Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Η Σαντορίνη το 1991


Τόσο κοντινό μα τόσο μακρινό ....! Τι εικόνες Θέε μου !!

Το εντόπισα στο www.laponta.gr

Το βαμβάκι της Σαντορίνης


του Δ. Πράσσου 
Ο Ντομένικο Πιζάνι, υπήρξε «σώγαμπρος» στη Σαντορίνη. Ήταν ένας βενετσιάνος άρχοντας –μάλλον τυχοδιώκτης, όπως οι περισσότεροι αριστοκράτες της εποχής- που κέρδισε το λαχείο, νυμφευόμενος (το 1480) την πανέμορφη πριγκιποπούλα Φιορέντζα Κρίσπη και για την ευφυή του επιλογή, έλαβε ως προίκα τη Σαντορίνη. «Φαίνεται δε, πως είτανε καλός και μυαλωμένος, άρχοντας», αναφέρει ο Θηραίος συγγραφέας-λαογράφος Φίλιππος Κατσίπης, «γιατί βλέποντας τη φτώχεια του νησιού μας, εφρόντισε να φυτέψουνε αμπέλια και εληές και να σπείρουνε βαμβάκι». («Σαντορίνη» -Μιχαήλ Δανέζης- επιμέλεια Εμμανουήλ Λιγνός. Αθήνα – 1971). Η προίκα του Πιζάνι, δεν περιείχε σπουδαία πράγματα, γιατί η πετραία και αυχμηρή γη της Σαντορίνης, δεν προοιώνιζε μεγάλες πολυτέλειες στον πορφυρογέννητο βενετσιάνο. Άλλωστε, όπως έγραφε δύο αιώνες αργότερα (Παρίσι 1657) ο Γάλλος ιερωμένος Francois Richard, που γνώρισε καλά τη Σαντορίνη: «Η φτώχεια του νησιού έχει κάνει την αργία ανύπαρκτη. Όλοι, ακόμη και τα παιδιά, δουλεύουν και οι γυναίκες ξεπερνούν τους άνδρες, μια και αυτές δε σταματούν ποτέ τη δουλειά. Υφαίνουν βαμβακερά υφάσματα, αλλά ασχολούνται και με την καλλιέργεια της γης». Ο φιλόπονος Ιησουίτης κατέγραψε με θαυμαστή πληρότητα την οικονομική και κοινωνική ζωή της Σαντορίνης, στο «Relation de ce qui s’ est de plus remarquable a Saint-Erini» (Παρίσι 1657), περιγράφοντας το ταξίδι στο νησί όπου πάντως παρέμεινε επί αρκετά χρόνια. Και βέβαια, η διατροφή των ντόπιων, ήταν τότε εξαιρετικά λιτή, με κύριο φαγητό το κρίθινο παξιμάδι (απαράδεκτο για τους λεπτεπίλεπτους γάλλους), τα ελάχιστα λαχανικά και τα πουλιά τα οποία αιχμαλώτιζαν και πάστωναν την εποχή της αποδημίας τους. Αλλά και στην εγκυκλοπαίδεια «Le Grand Dictionaire geographique et critique» που εξέδωσε το 1737 ο Antoine-Augustin Bruzen de La Martinière, πολυμαθής γάλλος επιστήμονας και ευνοούμενος του καθολικού βασιλιά της Ισπανίας Φιλίππου του πέμπτου, γίνεται σαφής αναφορά, στη βαμβακοκαλλιέργεια. «Τίποτα δεν είναι πιο άνυδρο και άγονο από το νησί της Σαντορίνης (Sant-erini στο πρωτότυπο)», γράφει «το έδαφος αποτελείται από θρυματισμένη ελαφρότετρα, ωστόσο η φιλοπονία των κατοίκων το έχει μετατρέψει σε κήπο[…] βγάζει λίγο σιτάρι, πολύ κριθάρι, πολύ βαμβάκι και κρασί σε αφθονία. […] τα λικέρ (σ.σ μάλλον εννοεί το Βινσάντο) και τα βαμβακερά υφάσματα αποτελούν τις κύριες πηγές εμπορίου». Αναφέρει μάλιστα ότι το φυτό καλλιεργείται ως θάμνος, κάτι που επαναλαμβάνουν και άλλοι περιηγητές, όπως ο Ολλανδός υποπλοίαρχος Heinrich Leonard Pasch van Krienen, ενώ ο Γερμανός Frieseman, αναφέρει ότι το κρασί και τα βαμβακερά, ήταν τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα του νησιού.
Η πιο πολύτιμη μαρτυρία για το θηραϊκό βαμβάκι, έρχεται από τον σπουδαίο ιατροφιλόσοφο και «άνθρωπο της επιστήμης» (man of science, τον αποκαλούσαν ξένες εφηερίδες της εποχής- Times Ιούνιος 1966) Ιωσήφ Δεκιγάλλα που διακρίνει το πολυετές είδος «Gossypium arboretum», από το ετήσιο «Gossypium berbaceum», που σύμφωνα με τον ίδιο «δεν ευδοκιμεί στο νησί». Αλλά ο Δεκιγάλας, δίνει και μια μάλλον αμφιλεγόμενη πληροφορία, σύμφωνα με την οποία «βεβαιούσιν ότι υπάρχουσιν άμπελοι επέκεινα των 350 ετών και βαμβακίαι 200 ως έγγιστα (σ.σ περίπου) ετών». Αλλά και ο Κατσίπης, αναφέρει ότι «ζούσε πάνω από εκατό χρόνια», κάτι που μάλλον φαίνεται αστήρικτο με βάση τα σημερινά δεδομένα. Χωρίς πάντως να αποκλείεται πλήρως.
Εκείνη την εποχή πάντως, σύμφωνα με τον Δεκιγάλλα, η παραγωγή του νησιού έφτανε τις 4.050 οκάδες (περίπου 5 τόνους) και επωλείτο έναντι μιας δραχμής η οκά, όσο δηλαδή και το ημερομίσθιο ενός στιβαρού εργάτη. Σημειώνει ακόμα πως «αι γυναίκες υφαίνουσιν εξ επιτοπίου βάμβακίου πανία, μάλιστα δίμητα, αρκετά καλής ποιότητος και προς τούτοις πλέκουσι περικνημίδας, σκούφους και βαμβακομαλλίνους φανέλας αρίστης ποιότητος». Οι κάλτσες μάλιστα, αποτελούσαν σημαντικό εξαγώγιμο προϊόν, καθώς το 1839, εξάγονταν 8.000 ζευγάρια.
Περιήγηση στο νησί, έκανε και ο Ιάκωβος Ρίζος Ραγκαβής, που όμως φαίνεται να εμπιστεύεται απόλυτα τον Δεκιγάλλα, καθώς αντιγράφει πιστά όλες τις αναφορές του σπουδαίου ιατροφιλόσοφου, που απαρνήθηκε μια μεγάλη καριέρα για να υπηρετήσει το νησί του (ήταν καθολικού δόγματος και οι σπουδές του ήταν λαμπρές, ενώ πολλά φημισμένα πανεπιστήμια τον καλούσαν να διδάξει). «Αι δε γυναίκες υφαίνουσιν εξ επιτοπίου βάμβακος πανία», αντιγράφει πιστά ο Ραγκαβής το 1850.Η πρώτη όμως οικονομοτεχνική αναφορά στο σαντορινιό βαμβάκι, γίνεται το 1849, όταν ο Διευθυντής του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας, Γ.Δ. Κανακάρης σε αναδρομική έκθεση του (κατατέθηκε το 1874), αναφέρει ότι η παραγωγή βάμβακος ήταν 1.500 οκάδες με τιμή 1 δραχμή η οκά (τόσο έκανε και το σουσάμι). Η παραγωγή του βαμβακιού, άρχισε όμως να δημιουργεί και τις προϋποθέσεις για μια ακόμα βιοτεχνία που έφτασε κάποτε σε σπάνια ακμή. Ήταν η καλτσοβιομηχανία ή «περικνημιδιομηχανία», που πρωτο-οργανώθηκε από τον Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη που μέσω της «Θηραϊκής Καλτσοβιομηχανίας» εξήγαγε περίπου 15.000 από τα 25.000 ζευγάρια που κατασκευάζονταν στο νησί. Ήταν μάλιστα από τους πρώτους, που συνεργάστηκε με «αυτοαπασχολούμενους βιοτέχνες», καθώς σύμφωνα με τον Κατσίπη, προμήθευε με χειροκίνητες πλεκτομηχανές πολλά κορίτσια από διάφορα χωριά και αγόραζε την παραγωγή τους. Το επόμενο εργοστάσιο, άνοιξε από τον εφοπλιστή Πέτρο Μ. Νομικό και ίσως δεν είναι τυχαίο πως τις δύο οικογένειες )Νομικού- Μαρκεζίνη) τις χώριζε και αβυσσαλέα πολιτική διαφορά. Πάντως το εργοστάσιο Νομικού έκλεισε γρήγορα, αλλά άνοιξε ένα καινούριο ο Γρηγόριος Δημητρίου Κουτσογιαννόπουλος, ο οποίος ήταν εγκατεστημένος στη Ρωσία, απ’ όπου έφυγε κυνηγημένος από την Επανάσταση των Μπολσεβίκων για τη Σαγκάη, για να επιστρέψει στη γενέτειρα του το 1926. Το 1929, δημιουργήθηκε ένα ακόμα εργοστάσιο από τον Ιάκωβο Δαρζέντα που το 1945 μετεγκατασταθεί στην Αθήνα, με την επωνυμία «Dar». Ακολούθησε (1960) το εργοστάσιο του Ευάγγελου Δαμίγου (στην Οία, όπως και αυτό του Δαρζέντα) που το 1967 συνέχισε στη Χαλκίδα με την επωνυμία «Damson».

«Βαμβακερές» ιστορίες


Αλλά, ενώ ο Φίλιππος Κατσίπης, απονέμει απλόχερα την πατρότητα της καλλιέργειας του βαμβακιού στη Σαντορίνη, στον προικοθήρα (;) Πιζάνι, ο Ομότιμος Καθηγητής Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Δημήτριος Γκόφας, έχει άλλη άποψη. «Το Μάιο του 1368 οι βενετικές πηγές μας αποκαλύπτουν την αποστολή φορτίου βαμπακιού παραγωγής Σαντορίνης, το οποίο στάλθηκε στην Κρήτη, όπου όμως κατά τη διάθεσή του αποδείχθηκε όπως φαίνεται χειρότερης ποιότητας, από ο’τι αναμενόταν», γράφει στον τόμο «Σαντορίνη» (Ιωάννη Δανέζη- επιμέλεια Εμμανουήλ Λιγνός. Αθήνα – 2001). Σύμφωνα με τον ίδιο, το θηραϊκό βαμβάκι, πήρε την εκδίκησή του καθώς 20 χρόνια αργότερα οι εξαγωγές του, είχαν αυξηθεί τόσο πολύ «ώστε για τη μεταφορά του προϊόντος να απαιτείται πια η συγκρότηση ειδικής νηοπομπής». Ο Καθηγητής διαπίστωσε επίσης, πως μισό αιώνα πριν την Άλωση της Πόλης (Μάρτιος 1405- Ιανουάριος 1409) ο «όγκος του εξαγόμενου βαμβακιού από το νησί είχε ακόμα περισσότερο αυξηθεί».
Πολυετές ή αιωνόβιο;


Το βαμβάκι της Σαντορίνης, ήταν όμως ιδιόμορφο και σύμφωνα με τον Φ. Κατσίπη, «ήτανε χαμηλό σαν τις αμπελιές και το καλλιεργούσανε στα χωράφια, στις πεζούλες και τους τράφους, που τους ονομάζανε μπαμπακώματα και τα κουκούλια που είχανε το σκαμάγκι (μπαμπάκι) τα λέγανε βαβούλια. Ακόμα σημειώνω, πως ο θηραϊκός βάμβαξ ήτανε «ερυθρωπός ως η μέταξα διό και ιδιάζουσα έχει αξίαν». Αναφέρεται μάλιστα και σε επιστολή (1830) του Δικαστή Σαντορίνης Παναγιώτη Βαφόπουλου, προς τον Υδραίο Ναύαρχο Λάζαρο Κουντουριώτη που συνοδευόταν από 18 ζευγάρια κάλτσες. « Είναι κοκκινόχροαι, διότι είναι αλεύκασται και η κλωστή των σαντορηνιά ωσάν οπού είναι η δυνατωτέρα. Δεν είναι του αυτού μεγέθους και ποιότητος επειδή ενταύθα δυσκόλως ευρίσκει τις από μιαν και την αυτήν οικίαν πολλά ζευγάρια εις έλλειψιν όντες από βαμβάκι», αναφέρει ο λαογράφος σημειώνοντας παράλληλα πως τα 18 ζευγάρια του ρεγάλου, είχαν τιμή 134,20 γρόσια (σ.σ ένα γρόσι αντιστοιχούσε στο 1/100 της τουρκικής χρυσής λίρας).
Ήταν χρωματιστό; 

Αλλά για το χρώμα του βαμβακιού, υπάρχουν στοιχεία πως δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο. «Υπάρχουν όμως βαμβάκια με ωραία φυσικά χρώματα», αναφέρει η Δέσποινα Παπακώστα- Σταθοπούλου (Βιομηχανικά φυτά, Θεσσαλονίκη 2002, εκδόσεις Σύγχρονη Παιδεία), και προσθέτει (σελ 153) « Τα βαμβάκια αυτά ανήκουν τόσο στο Gossypium hirsutum, όσο και στο Gossypium Barbandense». Κανένα πάντως από αυτά δεν υπάρχει στα είδη που περιγράφει ο Δεκιγάλας (Gossypium arboretum και Gossypium Berbaceum).


Η «περικνημιδιομηχανία»

Εκείνη την εποχή όμως, δεν είχε προχωρήσει η εκβιομηχάνιση της παραγωγής κι έτσι οι «περικνημιδιομηχανία», ήταν μια –κάπως προσοδοφόρος- χειροτεχνία. « Εις τας νυχτερινάς αποσπερίδας, παρατηρεί τις, κύκλωθεν της τραπέζης 5-10 νεάνιδας μετά ταχύτητος θαυμασίας, άμα και επιμελείας καταγινομένας εις το πλέκειν», γράφει ο Κατσίπης, επικαλούμενος το Θηραίο Λαογράφο του 19ου αιώνα Ιωάννη Κυριακό. «Οι παραγωγικές βεγγέρες της «περικνημιδιομηχανίας», διανθίζονταν από ιστορίες που διηγούνταν οι ηλικιωμένες «διδακτικάς και προς τον βίον ιδίως τον νεανικόν παραδειγματικάς», αλλά και με αστεία και παραμύθια, που συνοδεύονταν από την άμιλλα των κοριτσιών για το πλέξιμο. «Εν τη περιπτώσει ταύτη, μεγίστην αναπτύσουσιν ταχυδακτυλουργίαν αι διάλευκαι και λεπταί των διαγωνιζομένων χείρες».
Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΗΣ ΚΑΛΤΣΟΒΙΟΜΗΧΑΝΟΣ

Ο Φίλιππος Κατσίπης, είναι απολαυστικός, όταν παραθέτει το βιογραφικό του πρώτου που έκανε προσπάθεια συστηματοποίησης της καλτσοπαραγωγής στο νησί. Που λέτε το 1887, υπήρχε στη Μεσαριά ένας μηχανικός ονόματι Γρηγόρης Φιλιππάκης», γράφει, « έκανε τον αγιογράφο, είτανε ρολογάς, (έφτιαξε ένα μεγάλο ρολόι στο καμπαναριό της Αγίας Ειρήνης που χτυπούσε τις ώρες), είχε ασχοληθεί με τα αστρονομικά θέματα και είτανε ο … πρώτος σοσιαλιστής». Αυτός ο Φιλιπάκκης, δημιούργησε το πρώτο κλωστήριο χρησιμοποιώντας την αιολική ενέργεια, ενώ δημιουργούσε ο ίδιος κα ι τα χρώματα βαφής. Ο ονειροπόλος σοσιαλιστής, δεν φαίνεται να τα πήγε καλά στον επιχειρηματικό κλάδο, καθώς αναγκάστηκε να κλείσει το εργοστάσιο του και το 1889 ο Αντώνιος Μαρκεζίνης (πατριάρχης της πασίγνωστης πολιτικής οικογένειας) έφερε δύο καλτσομηχανές στη Μεσαριά. Η οικογενειακή επιχείρηση, συνεχίστηκε στην Αθήνα με την επωνυμία «Βιομηχανία Καλτσών Γεώργιος Αντ. Μαρκεζίνης».
ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΦΥΤΟ
Η εγκατάλειψη του νησιού, μετά το σεισμό του 1956, επέφερε μαρασμό και το κυριότερο την εξαφάνιση του τοπικού βαμβακιού. Η ανάμνησή του επιζούσε σε κάποιους ηλικιωμένους αγρότες, αλλά το φυτό δεν βρισκόταν πουθενά. Το ανακάλυψε το 2010, ο επιχειρηματίας κ. Μάρκος Ζώρζος που έχοντας τις αναμνήσεις από τις διηγήσεις των παλαιοτέρων, ενδιαφέρθηκε για ένα άγνωστο φυτό που βρισκόταν στον περίβολο μιας ημι -εγκαταλελειμμένης οικίας. Αμέσως άρχισε να το καλλιεργεί και μάλιστα το έστειλε σε εργαστήρια, τα οποία αποφάνθηκαν ότι το προϊόν (το κουκούλι), είναι εξαιρετικά μακρόινο (κριτήριο ποιότητας για το βαλμβάκι), και υπορόδινο. Η έρευνα όμως συνεχίζεται και ίσως δεν είναι μακριά η στιγμή που η Σαντορίνη θα προσφέρει ένα αγροτικό προϊόν, με μεγάλη εμπορική αξία.



Στο Σπήλαιο του Θηραίου Αρχέδημου


  Στο σπήλαιο αυτό έζησε, τον 5ο αιώνα π.Χ., ο λαϊκός γλύπτης Αρχέδημος, από τη Σαντορίνη, και ήταν αφιερωμένο στις νύμφες και στο θεό Πάνα. Η είσοδος του σπηλαίου είναι περιφραγμένη και παραβιασμένη. Μερικά μικρά σκαλοπάτια, φαγωμένα από τον χρόνο και επικίνδυνα, μας οδηγούν στο εσωτερικό της σπηλιάς.

Ο Αρχέδημος άφησε την υπογραφή του στο χώρο με δύο επιγραφές και ένα ανάγλυφο του εαυτού του. Στη μία επιγραφή γράφει «Αρχέδημος ο Θηραίος και Χολείδης ταις Νύμφαις οικοδόμησε», δηλαδή «ο Αρχέδημος ο Θηραίος ως δημότης Χολλειδών οικοδόμησε το Νύμφαιον». Η άλλη επιγραφή αναφέρει «Aρχέδημος ο Θηραίος νυμφόλυπτος φράδαισι νυμφών τα άντρον εξηργάσατο», δηλαδή «ο Αρχέδημος ο Θηραίος, ο νυμφόληπτος, διασκεύασε το άντρο σε ιερό νυμφών, ενεργώντας υπό την επήρεια τους». 
Αυτές οι επιγραφές φανερώνουν ότι ο χώρος ήταν αφιερωμένος στις Νύμφες, προσωποποιήσεις των φυσικών δυνάμεων. Κατοικούσαν στα όρη, στα δάση, στις σπηλιές και στις πηγές. Σκοπός τους ήταν να βοηθούν το ανθρώπινο γένος και να επιτηρούν τα μέρη όπου κατοικούσαν. Για παράδειγμα, το Νυμφαίο της Βάρης επειδή φιλοξενούσε αναβλύζουσα πηγή είχε αφιερωθεί στις Ναϊάδες (η λέξη Ναϊάς ετυμολογείται από το ναίω ή νάω που σημαίνει ρέω, εκχειλίζω). 
Μάλιστα, σχετικά με τις Ναϊάδες, υπάρχει ένας πολύ ωραίος ύμνος στον Απόλλωνα: «Αυτές ω Απόλλων, που στα σπήλαια της Γης διαμένουν, άνοιξαν εκεί πηγές νοερών υδάτων και καλοπροαίρετες, καλόκαρδες, εμπνευσμένες απ' την Μούσα, θεόπνευστες ιερές μαντείες δίνουν. Αυτές διέρρηξαν το έδαφος νερά να ρέουν παντοτινά για τους θνητούς, ολοκάθαρα γλυκά νάματα για καθαρμό». 

 

…Βγαίνοντας έξω διαβάζουμε ένα απόσπασμα από το ημερολόγιο του John Cam Hobhouse, που περιγράφει την επίσκεψή του στο σπήλαιο μαζί με τον Λόρδο Βύρωνα την 19η Ιανουαρίου 1810.
Περιγράφει ένα τοπίο άγνωστο στους κατοίκους της Αθήνας του 21ου αιώνα. Ανέβηκαν με άλογα τον Υμηττό και διέσχισαν το δάσος (!!!) του λόφου που κρύβει το σπήλαιο του Νυμφόληπτου. Μέσα στη σπηλιά εντυπωσιάστηκαν οι περιηγητές από την αρχαία πηγή που τότε ανέβλυζε ακόμη.
     
  



Σάββατο 4 Μαΐου 2013

Πασχαλινή συνταγή από την Οία Σαντορίνης

«Κατσικάκι σούπα» για το βράδυ της Ανάστασης

Τη βραδιά του Μεγάλου Σαββάτου μετά την Ανάσταση, στην Οία έχουν έθιμο να τρώνε σούπα από κατσικάκι, αντί για μαγειρίτσα. Ουσιαστικά πρόκειται για σούπα από κεφαλόποδα κατσικιού βρασμένα στην κατσαρόλα με ρύζι ή φιδέ. Οι παλιοί Οιάτες έλεγαν πως η κατσικόσουπα είναι για τον οργανισμό η «ομαλή μετάβαση»  από την νηστεία της Σαρακοστής προς την κρεατοφαγία του Πάσχα. Και επειδή σερβίρεται αργά το βράδυ, δεν είναι δυσπεπτική για το στομάχι μετά από τόσες μέρες αποχής από το κρέας.
Το έθιμο αυτό κρατά στην Οία από τα παλιά χρόνια, από την εποχή που η Οία λεγόταν Απάνω Μεριά και ο στόλος της ήταν μια από τις μεγαλύτερες ναυτικές δυνάμεις του Αιγαίου. Και παρά το γεγονός ότι στις μέρες μας αρκετοί συνηθίζουν και την μαγειρίτσα, εν τούτοις το έθιμο της κατσικόσουπας στην Οία παραμένει αναλλοίωτο.
Πρέπει σε αυτό το σημείο να συμπληρώσουμε ότι η σούπα από κεφαλόποδα κατσικιού το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, εκτός από την Οία, συνηθίζεται και σε άλλα νησιά του Αιγαίου όπως τη Ρόδο, τη Κάρπαθο κλπ.

Υλικά:
1 κεφαλάκι μικρού κατσικιού
1 πόδι κατσικιού
1 & 1/5  ποτήρι ρύζι ή φιδέ θρυμματισμένο
1 λεμόνι
αλάτι, πιπέρι
(προαιρετικά  2 αυγά)

Πλένουμε καλά το κεφάλι και το πόδι του κατσικιού και τα βάζουμε στην κατσαρόλα να βράσουν. Όσο βράζει ξαφρίζουμε συνέχεια ώστε να φύγει το πολύ λίπος που βγάζει το κρέας. Ρίχνουμε μέσα αλάτι και τα αφήνουμε να βράσουν για αρκετή ώρα. Όταν είναι έτοιμα, τα αφαιρούμε από την κατσαρόλα και ρίχνουμε μέσα στο ζωμό το ρύζι ή το φιδέ ώστε να βράσει. Λίγο πριν το κατεβάσουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε μέσα και το χυμό από το λεμόνι.  (Όσοι θέλουν μπορούν να αυγοκόψουν το ζωμό με λεμόνι και αυγό). Σερβίρουμε στην πιατέλα το κεφαλόποδο του κατσικιού μαζί με ένα πιάτο ζεστή σούπα από το ζωμό με το ρύζι, ενώ πασπαλίζουμε και με πιπέρι.

Αν λοιπόν κάποιοι από εσάς το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου βρεθείτε προσκαλεσμένοι σε σπίτι Οιατών, επιλέξτε να δοκιμάσετε την κατσικόσουπα της Οίας αντί για την καθιερωμένη μαγειρίτσα. Να είστε σίγουροι πως θα υπάρχουν και τα δυο φαγητά στο τραπέζι τους......Καλή Ανάσταση.

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Μεγάλη Παρασκευή στη Σαντορίνη


Τη Μεγάλη Παρασκευή, το πρωί οι θυατέρες των χωριών στολίζουνε τον Επιτάφιο με τα ευωδιαστά λουλούδια, που μόλις τα είχανε κόψει από τις αλιτάνες ή τα είχανε φέρει από το σπίτι τους. Ακολουθούσε η Αποκαθήλωση, και το στόλισμα του Επιτάφιου. Το βράδυ γίνεται η περιφορά των Επιταφίων σε όλα τα χωριά. Ξακουστή είναι η περιφορά του Επιταφίου στον Πύργο. Τα δρομάκια φωτίζονται με ντενεκεδένια λυχναράκια και η περιφορά γίνεται σε κατανυκτική ατμόσφαιρα. 
Οι φωταψίες του Πύργου βασίζονται σε μια παλιά παράδοση των Φανών όταν τα σκάφη έφθαναν στο λιμάνι των Φηρών. Στη φωτογραφία  δεξιά, από το αρχείο του Λευτέρη Ζώρζου,  μια παλιά γαλλική απεικόνιση του λιμανιού στα 1907. τοποθετούσαν κονσερβοκούτια με ρετσίνι γιατί δεν υπήρχε φωτισμός για να περάσει ο Επιτάφιος
Από την άλλη πλευρά, στο Εμπορείο σήμερα έχουμε τα σήμαντρα .
«Τη Μεγαλη Παρασκευή μετά την αποκαθήλωση δεν ντρώαμε τίοτις μόνο πίναμε λίγο ξύδι . Την Μεγάλη Παρασκευή δεν κτυπούσαν οι καμπάνες, μόνου κτυπούσανε τα σήμαντρα. Άνδρες και κοπελιάρηδες του χωριού γύριζανε τα σοκάκια, όπως και τώρα με σήμαντρα ( σίδερα  και πλατιά χοντρά ξύλα) που τα χτυπούσανε τέλεια όμορφα. Το βράδυ πααίνανε στο Πιτάφιο. Στο δεξιό ψαρτήρι ήταν οι κοπελλιάριδες και στο αριστερό οι κοπέλες. Από μέρες πιο μπροστά κάνανε δοκιμές για να πούνε το «Η Ζωή εν τάφω…».


Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Τα "Ιταλιάνικά"του Νομικού


Η « Θηραϊκή Ατμόπλοια» δραστηριοποιήθηκε από τον Μάρκο Νομικό από τις αρχές του 50 και στη συνέχεια και με πολυτελείς κρουαζιέρες. Τα πλοία της εταιρείας «ΛΗΤΩ», «ΑΠΟΛΛΩΝ», «ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ» και «ΑΧΙΛΛΕΥΣ» εμφανίζονται συχνά στις ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου της εποχής σηματοδοτώντας τον νέο τρόπο αναψυχής της μεταπολεμικής κοινωνίας.. Το Ε/Γ-Ο/Γ ΜΙΑΟΥΛΗΣ ναυπηγήθηκε το 1952 και παρελήφθη από την Ιταλία μαζί με άλλα δύο καράβια (ΚΑΝΑΡΗΣ, ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ) ως μέρος της πολεμικής επανόρθωσης που δικαιούνταν η Ελλάδα για τα δεινά που υπέστη στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και  περιήλθαν στην «Θηραϊκή Ατμοπλοΐα» μετά από πλειοδοτικό διαγωνισμό. Τα νεότευκτα πλοία που διέτρεχαν το Αιγαίο, με γραμμές για τις Κυκλάδες, τα Δωδεκάνησα και τα νησιά του Β. Ανατολικού Αιγαίου, έφεραν μια νέα εποχή στην ακτοπλοΐα. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Στρατής Μυριβήλης για το ταξίδι από τον Πειραιά προς την ιδιαίτερη του πατρίδα τη Μυτιλήνη «Για κείνους πού ξέρουν να χαρούν αισθητικά το ταξίδι στη θάλασσα υπάρχουν σήμερα δύο θαυμάσια, ολοκαίνουργια καράβια της Θηραϊκής, ο «Κανάρης» και ο «Καραϊσκάκης», πού μεταβάλλουν το ταξίδι σε αληθινή απόλαυση. Καλοτάξιδα, άσπρα σαν γλάροι, μοσκοβολούνε πάστρα και αρχοντιά. Δεν μπορεί παρά να ομολογήσει κανένας πώς μέρα με τη μέρα ή ελληνική ακτοπλοΐα εκπολιτίζεται».

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Οι κρόκοι της Σαντορίνης Σ.Κατσίπης


Οι κρόκοι της Σαντορίνης
Απόσπασμα από εκτενέστερο άρθρο του Σ.Κατσίπη στο Ι.Μ.Δανέζης «Σαντορίνη» 2001, σελ 75-77

Στη Σαντορίνη φύονται τα είδη crocus laevigatus ( κρόκος ο λείος) και crocus cartwrightianus ( κρόκος ο καρτραϊκός) που είναι ενδημικά της Ελλάδος.
Crocus laevigatus Ανθίζει από Νοέμβριο μέχρι τον Ιανουάριο. Φυτρώνει στον Προφήτη Ηλία, στον Γαβρήλο καθώς και στη Θηρασιά.  Είναι γνωστό με το όνομα « καστανίδα» Πρίν από την Κατοχή, νέοι Πυργιανοί, μάζευαν καστανίδες, τις έκαναν ματσάκια και τις πουλούσαν  προς μια δεκάρα το ματσάκι. Οι καστανίδες τρώγονται μόνο ωμές. Το φυτό φέρει στις ρίζες του μεμονωμένους βολβούς που μεγαλώνουν και τρώγονται επίσης ωμοί.  Στο Εμπορείο λέγονται καστανιόλες. Στις ρίζες του ίδιου φυτού υπάρχουν κονδυλόμορφες διογκώσεις που έχουν γλυκιά γεύση. Στον Πύργο και στο Μεγαλοχώρι λέγονται γλυκάδια και στο Εμπορείο σκουλί. Οι καστανίδες, οι καστανιόλες, και τα γλυκάδια,  έπαιξαν σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια της Κατοχής όταν αρκετοί πέθαιναν από πείνα. Τότε προσπαθούσαν να αξιοποίησουν κάθε ρίζα ή βολβο που θα μπορούσε να τους προσφέρει θρεπτικές ουσίες και να τους κρατήσεις στη ζωή. 

Δυο ακόμη χαρακτηριστικά παραδείγματα ριζών και βολβών  που τρώγονται ακόμη σήμερα και έπαιξαν σπουδαίο ρόλο ως τροφή στα χρόνια της Κατοχής είναι η ρίζα του φυτού Emex Spinosa ( κοινώς κόπανο), που το άνω μέρος της είναι διογκωμένο, έχει γλυκειά γεύση και τρώγεται ωμή ή μαγειρευτή.





 Οι βορβοί,  που είναι οι βολβοί ορισμένων φυτών του γένους Muscari , που τα έκαναν γιαχνί αντί για πατάτες. Πρέπει να τονίσω ότι οι βορβοί μαζεύονται και σήμερα σε πολλά μέρη. Αφού τους βγάλουν από το χώμα τον Γενάρη, πριν βλαστήσουν , και τους βράσουν, για να μαλακώσουν και να χάσουν κάπως την πικράδα τους διατηρούν στο ξύδι. Τα στίγματα της καστανιδας δεν συλλέγονται.



Crocus cartwrightianus : κοινώς ζαφορά. Ανθίζει από Νοέμβριο μέχρι Δεκέμβριο. Τα άνθη του είναι ποικίλου χρώματος από λευκό μέχρι ανοικτό και βαθύ βιολετί. Χαρακτηρίζεται από τον κοκκινωπό στύλο που χωρίζεται σε τρία πολύ μεγάλα και πλατειά στίγματα. Μοιάζει πολύ με τον καλλιεργούμενο κρόκο ( crocus santivus) […]. Η χρήση του κρόκου, ξεκινά από τα προϊστορικά χρόνια. Τα στίγματα του κρόκου φαίνεται πως συλλέγονται από αρχαιοτάτων χρόνων στη Σαντορίνη. Ονομαστές οι τοιχογραφίες του Ακρωτηρίου όπου παριστάνεται ο κρόκος και η συλλογή του. Ο Πλίνιος, ο πρώτος που αναφέρεται στον κρόκο της Θήρας , τον θεωρεί ως έναν από τους καλλίτερους. Ο Θεόφραστος αναφέρεται στον « εν Κυρηναία εύοσμον κρόκον» που οι οσμές του «διαφερόντως άκρατοι» είναι.  Ο Ταξιάρχης είναι μια θέση κοντά στο Φανάρι  στο Ακρωτήρι. Εκεί φαίνεται ότι γίνοταν η συλλογή του ζαφορά από αρχαιοτάτων χρόνων και συνεχίζεται μέχρι σήμερα από τους κατοίκους του Ακρωτηρίου.  Οι γυναίκες του Ακρωτηρίου  έχουν βάλει δυο σημαντικές ημερομηνίες: λένε ότι η άνθιση του ζαφορά αρχίζει του Ταξιάρχη και τελειώνει του Αγίου Νικολάου. ….[….] Οι Ακρωτηριανές διακρίνουν τρεις τύπους ζαφορά, ανάλογα με το χρώμα του άνθους. Όμως το χρώμα του άνθους δεν αποτελεί σταθερό γνώρισμα για τον προσδιορισμό του είδους αυτού. Τα ανοικτά άνθη ονομάζονται «πουλάδες» και τα κλειστά «πετεινάρια». Τραγουδάνε μάλιστα και το εξής: Μικρή πουλάδα κόκκινη κοκκινομαδημένη, που πήγες και διάδωσες πως σ έχω φιλημένη, Νάρι- Νάρι πετεινάρι πουσε πάνω στο βουνάρι….Στην ίδια θέση που βγαίνουν οι κρόκοι φύονται και οι «χειρομύτες». Οι χειρομύτες ανθίζουν το φθινόπωρο ενώ τα φύλλα και οι καρποί τους βγαίνουν πολύ αργότερα. […]
Ο Ζαφοράς  του Γαβρίλου
Στον Γαβρήλο, η περιοχή που φύτρωνε ο ζαφοράς περιορίστηκε μόνο στα απόκρημνα γιατί η γη εκεί γύρω όλο και περισσότερο καλλιεργείτο. Γύρω στα 1925-1930 πρέπει να σταμάτησε η συλλογή. [….]
Σε μια σχολική εργασία του Γυμνασίου της Ανάφης αναφέρεται ως μονάδα μέτρησης του κρόκου το «αξάνι» ενώ αναφέρονται συνταγές με χρήση ζαφορά. Ζαφορά πουλούσαν και τα φαρμακεία. (βλέπε Πύργος).
Ο ζαφοράς χάρις στις χρωστικές αρωματικές και φαρμακευτικές ουσίες που περιέχει, είχε μεγάλη σημασία ως φαρμακευτική, αρωματική χρωστική ουσία από αρχαιοτάτων χρόνων. […] Είναι έθιμο σήμερα στη Σαντορίνη να χρησιμοποιούν ζαφορά για τα «Λαμπριανά» τους. Έτσι κρατούν το ζαφορά για τις μέρες της Μεγάλης Βδομάδας, οπότε φτιάχνουν τα παραδοσιακά «κουλούρια του ζαφορά» ή «κρούστες» ή «παξιμάδια του ζαφορά» ή «χαλάκια». Επίσης φτιάχνουν τυρόπιτες του ζαφορα αλλά και μια παλιά συνταγή τη «ριζά». Η ριζά είναι ρύζι με ζάχαρη και νερό στο οποίο μείγμα έβαζαν και ζαφορά.
Ορισμένοι γνωρίζουν και τις αφροδισιακές ιδιότητες του φυτού: είναι το φυσικό «βιάγρα» μου έλεγε κάτοικος του Ακρωτηρίου. 
Οι τοιχογραφίες του Ακρωτηρίου δείχνουν την ευρύτερη σημασία του ζαφορά στην Ιστορία της Σαντορίνης. 

Το Μεγαλοχώρι της Αθήνας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΚAI ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ Τὸ Μεγαλοχῶρι τῆς Ἀθήνας Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ παλιὲς συνοικίες τῆς Ἀθήνας, τὸ Μεταξουργεῖο, ἦλθαν οἱ Μεγαλοχωριανοὶ...