Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

Η βεντέμα της Σαντορίνης του Μάρκου Αβέρκιου Ρούσσου


Μέχρι πριν  από τον  2ο  Παγκόσμιο  πόλεμο   η   βεντέμα(ο τρυγητός)  ήταν  ένα  πραγματικό πανηγύρι. Η προετοιμασία  της βεντέμας  άρχιζε  με το  πλύσιμο  των  πατητηριών  και  των  «λινών»   (δεξαμενή   είδους  φρέατος  εις  το  οποίον έρρεε  ο  μούστος από  το  πατητήρι),  των  βαρελιών,   άφουρες βουτσά  και  μπόμπες   (μεγάλα βαρέλια  χωρητικότητος   τεσσάρων  βουτσών).   Σε  συνέχεια  σκουπίζανε  τις   πεζούλες   όπου  θα  απλώνανε  τα  σταφύλια  που θα  πατούσανε  για  το βυσάντο.  ΄Ολες  αυτές  οι δουλειές   γινόταν  καθ΄  όλην  την διάρκειαν  του  Αυγούστου  σε  όλες  τις  κάναβες της  Σαντορίνης  .
Την  1ην  Σεπτεβρίου τα  βέργινα κοφίνια  φρεσκοπλυμένα  περίμεναν  στις  μεγάλες λιθόστρωτες αυλές έτοιμα να  φορτωθούν  στα  γεροδεμένα  μουλάρια και  να  μεταφερθούν στα  αμπέλια  για  το  πρώτο  κοφίνιασμα Οι  αγωγιάτες στόλιζαν τα ζώα τους κρεμόντας ολόγυρα  στο λαιμό  τους  γαλάζιες  χάνδρες,   κοχύλια,   κουδουνια φυλακτά  και  πολύχρωμες  φούντες, Το  σύνθημα εδίδετο  με  το κτύπημα  μεγάλης καμπάνας.  Οι τρυγητάδες άνδρες  γυναίκες  κοπέλλες και παιδιά  τρόχιζαν τα  φερεντίνια  τους  πάνω  στα  πουριά  η  στις   μαυρόπετρες και  με  τραγούδια  και  με  τραγούδια  ξεκινούσαν με  τά  καλάθια  περασμένα  στα  μπράτσα  τους. Οι γυναίκες  φορούσαν  άσπρα  μαντήλια  δεμένα  με  τέτοιο  τρόπο  ώστε  εφαίνοντο  μόνο  τα  μάτια  τους και  πάνω από  τα      μαντήλια  φορούσαν  ένα  σκιάδι, ήταν  ξυπόλυτες αλλά  τα  πόδια  τους ήταν  σκεπασμένα με  χονδρές  κάλτσες  πλεγμένες από  τις  ίδιες  με  καλτσοβελώνες. Οι άνδρες  φορούσαν σκιάδια η  τραγιάσκες  και  πλατόγυρα  χρωματιστά ζωνάρια  στην   μέση   και   φυσικά ήταν  ξυπόλυτοι.  Ο  μπαλής  « επιστάτης»  ήταν  για  να  επιβλέπει  την  διαλογή  των  σταφυλιών, χωριστά  τά  μαύρα μαντηλαριές, χωριστά  τα  άσπρα  ασύρτικα  και  τα  αηδάνια  και  ώριζε ένα τρυγητή  για  τα  ξενόλοα  (Αθήρια,βουδόματα  εφτάκοιλα  μαυροτράγα   αητονύχια ποταμισές   βάφτρες  ασπροβουδόματα,  κατσανιές, πλατάνια, γλυκάδες και  άλλα ) που  θα  πήγαιναν στις  λιάστρες για  σταφίδες. 
Ο  τρυγητός άρχιζε και  οι τρυγητάδες σκυμμένοι  πάνω  στις  αμπελιές   γέμιζαν  τα  καλάθια   τους  τραγουδώντας, και  όταν  τα  γέμιζαν  τα  άδειαζαν  στα  κοφίνια  και  ο  μπαλής  τα  σκέπαζε  με  τα « χώσματα»   δένοντάς τα ολόγυρα με  αλιγαδούρα «ψιλό σχοινί)». Από  εκεί ακούγονταν το  τραγούδι  του  αγωγιάτη  με  τον  γλυκό  σκοπό  της  βεντέμας




                                            Ωωωω  Βεντέμα  ηλθε  βρε  παιδιά
                                             Και   πάρτε  το  χαμπάρι
                                              Θα  πάρω  την  ψιλή κρανιά  
                                              Να  κάτσω  στο  μουλάρι.

Το  γλυκό  τραγούδι  του  αγωγιάτη  με   την  κρανιά  και  την  κανάβινη  χρωματιστή  ποδιά στη  μέση, έτσι πού έκρυβε  το  πλατύ χρωματιστό  ζωνάρι με  τα  κρόσια  στην  άκρη,  ανακατεύονταν  με  τα  κουδουνίσματα  των  μουλαριών  καθώς  έτρεχαν  αναλεκτά   και   σκόνιζαν το  φούφουλο (μαλακό)  χώμα  του  δρόμού.  Από  τ  αμπέλι  οι   τρυγητάδες  απάντούσαν   πάνω  στον  ίδιο  σκοπό.

                                      Μαντηλαριά  κι   ασύρτικο
                                       Βουδόματα  κι  αθύρι
                                      Επρόβαλε  η  αγάπη  μου
                                       Από  το παραθύρι.
 Σαν  έφτανε στ΄αμπέλι  ο αγωγιάτης  φώναζε τον  μπαλή και  εφόρτωναν μαζί  τά  γεμάτα  κοφίνια πάνω στα  ψηλά αράθυμα μουλαριά,    παίρνοντας πάλι το  ριμίδι  του γυρισμού  στην  κάναβα. Αν  ηταν λεύτερος κι αντωνιάριζε (αγαπούσε)  καμιά  κοπέλλα που  τρυγούσε  στ΄  αμπέλι τότε πρίν πή το  <ντέ  λάξ ντέ> στα  φορτωμένα  κτήματα  ακουμπούσε  επάνω στην  κρανιά του με το ψηλό  βέρδουλο στην  άκρη  και  τραγουδπύσε.
                                        Μελαχροινή παρ΄ το σπαθί
                                        Και  κόψε την  κεφαλή  μου
                                        Να  πάψουνε  τα  βάσανα
                                        Και  οι  αναστεναγμοί  μου.


[...]Όταν  έφθαναν στην  κάναβα   ξεφόρτωναν  τα  μουλάρια  και  μπατέρνανε   τα κοφίνια στο  πατητήρι    από  την «αφανιά» (άνοιγμα που  ήταν στην  ουρανιά του  πατητηριού  που  συγκοινωνούσε με την  ταράτσα ή την  πεζούλα).  Εδώ  θα  πρέπει  να σημειώσωμε  ότι  οι  περισσότερες  κάναβες  ήταν  υπόσκαφες   για  να  έχουνε  «ανεδοσιά»  (υγρασία)  κατάλληλες στην  συντήρηση  των  κρασιών.

Πάνω  στην  παρασκιά  του  ρακιδιού ήταν  ένα  μεγάλο  καζάνι και  μια  γυναίκα  μαγείρευε  το  φαγητό  των  τρυγητάδων. Το καζάνι φορτωνόταν  επάνω  στο  μουλάρι  και  μέσα  σε  ένα  κοφίνι έβαζαν  τα  σκουτελικά   και  τις  κρίθινες  κουλούρες  σουρωμένες  από   νωρίς,  ώστε    να  είναι    έτοιμα την  ώρα  που  θα   ρχότανε ο  αγωγιάτης για  να  παει στ΄ αμπέλι . Συνήθως το  φαγητό  ήταν  μπακαλιάρος  με πατάτες  η  φάβα  με  λαρδί  για  το  μεσημέρι και  μανέστρα της βεντέμας, όπως την  έλεγαν  για το  βράδυ.  Ξέχασα  όμως το  κολατσό  που ηταν πάντα  μια  κουλούρα κι  ένα  κομμάτι  τυρί. Απόντου  12  η  ώρα  κτυπούσε  η  καμπάνα του  ΄Αη Λιά  και  οι τρυγητάδες άφηναν τα  καλάθια  τους πάνω στην  ντάνα η  στο  έργουλο  όπως  το  λέγανε τότε και  πήγαιναν  κάτω  από  την  πιο  κοντινή  συκιά  που  ο  αγωγιάτης είχε  ξεφορτώσει  το  φαγητό  τους. Εάν δεν  υπήρχε  συκιά τότε  οι  τρυγητάδες  τρώγανε  καταμεσίς του αμπελιού  κάτω  από  τον  καφτερό  ήλιο. Μετά το  φαγητό  που  ήταν  νοστιμότατο  ξάπλωναν  για  να  ξαποστάσουν  μέχρι  νάρθη  το  μερέντι
Ο  τρυγητός  συνεχιζόταν  μέχρι  το  βασίλεμα  του  ήλιου  και  τότε  τραγουδούσαν  όλοι  μαζί  τον  σκοπό της  βεντέμας.
                                    Βασίλεψε  και  σήμερα
                                    Πάει  και  τούτη η  μέρα
                                    Δεν  είδα  την  αγάπη  μου
                                     Να  πάρει  ο  νούς  μου  αγέρα
                                    ΄Ομορφη  πούσαι  αγάπη  μου
                                      Κι΄ ο  ήλιος σε  ζηλεύγει 
                                      Και  όταν  γυρίσει  και  σε  δεί
                                      Πάει  και  βασιλεύγει.
Κουρασμένοι γύριζαν  στην  κάναβα      και  εκεί πάνω  στην  πεζούλα   η  στην  λιθόστρωτη αυλή καθότα κατάχαμα αρέγκου  - ρέγκου = (τριγύρω)  στο  τραπέζι.  Στην  μέση  ήταν  μια μεγάλη σκουτέλα του ζυμωτού  γεμάτη  μανέστρα  και  μια  γυναίκα  γέμιζε τα  γάστρινα  σκουτέλια  των  τρυγητάδων. Στους  άνδρες  έδιναν  και  από  ένα  τσίρο η  ξελουριτόν  μπακαλιάρον   για  να  πιούν  το  κρασί  τους  και  να  ευχηθούν  στο  αφεντικό και  στην  αρχόντισσα <καλά  κρασά >    η   <κάθε  αμπελιά  χίλιες  ρόες>. Πολλές  φορές  οι  κάναβες γειτονεύανε  και  οι  νέοι  και  οι  κοπελλιές  αρχίζανε  τα  τραγούδια  με  λύρες  η  τσαμπούνες  και  ολάκερο  το  χωριό  γλεντούσε  χόρευε  και  τραγουδούσε  τραγούδια  και  παινέματα στα  αφεντικά  και  στις  αρχόντισσες.
                                                Σταφύλια  κόβγουνε  παιδιά
                                                Πάμε  στα  πατητήρια 
                                               Μας  κερνουν  τα΄ αφεντικά 
                                               Και  σπούμε  τα  ποτήρια.
                                                Μέσα  σ΄ αμπέλια  που  τρυούν
                                                Πέντ΄ έξε  κομπανία
                                               Μας  λέει  το  αφεντικό 
                                                Να  παίξουμε    την   λύρα.
                                                Κι΄  οι  άνθρωποι  που  τραγουδούν
                                                 Μπράβος  στ΄ αφεντικό  μας
                                                Θε  να  σου   βγαλουμε   δουλειά
                                               Πουναι  καλό  δικό  μας
Κι΄από  την  άλλη κάναβα ακούγεται  η φωνή  του  μπαλή που  παινεύει   το  αφεντικό  του τον Δελένδα.
                                                   Ποιανού τρυάτε βρέ  παιδιά
                                                    Τρυούμαι  του  Ντελέντα
                                                     Για  τουτο ήλθαμε  και  μείς
                                                     Πουναι  καλή  βεντέμα
Πιο  πέρα  ένας  άλλος  τραγουδεί.
                                                    Το  τρυγητό η  άρχισε
                                                     Και  κόβγουνε   σταφύλια
                                                    Κι  όντες  αποτρυήσουμε
                                                     Θα   πάμε  στην  Αθήνα.

Το  δείπνο  στην   κάναβα  συνεχιζόταν   μέχρι  αργά  και  οι  τρυγητάδες  κουρασμένοι αλλά    ευχαριστημένοι  πήγαιναν να κοιμηθούν  για  να  σηκωθούν  πάλι   τα χαραματα   κι  αυτό  γινόταν  καθημερινώς.
Εδώ  θα  πρέπη   ν΄ αναφέρω τις  πιο  μεγάλες  κάναβες   που  υπήρχαν στην Σαντορίνη  μέχρι  τις  αρχές  του  αιώνος  μας  και  που   σ  αυτές γινόταν  οι  μεγαλύτερες  βεντέμες.
Φηρα (ονόματα  αφεντικών ):  .Στυλιανός  Σαρπάκης, Δημ. Νομικός, Δόν  Δελένδας, Δόν  Ζαχαρίας  Δουράτσος, Δόν  Πέτρος Συρίγος, Δημ.Κουτσογιαννόπουλος, Πετσίτης, Βαρότσης, Ευάγγελος  Κουτσογιαννόπουλος, Ιωαν. Κουτσογιαννόπουλος, Νικ.Αλεξάκης, Ιακ.Πλατής, Μοσχάκης, Γεώργιος  Κωβαίος, Μιχαήλ Αλεφραγκής, Κωστ.Πλατής  και  οι  κάναβες του Ολλανδέζου και  του  Μπελουσού.
ΟΙΑ (Επάνω  Μεριά) Γερας. Μαυρομμάτης, Γεώργ.Μαυρομμάτης,  Ματθ. Μαυρομμάτης, Εμμ.Μαυρομμάτης, Κων.  Μαυρομμάτης, Νικ. Μαυρομμάτης, Ιδομενευς Σαρρής, Ειρηνικός Αλαφούζος, Κωνστ. Πλατής,  Αντώνιος  Αλαφούζος(ο  ΄Αρειος), Μιχ. Αλαφούζος,  Νικόλ.Νομικός (πατήρ  του  εφοπλιστού κ. Λουκά  Νομικού).
ΚΑΡΤΕΡΑΔΟΣ. Οι κάναβες   του  Ζάννου και  του  Μανωλακάκη.
Μεσσαριά .  Αντώνιος  Βενετσανος,  Εμμαν. Σαλίβερος,  Εμμ.Αργυρός  , Αντώνιος  Μαρκεζίνης .Εμμ. Φουστέρης( κρομμυδας    και  ο  Φουστέρης  του  Μπεγιαντέ.
ΠΥΡΓΟΣ   Βυδιάνος  Ζάννος (συμβολαιογράφος ), Μάρκος  Μαυρομμάτης ιατρός,  Μιχαλάκης  Λαγκαδας  ιατρος, Γιακουμάκης  Χρυσός(χονδρός) Μιχ.Γαβαλάς ( Κουτσού)
Αθανάσιος  Μουσούρης( καθηγητής) .Αλέξανδρος  Μαλασπίνας, Δημήτριος  Μαλασπίνας, Γαβριήλ Σορώτος(του  Μιχελάκη και  Παπά Πέτρος  Σορώτος, Αθανάσιος Καφούρος  και Εμμ.Καφούρος, Αντ. Καραμολέγκος (του  Γλέζου  )  , Αντ. Φίτρος (του  Σολωμού).  Αγγελετάκης  Γαβαλάς (Πασπαλάς)   , Αγγελέτος  Ζώρζος   (Γριζαλής), Ιωάννης  Γαβαλάς του Γούμενου   και  Γεώργιος  Κουτσογιαννόπουλος.
ΕΞΩ  ΓΩΝΙΑ  .   Γεώγιος  Σαλίβερος, Γεώργιος  Αλαφούζος  συμβολαιογράφου και  Αργυρός.
ΕΠΙΣΚΟΠΗ  ΓΩΝΙΑΣ  . ΣΠ. Ρουσσος, Μόν  Σινιόρης (επίσκοπος  καθολικών) Μιχ.  Αλαφούζος και  Μαρκος  Μητροπίας.
ΜΕΓΑΛΟ  ΧΩΡΙΟ   . Γιακουμάκης  Κορωνιός, Αντώνης  του  Ακύλα  (Μετόχι)   Βασίλειος  Γαβαλάς (Πονήρης )   Βδοκού  Γαβαλά,  Αντώνιος  Βενετσάνος Νασκια Ρούσσου, Τζώρτζης  Σαλίβερος Μπατζανης  , Α ντωνάκης  Ακύλας οι  κάναβες  του  Ζάννου (Σκαρίτης )   Βιτοράκη και  του  Μιχελάκη  του  Πλούσιου,
ΕΜΠΟΡΕΙΟΝ  . Μαρκος  Δρόσος  Δήμαρχος  Εμπορέίου Δημ. Χατζόπουλος Εμμ, Γριβας, Ευστάθειος Λυγνός  Λαζαρακης  Συρίγος Νικ. Γρίβας (Δακορώνια ), Ιωάννης  Κατσίπης (Γρίβας) Σπύρος  Λαγκαδας  Λουκάς  Βασσαλος  Δημήτριος  Βενιέρης  ( Λαμπίκης)  Μάρκος  Βασσάλος ιερεύς   Μαρκος  Βαζαίος Μαρκής   Αντωνάκης  Μπάιλας Βασίλης  Σιγάλας του  Κοκκινου  Νικος  Δρόσος  Πουλάδης, Μαρκάκης  Δεναξάς  ιερεύς  , Νικολάκης του  Κονόμου Ιάκωβος  Πρέκας (Βενιζέλος  )  Γεώργιος  Σεγρέδος  Λάζαρος  Δρόσος    Χριστουδάκης  Αντώνιος  Σιγάλας   Μούγκρος  Ιάκωβος  Δρόσος  Δράκος  Γιάκουμος  του  Πιπινιού και  πολλοί  άλλοι  μικροκαναβιώτες των  οποίων  τα  ονόματα  δεν   ενθυμούμαι.
΄Όπως  βλέπομεν  υπήρχαν  την  εποχή εκείνη εκατόν  αφεντικά που  είχαν  υπό  την  κατοχήτων  ένα  μεγάλο μέρος  από  τις  10.000  περίπου   ζευγαριές   αμπελιών  της  Σαντορίνης   . 
΄ Ενας  αριθμός  αμπελιών   ήταν  Μοναστηριακά    όπως     100 ζευγαριές της μονής Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου, 600 ζευγαριές της μονής χοζοβιώτισσης Αμοργού, 300 ζευγαριές του Προφήτη Ηλία 500 ζευγαριές των Καθολικών εκ των οποίων οι 300 άνηκον εις τον εκάστοτε Επίσκοπο των Καθολικών και 200 εις τους δύο ιερείς . ήταν ένας από τους  έτσι ο  μον Σινιόρης ήταν από τους μεγαλύτερους κτηματίες της Σαντορίνης και σε συνέχεια οι καθολικοί ιερείς Δον Δελένδας και Δον ζαχαρίας.
Μετά τον τρυγητό ακολουθούσε το πάτημα των σταφυλιών στα πατητήρια. Το πάτημα γινόταν μόνον από άνδρες που πατούσαν και μαγκάνιζαν τα τσάμπουρα και τις ρόγες νυχθηερόν. Ο αράθυμος μούστος έρεε στο λινό από το κουντούτο του πατητηριού και όταν γέμζε γινόταν το άγγλισμα με κουβάδες και ντενεκέδες και οι κουβαλητάδες γέμιζαν τα βουτσά και τις άφουρες. Στο τέλος μάζευαν το «ψημένο» (σταφύλια που έμειναν στις λιάστρες επί μία εβδομάδα και κατόπιν τα πατούσαν για να φιάξουν το βισάντο).
Περί  το  τέλος  Σεπτεμβρίου τελείωνε  και  το  πάτημα των  σταφυλιών και  αρχάς   Οκτωβρίου ετοίμαζαν τα  καζανια για  την  Παρασκευή της  τσικουδιάς  στο  ρακιδιό(ιδιαίτερος κλειστός   χώρος  χωριστά από  την  κάναβα). Εκεί  γινόταν η απόσταξις  από  τα  μαγκανισμένα « τσίκουδα»  και  ηταν  καθορισμένη η  ποσότης της  ρακής  με  ειδική  άδεια που εδίδετο  από την χωροφυλακή.
Στο  τέλος  ένας  χωροφύλακας  έπρεπε  να  σφραγίσει τά  καζάνια για  να  αποφευχθέί η παράνομος  παρασκευή  άλλης  τσικουδιάς  , από την  ποσότητα  που  ώριζε  η  άδεια  .
Στις  22 Οκτωβρίου  εορτήν του Αγίου Αβέρκιου  τα  αφεντικά  πήγαιναν  στις  κάναβες και  σταύρωναν με  το  βασιλικό  που  έπαιρναν  από  την  εκκλησιά, τα  βουτσά και  τις  άφουρες  και  ψάλλοντας  το  απολυτίκιο του  Αγίου,  άνοιγαν  την  σφήνα και  δοκίμαζαν  τα  νέα   κρασιά  .

Κατόπιν  έστρωναν  τραπέζι  με  κάθε  λογής  μεζέδες και ιδαιτέρως  παστά  ορτύκια και  με  τις παρέες των  έτρωγαν, χόρευαν  και  τραγουδούσαν  όλη  την  ημέρα  με  λύρες  βιολιά και  τσαμπούνες. ΄Ηταν  μια  μέρα  γεμάτη  κέφι, πιοτό  και  τραγούδι. ΄Ολοι έπρεπε να  γλεντήσουν, να  μεθύσουν  με  τα  νέα  κρασιά  , να  τραγουδήσουν, να  χορέψουν  να  ξεχάσουν  τους  καημούς  και  τα  βάσανα  για  να  ξαναρχίσουν πάλι την  δουλειά  στα  αμπέλια  το  κλάδεμα, το  τύλιγμα, το  λάκισμα  και  το θειάφισμα  μέχρι  νάρθει  πάλι η  νέα  βεντέμα, η  μεγάλη αυτή  γιορτή της  Σαντορίνης  με  τα  τραγούδια  που  χάθηκε και  ξεχάσθηκε  για  πάντα .-

Απόσπασμα κειμένου από  Μ.Ρούσσος: Λαογραφικά της Σαντορίνης Αθήνα 1971 

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

Σταχυολογήματα για το σεισμό του 1956 της Σαντορίνης


 paris Match 9  Ιουλίου 1956 
      60 Χρόνια από τον μεγάλο Σεισμό της Σαντορίνης
2.       1956- 2016 : 60 Χρόνια από το Σεισμό της Σαντορίνης - Εφημερίδα "ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ" - 10 Ιουλίου 1956
3.       1956- 2016: 60 Χρόνια από το Σεισμό της Σαντορίνης- Εφημερίδα ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ 13 Ιουλίου 1956
4.       1956 - 2016 : 60 χρόνια από το Σεισμό της Σαντορίνης- Ο Τίμιος Σταυρός της Περίσσας
5.       1956- 2016: 60 χρόνια από το σεισμό της Σαντορίνης, Εφημερίδα Ταχυδρόμος Αιγύπτου 13 Ιουλίου 1956
6.       1956- 2016 : 60 χρόνια από το σεισμό της Σαντορίνης - Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 10 Ιουλίου 1956
7.       1956-2016: 60 χρόνια από το σεισμό της Σαντορίνης- Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 11 Ιουλίου 1956
8.       1956- 2016: 60 χρόνια από το σεισμό της Σαντορίνης- Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 13 Ιουλίου 1956
9.       To "Paris Match" στη Σαντορίνη του 1956
10.   Ραδιοφωνικό Αφιέρωμα στο Σεισμό του 1956
11.   O σεισμός του 1956 στη Σαντορίνη
12.   Αφήγηση για το σεισμό από το Μεγαλοχώρι
13.   Αφηγήσεις για το σεισμό του 1956
14.   Ο σεισμός του 1956 στη Σαντορίνη, μέσα από τον "Νεολόγο Πατρών"
15.   Ο σεισμός του 1956 μέσα από τα μάτια και τις θύμησες ενός παιδιού από την Τήνο,
16.   Όταν μια φωτογραφία του σεισμού της Σαντορίνης ( 1956) διηγείται ...
17.   ο Γεώργιος Ράλλης και η σχέση του με τη Σαντορίνη
18.   ο σεισμός της Σαντορίνης και οι πολιτικές προεκτάσεις του
19.   ΄Τρομακτικός σεισμός έπληξε εχθές την Θήρα"- Εφημερίδα Ελευθερία 10 Ιουλίου 56
20.   ο Θηραϊκός Όρθρος του Χθες ...στο Σήμερα
21.   Άλλη μία αφηγηση για το σεισμό της Σαντορίνης
22.   Σεισμός του 1956: Ανταπόκριση από ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία
23.   11 Ιουλίου !956 : Εφημερίδα Καθημερινή – Σεισμός της Σαντορίνης
24.   Ένα θαύμα στην Κάλυμνο του 1956
25.   Ήταν 9 Ιουλίου 1956: Πρώτη ανταπόκριση από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ
26.   Ανέτειλε η 9 Ιουλίου: Η ημέρα όπου τα πάντα άλλαξαν στο νησί της Σαντορίνης
27.   Μνήμη του Σεισμού της Σαντορίνης (Μ.Α.Σ.)
28.   το τσουνάμι του Αιγαίου
29.   Τα ντενεκίδια του Αι Γιάννη στα Φηρά.
30.   Παγκράτιον το Σαντορινιό:
 Αλλά και
Στέλλα Δαμασκηνού: Αφήγηση για το σεισμό του 1956
Βάλσαμος Πιτσικάλης: Αφήγηση για το σεισμό του 1956
κ. Ελευθερία – Ακρωτήρι
Bιργινία Τζούρου – Σεισμός 1956
Ειρήνη Κώχ :
Ζημιές από το σεισμό της 9ης Ιουλίου
Ενα τσουνάμι στο Αιγαίο το 1956,

O ΣΕΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 1956
Η ημέρα που βγήκαν τα ποντίκια- 9 Ιουλίου 1956
ο σεισμός του 1956 στην Νάξο

1956- 2016: 60 χρόνια από το σεισμό της Σαντορίνης- Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 13 Ιουλίου 1956


 του Δημήτρη Ψαθά:

Είναι πολλά χρόνια που έχω να επισκεφθώ τη Σαντορίνη. Ίσως και είκοσι. Μου έμεινε όμως από την πρώτη εκείνη μοναδική επίσκεψη, τόσο έντονη η εντύπωση ώστε και σήμερον ακόμα  τη θυμάμαι ζωηρότατα, την ιδιόρρυθμη ομορφιά της, με το κάπως αγριωπό λιμάνι της και ύστερα την απόκρυμνη ανηφοριά προς την κατοικημένη πολιτεία. Αιτία της επίσκεψης μου τότε, ήταν ποια άλλη, το περίφημο ηφαίστειο της,  που ξαφνικά είχε αναλάβει δράση και ξεσήκωσε τους δημοσιογράφους. Την βαλίτσα σου και δρόμο μου είχε πει ο αρχισυντάκτης μου. Νεαρός τότε συντάκτης, και πρόχειρος στις αποστολές του είδους, ανησύχησα.
-       Τι συμβαίνει;
-       Το ηφαίστειο
-       Τι κάνει το ηφαίστειο;
-       Ότι συνήθως κάνουν όλα τα ηφαίστεια του κόσμου. Βροντάει, καπνίζει και πετάει μύδρους. Δεν έχεις περιέργεια; Πήγαινε να τα δεις και να τα περιγράψεις.
Ομολογώ ότι δεν είχα τόσο μεγάλη περιέργεια να δω και να περιγράψω ένα ηφαίστειο εν δράση, γι αυτό και έφυγα για το νησί χωρίς μεγάλη όρεξη. Στο νου μου, άστραφταν καπνίζοντες Βεζούβιοι και Αίτνες μαζί με θαμμένες Πομπήιες Τι τάχα θα βλεπα στη Σαντορίνη με το ηφαίστειο της εν πλήρη ενεργεία; Όμως οι ανησυχίες μου, διαλύθηκαν μόλις έφτασα ψηλά στην πολιτεία, επωχούμενος μουλαριού. Όπου το νησί μου φάνηκε μαγευτικό με τις τόσες ομορφιές του και τους τόσο καλούς και πρόσχαρους ανθρώπους του.
-       Τι γίνεται με το ηφαίστειο ρωτούσα ;
-       Ω τίποτα, μου απαντούσαν, ήσυχοι. Πετάει κουνουπίδι.
-       Κουνουπίδι; ; ; ;
-       Ναι. Για κοίταξε … να το κιολας. Ξανα πέταξε.
Πραγματικά το ηφαίστειο που φαινόταν πέρα σαν βουναλάκι κατάμαυρο, από καιρό σε καιρό τίναζε στα ύψη, πυκνό καπνό σε σχήμα κουνουπιδιού  και πλέον ου. Μας φάνηκε, λοιπόν, σε όλους τους συντάκτες της αποστολής, σαν το πιο καλόβουλο και ήμερο ηφαίστειο του κόσμου  που θα μπορούσε να το δει κανείς και από πολύ κοντά. Αποφασίσαμε, λοιπόν, όλοι να νοικιάσουμε μια βάρκα για να το ζυγώσουμε και να το περιεργαστούμε από πιο κοντά. Βαρκάρη δεν δυσκολευτήκαμε να βρήκαμε. Πρόθυμα για την εκδρομή και σε λιγάκι να μαστε όλοι μέσα με κατεύθυνση το ηφαίστειο. Σε λίγη ώρα, ανοιχτήκαμε και περνούσαμε τη σειρά των λόφων που αναδυόντουσαν μέσα από τη θάλασσα, κατάμαυροι σαν κάρβουνα από την προαιώνια ίσως δράση του  ηφαιστείου. Ο κρατήρας φαινόταν παραπέρα να καπνίζει. Πάντα ήσυχος. Και δεν μας έδινε κανένα σοβαρο σημάδι ανησυχίας. Ήταν ένα βουναλάκι στρογγυλό σχεδόν, κατάμαυρο και αυτό γεμάτο, όμως πυκνούς καπνούς.
-Προχωρούμε λίγο ακόμη
- Κα δεν προχωρούμε
- Πατριώτη έχει κίνδυνο…..
- δεν ξέρω. Καλά είμαστε εδώ.


0 βαρκάρης που μας έφερε μέχρις εκεί ξέροντας κάτι παραπάνω από εμάς για το ηφαίστειο κωπηλατούσε διστακτικός και μας σύστησε να βάλουμε το δάχτυλο στη θάλασσα. Δοκίμασα και είδα ότι το νερό ένα περίεργο πρασινοκίτρινο νερό, ήταν σχεδόν βραστό και δεν μπορούσες να κρατήσεις τα δάχτυλά σου ούτε δευτερόλεπτα. Το τοπίο αγρίευε όλο και περισσότερο. Ο αέρας ήταν ζεστός και μύριζε θειάφι. Όμως η περιέργεια, μας κέντριζε και με το έντρομο θάρρος, της ηλικίας μας παρακαλούσαμε το βαρκάρη να μας πάει πιο κοντά Δεν πρόφτασε ο άνθρωπος να τραβήξει πέντε η δέκα φορές τα κουπιά του όταν ξαφνικά ακούστηκε ένα φοβερό υποχθόνιο μουγκρητό με ένα οξύ σφύριγμα και είδαμε παγωμένοι από τον φόβο το πιο περίεργο θέαμα που είχαμε δει ποτέ ολόκληρο το μαύρο βουναλάκι, το κυρίως ηφαίστειο, με τον κρατήρα- άρχισε να φουντώνει ενώ από την κορυφή του τινάζονταν με δαιμονισμένη οργή και κρότους τεράστιες φλογισμένες  πέτρες κοκκινόμαυρες που πέφτανε γύρω τριγύρω σε μικρή απόσταση από τη βάρκα μας.
-       Ύψιστε Κύριε, μία να μας πετύχαινε θα μας βουλιαζε και θα πνιόμαστε στη ζεματιστή θάλασσα σαν τα κοτόπουλα.
-       Πίσω για όνομα της Παναγίας  …
Τρομαγμένοι γυρίσαμε στην πολιτεία, όπου, όμως, το καλοσυνάτο χαμόγελο των κατοίκων μας ησύχασαν.
-       Δεν ήτανε τίποτα παιδιά. Το ηφαίστειο μας πέταξε….κουνουπίδι.
-       Έτσι γίνεται κάθε φορά!!!
-       Έτσι μόνο …
Έφυγα από τη Σαντορίνη παρόλη την περιπέτεια με αναμνήσεις ειδυλλιακές για το ωραίο και ιδιότροπο νησί που γνώρισε και αυτό με τη σειρά του  την καταστροφή από το φοβερό σεισμό της περασμένης κυριακής. Το ηφαίστειο σίγησε τούτη τη φορά, αλλά η κακή μοίρα του τόπου μας- αλοίμονο – έκανε και πάλι το τρομερό της θαύμα.

Το Μεγαλοχώρι της Αθήνας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΚAI ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ Τὸ Μεγαλοχῶρι τῆς Ἀθήνας Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ παλιὲς συνοικίες τῆς Ἀθήνας, τὸ Μεταξουργεῖο, ἦλθαν οἱ Μεγαλοχωριανοὶ...