Κυριακή 11 Αυγούστου 2013

Οι "σαρωνιές της Κάναβας" Μ. Γυφτογιάννη



…. «Oι σαρωνιές


φώτο: Αρτεμία Αργυρού
Ο Ροβέρτος τα τελευταία χρόνια είχε ανανεώσει στο μέσο αριστερό μέρος της κάναβας την εγκατάσταση για απόσταξη για παραγωγή τσικουδιάς. Ένα δωμάτιο ολόκληρο ήταν το μάγκανο. Ήταν μια κάναβα με τα όλα της. Με παράθυρα εξαερισμού με γούρνες βαθίές έτοιμες για να πλένουν οι εργάτες τα πόδια τους πριν μπουν στο πατητήρι αλλά αυτό που δεν καταλάβαινε η Δομινίκη ήταν οι τόσες σκούπες γύρω από τα πατητήρια.
« Μπαρμπά Βαγγέλη! Καλέ τι είναι όλες τούτες οι σκούπες» του φώναξε καθώς εκείνος βρισκόταν στο μέσα δωμάτιο και καθάριζε το μάγκανο.
-        Τις σαρωνιές με την αλιγαριά λες Δομινίκη μου; Της αποκρίθικε
-        Ναι. Τις σκούπες , τις σαρωνιές που λες κι εσύ μπαρμπά –Βαγγέλη.
Εκείνος τότε πήγε κοντά της, στρίβοντας το μουστάκι του με τα πλατιά του χέρια. Άναψε το σέρτικο και άρχισε να τις μαθαίνει. ….
-        Τούτες οι σαρωνιές παιδί μου είναι για να κάμομε αέρα σε αυτούς που πατούν τα σταφύλια γιατι ο θυμός του μούστου τους ζαλίζει, οι αναθυμιάσεις είναι πολλές και όσα παραθυράκια και αν ανοίξεις στις κάναβες ποτέ δεν είναι αρκετό για να ανανεώσουν τον αέρα. Για τούτο το λόγο οι πατητάδες θα δες, ότι όπως  δένουν το άσπρο μαντίλι στο κεφάλι τους για να κρατούν τον ιδρώτα τους έτσι βάζουνε και στο αυτί τους ένα κλωνάρι βασιλικό για να τον μυρίζουνε και να σπάνε τη μεθυστική μυρωδιά του μούστου. Αλλά δεν είναι τίποτα τούτο, μπροστά στις βαριές και επικίνδυνες αναθυμιάσεις που είναι στο βάθος στο λινό. Εκεί που λες περιστέρα μου, πέφτει ο μούστος από τα πατητήρια. Όταν οι ληνοί γεμίζουν,, οι εργάτες ρίχνουν γκαζοντενεκέδες τους γεμίζουν με μούστο και τον ρίχνουνε σε τούτα τα τεράστια βαρέλια που βλέπεις τις αφούρες. Αυτός όμως που πρέπει να κατέβει στο τέλος στον πάτο του ληνού για να ανέβάσει με  τη σκάλα ντενέκε ντενέκε τον τελευταίο μούστο και να καθαρίσει το ληνό, πρέπει να είναι δυνατός, γιατί ήδη ο μούστος έχει αρχίσει και βράζει και οι αναθυμιάσεις γίνονται επικίνδυνες. …Όλα αυτά θα τα δεις και θα τα καταλάβεις σε τρεις μέρες που θα αρχίσουμε τη βεντέμα….»
Μαίρη Γυφτογιάννη: Δομινίκη Η Ζωή της από λάβα και Αλμύρα

Η Βεντέμα της Σαντορίνης - Μ. Αβέρκιου Ρούσσος

 Μέχρι πριν από τον 2ον Παγκόσμιον πόλεμον η «βεντέμα» (ο τρυγητός) ήταν ένα πραγματικό πανηγύρι. Η προετοιμασία της βεντέμας άρχιζε με το πλύσιμο των πατητηριών και των «λινών» (δεξαμενή είδους φρέατο, εις το οποίον έρρεε ο μούστος από το πατητήρι), των βαρελιών, άφουρες βουτσά και «μπόμπες» (μεγάλα
βαρέλια χωρητικότητος τεσσάρων βουτσών). Σε συνέχεια σκουπίζανε τις πεζούλες όπου θα απλώνανε τα σταφύλια που θα πατούσανε για το βυσάντo. Όλες αυτές οι δουλειές γινόταν καθ' όλην την διάρκειαν του Αυγούστου σε όλες τις κάναβες της Σαντορίνης.
Την 1ην Σεπτεμβρίου τα βέργινα κοφίνια φρεσκοπλιμένα περίμεναν στις μεγάλες λιθόστρωτες αυλές έτοιμα να  φορτωθούν στα γεροδεμένα μουλάρια και να μεταφερθούν στα αμπέλια για το πρώτο κοφίνιασμα. Οι αγωγιάτες στόλιζαν τα ζώα τους κρεμόντας ολόγυρα στο λαιμό τους γαλάζιες χάνδρες, κογχύλια, κουδούνια, φυλακτά και πολύχρωμες φούντες. Το σύνθημα εδίδετο με το κτύπημα μεγάλης καμπάνας. Οι τρυγητάδες άνδρες, γυναίκες, κοπέλλες και παιδιά τρόχιζαν τα φερεντίνια τους πάνω στα πουριά ή στις μαυρόπετρες και με τραγούδια ξεκινούσαν με τα καλάθια περασμένα στα μπράτσα τους. Οι γυναίκες φορούσαν άσπρα μαντήλια δεμένα με τέτοιο τρόπο ώστε εφαίνοντο μόνο τα μάτια τους και πάνω από τα μαντήλια φορούσαν ένα σκιάδι, ήταν ξυπόλυτες αλλά τα πόδια τους ήταν σκεπασμένα με χονδρές κάλτσες πλεγμένες από τις ίδιες με καλτσοβελώνες. Οι άνδρες φορούσαν σκιάδια τραγιάσκες, και πλατύγυρα χρωματιστά ζωνάρια στη μέσηκαι φυσικά ήταν ξυπόλυτοι. Ο μπαλής (επιστάτης) ήταν για να επιβλέπη την διαλογή των σταφυλιών, χωριστά τα μαύρα μαντηλαριές, χωριστά τα άσπρα ασύρτικα και τα αηδάνια και ώριζε ένα τρυγητή για τα ξενόλοα = άθήρια, βουδόματα, εφτάκοιλα, μαυροτράνανα, αητονύχια, ποταμισές, βάφτρες, ασπροβουδόματα, κατσανιές, πλατάνια γλυκάδες και άλλα που θα πήγαιναν στις λιάστρες για σταφίδες.

Ο τρυγητός άρχιζε και οι τρυνητάδες σκυμμένοι πάνω στις αμπελιές γέμιζαν τα καλάθια τους τραγουδώντας κι όταν τα γέμιζαν τ’ άδειαζαν στα κοφίνια και ο μπαλής τα σκέπαζε με τα «χώσματα» δένοντάς τα ολόγυρα με αλιγαδούρα (ψιλό σχοινί). Από μακρυά ακουγόταν το τραγούδι του αγωγιάτη με τον γλυκό σκοπό της βεντέμας:
'Ωωωω Βεντέμα ήλθε βρε παιδιά
και πάρτε το χαμπάρι
θα πάρω την ψιλή κρανιά
να κάτσω στο μουλάρι.

Το γλυκό τραγούδι του αγωγιάτη, με την κρανιά και την κανάβινη χρωματιστή ποδιά στη μέση, έτσι που έκρυβε το πλατύ χρωματιστό ζωνάρι με τα κρόσια στην άκρη, ανωκατεύονταν με τα κουδουνίσματα των μουλαριών καθώς έτρεχαν αναλεκτά και σκόνιζαν το φούφουλο (μαλακό) χώμα του δρόμου. Από τ' αμπέλι οι τρυγητάδες απαντούσαν πάνω στον ίδιo σκοπό:
Mαvτηλαριά κι ασύρτικο
Βουδόματο κι αθύρι
επρόβαλε η αγάπη μου
από το παραθύρι

Σαν έφτανε στ' αμπέλι ο αγωγιάτης φώναζε τον μπαλή και εφόρτωναν μαζί τα γεμάτα κοφίνια πάνω στα ψηλά αράθυμα μουλάρια παίρνοντας πάλι το ριμίδι του γυρισμού στην .κάναβα, Αν ήταν λεύτερος κι αντωνιάριζε (αγαπούσε) καμμιά κοπέλλα που τρυγούσε στ' αμπέλι τότε πριν πη το «ντε λαξ ντε» στα φορτωμένα κτήματα ακουμπούσε επάνω στην κρανιά του με το ψηλό βέρδουλο στη άκρη και τραγουδούσε:
Μελαχροινή παρ' το σπαθί
και κόψε την κεφαλή μου
να πάψουνε τα βάσανα
κι οι αναστεναγμοί μου.
Αν η μελαχρoινή κοπέλλα δεν ανταποκρινόταν στην αγάπη του γιατί αγαπούσε κάποιον άλλον ή   ήταν θυμωμένη μαζί του τότε του απαντούσε με τούτο το τραγούδι που την κάθε του στροφή τραγουδούσαν μαζί οι άλλοι τρυγητάδες με τον σκοπό της βεντέμας:
Δεν θέλω πια να μ' αγαπάς
να λες και το όνομά μου
γιατί ποτέ δεν ήκαμες
και με τα θέλημά μου

Τότε απογοητευμένος ο νεαρός ανωγιάτης με τον βασιλικό στ’ αυτί κεντούσε τα φορτωμένα μουλάρια του τραγουδώντας:
Δεν ημπορώ να κάνω αλλοιώς
να μη σε ζωγραφίσω
για να θωρώ την ζωγραφιά
να μη σ’ αλησμονήσω

Όταν έφθαναν στην κάναβα ξεφόρτωναν τα μουλάρια και μπατέρνανε τα κοφίνια στο πατητήρι από την «αφανιά» (άνοιγμα που ήταν στην ουρανιά του πατητηριού που συγκοινωνούσε με την ταράτσα ή την πεζούλα). Εδώ θα πρέπει να σημειώσωμε ότι οι περισσότερες κάναβες ήταν υπόσκαφες για νάχουνε «ανεδασιά» (υγρασία) κατάλληλες στην συντήρησι των κρασιών.

Πάνω 'στην παρασκιά του ρακιδιού ήταν ένα μεγάλο καζάνι και μια γυναίκα μαγείρευε το φαγητό των τρυγητάδων. Το καζάνι φορτωνόταν επάνω στο μουλάρι και μέσα σ' ένα κοφίνι έβαζαν τα σκουτελικά και τις κρίθινες κουλούρες σουρωμένες από νωρίς, ώστε να είναι έτοιμα όλα την ώραν που θα 'ρχότανε ο αγωγιάτης για να πάη στ' αμπέλι. Συνήθως το φαγητό ήταν μπακαλιάρος με πατάτες ή φάβα με λαρδί για το μεσημέρι και μανέστρα της βεντέμας, όπως την έλεγαν, για το βράδυ. Ξέχασα όμως το κολατσό που ήταν πάντα μια κουλούρα κι ένα κομμάτι τυρί. Απόντου 12 η ώρα κτυπούσε η καμπάνα του Αη Λιά και οι τρυγητάδες άφηναν τα καλάθια τους πάνω στην ντάνα ή στο έργουλο όπως το λέγανε τότε και πήγαιναν κάτω απ' την πιο κοντινή συκιά που ο αγωγιάτης είχε ξεφορτώσει το φαγητό τους. Εάν δεν υπήρχε συκιά τότε οι τρυγητάδες τρώγανε καταμεσίς του αμπελιού κάτω από τον καφτερό ήλιο. Μετά το φαγητό που ήταν νοστιμότατο, ξάπλωναν για να ξαποστάσουν μέχρι νάρθη το μερέντι. Η λέξις μερέντι έχει δύο σημασίες η κυρία της έννοια είναι απόγευμα, αλλά για τους Μποργιανούς εργάτες του κάμπου είναι ένα σημείον στο κοίλωµα της Κατεφιανής που όταν φωτισθή από μια αχτίνα του ήλιου α πρέπει να σηκωθούν για ν' αρχίσουν την απογευματινή δουλειά τους.
Ο τρυγητός συνεχιζόταν μέχρι το βασίλεμα του ήλιου και τότε τραγουδούσαν όλοι μαζί στο σκοπό της βεντέμας:
Βασίλεψε και σήμερα
πάει και τούτη η μέρα
δεν είδα την αγάπη μου
να πάρη ο νους μου αγέρα
***
Όμορφη πούσαι αγάπη μου
κι' ο ήλιος ζηλεύγει
Κι όταν γυρίσει και σε δει
πάει και βασιλέγει.

Κουρασμένοι γύριζαν στη κάναβα και εκεί πάνω στην πεζούλα ή στην λιθόστρωτη αυλή καθόταν κατάχαμα αρέγκου --ρέγκου = τριγύρω στο «τραπέζι». Στη μέση ήταν μια μεγάλη σκουτέλα του ζυμωτού γεμάτη μανέστρα και μια γυναίκα γέμιζε τα γάστρινα σκουτέλια των τρυγητάδων. Στους άνδρες έδιναν και από ένα τσίρο ή ξελουριστόν μπακαλιάρον για να πιούν το κρασί τους κα  να ευχηθούν στο αφεντικό και στην αρχόντισσα «καλά κρασά» ή κάθε αμπελιά χίλιες ρόες». Πολλές φορές οι κάναβες γειτονεύανε κι οι νέοι και οι κοπελλιές αρχίζανε τα τραγούδια με λύρες ή τσαμπούνες και ολάκερο το χωριό γλεντούσε χόρευε και τραγουδούσε τραγούδια και παινέματα στα αφεντικά και στις αρχόντισσες:
Σταφύλια κόβγουνε παιδιά
πάμε στα πατητήρια
μας κερνούν τ' αφεντικά
και σπούμε τα ποτήρια.
***
Μέσα σ’ αμπέλια που τρυούν
πέντ' έξε κομπανία
μας λέει το αφεντικό
να παίξουμε τη λύρα.
***
Κι οι άνθρωποι που τραγουδούν
μπράβο αφεντικό μας
θε να σου βγάλουμε δουλεία
πούναι καλό δικό μας
Κι' από την άλλη κάναβα ακούγεται η φωνή του μπαλή που παινεύει το αφεντικό του τον Δελένδα:
Ποιανού τρυάτε βρέ παιδιά
τρυούμε του Ντελέντα
για τούτο ήλθαμε και μεις
πούναι   καλή   βεντέμα

Πιο πέρα ένας άλλος τραγουδεί:
Το τρυγητό ή άρχισε
Και κόβγουνε σταφύλια
κι' όντες αποτρυήσουμε
θα πάμε στην Αθήνα

Αλλά και τα τραγούδια της αγάπης έχουν την πρώτη σειρά στο σκοπόν της βεντέμας με την συνοδεία των τοπικών οργάνων (λύρα, τσαμπούνας ή μούζικας). Έτσι ένας ερωτευμένος τρυγητής τα βάζει με την κεφαλή του επειδή αγάπησε πολύ.
Ανάθεμά σε κεφαλή
σπάσιμο θέλεις πάλι
στα βάσανα που βαλες
πάσκισε να με βγάλης.

Κάποιος άλλος που έχασε την αγάπη του γιατί αυτή αγάπησε κάποιον άλλον τραγουδά:
Κατάλαβα τα λόγια σου
πως είναι μπερδεμένα
κι' αν αγαπήσης άλλονε
δεν είναι σαν .κι εμένα.
Δεν νταγιαντίζω μάτια μου
με τα πεισματικά σου
μ' έκαψες και με φλόγισες
με τα καμώματά σου.
***
Για δες πως με κατάντησες
και δεν μεταλαβαίνω
κι από το χέρι του παπά
αντίδωρο δεν παίρνω

Το δείπνο στην κάναβα συνεχιζόταν μέχρι αργά και οι τρυγητάδες κουρασμένοι αλλά ευχαριστημένοι πήγαιναν να κοιμηθούν για να σηκωθούν πάλι τα χαράματα κι αυτό γινόταν καθημερινώς.

Πηγή: ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ
Μάρκου   Αβερκίου   Ρούσσου
Αθήνα   1971

Κυριακή 21 Ιουλίου 2013

Αναδίφηση στη ψηφιακή Σαντορίνη : Πανδέκτης και Ηλιος

Αναδίφηση στη Ψηφιακή Σαντορίνη – 2) Πανδέκτης : Ψηφιακός Θησαυρός Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού
Ο ΠΑΝΔΕΚΤΗΣ περιλαμβάνει σημαντικές ψηφιακές συλλογές ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Πρόκειται για συλλογές από τα Ινστιτούτα Νεοελληνικών Ερευνών, Βυζαντινών Ερευνών, και Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητας, που ψηφιοποιήθηκαν και διατίθενται ψηφιακά από το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης..
Στην αναζήτηση του Πανδέκτη μπορείτε να βρείτε http://pandektis.ekt.gr/pandektis/history.jsp :
1.      Φωτογραφίες και μικρό ιστορικό των Ιγνάτιου Μοσχάκη Πέτρου, Ζάνου, Ιωσήφ Δεκιγάλλα, Βλάχου Νικόλαου Νομικού Σπύρου, κ.α.
2.      Φωτογραφίες με επεξηγηματικό χαρακτήρα από τα εργοστάσια Ντομάτας, από Κάναβες, από παλιό επιπλοποιό στα Φηρά, ( Ελ. Μελιχούρτη) μέσα από την Ενότητα «Βιομηχανίες και Βιοτεχνικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο»
3.      Κάποιες μορφές Δασκάλων Σαντορινιών (Ακύλα Βίκτωρ, Βελώνια Μαρία, Τσιγάλα Αντώνιο,)  μέσα από την Ενότητα οι Λειτουργοί της Ανώτατης, Μέσης και Δημοτικής Εκπαίδευσης.
4.      Εικόνες και σχέδια από τη Σαντορίνη του 18ου αιώνα μέσα από την Ενότητα Ταξιδιωτική Γραμματεία
5.      Κάποια μοναστηριακά αρχεία  όπως « Αφιέρωση στη μονή Ξηροποτάμου της εκκλησίας των Αγίων Πάντων στη Σαντορίνη από το Βαρδάλαχο Πολίτη και τη σύζυγό του Μαρία» κ.α.
































Αναδίφηση στη Ψηφιακή Σαντορίνη: 3) ΗΛΙΟΣ – Αποθετήριο Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

Ενδεικτική Αναφορά

1.      Εγγεια ιδιοκτησία και φορολογική απαίτηση στη Σαντορίνη το 17ο αιώνα
2.      Άμπελος και οίνος: η έρευνα στην Ελλάδα (1990-2006)
3.      Το κρασί στους οθωμανικούς χρόνους
4.      Αστικές λειτουργίες στις νησιωτικές κοινωνίες των Κυκλάδων (17ος – αρχές 19ου αιώνα)
5.      Δόμηση και κοινοτική παρέμβαση στα νησιά του Αιγαίου, 17ος - αρχές 19ου αι.
6.      Πληθυσμοί και οικισμοί του ελληνικού χώρου: ιστορικά μελετήματα
7.      Τεχνολογία του μετάλλου στην προϊστορική κοινωνία του Ακρωτηρίου Θήρας          
8.                  Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ος αιώνας)
9.      Η Τυπογραφία στο Νέο Ελληνικό Κράτος (1828-1884)
10.  Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών ΑΤ 500-559



Αφιέρωμα στη Σαντορίνη – Ηλίας Βενέζης

Αφιέρωμα στη Σαντορίνη – Ηλίας Βενέζης
Περιοδικό Νέα Εστία τεύχος 698 σελ 1031

Του φίλου μου κ. Αντώνη Δελένδα, που τον μάτωσε ο σεισμός του νησιού .

Πάει και η Σαντορίνη! Καθώς ο ήλιος του Αιγαίου δέρνει τα ερείπια, καθώς τα δάκτυλα των ρημαγμένων ανθρώπων ποτίζουν την άνυδρη γη της Σαντορίνης, εμείς που τη λατρέψαμε προσπαθούμε να την κρατήσουμε μέσα μας έτσι όπως ήταν  πριν από το σεισμό , έτσι που θέλουμε να μείνει… Ανοίγουμε τις σελίδες ενός οδοιπορικού, η μνήμη ξαναζωντανεύει την αίσθηση όλα είναι όπως πριν από το σεισμό:
«…Ακινητεί ο ήλιος, λουφάζει  κύματα, πύκνα, ύλη ανένδοτη, φως τρομερό στους άγριους βράχους της Σαντορίνης, τους γυμνούς, στο πιο μοναδικό το πιο εξαίσιο τόπιο του Αιγαίου Πουθενά του κόσμου ο ταξιδιώτης δεν θα το αισθανθεί αυτό, δεν θα το αισθανθεί τόσο: το φως να μην είναι στοιχείο που ενώνεται με την ύλη- με τη γη , με το νερό- ερχόμενο απ’ έξω. Αλλά να είναι ουσία οργανική της ίδιας της ύλης, του νερού της γης. Αναβλύζει το φως της Σαντορίνης από τα ενδον, από το νερό, από το χώμα και δυναστεύει τα πάντα. Δυναστεύει ψηλά, στην κορφή των βράχων, τα κρεμασμένα άσπρα σπίτια των ανθρώπων. Στα στρώματα της γης, που την έκοψε άγρια το ηφαίστειο και ένα μέρος της το καταπόντισε στο βυθό, δυναστεύει τους βράχους. Δυναστεύει κάτω, χαμηλά τα σκοτεινά νερά τα «συστήματα των υδάτων». Δυναστεύει το μαύρο, θαλάσσιο ασάλευτο τέρας που ύψωσε ο πόντος από τα έγκατά του, τη Νέα Καμμένη. Και δυναστεύει προπάντων τα πρόσωπα, την καρδιά των ανθρώπων. Ω τα ήμερα χαμογελαστά καλοσυνάτα πρόσωπα των ανθρώπων της Σαντορίνης! Η γη τους είναι ξερή και άνυδρη. Πίνουν νερό της βροχής κι έρχονται χρονιές που μήτε το νερό της βροχής δεν θα πέσει από το σύννεφο. Η θάλασσα τους είναι δύσκολη και τα γυμνά, μικρά βουνά τους δεν βγάζουν τίποτα άλλο από πέτρα άσπρη, αλαφρόπετρα. Πείνουν και βασανίζονται. Κολλημένοι εκεί γερά σα στρείδια, δεμένοι κρεμασμένοι από το βράχο τους. Κάθε τόσα χρόνια το ηφαίστειο κάτω από τα πόδια τους σείει τα έγκατα, αναταράζει τις άσπρες φωλιές τους τινάζει φλόγες. Μες στους τόσους αιώνες των δυναστών του Αιγαίου, των Φράγκων και των Βενετσιάνων και των Σαρακηνών και των κουρσάρων, οι άνθρωποι του νησιού υπέφεραν τα πάνδεινα, μαρτυρήσανε. Και τώρα ξεκομμένοι από την άλλη Ελλάδα, τριγυρισμένοι από το πέλαγός τους, χωρίς λλιμάνι ζουνε τη ζωή τους δύσκολα. Θα πρεπε να τους είχε γονατίσει τόσο παρελθόν σκληρό, τόσος κίνδυνος τόση αγωνία τόση ξερή γη. Κι όμως τίποτα από αυτά δε μένει στην καρδιά τους. Μένει μονάχα αυτό η δύναμη της Σαντορίνης η οριστική: το φως.

Η κυρούλα με το τυραννισμένο διψασμένο πρόσωπο, χάθηκε μες στο άσπρο φως στα μονοπάτια του Μεροβιγλίου. Κι εμείς ενώ το φως δυνάστευε τη Σαντορίνη αρχίσαμε να χαμηλώνουμε κατεβαίνοντας το δύσκολο μονοπάτι του βράχου γυρεύοντας να πατήσουμε το κάστρο της Φιορέντζας…..[…]
Άξαφνα ψίθυρος σιγονότατος, ψαλμωδία κατανυκτική, φωνή ικέτις, μπερδεύοντας με τη φωνή της ερημίας και της θαλάσσης, έφτασε στ' αυτιά μας. Xείλη γυναικεία έψελναν ύμνους χριστιανικούς. Kάτω απ' τα ερείπια του κάστρου των Φράγκων, η ταπεινή μελωδία της Oρθοδοξίας, βεβαίωση της συνέχειας, τι συγκίνηση που ήταν!
Σαν να μας έσεισε αγέρας βίαιος. Kάμαμε ακόμα λίγα βήματα. Kαι τότε πρόβαλε μπρος στα μάτια μας, όραμα θαμπωτικό, αλησμόνητο για πάντα, άσπρο, πάλλευκο: η "Θεοσκέπαστη". Πάνω απ' τα κρεμαστά νερά, στον άγριο βράχο, πάνω απ' το ηφαίστειο.


Oι ύμνοι τώρα έρχονται πιο καθαροί. Προχωρήσαμε, μπήκαμε στη Θεοσκέπαστη. Κατακάθαρο, γυμνό, κατάγυμνο ήταν το ξωκκλήσι, καθώς όλα τα ξωκκλήσια των Eλλήνων. Mονάχα ένα ξυλόγλυπτο, παλιό, παμπάλαιο τέμπλο. Kαι μπρος στο Iερό, κάτω απ' το φαγωμένο τέμπλο, γονατισμένες πάνω στις πλάκες, με σκυφτό κεφάλι, αποτραβηγμένες στη δέησή τους, μονάχες με τον εαυτό τους και με το Θεό, ξιπόλυτες, οι μαυροφορεμένες γυναίκες, που είχαμε δει από μακριά, έψελναν. H μια διάβαζε τα τροπάρια απ' τη Σύνοψη, οι άλλες, οι αγράμματες, μουρμούριζαν μαζί της. Eίχαν ανάψει τα καντήλια, έξω ήταν το πέλαγο, τα "συστήματα των υδάτων" όλα ήταν κατάνυξη κ' ερημιά. Oι γυναίκες λέγαν την Aκολουθία του Mικρού Παρακλητικού Kανόνος:

"Προστασίαν και σκέπην ζωής εμής τίθημι σε, Θεογεννήτορ Πάρθενε, συ με κυβέρνησον προς τον λιμένα σου". "Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου, Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν".

Άκουσον τα βήματά μας, μα ήταν σα να μην είμαστε, μήτε καν γύρισαν προς τα εμάς. Έτσι πάντα:σκυφτές, γονατισμένες, πνιγμένες στα μαύρα, ικέτιδες.

Mας συνεπήρε κ' εμάς το μυστήριο, η κατάνυξη, γινήκαμε σε λίγο μαζί τους ένα, προσευχηθήκαμε κ' εμείς για ό,τι αγαπούμε και για τους ανθρώπους.

Σαν τέλειωσε η παράκληση κ' οι γυναίκες σηκωθήκαν απ' τις πλάκες, ωχρές, γαλήνη ήταν στο πρόσωπό τους πολλή. Mας τριγυρίσανε, είπαν τα δικά τους, είπαμε τα δικά μας. H μια είχε παιδί σκοτωμένο στον πόλεμο, η άλλη έχει γιο στο στρατό, η άλλη έχει γιο που ταξιδεύει στη θάλασσα. Kάθε χρονιά έχουνε τάμα να πάρουν βόλτα όλο το νησί, με τα πόδια, ν' ανάψουν τα καντήλια στα ξωκκλήσια. Έτσι ξεκινήσανε και φέτος. Mε τα χαράματα πέσαν στο δρόμο απ' τον Πύργο, ξιπόλυτες, κ' η σκόνη σκέπαζε τα σκληρά, τυραγνισμένα πόδια τους. Tώρα, ύστερα απ' τη χάρη της, μετά τη Θεοσκέπαστη, θ' ανηφορίζαν για τ' άλλα τα ξωκκλήσια, κατά τα δυτικά.

Bγάλανε απ' το μπογαλάκι τους το γιόμα τους, ψωμί σταρένιο, τις μικροσκοπικές ντομάτες της Σαντορίνης, ψαράκια της τράτας τηγανητά. "Ήντλησαν" νερό απ' τη μικρή στέρνα, νερό βρόχινο, μας φιλέψαν νερό και ψωμί. Δε θέλαμε να τους το στερήσουμε που το είχαν λιγοστό - το ψωμί και το νερό. Mα επιμένανε να το πάρουμε κοιτάζοντάς μας παρακαλεστικά μες στα μάτια, σαν να το γυρεύαν για χάρη.

"Tώρα μας ένωσε η Θεοσκέπαστη", είπαν.


Αποχαιρετιστήκαμε. Εμείς μείναμε να ζήσουμε λίγο ακόμα τη Θεοσκέπαστη , μια ακόμα ελληνική ώρα. Καθώς έβλεπα να ανηφορίζουνε το σκαλισμένο στο βράχο μονοπάτι του Σκάρου, οι μαυροφορεμένες ξυπόλητες γυναίκες της Σαντορίνης πηγαίνοντας να ανάψουν τα καντήλια στα άλλα ξωκκλήσια, ικέτιδες για τα παιδιά τους, πεινασμένες, διψασμένες στην άνυδρη γη τους – θυμήθηκα απότομα την μακρινή μεγάλη πόλη την πρωτεύουσα των Ελλήνων. Ω τι ξένη πόλη, ξεκομμένη από τονκορμό της Ελλάδας, απληροφόρητη για τα βάσανα της για την πικρία και την καρτερία της ,αδιάφορη και αλάζων αυτή η πόλη των Αθηνών.

Ηλίας Βενέζης

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

" Του σεισμού πρωτόλεια" της Μαρίας Αρβανίτη Σωτηροπούλου


Εσείστης σαν τη λεμονιά.
Κλονίστηκαν τα σκοτεινά λαγόνια,
τα σπίτια έρεψαν,
οι δρόμοι ερήμωσαν,
 ζωές πετάξανε
κι ολούθε φάνταζες
δρακόντου στόμα.

Εσείστης
και βουνά σαν ώμους αδιάφορα τα κίνησες,
όγκους νερών ανάβλυσες,
τα σπίτια τσαλαπάτησες,
κι η γης μαράζωσε σ’ αιώνων χάδι.

Εσείστης
κι όλα μοιάζαν νεκρά,
Πετρωμένα, υπόγεια.
Όλα βγάζαν καπνούς,
 όλα δείχναν χαμένα.

Μα ξανά χαμογέλασες
κι όλα ανθίσαν με βιάση.
Πορφυρά και μαβιά και γαλάζια και κίτρινα,
η ζωή πυροτέχνημα απ’ την πέτρινη αγκάλη.

Μα ξανά χαμογέλασες
και τα σπίτια σαν κρίνα φυτρώσαν,
τα αμπέλια το χώμα αγκάλιασαν,
με ντομάτες οι δρόμοι ματώσαν
και ξανά η χαρά μια ανάγκη.

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου
πηγή εδώ

Αναδίφηση στην ..."Ψηφιακή" Σαντορίνη: 1) Ακαδημία ΑΘηνών

Όπως έχουμε τονίσει θα ξεκινήσουμε σιγά σιγά να αναφερόμαστε και σε ψηφιακά αρχεία που έχουμε εντοπίσει και αφορούν τη Σαντορίνη, από διάφορες ψηφιακές ιστοσελίδες.  Μία από αυτές είναι η ιστοσελίδα της ψηφιακής έκδοσης των αρχειακών συλλόγων του Κέντρου Έρευνας του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού και του Κέντρου Έρευνας της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.
Σε οτιδήποτε τέτοια αναφορά δεν θα γίνεται πλήρης καταγραφή των στοιχείων,  μιας και επιθυμούμε να (ανα)δείξουμε διόδους  προς την Έρευνα της Ιστορίας της Σαντορίνης. Από την άλλη πλευρά, θα προσπαθήσω να γίνεται κάποιος σχολιασμός ή επεξήγηση στοιχείων, ειδικά όταν αναφέρονται σε πανελλήνια ή μη γνωστά στη Σαντορίνη γεγονότα.
Επισήμανση Ιστορική : οι περισσότερες επιστολές έχουν ως αποδέκτη τον Ιωάννη Κωλέττη. Πρώτο πρωθυπουργό της Ελλάδας μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και μέχρι την Έλευση του Όθωνα. [1]
  1. Ο Αλέξανδρος Αξιώτης – Επίτροπος Αχαίας ζητάει από τον Ιωάννη Κωλέττη να τον διορίσει σε κάποιο υπούργημα πλησιόν της Διοικήσεως, κατά προτίμηση στο Υπουργείο της Αστυνομίας, Σε αυτό το έγγραφο αναφέρεικαι τη Σαντορίνη σαν τόπο κοντά στη Σύρο στην οποία θα μπορούσε να μεταφερθεί  http://psifiakaarxeia.academyofathens.gr/rec.asp?id=71343
  2. Γενική Εφημερίδα της Κυβέρνησης 5 Μαρτίου 1827: […] δημοσιεύεται επιστολή στην οποία κατακρίνεται η οπισθοδρομική στάση του Αββά Πεγκ που απαγόρευσε στους καθολικούς Έλληνες της Σαντορίνης να παρακολουθήσουν τις θεατρικές παραστάσεις που οργάνωσε ο Ιατρός Δομένικος Σανταντώνιος. (!!!)  http://psifiakaarxeia.academyofathens.gr/rec.asp?id=98116
  3. Γεράσιμος Πανάς προς Ιωάννη Κωλέττη 2 Μαρτίου 1832.ο Γεράσιμος Πανάς αναφέρει λεπτομερώς στον Ιωάννη Κωλέττη τον αναβρασμό που επικρατεί στα νησιά του Αιγαίου. Συγκεκριμένα στην Ύδρα ήρθαν αντιμετωποι συνταγματικοί Υδραίοι με καποδιστριακούς Ψαριανούς ενώ στη Νάξο οι κάτοικοι διόρισαν δικό τους διοικητή και σε άλλα νησιά  όπως στη Σαντορίνη. (αναφέρεται στην περίοδο του εμφυλίου που ξέσπασε στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος αμέσως μετά την δολοφονία του Καποδίστρια) .  http://psifiakaarxeia.academyofathens.gr/rec.asp?id=74744
  4. Ο Γεώργιος Τουρτούρης  1832( «έπαρχος» Θήρας ανακοινώνει στον Ιωάννη Κωλέττη την απόφαση του να αναχωρήσει από το νησί της Σαντορίνης ακολουθώντας τις εντολές του, αφού πρώτα συντάξει τους λογαριασμούς του τριμήνου.  http://psifiakaarxeia.academyofathens.gr/rec.asp?id=68661
  5. Ο Νικόλαος Βαρότζη σε επιστολή του προς τον Ι. Κωλέττη τον Αύγουστο του 1845 τον πληροφορεί ότι ο ο Βουλευτής Θήρας Θωμάς διαδίδει ότι ο Κωλέττης επιβουλεύεται τη θρησκεία  ότι δόθηκε διαταγή στον οικονομικό έφορο Νάξου να μην διορίσει κανέναν κωλεττικό και ότι φάνηκαν γύρω από τη Σαντορίνη πειρατές. http://psifiakaarxeia.academyofathens.gr/rec.asp?id=70456
  6. Η Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος ανακοινώνει στον Δημήτριο Βάμβα το διορισμό του ως υγειονολιμενάρχη Σαντορίνης και προσδιορίζει τα καθήκοντά του  http://psifiakaarxeia.academyofathens.gr/rec.asp?id=75020 Μάρτιο 1832
  7. Η Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος ανακοινώνει στον υγειολιμενάρχη Σαντορίνης ( μάλλον εννοεί τον ιωσήφ Δεκιγάλλα)  την απόλυσή του και να παραδώσει τα καθήκοντά στον Δημήτριο Βάμβα. http://psifiakaarxeia.academyofathens.gr/rec.asp?id=75037
  8. Επιστολή Ικανοποίησης για εκλογή Μαντζαράκη Ευάγγελο ως παραστάτη της Σαντορίνης  http://psifiakaarxeia.academyofathens.gr/rec.asp?id=78264
  9. Ο Ιωάννης Μαρούδης αναφέρει στον Ιωάννη Κωλέττη το διωγμό του που υπέστη ως αντικυβερνητικός επι καποδίστρια στη Σαντορίνη και ζητά τον επαναδιορισμό του στο νησί  http://psifiakaarxeia.academyofathens.gr/res.asp
  10. Ο Κυπριανός Θησεύς [2], στέλνει στον Ιωάννη Κωλέττη συστατική επιστολή υπερ των Δ. Ταλαντα και Γουλεμέ Συρίγο, οι οποίοι μεταβαίνουν στο Παρίσι για προσωπική τους υπόθεση και επιθυμουν να τον γνωρίσουν προσωπικά http://psifiakaarxeia.academyofathens.gr/rec.asp?id=68810
  11. Ο Νικόλαος Δελένδας σε επιστολή του προς τον Ιωάννη Κωλέττη τον Ιούλιο του 1845 τον ενημερώνει για την ανάγκη άμεσης διεκπαιραίωσης της υπόθεσης του όρκου των δυτικών και ζητά να του σταλεί ένα επικυρωμένο αντίγραφο της σχετικής διακοινώσεως προς τους Επισκόπους Σύρου. ( σχέση καθώς και παρουσία Καθολικών στο νησί εκείνη την περίοδο http://psifiakaarxeia.academyofathens.gr/rec.asp?id=70245
  12. Ο Κωνστάνιος Α πρώην Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως[3] αναφέρεται στον Κωνστάντιο Οικονόμου ( λόγιο Κληρικό του 19ου) για το ταξίδι του Καλλίστρατου ( Σιναϊτη) – μοναχού στη Σαντορίνη, προκειμένου να εξετάσει τα εκει περιουσιακά στοιχεία της Μονής. http://psifiakaarxeia.academyofathens.gr/rec.asp?id=79824
  13. Ο Νικόλαος Πονηρόπουλος – Διοικητής Σύρου περίοδο 1843 σε επιστολή του προς τον Γραμματέα επι των Εσωτερικών ( Υπουργό Εσωτερικών) Δ. Χρηστίδη αναφέρει διεξοδικά λόγους της οικονομικής δυσπραγίας της Ελλάδος που οφείλονται, σύμφωνα με την έκθεση στη μειωμένη αποδοτικότητα της γεωργίας και τη συνακόλουθη παρακμή του ελληνικού εμπορίου και της ελληνικής ναυτιλίας. ( Η Σαντορίνη  όπως και άλλα μέρη τονίζονται σαν δείγματα περιοχών που είχαν σοβαρό πρόβλημα εκείνη την περίοδο ως προς την οικονομικής τους ανάπτυξη). http://psifiakaarxeia.academyofathens.gr/rec.asp?id=69323




[2] Ο Κυπριανός Θησεύς, ο μεγαλύτερος των τριών αδελφών, ήταν επιτυχημένος έμπορος, κύριος μέτοχος της εταιρείας Κυπριανός Θησεύς καί Σία, που είχε τις βάσεις της στη Λάρνακα και στη Μασσαλία (όπου το 1815 εγκαταστάθηκε ο αδελφός του Νικόλαος ως εκεί αντιπρόσωπός του). Σώζεται έγγραφο περί εισφοράς του Κυπριανού Θησέως, ύψους 2. 000 γροσίων, το 1819 για ίδρυση Ελληνικής σχολής στη Λεμεσό. Υπήρξε επίσης σημαντικός δανειστής της Εκκλησίας της Κύπρου της οποίας το χρέος ήταν, όπως είδαμε, τεράστιο. Διαφεύγοντας από την Κύπρο κατά τη διάρκεια των σφαγών του 1821, ο Κυπριανός Θησεύς αναμίχθηκε ενεργά και πρωταγωνιστικά στην προσπάθεια απελευθέρωσης της Κύπρου(απευθύνθηκε αρχικά προς τους Υδραίους και μέσω αυτών προς τον Υψηλάντη, προσπάθησε να εξασφαλίσει ποσότητες οπλισμού, και άλλων εφοδίων για τους Κυπρίους και, αργότερα (1824-1825) ήταν ένας της ομάδας των Κυπρίων αγωνιστών που επανειλημμένα και πιεστικά προσπάθησαν στο Ναύπλιο να πείσουν την ελληνική ηγεσία να αναλάβει κάποιες ευθύνες για την προσπάθεια απελευθέρωσης της Κύπρου και ιδίως να εγγυηθεί το υπέρογκο δάνειο που εζητείτο στο Λονδίνο για την εκστρατεία του στρατηγού ντε Βιντζ. Μετά τη λήξη της επανάστασης ο Κυπριανός Θησεύς εγκαταστάθηκε στη Σύρο. Βλ.: http://www.geni.com/people/Kyprianos-Theseus/6000000003109273040

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Μνήμη του σεισμού της Σαντορίνης

6 η ώρα το πρωί, μας ξύπνησαν οι καμπάνες. Αλαφιασμένες, παράφωνες, τρομαχτικές δίχως την λαμπρή αρμονία, που χαρακτηρίζει το γιορταστικό κάλεσμα ή την πένθιμη εγκαρτέρηση των αγγελμάτων θανάτου. Δίχως την άμιλλα της τεχνικής από εκκλησιά σε εκκλησιά που ανέδειξε το μικρό μας χωριό σαν αρχιμάστορες καμπανολόους.
 9 Ιουλίου η επέτειος του μεγάλου πρόσφατου σεισμού (1956) στο νησί μας. Ενας σεισμός ότι τόσο φονικός, όσο άλλοι που ακολούθησαν στην Ελλάδα, αλλά που ισοπέδωσε χωριά -στην Απάνω μεριά (Οία) ολάκερες γειτονιές έπεσαν στα γκρεμνά της Καλντέρας και τα μόνα που διασώθηκαν ήταν οι τυφλές τρύπες από τα υπόσκαφα- και σημάδεψε τη συλλογική μνήμη. Στη Μέσα γωνιά όλο το χωριό καταστράφηκε τόσο που αναγκάστηκαν να μετατοπίσουν τους κατοίκους στο νεόχτιστο Καμάρι, όπου η έμφυτη ευλάβεια των καμαριωτών έχτισε σε περίβλεπτο τόπο το εκκλησάκι του αγίου Παγκρατίου, που τιμάται σήμερα με λαμπρή πανήγυρη και που θεωρείται σωτήρας της ζωής τους από την θεομηνία.
Παρ' ότι οι τουρίστες παραξενεύονται ή και δυστροπούν με το αγριευτικό ξύπνημα, είναι νομίζω καλό σημάδι ότι σήμερα -την εποχή που η ευμάρεια επιμένει παρά την οικονομική κρίση- υπάρχουν κάποιοι, που επιμένουν κυριολεκτικά να κρούουν κάθε τέτοια μέρα τον κώδωνα του κινδύνου, για το αναπότρεπτο της ανθρώπινης ασημαντότητας.
Λίγην ώρα μετά ήχησε ξανά το γιορταστικό κάλεσμα από την Παναγιά το Μεγαλοχωριού για τη λειτουργία. Ο Πύργος ανταπάντησε και το ξεχωριστό μήνυμα φτερούγισε από χωριό σε χωριό χαϊδεύοντας τις ουλές της μνήμης.
 Δεν ξέρω πόσο διδάσκει η υπόμνηση της καταστροφής. Στην αφράτη γη της Καλντέρας στη θέση των κατεστραμένων γειτονιών παντού χτίστηκαν στο φρύδι των γκρεμνών όχι απλά περίτεχνα οικήματα αλλά και εντυπωσιακές πισίνες γνωστές στους επιστήμονες για την επικινδυνότητα που προσθέτουν σε οποιοδήποτε κτίσμα σε περίπτωση σεισμού.
Περνάμε μια περίοδο μακαριότητας απολαμβάνοντας το οφέλη από την εκμετάλευση της εκπληκτικής ομορφιάς, που θεμελιώνεται στον κίνδυνο. Αυτό το νησί ανθίζει μέσα από επανειλημένες καταστροφές. Δεν ξέρω πόσοι το αντιλαμβάνονται. Απολαμβάνουμε τη στιγμή της ευτυχίας ρουφώντας άπληστα την ελάχιστη γουλιά ζωής που μας αναλογεί. Η άνθηση που φέρνει όλο και περισσότερους επισκέπτες μεγαλώνει τον κίνδυνο για μια χειρότερη καταστροφή, αλλά προς το παρόν ο κίνδυνος ακούγεται μακρινός σαν τα διαψευδόμενα σημάδια της Αποκάλυψης.

Οι τρομαχτικές καμπάνες της 9 Ιουλίου μάλλον δε συνετίζουν κανένα. Και ίσως έτσι είναι το σωστό. Η ανθρωπότητα προοδεύει γιατί ξεχνά τον τελικό θρίαμβο του θανάτου και συμπεριφέρεται σα να είναι αιώνια.

της Μαρίας Αρβανίτη Σωτηροπούλου 

Το Μεγαλοχώρι της Αθήνας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΚAI ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ Τὸ Μεγαλοχῶρι τῆς Ἀθήνας Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ παλιὲς συνοικίες τῆς Ἀθήνας, τὸ Μεταξουργεῖο, ἦλθαν οἱ Μεγαλοχωριανοὶ...