Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2017

Ο λόφος με τους 8 ανεμό – μυλους


 Της Κορίνας Γαβαλά
Ιστορικού -Μουσειολόγου
Ενα παραμύθι, -μύθι, -μύθι.. γραμμένο λίγο πριν το 15αύγουστο μετά από μια βόλτα στους μύλους του Εμπορείου
Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μακρινό νησί που είχε το σχήμα μισοφέγγαρου και απ’ την καρδιά του έβγαινε φωτιά και λάβα καυτή, ζούσαν οχτώ ξωτικά. Ήταν τα ξωτικά του λόφου με τους οχτώ ανεμόμυλους, που τα φτερά τους γύριζαν χαρούμενα καθώς άλεθαν όλο το χρόνο, λίγο λίγο, το κριθάρι που βγάζαν με κόπο οι άνθρωποι που ζούσαν στο χωριό κάτω απ’ το λόφο.
Το καθένα απ’ τα ξωτικά είχε για σπίτι του έναν ανεμόμυλο. Κι ο κάθε ανεμόμυλος κινούσε τα φτερά του με έναν μόνο από τους οχτώ ανέμους. Έτσι δούλευαν όλοι με τη σειρά και κανείς δεν κουραζόταν.
Στον πρώτο μύλο κατοικούσε ένα ξωτικό που το λέγαν μαΐστράλι. Αυτός ο μύλος, ο πρώτος στη σειρά απ’ τη μεριά της θάλασσας, ζωντάνευε με τον αέρα που κινούσε τα καράβια το καλοκαίρι και ταξίδευε τους ναυτικούς του νησιού ως την άκρη του κόσμου.
Το ξωτικό του δεύτερου μύλου ήταν το πουνεντάκι. Ένας άνεμος γλυκός, που φυσάει την άνοιξη και φέρνει μαζί του όλα τα αρώματα των λουλουδιών, έκανε τα φτερά του μύλου αυτού να γυρίζουν.
Το γαρμπιδάκι ζούσε στον τρίτο μύλο, που άλεθε τις μέρες που έπνεε άνεμος καυτός από την Αφρική.
Στον τέταρτο μύλο έμενε το οστριάκι. Ο μύλος του δούλευε τις μέρες που ο αέρας κουβαλούσε μέσα του νερό και τα σύννεφα καμιά φορά στάλαζαν βροχή.
Το ξωτικό του πέμπτου μύλου ήταν το σοροκάκι. Ο δικός του μύλος ξύπναγε με το φύσημα ενός ήρεμου ανέμου, λίγο υγρού και λίγο ζεστού, που γι’ αυτόν γράψαν πολλοί ποιητές στα ποιήματά τους.
Το λεβαντάκι είχε για σπίτι του τον έκτο μύλο, που τα φτερά του σκιρτούσαν με έναν αέρα που έφερνε εξωτικά αρώματα από χώρες της μακρινής Ανατολής.
Το γραιγάκι, κατοικούσε στον έβδομο μύλο. Αυτός άλεθε μόνο όταν ο ουρανός γινόταν μαύρος απ’ τα σύννεφα που κουβαλούσαν δυνατή βροχή, χαλάζι και χιόνι.
Στον τελευταίο μύλο, που στεκόταν αγέρωχος στην άκρη του λόφου απέναντι απ’ το χωριό, έμενε το τραμουντανάκι. Τα φτερά αυτού του μύλου είχαν τα πιο γερά πανιά, καμωμένα από ασημένια νήματα φυκιών, που τα είχαν γνέσει τα πιο σκληρά κύματα της θάλασσας. Γι’ αυτό και ήταν ο μόνος μύλος που μπορούσε να αλέσει όταν φύσαγε ο δυνατός, παγωμένος άνεμος του χειμώνα, που οι άνθρωποι τον λεν κυρ Βοριά.
Κι έτσι χαρούμενα ζούσαν τα οχτώ ξωτικά μέσα στους μύλους τους, που χάριζαν στους ανθρώπους τροφή για να ζήσουν. Ώσπου, μετά από χρόνια πολλά, οι άνθρωποι ξέχασαν τα ονόματά τους και σταμάτησαν να μιλούν για αυτά. Κανείς δεν τα θυμόταν πια... Έτσι κι οι μύλοι τους άρχισαν να μαραζώνουν και να γκρεμίζονται σιγά σιγά. Κάποιοι γέροι ναυτικοί μονάχα, που ζούσαν στο νησί, έδιναν καμιά φορά στους ανέμους που φυσούσαν ονόματα που έμοιαζαν μ’ αυτά των ξωτικών των μύλων.
Κάπως έτσι, τα οχτώ ξωτικά σώπασαν για πάντα, μαζί σώπασαν κι οι οχτώ ανεμόμυλοι, που τα μεγάλα τους φτερά τραγουδούσαν μαζί με το βουητό των ανέμων. Καμιά φορά όμως τα θυμούνται οι ποιητές και γράφουν γι’ αυτά ποιήματα και λόγια για τραγούδια.
Αλήθεια μήπως ήρθε η ώρα να μιλήσουν τα ξωτικά αυτά και να πουν τις δικές τους ιστορίες ....

Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2017

Καλλιστορώντας...Φωτογραφικά - Αρχείο Μόσχας Μενδρινού



 Είναι λίγοι άνθρωποι στην ιστορία της Σαντορίνης , τους οποίους τους γνωρίζουμε με το μικρό τους όνομα. Δύο απο αυτούς είναι η αεικίνητη Μόσχα και ο αξέχαστος Παλαμάς. Ακόμα και εγώ δυσκολεύομαι να τους αναφέρω σαν ζεύγος Παλαμά – Μόσχας Μενδρινού. Δύο ξεχωριστές Προσωπικότητες  που ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου. Βρέθηκα πριν από λίγες ημέρες στο σπίτι της αγαπημένης Μόσχας, της «Θείας» Μόσχας για να καταγράψω μερικές θύμησες. Εκεί μαζί με την κόρη της Ευαγγελία ανασκαλίσαμε μερικές από τις παλιές φωτογραφίες και σας τις παρουσιάζουμε.
 
 Καθαρά Δευτέρα στη Μεσαριά διακρίνονται ο Παλαμάς και η Μόσχα Μενδρινού, ο καπτα Γιώργης Βλάχος, ο Δημήτρης Φουστέρης ή κρασάς,  , ο Παντελής Ρούσσος (μπουσούλας) η Βέτα Νομικού και άλλοι
 Σε μία εκδρομή Σαντορινιών στην Κρήτη ο πράκτορας Γρηγοράκης Κουτσογιαννόπουλος ο Ιωσήφ Λομβράνος, ο Βαγγέλης ο Βαζαίος η Νίνα Κουτσογιαννοπουλου και φυσικά το ζεύγος Παλαμά και Μόσχας Μενδρινού 


 στον Άγιο Ιωάννη στον Μονόλιθο μεταξύ 1976 – 1977  ο Παλαμάς και η Μόσχα Μενδρινού μαζί με το γιο τους Χρήστο, τον Κωνσταντίνο Βαμβακούση (πατέρα της  Μόσχας) και τον  Χριστόφορο Φουστέρη .


ο Μεσαρίτης Σπύρος Μαρκεζίνης, ο Λιγνός Αντώνης και ο Δαμίγος Ευάγγελος στη γέφυρα της Μεσαριάς.






ξεχωριστή φιγούρα  ήταν η γιαγιά Ευαγγελία μια υπέροχη γυναίκα που η "Θεία" Μόσχα είχε τόσα καλά να πει για την πεθερά της. (στη μία φωτογραφία στη Μεσαριά στο Ηρώο μάλλον ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, και στην άλλη λίγο πριν το γκράξιμο της νύφης) .
 
Και να που "βρεθήκαμε" και στο λεγόμενο "νυφοπάζαρο" της Μεσαριάς εκεί που μαζεύονταν οι πιο πολλές θυατέρες κάθε Κυριακή. εκεί, γύρω στα 1953 βρίσκουμε τους Δημήτρη Σαμπά, Αρτεμία Χρήστου, Μαρουλία του Περάκη, Μαράκι Σαλιβέρου, Μόσχα και Ευαγγελία Βαμβακούση και τη Δέσποινα Βλάχου.

Πάμε τώρα σε δύο φωτογραφίες από την περίοδο του γάμου της "Θείας" Μόσχας με τον αλησμόνητο Παλαμά. στην πρώτη διακρίνουμε μέρος από το παραδοσιακό έθιμο του γκραξίματος της νύφης Μόσχας 
Τα "παιχνίδια" ήταν οι αξέχαστοι Θεοδόσης Φουστέρης λαούτο , ο οποίος δούλευε στα ορυχεία, ο Μανώλης Νομικός ή αλλιώς Μανωλίτσος στο βιολί και ο Ιωάννης Συρίγος "τζοάς" στο λαούτο.Από την άλλη το μικρό παιδί που ξεχωρίζει ήταν ο γιος του Τομάζου Αλεφραγκή, ο οποίος μαζί με τις αδερφές του, ήταν οι μοναδικοί σκοτώθηκαν στην Μεσαριά στο σεισμό του 1956. ο γάμος της θείας Μόσχας έγινε 26.12.1954...


Σε αυτή τη φωτογραφία ίσως θα σας φανεί οτι είναι μια φωτογραφία του γάμου της  θείας Μόσχας και του Παλαμα. Δεν είναι όμως αναμνηστική του γάμου ...Τα παλαιά χρόνια όταν ερχόντουσαν στα σπίτια τα "παιχνίδια"  και οι παρέες για να πουν τα κάλαντα, οι νοικοκυραίοι έβαζαν τα πολύ καλά τους. Έτσι λοιπόν εδώ βλέπουμε μία αναμνηστική φωτογραφία,  ανήμερα της πρωτοχρονιάς του 1955  όπου η οικογένεια ακούει τα πατροπαράδοτα κάλαντα με επίσημη ενδυμασία.

 Για το τέλος δεν θα μπορούσα να μην είχα αυτή τη φιγούρα, τον Παλαμά του "Θεοξένια"... τον Παλαμά της Σαντορίνης .. Αλήθεια τι να πει κανείς για αυτή την  Αγνή Προσωπικότητα μιας άλλης Σαντορίνης.... 

Αγαπημένη θεία Μόσχα, 
Αγαπημένη Μόσχα της Σαντορίνης,
Να είσαι γερή... Να σε χαίρονται τα παιδιά τα εγγόνια σου
Η καταγραφή μιας ολόκληρης εποχής μέσα από τις φωτογραφίες είναι ένα από τα πολλά μικρά λιθαράκια μιας άλλης Σαντορίνης... η συζήτηση όμως μαζί σου είναι ένα "λακριντί' ξεχωριστό... μια δρασκελιά ανάμεσα στα χωριά , ανάμεσα στις εποχές.

Σε ευχαριστώ ΘΕΡΜΑ!


Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

Λουκάς Ν. Νομικός ( 1886 - 1969) ... ο Πειραιώτης



Σίγουρα πολλοί θα απορήσουν διαβάζοντας τον τίτλο «μα αφού ο Λουκάς Νομικός ήταν Σαντορινιός, πως τον χαρακτηρίζουν Πειραιώτη;». Αδιαμφισβήτητα, ο Λουκάς Νομικός ήταν ένας από τους πιο καταξιωμένους Σαντορινιούς εφοπλιστές και η προσφορά του στην Ελληνική Ναυτιλία είναι γνωστή σε όλους. Ουδέποτε ξέχασε το νησί και ειδικά την γενέτειρα του Οία την οποία βοήθησε πολλάκις και το όνομα του έχει δοθεί πλέον σε ένα από τους κεντρικότερους δρόμους του χωριού.
Όμως όπως  οι Οιάτες είναι περήφανοι για τον Λουκά Νομικό, το ίδιο εξίσου περήφανοι είναι για αυτόν και οι Πειραιώτες. Και όταν λέμε «Πειραιώτες» δεν εννοούμε μόνο τους Σαντορινιούς στην καταγωγή που έχουν εγκατασταθεί στον Πειραιά.
Θα κάνουμε λοιπόν ένα μικρό ταξίδι στο πρώτο λιμάνι της χώρας για να γνωρίσουμε μια άγνωστη -για εμάς εδώ στην Σαντορίνη- πτυχή της ζωής του Λουκά Νομικού: την ζωή και την δράση του στον Πειραιά. Όχι όμως σαν εφοπλιστής, αλλά σαν δημότης, πολίτης και μόνιμος κάτοικος αυτής της πόλης.

Ο Λουκάς Νομικός γεννήθηκε στην Οία το 1886, γόνος καραβακυραίων του χωριού καθώς πατέρας του ήταν ο καπετάνιος Νικόλας Νομικός και εξαδέλφη του η μετέπειτα εφοπλίστρια Καδιώ Νομικού-Σιγάλα.  Ακολουθώντας την ναυτική παράδοση της οικογένειας του, σε εφηβική ηλικία έφυγε από την Οία στα τέλη του 19ου αιώνα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στον Πειραιά όπου δραστηριοποιήθηκε στην νεόφερτη τότε ποντοπόρο ναυτιλία. Μέσα σε σύντομο διάστημα είχε αναδειχθεί ένας από τους πιο γνωστούς Έλληνες εφοπλιστές της εποχής αλλά και ένα από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα πρόσωπα της Πειραϊκής κοινωνίας.


Η σχέση του με τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα

Κατοικούσε στο κέντρο του Πειραιά πολύ κοντά στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στην ενορία του οποίου ανήκε πλέον ως δημότης,  ενορίτης,  μέλος του εκκλησιαστικού συμβουλίου για πολλά χρόνια αλλά κυρίως μέγας ευεργέτης του ναού καθώς είχε συμβάλει οικονομικά πάρα πολλές φορές σε αναστυλώσεις.  Το εκκλησιαστικό συμβούλιο του ναού έχει τιμήσει εδώ και πολλά χρόνια τον ενορίτη του Λουκά Νομικό για τις οικονομικές του ευεργεσίες και την μακροχρόνια προσφορά του στον Άγιο Σπυρίδωνα με το όνομα του να κοσμεί πρώτο, εδώ και δεκαετίες, τη λίστα των «Μεγάλων Ευεργετών» του ναού στην μεγάλη μαρμάρινη πλάκα δεξιά της εισόδου σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, τιμής και αναγνώρισης στο πρόσωπο του.  Και παρότι έχουν περάσει σχεδόν 50 χρόνια από τον θάνατο του, οι δεσμοί της οικογένειας Νομικού με τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα συνεχίζουν σαν αέναο σκοινί που συνδέει το παρελθόν με το παρόν της. Πρόσφατο γεγονός στις 29 Δεκεμβρίου 2015 όπου τελέστηκε στον ναό η νεκρώσιμος ακολουθία του γιου του, Δημήτρη Νομικού σε ηλικία 91 ετών.

Και κάτι που οι νεότεροι στην Οία ίσως αγνοούν: ως γνωστόν ο Λ.Ν. υπήρξε ο ιδρυτής του συλλόγου των Οιατών στον Πειραιά το 1919 και πρόεδρος μέχρι και το θάνατο του. Τα γραφεία του συλλόγου στεγάζονταν στην οδό Καραΐσκου, εντός των ορίων της ενορίας του Αγίου Σπυρίδωνα. Την εποχή εκείνη λοιπόν το τότε εκκλησιαστικό συμβούλιο του Αγίου Σπυρίδωνα –σε ένδειξη τιμής στο πρόσωπο του Λ.Ν- φύλαγε  τιμητικά την σημαία-λάβαρο του συλλόγου των Οιατών του Πειραιά ολοχρονίς μέσα στο ναό για πάνω από τέσσερις δεκαετίες, γεγονός που το αναφέρει και η Καδιώ Κολυμβα στο βιβλίο της «Οία, τόπος και ιστορία»:  «…Οι παλιότεροι Οιάτες θυμούνται πως την παραμονή της εορτής (Πάσχα) έφτανε με το βαπόρι στην Αρμένη η σημαία του συλλόγου που φυλασσόταν στον Άγιο Σπυρίδωνα του Πειραιά. Εκεί εκκλησιάζονταν οι Οιάτες του Πειραιά. Εκείνη την ημέρα όλο το χωριό κατέβαινε στην Αρμένη για να υποδεχτεί τη σημαία…».

Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Πειραιά

Αλήθεια, πόσοι γνωρίζετε ότι ο Λουκάς Νομικός  -ανά περιόδους-  από το 1925 έως το 1959 είχε διατελέσει  Δημοτικός Σύμβουλος στο Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Πειραιά; Στο site   http://dimitriskrasonikolakis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_27.html  διαβάζουμε:



«Θεοφάνεια 1959. Μπροστά από το Ρολόι. Ήταν όλοι δημοτικοί σύμβουλοι επί δημαρχίας Δημητρίου Σαπουνάκη από Μάρτη του 1955 έως Ιούνιο του 1959. Από αριστερά στα δεξιά βλέπουμε το Δημήτριο Παινέζη (συνταξιούχο Σ.Ε.Κ., δημοτικό σύμβουλο και μετά τις εκλογές (11.5.1958) ανεξάρτητο βουλευτή Ε.Δ.Α. Α΄ Πειραιά την περίοδο 1958 - 1961), τον Κωνσταντίνο Αντωνάκο (δικηγόρο, δημοτικό σύμβουλο), το Θεοφάνη Κωνσταντινίδη (δικηγόρο, δημοτικό σύμβουλο), τον Παναγιώτη Λεούση (γιατρό ουρολόγο, δημοτικό σύμβουλο αλλά την περίοδο εκείνη ασκούσε καθήκοντα δημάρχου λόγω της τρίμηνης αργίας του Σαπουνάκη), το Λουκά Νομικό (εφοπλιστή, δημοτικό σύμβουλο), τον Εμμανουήλ Ρουσσάκη (δημοτικό σύμβουλο) και τον Κωνσταντίνο Αθανασιάδη (δικηγόρο, δημοτικό σύμβουλο και ανεξάρτητο βουλευτή Ε.Δ.Α. Α΄ Πειραιά στα 1958 - 1961)»

Η συνέχεια σε Β μέρος….

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

Σεπτέμβριος στη Σαντορίνη

Του Αντώνη Σιγάλα 
 Μικρό παιδάκι πέρασα ένα Σεπτέμβριο στη Σαντορίνη. Είχαμε πάει να δούμε την προγιαγιά, τη μία και μόνη φορά που την είδα. Βγήκε στην πόρτα του μεγάλου σπιτιού της στην Οία, δίπλα από την Παναγιά την Πλατσανή, ντυμένη στα μαύρα, και μας κοίταζε ενώ η μάνα μου προσπαθούσε να της εξηγήσει ποιος ήμουνα. Μερικές τρίχες στο πηγούνι της, από αυτές που χαρακτηρίζουνε τους γέρους, και μερικά σπόρια από ντομάτα στην ποδιά της είναι αυτά που μου τη θυμίζουν κάθε φορά που προσπαθώ να φέρω την εικόνα της μπροστά μου.
Είχε ένα απέραντο φως εκείνος ο Σεπτέμβριος, αλλά και ένα σκοτάδι που με γέμιζε τρόμο. Το αεροδρόμιο ακόμα δεν είχε γίνει, ενώ η μεριά της Καλντέρας ήταν γεμάτη από χαλάσματα από το μεγάλο σεισμό του 1956 που ισοπέδωσε το χωριό.
Κάθε πρωί παίρναμε το κεντρικό μονοπάτι για να κατεβούμε κάτω στην Αρμένη, το λιμάνι που κάναμε «τα μπάνια». Το Αμμούδι ακόμα δεν υπήρχε στο χάρτη, δεν υπήρχε δρόμος αμαξωτός και εγώ πιασμένος από το χέρι της μάνας μου παρατηρούσα τα μεγάλα πέτρινα σκαλοπάτια, τα γεμάτα με τις καβαλίνες των γαϊδάρων που ανεβοκατέβαιναν όλη την ημέρα, και τρόμαζα από τη μεγάλη διαφορά της κλίμακας σε σχέση με το δικό μου μικρό μέγεθος.
Παντού έβλεπες φραγκοσυκιές να κρέμονται. Τα «φαραόσυκα», γεμάτα χυμό, ήταν ο λόγος που μιαν άλλη φορά, όταν ακόμα ήμουνα ακόμα πιο μικράκι, πέρασα ένα ολόκληρο βράδυ με τη γιαγιά μου στο σπίτι της Αθήνας να καθαρίζουμε από τ’ αγκάθια μια ολόκληρη σακούλα από δαύτα που μας έστειλε πεσκέσι η θεια μου η Μαριγούλα, η αδερφή του πατέρα μου. Η γιαγιά μου ακούραστη και παλιάς σχολής, καταγινόταν με δουλειές του σπιτιού όλη την ημέρα, κι όταν δεν είχε τι να κάνει, έπαιρνε τις σακούλες του αυγουλά, αυτές τις χάρτινες που βάζαμε μέσα τα αυγά, και τις δίπλωνε σχολαστικά, τις έβαζε κάτω από το μαξιλάρι της καρέκλας που καθόταν στην κουζίνα, μια καρέκλα παλιά σαντορινιά ξύλινη τοποθετημένη σε δεσπόζουσα θέση στο κέντρο της κουζίνας έτσι ώστε να δείχνει ποια ήταν η κυρία του σπιτιού, και τα έκανε «κωλοσίδερο». Δηλαδή καθόταν πάνω στο μαξιλάρι και αφού σηκωνόταν, συνήθως μετά από πολλές ώρες, οι σακούλες του αυγουλά ήταν ίσιες σαν καινούργιες. Τις έπαιρνε μετά και τις χρησιμοποιούσε για άλλα πράγματα, ή… δεν τις χρησιμοποιούσε ποτέ, ήταν απλώς το φετίχ της. Για μήνες μετά βρίσκαμε κάτω από τις καρέκλες ισιωμένες χαρτοσακούλες. Τα φαραόσυκα πάντως από το πεσκέσι της θειας μου ήταν άνοστα. Δοκίμασα μια φορά και μπήκαν τα αγκάθια τους στο πρόσωπό μου και έβαλα τα κλάμματα. Δεν ξαναδοκίμασα έκτοτε.
Οι μυρωδιές εκείνου του Σεπτεμβρίου ήταν μια μεγάλη εμπειρία. Μυρίζανε τα πάντα. Πρώτα πρώτα μύριζαν τα σπίτια. Η υγρασία της Οίας πότιζε την ελαφρόπετρα, που χρησιμοποιούνταν τότε ως οικοδομικό υλικό και υπήρχε ενσωματωμένη σε όλους τους τοίχους, ενώ αργότερα, με την επικράτηση του τσιμέντου έγινε το υλικό με το οποίο κύριοι και κυρίες ξύνουνε τις φτέρνες των ποδιών τους όταν ξεραίνονται από τη θάλασσα. Οι τοίχοι μύριζαν αρμύρα και η ζέστη μέσα στα σπίτια ήταν αφόρητη από το πορώδες υλικό.
Ζούσαμε μέσα σε ένα σπίτι που έδινε την εντύπωση από τη μυρωδιά και μόνο, ότι τις νύχτες έπλεε μεσοπέλαγα, παρέα με τις τράτες που έβγαιναν για ψάρεμα, ανάμεσα στην Καλντέρα και τη Θηρασά. Ιδρώναμε στον ύπνο μας και για να πάρουμε λίγο αέρα βγαίναμε έξω στο «δροσό», να μας χτυπήσει η βραδινή αύρα.
Έπειτα μυρίζανε τα σταφύλια. Πάνω στα κοφίνια, μέσα στην πιατέλα, μέσα στη γυάλα που είχανε γίνει γλυκό, ή ακόμα και στις κάναβες, τα μεγάλα πατητήρια όπου καταλήγανε τα κοφίνια με τα πράσινα και μαύρα σταφύλια για να τα πατήσουν και να γίνουν κρασί, το σαντορινιό κρασί, που μετά ταξίδευε ως εμπόρευμα σε ολόκληρο το κόσμο.
Ακόμα μύριζε η θάλασσα, απέραντη και γαλάζια μας περιέβαλλε και μας καθόριζε. Μια φορά με το μπαμπά μου βγήκαμε για ψάρεμα. Από το πρωί μέχρι το απόγευμα πιάσαμε λίγα ψαράκια, τόσο λίγα που δεν γέμιζαν ούτε ένα τηγάνι για να φάμε για μεσημέρι. Μπροστά στην ήττα της ανεπάρκειάς του ως ψαρρά, ο πατέρας μου, αθεράπευτος τσιγκούνης παρόλα αυτά, αποφάσισε να τα πετάξει πίσω στη θάλασσα να τα φάνε τα άλλα ψάρια. Έτσι έκανε την καλή του πράξη προς τη φύση κι ας μείναμε το μεσημέρι νηστικοί, δεν πείραζε. Ψάρια δεν ήθελες; Ψάρια θα σε πάω να φας. Και πήγαμε και φάγαμε στην ταβέρνα του Θεοδόση, πάνω στην Καλντέρα, που είχε λίγο τσιμπημένες τιμές, γιατί όπως λέμε καμιά φορά «αν δεν κλέψουμε και τους συγγενείς δεν κάνουμε δουλειά», αλλά εμείς φάγαμε μαρίδες και τη βγάλαμε φτηνά.
Κάποια στιγμή έκανε ένα σεισμό. Ξεκίνησε με βουητό και μετά άρχισε να κουνάει, εγώ δεν κατάλαβα και πολλά, αλλά οι άλλοι κουνηθήκανε φαίνεται πολύ, γιατί άρχισαν να τρέχουνε στα χωράφια. Ο κόσμος είχε ακόμα νωπές τις μνήμες από την καταστροφή του 1956 και με το παραμικρό ήταν ικανός να παρατήσει το βιος του για να γλυτώσει. Η πλατεία μπροστά από την Παναγιά είχε γεμίσει κόσμο κι εγώ καθόμουνα και παρατηρούσα τα αλλόκοτα φουστάνια των γυναικών, που μερικές είχανε βγει με την ποδιά που φορούσαν όταν έκαναν δουλειές στο σπίτι και με τα χέρια γεμάτα λάδια ή υπολείμματα από τρόφιμα, καθώς ήταν η ώρα που μαγείρευαν για το μεσημεριανό φαγητό. Αρνιόμουν να το κουνήσω ρούπι. Έβαλα τα κλάμματα γιατί μου άρεσε να μείνω εκεί και τελικά η επιθυμία μου εισακούστηκε. Κάτσαμε μπροστά από την Καλντέρα, όταν όλοι οι άλλοι είχαν φύγει και απολαμβάναμε μεσημεριάτικα τη σιωπή σε ένα ερημωμένο χωριό, που θύμιζε φάντασμα.
Ο Σεπτέμβριος στη Σαντορίνη είναι μήνας γιορτής. Μια ο Άγιος Σώστης, μια η κυρά Παναγιά, που γιορτάζουν κολλητά, 7 και 8 Σεπτεμβρίου, δίνουνε χαρά στους θρησκευόμενους και στις κουτσομπόλες, που πάνε και στέκονται από νωρίς έξω ή μέσα στο ναό και σχολιάζουν στα μουλωχτά κάθε γνωστό ή άγνωστο μέχρι τελικής πτώσεως. Συνήθως είναι δυο μαζί, η μια κόβει η άλλη ράβει. Από την πολλή τους την πρεμούρα να μάθουνε και να σχολιάσουνε αλλά να μην τις πάρουνε χαμπάρι, πιάνεται το χέρι τους να σταυροκοπιούνται μέσα στην εκκλησία, γιατί πάνω από όλα είναι η υπόληψη της θεοσεβούμενης.
Εμένα με είχανε βάλει να κάνω το παπαδάκι, πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή μου. Με ντύσανε με κάτι μακριά ράσα, μαύρα κι άραχλα και μου δώσανε ένα μεγάλο κοντάρι να κρατάω, που πάνω είχε ένα σχέδιο. Μόνο που δεν ήξερα τι να κάνω, δεν το είχα ξανακάνει ποτέ και κανείς δε μου έδωσε οδηγίες. Μπροστά στο να γίνω ρεζίλι στον κόσμο που κοιτούσε, αποφάσισα να κάνω ό,τι κάνανε κάτι κωλοπετσωμένα μούλικα που τα είχανε βάλει κι αυτά. Δεξιά πηγαίνανε αυτά, δεξιά κι εγώ. Ζερβά αυτά, ζερβά κι εγώ. Κάποια στιγμή τα είδα να πηγαίνουν και να στέκονται γύρω από το μεγάλο τραπέζι, την Αγία Τράπεζα, (όλα αυτά συνέβαιναν μέσα στο ιερό αλλά φαινόμασταν από την ανοιχτή πόρτα) και να μετακινούνται κρατώντας τα κοντάρια τους κυκλικά.
Άρχισα κι εγώ να κάνω το ίδιο. Πήγα και στάθηκα ανάμεσά τους και αρχίσαμε να κινούμαστε σαν τους δείκτες του ρολογιού προς τα δεξιά. Κάποια στιγμή φαίνεται ότι εγώ αφαιρέθηκα και δε μετακινήθηκα, γιατί αμέσως μετά κοπάνησα το κοντάρι μου με το κοντάρι ενός αντιπαθέστατου σκατού που από την αρχή με κοίταζε στραβά και σκάλιζε τη μύτη του. Ακούστηκε ένα δυνατό γκουπ και μετά πέσαμε επάνω στον παπά που κρατούσε το θυμιατό και γίναμε χάλια από τις στάχτες. Θυμάμαι το οργισμένο βλέμμα του όταν του σπάσαμε το θυμιατό. Συνέχιζε να ψέλνει, γιατί πάνω από όλα σημασία έχει η παράσταση και να μην καταλάβει τίποτα ο κόσμος, όπως κατάλαβα αργότερα όταν ασχολήθηκα με το θέατρο. την παράσταση ό,τι και να γίνει, δεν τη σταματάς. Βρήκε μια παύση μόνο και μου ψυθίρισε «θα σε ακοτώσω»! Μετά βγήκε έξω σα να μη συνέβαινε τίποτα και συνέχισε να ψέλνει τον εξάψαλμο. Εγώ από τη ντροπή μου εκείνο το βράδυ δεν έφαγα και είχα μονίμως κατεβασμένο το κεφάλι.
Την άλλη μέρα φύγαμε για την Αθήνα με το πλοίο. Τότε το πλοίο έπιανε και στην Οία και στα Φηρά, ακόμα το λιμάνι του Αθηνιού δεν είχε γίνει. Κατέβαζε τον κόσμο με τις λάντζες και τους ανεβάζανε με τα γαϊδούρια από το μονοπάτι. Μόνο σαν μακρινή ανάμνηση θυμάμαι ότι περιμένανε πώς και πώς να τελείωνε η κατασκευή του αεροδρομίου που άρχισε να λειτουργεί την επόμενη χρονιά και θα έφερνε «τσι τουρίστες». Στη Σαντορίνη έκανα 17 χρόνια να ξαναπάω

Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2017

Προσκύνημα στην Περίσσα



Είναι πολλά που έχουν γραφτεί για την πανσεβάσμια εκκλησία του Τιμίου Σταυρού της Περίσσας Τι για το όραμα του Γεράσιμου Βαιλα το 1836 όπου βρήκε στο χωράφι του τις δύο εικόνες και μάρμαρα απο παλαιό ναό, τι για τον περίφημο πρωτομάστορα της Περίσσας Μπατζάνη , τι για την κλεψιά της εικόνας  της Παναγιάς τι για το μέχρι και σήμερα ξεχωριστό πανηγύρι της, τι για το σχήμα  της που  μοιάζει με τη γούρνα του αγιασμού της Μονής του Προφήτη  και τόσα άλλα.
Σήμερα όμως λίγο πριν το πανθηραϊκό  προσκύνημα θα σταθώ και θα σας μεταφέρω σε δύο περιγραφές  της πίστης των κατοίκων για τον ναό αυτό. Και όχι μόνο για την εορτή της υψώσεως  του Τιμίου Σταυρού αλλά και για την εορτή της Ζωοδόχου Πηγής .
Για την εορτή του Σταυρού γράφει ο Φίλιππας Κατσίπης στο «Χρονικό της Περίσσας»,:  ... [...] Καματερη και σκόλη προσκυνητές από όλο το νησί κατεβαίνανε στην Περίσσα να προσκυνήσουνε κι απ όλα τα χωριά και γύρω νησιά ακόμη φέρνανε ασθενείς στη Χάρη Της . οι πιότεροι πάλι από τους προσκυνητές είταν οι απανωμερίτες που κατεβαίνανε με τις καβάλλες από την άλλη άκρηα του νησιού αποβραδίς και  ξεμονεύανε.  Μπαίνανε στο επιτροπικό και στα κελλάκια με τις κουμπάνιες τους κι αφου συσταμονίζανε τα πράματα τους και κανονίζανε τα του ύπνου τους ένας ένας τους πήγαινε  στον παπά να ξαορευτεί. Την ταχυνή αγροικούσανε τη λειτουργιά και μεταλαβαίνανε. Κι ύστερις μπλάζανε στον άμμο και περνούσανε την μέρα τους με χαρές και τραγούδια.

Ενώ συμπληρώνει ο Μάρκος Αβ. Ρούσσος στα «Λαογραφικά της Σαντορίνης».... Το  ηλιόβγαλμα  μας  πρόκαμε   μπροστά    στην  εκκλησιά  που   πηγαίναμε  προσκυνητές  στην  μεγάλη  γιορτή της. ΄Ένα  ασκέρι  από  καβαλλάρηδες   και  πεζούς  τραβούσαν  το  δρόμο  που  έβγαινε στην  πεντάτρουλλη  Περίσσας. Σ΄ αυτή  την  ιερή   γωνιά  της   Σαντορίνης   φτάνανε  ντάιμα  απ΄ όλα  τα  χωριά  οι   προσκυνητάδες,   γέροι ,  νιοι  και  μωρομάννες   μετα   λοχόνια   στην   αγκαλιά   τους  αρρωστημένοι  και   μισεροί  ,  που    όλοι   πήγαιναν  να  λουστούνε  στα  θεία   νάματα  της  Ζωοδόχου  Πηγής  της.   Χωρικοί   δουλευτάδες  του  κάμπου,  άνθρωποι  σπουδασμένοι  και  αφεντάδες  γινότανε  μιάδι  και   μπροστά   στο  Αγίασμα  περίμεναν  την  σειρά  τους   για  να  πιούνε  από  το   ίδιο κεχριμπαρένιο  αγλιστήρι  το  θαυματουργό     νερό   που  ανάβλυζε  από  την  πηγή  της.  Ατέλειωτη  η   βιβλική  πορεία  κατηφόριζε  από  τον  παληό   δρόμο  για  να   βρεθή  στο  μεγάλο   πανηγύρι. Κοπέλλες  με  αραχνούφαντα    ρένια  στο  κεφάλι  και   άλλες   με  λουλακιές  κορδέλλες  στα μαλλιά  τους    ερχόταν    καβαλλάρισες πάνω  σε  ψηλά  μουλάρια   στολισμένα  με  πολύχρωμα  χράμια  ,   αστραφτερά  κουδούνια   και   χάνδρες  με   κοχύλια   του  γιαλού, φούντες  γαλάζιες   κόκκινες, κίτρινες, γαρυφαλλένιες   και   λογής  - λογής  στολίδια   , ενώ  ξοπίσω  τις  συνόδευαν οι   νιοί  ντυμένοι  με  τις  πεντακάθαρες ντρίλινες  φορεσιές   τους.  Από  μεσαρικά  και  από  ρυμίδια  ακλουθούσαν  οι  γρηές  και  οι  σακάτηδες  που   δεν  πρπλάβανε  και  πάνε  αποβραδύς  στα  σπερνά,  για  να   ξεμονέψουν  χάρι  Της  πλάι  στο  κόνισμά  Της. Σαν  έμπαινες  μέσα  στην  εκκλησιά  της  Περίσσας  έβλεπες  την  παρουσία  του  Θεού  ολόφωτη  και  ολαλήθινη. Οι  εικόνες  της Ζωοδόχου  και  του   Σταυρού  ήτανε σκεπασμένες  από  ασημικά  και  μλάματα  και  πλάι  σ΄ ένα  μακρόστενο  ύφασμα  εκρέμονταν   παμπάλαια  ασημένια   πόδια, χέρια,  μάτια  και   άλλα  τάματα  των  πιστών  που  παρίσταναν  αρρωστημένα  μέλη  προσώπων   της  αγαπημένης   τους  φαμελιάς, η  ακόμη  έβλεπες  ασημένια στρατιωτάκια, που  τα  είχανε  τάξει  οι  μανάδες  στη  χάρη Της, για  να  γυρίσουν  τα  παιδιά  τους   από    τους   πολέμους.  Δύο   χονδροπάτηρα  κονδύλια  έκαιαν  ακοίμητα   το  ένα   μπροστα  στην  εικόνα  του  Σταυρού  και τ΄    άλλο  της  Ζωοδόχου   και   το   φώς  τους   ανάκατο   με  το  φώς   των  κεριών  έκανε  τα  χρυσαφικά   και τα΄ ασήμια  ν΄ αστράφτουν  μέσα  στο   σύθαμπο   της   ευρύχωρης  εκκλησιάς  .
Εκείνο   το   Θρησκευτικό  πανηγύρι   της  Ζωοδόχου  Πηγής  της   Περίσσας  ήταν  μια   ιδέα  ένας  ύμνος   μία  πρωτόγνωρη  πίστη  μια   μουσική  που  έβγαινε  από  τις  παλλόμενες  από   ευλάβεια   χορδές  της  ψυχής  εκείνων  των  αγιασμένων  ανθρώπων. ΄Εσκιζε  τον  αγέρα  και  ανέβαινε  ολοίσια  στους  αιθέρας  για  να  φθάση  σαν   ευχαριστήριος  ύμνος   αρωματισμένος  με  το   μοσχολίβανο  της   θυσίας  στο  θρόνο  του  Πλάστη. Είμαι  βέβαιος  πως  εκείνοι  οι  άνθρωποι  έφυγαν  από  αυτόν  τον  κόσμο  αγιασμένοι  καθαροί  άκακοι  και   ούτε  τα  όργανα   όπως  πιστεύουν  μερικοί μήτε  ο  ταβλάς  του γλυκατζή    που  πουλούσε  ζαχαρωτά  στα  βρέφη  τους  έφραξε   τον   δρόμο  του  παραδείσου. Αλλά  οι  άνθρωποι  έρχονται  και   φεύγουν  όμως  το  πανηγυρι  της  Ζωοδόχου  Πηγής της  Περίσσας  και  κάθε  άλλο  πανηγύρι  θα  παραμείνη  και  θα  γιορτάζεται  αιώνια, όπως   το  θέλει  η  παράδοσις  όπως  το   απαιτεί  η   ιστορία   της  Σαντορίνης   όπως  το  γράφει  η  διαθήκη   των  προγόνων  μας  όπως   μας  το  έδωσαν  οι  αιώνες 

Και του Χρόνου !! η εκκλησία αυτή δεν είναι μόνο ένα μνημείο πίστης... είναι ένα μνημείο ξεχωριστής  ιστορίας 

Για το σχέδιο της Περίσσας διαβάστε εδώ 

Το Μεγαλοχώρι της Αθήνας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΚAI ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ Τὸ Μεγαλοχῶρι τῆς Ἀθήνας Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ παλιὲς συνοικίες τῆς Ἀθήνας, τὸ Μεταξουργεῖο, ἦλθαν οἱ Μεγαλοχωριανοὶ...