαλόπουλου

Ενδιαφέρουσα επίσης είναι η ιστορία της καθολικής κοινότητας της Σαντορίνης, που είναι ασφαλώς το πιο εντυπωσιακό νησί του Αιγαίου. Οι πανύψηλοι - σχεδόν απότομα αναδυόμενοι από τα βαθύτατα νερά της - βράχοι, που προκαλούν τον ίλιγγο, το ηφαίστειο με την δραματική ιστορία των εκρήξεών του, οι υποβλητικές ηφαιστειώδεις χαραδρώσεις της, οι πολλές και βαθιές σπηλιές της, η έλλειψη πηγών, το κατάξερο και σχεδόν καψαλισμένο έδαφος, επάνω στο οποίο όμως ευδοκιμούν τα πολλά αμπέλια της, που βγάζουν το ξακουστό σαντορινιώτικο κρασί, τα χωράφια της, που είναι εύφορα, αν και ποτέ δεν ποτίζωνται και δεν λιπαίνωνται, δημιουργούν εντυπώσεις που μένουν βαθιά χαραγμένες στην ψυχή του επισκέπτη. Όσο η φύση με την βιβλική της όψη φαινόταν ν' αποδιώχνη τους ανθρώπους από την Σαντορίνη, τόσο περισσότερο αυτοί προσκολλούνταν επάνω της με αγάπη.
Το νησί είναι φτωχό, γιατί -εκτός από το κρασί- περιορισμένα είναι τα προϊόντα του: κριθάρι, φασόλια, αρακάς, κεχρί, σησάμι, πεπόνια κ.λ.π. σε μικρές ποσότητες. Λίγο επίσης είναι και το χόρτο για τα ζώα. Το πόσιμο νερό είναι βρόχινο και το μαζεύουν επάνω στα δώματα. Το κυνήγι των αποδημητικών πουλιών, που περνούν από το νησί το φθινόπωρο, καθώς και το ψάρεμα δίνουν το κρέας στους Σαντορινιούς.
Οι ορθόδοξοι μέσα στο νησί ήταν δεκαπλάσιοι από τους δυτικούς, όπως και στην Νάξο: στους 7.000 κατοίκους μόνο 700 ήταν οι καθολικοί. Στους ορθοδόξους επίσης ανήκαν και οι περισσότερες απ' τις 300 εκκλησίες και παρεκκλήσια της Σαντορίνης με πλήθος ονομάτων. Ποικιλώνυμες επίσης και γραφικές ήταν και οι εκκλησίες των καθολικών, οι οποίοι ήταν συγκεντρωμένοι κυρίως στον Σκάρο. Αξίζει να μνημονευθή ιδιαίτερα η γυναικεία μονή των δομινικανών, η S. Catarina di Siena, η μοναδική μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία, που την είχε ιδρύσει στα 1595 ο καθολικός επίσκοπος Antonio de Marchis (1588-1611). Εκεί κοντά υψωνόταν στα 1651 και μια ορθόδοξη γυναικεία μονή, του Αγ. Νικολάου, όπου ασκούνταν 30 μοναχές, οι οποίες έτρεφαν φιλικά αισθήματα προς τους ιησουίτες, τον πάπα και γενικά προς την δυτική εκκλησία.
Κατά τα τέλη του 17ου αι. «κατ' εξαίρεσιν ίσως των άλλων νήσων», όπως λέγει ο Sauger, καθολικοί και ορθόδοξοι ζουν αρμονικά, μέσα σε μια ατμόσφαιρα θρησκευτικών δοξασιών με έντονο χρώμα, ποικίλων άλλων λαϊκών παραδόσεων, ηθών και εθίμων, δεισιδαιμονιών κ.λ.π. . Στα 1704 όμως σημειώνονται ορισμένες προστριβές, αλλά είναι πρόσκαιρες και η γαλήνη βασιλεύει και πάλιν ανάμεσα στους οπαδούς των δύο δογμάτων. Οι ιησουίτες διατηρούν σχολείο και ταξιδεύουν στα γύρω νησιά Ίο, Αμοργό, Φολέγανδρο, Σίκινο και Ανάφη και κάνουν κηρύγματα και διδαχές.
Οι καθολικοί όμως, όπως παντού, χάνουν συνεχώς έδαφος. Ολόκληρες οικογένειες, κατά το τέλος του 17ου αι. και τις αρχές του 18ου αι., ασπάζονται την ορθοδοξία. Στα 1757, ακόμη και στα χωριά Πύργος και Εμπορειό, όπου άλλοτε κατοικούσαν πολυάριθμες καθολικές οικογένειες, είχαν πια μείνει δυο-τρεις ψυχές. Κι' όμως γι' αυτές, πριν από έναν ακριβώς αιώνα, έγραφε συγκινημένος ο Pere Richard ότι συμμετείχαν με κατάνυξη στις, πομπές και στα κηρύγματα και σέβονταν βαθύτατα τον πάπα: «η ευχή του μετά μας» έλεγαν φωναχτά.
Τα κύρια αίτια της αραιώσεως του καθολικού ποιμνίου ήταν πολλά, κατά τον Hofmann: η έλλειψη ιερέων, κακή συμπεριφορά ορισμένων, οι μεικτοί γάμοι και η απομόνωση μικρών ομάδων μέσα στα ορθόδοξα χωριά, πράγμα που τους ανάγκαζε να εκκλησιάζωνται μέσα στις ορθόδοξες εκκλησίες. Έπειτα, τα ταξίδια των κατοίκων, που τους μορφώνουν και τους πλουτίζουν, ευνοούν την ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων και διευκολύνουν την διάχυση των δύο στοιχείων. Τέλος η ελληνική επανάσταση του 1821 ξυπνά τους ορθοδόξους και τους κάνει να σηκώνουν κεφάλι και να μην αναγνωρίζουν τις παλιές φεουδαλικές συνήθειες των καθολικών προυχόντων. Στα 1830 οι καθολικοί της Σαντορίνης κατεβαίνουν στους 612. Οι μισοί σχεδόν, 50 οικογένειες, κατοικούν στην μικρή πρωτεύουσα του νησιού Φηρά (αφότου εγκαταλείφθηκε ο Σκάρος) και αποτελούν μια συμπαγή κοινότητα, σταθερά αφοσιωμένη στην δυτική εκκλησία: είναι οι άρχοντες και οι κτηματίες του νησιού. Οι υπόλοιποι καθολικοί είναι σκορπισμένοι στα άλλα 4 κάστρα και ανακατεμένοι με τους ορθοδόξους. Συνεχώς παρατηρούνται προσελεύσεις προς την ορθοδοξία. Την εποχή αυτή ο φανατισμός των «Ελλήνων», όπως γράφει στην έκθεσή του της 29 Ιανουαρίου / 9 Φεβρουαρίου 1830 ο καθολικός επίσκοπος Luka de Cigalla, είναι αξιοσημείωτος. Το πράγμα δείχνει πολύ καθαρά ότι η ζωηρή αφύπνιση της ελληνικής εθνικής συνειδήσεως, η ταύτισή της με την ορθοδοξία και κατόπιν οι αγώνες της ανεξαρτησίας έφερναν την ορθόδοξη κοινότητα αντιμέτωπη προς την καθολική. Η θέση της τελευταίας γινόταν ολοένα και πιο δύσκολη, γιατί αποτελούσε θρησκευτική μειονότητα, απομονωμένη κάπως από την γενική ολότητα, εφόσον οι Σαντορινιοί, όπως και οι άλλοι νησιώτες που είχαν μεικτές θρησκευτικές ομάδες, χωρίζονταν από τους δυτικούς ιερωμένους σε «καθολικούς» και «Έλληνες». Η μόνη λύση για τους καθολικούς να βγουν από το πλέγμα αυτό του απομονωτισμού -και αυτό αποτελούσε ένα ισχυρό ψυχολογικό κίνητρο- ήταν να προσέλθουν στην ορθοδοξία.
http://www.egolpion.net/papikoi_kuklades.el.aspx
( τονίζω ότι η ένταξη της συγκεκριμένης ανάρτησης δεν σημαίνει οτι συμφωνώ και με τα  tτελευταία σχόλια  τα γενικά για τους καθολικούς. Πρέπει όταν διαβάζουμε να βλέπουμε ποιός και πως το γράφει!! .....
β) βίντεο από το Μοναστήρι των Δομηνικανίδων Μοναχών

Το Μεγαλοχώρι της Αθήνας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΚAI ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ Τὸ Μεγαλοχῶρι τῆς Ἀθήνας Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ παλιὲς συνοικίες τῆς Ἀθήνας, τὸ Μεταξουργεῖο, ἦλθαν οἱ Μεγαλοχωριανοὶ...