Μόλις δύσει ο ήλιος, οι απλόχαρες γαλακτισμένες αυλές των σπιτιών ζωηρεύουν από τα χαρούμενα βερβερίσματα των χωριανών.
Πλάι στα βασιλικά, το δυόσμο, τα γαρύφαλα και την αρμπαρόριζα, που ευωδιάζουν, στις αλιτάνες και στις γλάστρες, δροσινισμένα από το πότισμα, γίνονται κάθε βράδυ και οι σαντορινιές ειδυλλιακές βεγγέρες.
Ιδιαίτερα στα χωριά, φίλοι και συγγενείς, ντόπιοι ή ξενητεμένοι, περνούν ευχάριστα τα βράδυα τους, επισκεπτόμενοι ο ένας τον άλλον μακρυα από τον θόρυβο της χώρας. Μιλούν για διάφορα θέματα, όπως για τα «νιτερέσα» τους, δηλαδή τις σοδιές και τις τιμές των προιόντων τους, λένε ανέκδοτα και χωρατά κι ακόμα συζητούν για τα ευχάριστα ή δυσάρεστα του χωριού τους.
Οι διανοούμενοι ξεχωρίζουν, που δόξα τω Θεώ είναι αρκετοί, και στολίζουν με την παρουσία τους τον περίγυρο και δεν χορταίνεις να τους ακούς, όπως και τ’ αστέρια που μεσορανούν πάνωθέ σου δε χορταίνεις να θωρείς την ομορφιά τους.
Φυσικά οι περιποιήσεις της ευγενικής και πρόσχαρης οικοδέσποινας δε λείπουν. Άλλοτε είναι απλές όπως και παλαιότερα με καμιά τσικουδιά, βρεμένο ντάκο και λίγο χλωρό για τους άνδρες και το γλυκό του κουταλιού για τις γυναίκες και άλλοτε με κάποια επισημότητα σαν αυτή που προσφέρει η εξέλιξη των εστιατορίων –κετερινγκ-.
Η συντροφιά διασκεδάζει περισσότερο εάν κάποιος από την παρέα παίζει μουσικό όργανο, όπως είναι η «μεσοφωνία» δηλαδή το ακορντεόν. Τότε σιγοτραγουδούν όλοι μαζί τα νοσταλγικά δίστιχα ήταν παλιά ρομαντικά τραγούδια. Τέτοιες ώρες θαρρείς και ο χρόνος σταματά να μετρά και παρακαλάς να μην τελείωσει η βραδυά. Ξεχωριστή θέση σ’ αυτή την ωραία κοινωνική εκδήλωση κατέχει και ο τύπος του χωρατατζή, αυτού δηλαδή που περγελά το κάθετι, χωρίς κακία, προσδίδοντας στη συντροφιά την ευθυμία και το γέλιο.
Το ίδιο ισχύει και για τις βεγγέρες του χειμώνα που ο κύκλος είναι πιο περιορισμένος και αν θέλεις η ανάγκη της επικοινωνίας μεγαλύτερη.
Και όταν αποσπερίσεις και έλθει η ώρα να πας να γείρεις στο κρεββάτι σου, ο ύπνος που θα κάνεις θα είναι σίγουρα γλυκός και ονειρεμένος
Γουλιελμία Μονιούδη Συριγου


