Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Αρβανίτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Αρβανίτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Ιουλίου 2011

Της Σαντορίνης Θέρος

Θέρος που πέθανε. Μέρες πανηγυριών με Σπερνά, στο ξωκλήσι το πνιγμένο στ’ αμπέλια. Ο ασβέστης ματώνει, τα μανουάλια σπιθίζουν, το θυμάρι λιβάνι, κι οι καρδιές γλάροι στο ρυθμό του ανέμου «Φως ιλαρόν». Μέρες της μυρωδάτης φάβας και του πολύτιμου κρασιού. Μέρες τρύγου με τον κάμπο να στενάζει απ’ τον ιδρώτα του μούστου. Μέρες τ’ Αλωνάρη με τα ζώα υποτακτικά να γυρνούν στ’ ανεμοβούνια το γιορντάνι του μόχθου, το λίχνισμα να υψώνεται ξανθή βροχή, θυσία στη σύνεση. Μέρες της ντομάτας, με τα κοφίνια ξέχειλα ζαφειρένιους βώλους και τα καρπούζια γροθιές ν’ απειλούν τον ουρανό. Μέρες της παντοκρατόρισσας θάλασσας που με την ανάσα της γονιμοποιεί τη στεριά και την προκαλεί να βυθιστεί ξανά στη γαλήνη των σπλάχνων της. Το Ηφαίστειο μαύρο λουλούδι στην καρδιά της, μαχαίρι στη μήτρα της γης μας πονά. Στα Φηρά το γιαλό λογχίζουν θαρρετά το βλέμμα τα υποζύγια φορτωμένα μ’ ανθρώπινους καημούς, φανταχτερά μασκαρεμένα. Τα μάτια τους δακρύζουν. Λιώνει το φως κι ο αγέρας βουίζει πάντα στα συρματοπλέγματα. «Πόσο η καβάλα;» και τα 300 τόσο γλιστερά! ξανθίσαν οι μαυρόπετρες μ’ αφράτη καβαλίνα. Στη άκρη! Κατεβαίνουν ακροβατώντας οι αγωγιάτες. Ο ίδρως κόλλησε κατάσαρκα το λιγδερό τους πουκάμισο κι αυτοί γλυκοκοιτούν τις ξένες. Αν καβαλούσαν στα καπούλια τους; Πάνωθε κρέμονται οι βράχοι αγκαλιασμένοι με συκιές, σύρουν φωνή τα φαραόσυκα, ζυγιάζονται τα σπίτια να πετάξουν Ίκαροι να πατήσουν το ηφαίστειο. Τα νεκροταφεία στο φρύδι της Καλντέρας λες κι οι νεκροί κρατούν αντιστήλιο στη μοίρα. Το δειλινό αργοπορεί σα φιλάρεσκη γυναίκα. Τα χρώματα σταματούν να διαχέονται για να φυλακιστούν στους αρπαχτικούς φακούς που τα στοχεύουν. .Ο χρόνος χαμογελά ειρωνικά περ’ απ’ τον ορίζοντα. Το τσόφλι κάποτε θα ξανασπάσει κι η καυτή πληγή θα ξεχύσει ξανά το μαύρο δάκρυ της στα χαλκοπράσινα νερά. Η ομορφιά δε φυλακίζεται. Υπάρχει φευγαλέα οπτασία.. Και δεν εξαγοράζεται.
αχ κυρία Μαρία..... η πραγματική Σαντορίνη μέσα από τα  βιώματά σας.....
και για όσους δεν το κατάλαβαν στη φωτογραφία ο αείμνηστος πατήρ Ελευθέριος Λειβαδάρος ....


Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Ο "Λαζαρος" στη Σαντορίνη της Μαρίας Αρβανίτη Σωτηροπούλου



Μυρωδιά ελπίδας. Σάββατο του Λαζάρου στη Σαντορίνη ο πυρετός της άνοιξης. Τρύγος στις Αλισμαριές (=δενδρολίβανα). Λεηλασία του ευώδους πράσινου λίγο πριν τον επιτάφιο αποκεφαλισμό των ανθέων. Στην πλατεία αλλά και σε αυλές στήνονται ικριώματα. Κατάρτια επιστρατεύονται σταυροειδή με ξάρτια να γεφυρώνουν τις γωνιές. Σταυρός μπακλαβάς κυματίζει στο γαλάζιο. Ντυμένος την ελπίδα του μυριστικού, ο Λάζαρος ανασταίνεται μετά τη λειτουργία του Σαββάτου, πρόδρομος της εξόδου του Νυμφίου. Ένας θνητός, τριήμερος νεκρός ανέστη δίχως να τ’ αποζητήσει, χάρη στην αγάπη των αδελφών του, επειδή έτυχε να συμπέσει με τα μηνύματα των καιρών. Δεν ήταν θεός ή σούπερμαν. Γιαυτό τον αγκαλιάζουμε με τόση στοργή. Τον υψώνουμε πάνω από τις στέγες, σαν ελπίδα, ξέροντας ότι θα τον αποκαθηλώσουμε το Μεγάλο Σάββατο, θα τον διαλύσουμε σε κλωνιά ευλογίας για να σουβλίσουμε τα γαρδουμπάκια της ανοιξιάτικης μαγειρίτσας μας. Η μοίρα του Λάζαρου είναι ο θάνατος ξανά. Δίχως ελπίδα νέας ανάστασης, τουλάχιστον στην ίδια υπόσταση. Γιαυτό και το θρηνητικό τραγούδι του βοριά στα ξάρτια του τη μεγαλοβδομάδα. Ο Λάζαρος είναι η αμφιβολία στο θάμα, η μελαγχολία των θνητών, η δόξα της ασημαντότητας, το χαμόγελο του φθαρτού, η πλήξη της αιωνιότητας. Ξανά και ξανά του Λάζαρου. Ξανά ο προάγγελος του Σταυρού. Και της ανάστασης για όσους την πιστεύουν.

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου
 
http://mariasot.blogspot.com/2011/04/blog-post_17.html

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Η δική μας Σαντορίνη της Μαρίας Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Ξέρετε δεν νομίζω ότιμπορώ να σχολιάσω τπτ στην παρακάτω ανάρτηση η κυρία Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου από το Μεγάλοχωριό  γράφει... θυμάται... Πονάει... Νοιώθει ...Βιώνει.... τη δική μας Σαντορίνη!!!

Η δική μας Σαντορίνη



Το χειμώνα η Σαντορίνη επιστρέφει στην αιωνιότητα. Σκληρό τοπίο, ανεμοδαρμένο, μα φέτος καταπράσινο. Πολλές βροχές, μα πια δε τις μετράμε για να γεμίσουν οι στέρνες μας. Έχουμε δα τρεχούμενο νερό και πια δεν το πονάμε. Τ’ αδούλευτα οικόπεδα καταπράσινα με πινελιές βιολέ και κίτρινου κάτω από ένα μουντό ουρανό, όψιμου χειμώνα. Οι καρδαμίδες στις δόξες τους, αν και επίφοβες από τα φυτοφάρμακα, που ραντίζουν τα όλο και λιγότερα αμπέλια. Όσο η καλλιεργήσιμη γη μειώνεται, τόσο οι οικοδομές ανθίζουν. Το χειμώνα οι μόνιμοι κάτοικοι πια είναι ένα κράμα γηγενών και μόνιμων πια μετοίκων, σκληρά εργαζομένων. Απ’ το παράθυρο η Παναγιά με το ρολόι της μετρά τις ώρες της ζωής μου και το πρωί με ξυπνά το θριαμβευτικό μεγαλοχωριανό καμπανολόημα. Η εκκλησιά την Κυριακή ξανά γεμάτη, συγχώριο κάποιου από τους παλιούς, όσους η μνήμη φωτογράφισε σε ενσταντανέ αθανασίας. Το τέμπλο παλιό και τα μανουάλια αστραφτερά αντανακλούν αντί κεριά λάμπες οικονομίας. Η πλατεία μεγάλωσε και τα λιγοστά αυτοκίνητα παρκάρουν απλόχωρα χωρίς κανένα να ενοχλούν. Οι δρόμοι απέραντοι, μοναχικές διαδρομές στην γητεύτρα σκοτεινή θάλασσα, κοιμισμένα τα τουριστικά θορυβώδη στέκια, οργασμός προετοιμασίας για την ανατέλουσα σαιζόν, προοπτικές ελπιδοφόρες, λένε ίσως. Μια ξαφνική καταιγίδα με χοντρό χαλάζι κι ένας δυνατούτσικος σεισμός, μας υπενθυμίζουν τα όρια των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Μοιραζόμαστε τις διηγήσεις των παλιών, συγκρίνουμε, προβλέπουμε μπροστά σ’ ένα ποτήρι καφέ ή τσίπουρο. Άλλωστε κανείς δε βιάζεται, όλοι γλυκοχαιρετούν, σχολιάζουν, καθυστερούν σκόπιμα, απλώνουν το χρόνο να λιαστεί στα περιθώρια της μνήμης. Ξαναβρίσκω τη δική μου Σαντορίνη στο χαμήλωμα των προβολέων και τη σιωπή των θρύλων. Οι μορφές των συνομιλήκων μου μπερδεύονται με τις μνήμες των γονιών τους. Έτσι τους αναγνωρίζω μέσα από χαμόγελα, νεύματα, εκφράσεις. Έτσι τους καταχωρώ στην αθανασία της ελάχιστης βιολογικής μου αναλαμπής. Έτσι τους καταγράφω στη φθορά της λέξης. Για όσο αντέξει.
Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου.
http://mariasot.blogspot.com/2011/04/blog-post_03.html?spref=fb

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

Εντυπώσεις από τη Σαντορίνη μου 1973



Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Στα Φηρά το γιαλό
Λογχίζουν θαρρετά το βλέμμα τα υποζύγια, φορτωμένα με ανθρώπινους καημούς. Φανταχτερά, μασκαρεμένα μεταφέρουν την ξεδιαντροπιά στα άγια των αγίων. Τα μάτια τους βουρκώνουν. Κλαίνε. Λιώνει το φως κι ο αέρας που βουίζει στα συρματοπλέγματα, αγχόνη. «80 η καβάλα» και τα 300 τόσο γλιστερά! Ξανθίσαν οι μαυρόπετρες με αφράτη καβαλίνα. Τη σάρωσε ο άνεμος ξέφτια ευωδιάς. Στην άκρη! Κατεβαίνουν οι αγωγιάτες. Ο ίδρως κόλλησε κατάσαρκα το λιγδερό τους πανωφόρι. Γυμνοί, εκείνοι καβαλούν, γυμνοί και ξεπεζεύουν. Ο ίδρως των κορμιών τους σμίγει, διονυσιακούς ανασασμούς. «όμορφα πουν’ ξεδιάντροπες οι ξένες!» και τα μουλάρια χλιμιντρούν. «να καβαλούσαν στα καπούλια!» «80 η καβάλα” Πάνωθε οι βράχοι αγκαλιασμένοι με συκιές. Σύρουν φωνή τα φαραόσυκα ζυγιάζονται τα σπίτια να πετάξουν στο λαγαρό του Αιγαίου, ως την απέναντι στεριά, του ηφαιστείου την υπόσχεση θανάτου.

Κάτασπρα θολωτά τα σπίτια, χιονάτα τα σκαλιά και οι αυλές. Τα γαλανά πορτοπαράθυρα αχνίζουν τη δροσιά. Το φως δεν το ξορκίζουν, τ’ αγκαλιάζουν. Γη μαύρη κι αφράτη με πράσινες θηλές για να μεθούν οι ταπεινοί, οι θρήσκοι, οι λάγνοι, οι μεταμορφούμενοι. Το πρωί εκκλησιά, το μεσημέρι δουλειά, το γιόμα φαγοπότι, τη νύχτα χορός, τραγούδι κι έρωτας στα σκοτεινά, φεγγερά προστατευμένα σοκάκια. Άνθρωποι που προσκυνούν κι αμαρτάνουν, δουλεύουν κι επαναστατούν, χορεύουν και ψέλνουν, μεθούν με Άγια Κοινωνία κι αγιάζουν καθισμένοι αντικρύ στου Ηφαιστείου το θάμα, αντιπαλεύοντας με παρρησία τον τρόμο.

            Εσείστης σαν τη λεμονιά. Κλονίστηκαν τα σκοτεινά λαγόνια, τα σπίτια έραψαν, οι δρόμοι ερήμωσαν, ζωές πετάξανε κι ολούθε φάνταζες δρακόντου στόμα.
Εσείστης και βουνά σαν ώμους αδιάφορα κινούσες, όγκους νερών ανάβλυζες, τα σπίτια τσαλαπάταγες, κι η γης μαράζωσε σ’ αιώνων χάδι.
Εσείστης κι όλα μοιάζαν νεκρά, πετρωμένα. Όλα βγάζαν καπνούς, όλα δειχναν θαμένα.
Μα ξανά χαμογέλασες κι όλα ανθίσαν με βιάση. Πορφυρά και μαβιά και γαλάζια και κίτρινα, η ζωή πυροτέχνημα απ’ την πέτρινη αγκάλη.
Μα ξανά χαμογέλασες και τα σπίτια σαν κρίνα φυτρώσαν, τα αμπέλια το χώμα αγκάλιασαν, με ντομάτες οι δρόμοι ματώσαν.

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010

Η "Πανηγυρη" στη Σαντορίνη μέσα από τα Μάτια της Μαρίας Αρβανίτου


Προετοιμάζοντας την πανήγυρη
Μαρίας Αρβανίτη Σωτηροπούλου

        Όλοι απολαμβάνουν τα σαντορινιά πανηγύρια με τα πλούσια εδέσματα -κυρίως το  φάβα, που κανένα πανάκριβο γκουρμέ εστιατόριο δεν πετυχαίνει τη νοστιμιά του- ελάχιστοι όμως γνωρίζουν τον άθλο της φροντίδας που απαιτεί η προετοιμασία τους.
        Σχεδόν μια βδομάδα πριν, ομάδα πιστών γυναικών με ένα -σπάνια δυο- άνδρες για συμπαραστάτες (ποιος θα μπει στο ‘άβατο για θήλεα Ιερό να κατεβάσει τις εικόνες και τα ιερά σκεύη;) καταφθάνουν στο ξωκλήσι που το χειμώνα (τα περισσότερα πανηγύρια γίνονται το καλοκαίρι) έχει γεμίσει με το χώμα από τους ευλογημένους αέρηδες του νησιού. Πρώτα το πρώτο σκούπισμα καλό στο εκκλησάκι και το πανηγυρόσπιτο και ακολουθεί το ξαράχνιασμα, όπου μια σκούπα προσαρτάται σε κοντάρι αναλόγου μεγέθους του ύψους του κουμπέ και 5-6 άτομα παρατηρούν τα ίχνη των περίτεχνων ιστών των εντόμων και αναφωνούν «Εκεί, λίγο πιο κάτω«, «Σε αυτή τη γωνιά, καμα δε βλέπεις; Εκεί πάνω από το ιερό.» κοκ  Μέχρι της τελικής -προς το παρόν- εξαφάνισης κάθε ίχνους εντόμων διαφορετικά αλίμονο μας! Τι θα παρατηρούν κατά την ώρα των ακολουθιών οι ευσεβείς προσκυνητές, πέρα από την καθαριότητα και την με καθορισμένο τελετουργικό ευπρέπεια του ναΐσκου; Σκούπισμα και στις αυλές με κατάβρεγμα από το νερό της στέρνας.
        Τα τελευταία χρόνια ο δήμος Θήρας θα έπρεπε να μνημονεύεται ειδικά στις ακολουθίες των πανηγυριών, καθώς φροντίζει για το ετήσιο άσπρισμα κάθε ξωκλησιού γλιτώνοντας τους ευσεβείς από τη δαπάνη και κυρίως τον κόπο του ετήσιου ευπρεπισμού και προσφέροντας μιαν αρμονία στο θέαμα του κάθε ευπρεπισμένου ναΐσκου του νησιού.
        Όλα τα στασίδια και οι καρέκλες στην αυλή για να μη κρυφτεί το χώμα στις γωνίτσες -όπου πολλές γυναίκες βοηθούν και αλληλοεπιτηρούνται, -έτσι δε μπορεί να εφαρμοσθεί το σύνηθες πια για τις μοντέρνες κατοικίες «όσα βλέπει η πεθερά». Ακολουθεί το τρίψιμο κάθε μεταλλικού αντικειμένου (πολλά χέρια) με μπράσο, ώστε να αστράφτουν σαν ήλιοι, το κατέβασμα όλων των κεριών και των καντηλιών και η -μετά το πλύσιμο και γέμισμα με νερό, λάδι και βολυμύθρα- ακροβατικού ρίσκου ανάρτηση τους.
        Την επόμενη πλύσιμο και σιδέρωμα όλου του ρουχισμού της εκκλησίας που είναι άφθονος. Η ευσέβεια των πιστών απαιτεί  κάθε ξωκλήσι φορά «ποδιές», κορδελάκια και φιογκάκια σε κάθε εικόνα χάρτινη ή ζωγραφιστή, μοντέρνα ή αρχαιολογικής αξίας και όσο περισσότεροι ευλάβονται την κάθε εικόνα, τόσο μεγαλώνει η προίκα της από χειροποίητα κεντήματα, που πολλές φορές χρειάζεται διπλωματική μαεστρία στο πότε θα φορεθεί το κάθε τι, από την ιερά μα τόσο οικεία Εικόνα. Οι άγιοι κοιτούν με συγκατάβαση. Χαμογελούν γλυκά πίσω από το τζάμι της μακαριότητας. Έχουν δει τους πατέρες τους παππούδες και τους προπάππους μας να επαναλαμβάνουν το ίδιο τελετουργικό και ξέρουν πόσο ελάχιστα μετρούν τα έργα και οι πράξεις των ανθρώπων.      Παράλληλα με τον ευπρεπισμό του χώρου εξελίσσεται εμπορικός μαραθώνιος για την προμήθεια σωρείας αναγκαίων υλικών. Κεσεδάκια, ποτηράκια και λοιπά χρειαζούμενα για το μοίρασμα, το φάβα που πρέπει νάναι φετινό, το κρασί που νάναι καλό, τα ντοματάκια που όσο πάνε και λείπουν, το ψωμί, το πρόσφορο και τους άρτους, το δανεικό από τον άγιο Επιφάνειο και την αγια Μαρκέλλα καζάνι. Και έγνοιες ένα σωρό! Πόσος κόσμος θαρθεί φέτος; Θάναι καλά ο Επιφάνειος να μαγειρέψει και φέτος το φάβα; Ωραία που το μαγείρευε και ο προκάτοχός του ο Τζανάκης! Και θυμάστε τότε, που δε βρήκαμε ποιος να το μαγειρέψει και τα κατάφερε μια χαρά, η κόρη της Κικής; Και για θυμηθείτε, τότε που κατεβαίναμε με τις καβάλες! Και τότε που ξεσπάστηκε το μουλάρι κι έσπασε ο θειος σου ο Γιώργος το χέρι του! Και τότε που έπεσε το μανουάλι στο χέρι της Ρηνιώς, που το καθάριζε κι ενώ όλοι έλεγαν να πάει στα Φηρά να βγάλει πλάκα, εδωσε ο άγιος και τίποτε δεν έπαθε!
        Κάθε χρόνο κι ένα θάμα! Κανείς δε μένει χωρίς μοίρασμα, κανείς χωρίς την ευλογία των αγίων. Πάντα όλα τελειώνουν καλά. Πάντα θάχουμε κάτι να θυμόμαστε. Πάντα, και του χρόνου με υγεία! Βοήθειά μας, ο κάθε άγιος στο κάθε πανηγύρι μας!

Το Μεγαλοχώρι της Αθήνας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΚAI ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ Τὸ Μεγαλοχῶρι τῆς Ἀθήνας Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ παλιὲς συνοικίες τῆς Ἀθήνας, τὸ Μεταξουργεῖο, ἦλθαν οἱ Μεγαλοχωριανοὶ...