Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγαλοχώρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγαλοχώρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2018

«Ο καλός μου πατέρας και… το μαθιασμένο φουρνί». - Ηθογραφία μιας άλλης Σαντορίνης



Μεγάλη σκάση είχε ο καλός μου πατέρας, που η μάνα μου δεν ήξερε να τζιμπά μελιτίνια. Γιατί ήπρεπε, για να κάμομε τα δικά μας μελιτίνια να ψήσει ο καημένος στο φουρνί μας άλλων γυναικών τα μελιτίνια, για να βοηθήσουνε και εκείνες με τη σειρά ντως τη μάννα μου. Βλέπετε στο σπίτι μας είχαμε φουρνί με τα ξύλα, μιας και η λαλά μου το Καλλίτση ήτονε από το σόϊ των Ραϊσιδων γνωστών φουρνάρηδων.

Ο πατέρας μου ιδέα δεν είχε από φουρνί, αλλά μιας και υπήρχε στην αυλή μας, τετραπέρατος και προκομένος όπως ήτονε, γρήγορα το ΄μαθε. Και τι δεν ηκάναμε σε αυτό το φουρνί : ψωμί, ντάκο παξιμάδι, σταφιδιές, φεσκουλιές…

Αλλά η μεγάλη βόγα του φουρνιού ήτονε τσι ημέρες τσι Λαμπρής που είχε τη τιμητική του. «Το μαρτύριο» του καλού μου πατέρα ηξεκίνα απολούτρουα τσι Κυριακής των Βαγιών και ητέλειωνε το Μεγάλο Σαββάτο το βράδυ…. Και που ξύλα ο Χριστιανός, που ήπρεπε να τα φέρει με τον ώμο ή με το γάδαρο από το αμπέλι. Ευτυχώς ξύλα είχαμε, αφού είχαμε δικά μας αμπέλια.

-Κα, μακαριά των γωνιών σου Βάγγελε, θα μου ψήσεις και εμένα τα μελιτίνια μου; Και εγώ πάλι ότι θές…

-Να σου τα ψήσω, αλλά θώριε το μόνο που θέλω είναι να μάθεις τη Μαρία μου να τσιμπά μελιτίνια, γιατί μεγάλο καμό έχω. Να ψήνω εγώ, να τζιμπά η Μαρία μου, κανένανε πιο να μην έχομε ανάγκη.

Πράγματι σε ηλικία (8) χρονών, το όνειρο του καλού μου πατέρα έγινε πραγματικότητα και τζιμπούσα μελιτίνια. Μεγάλη χάζη είχα να βλέπει κανείς τα αφράτα και μικρά δακτυλάκια μου να κάνουν το μελιτίνι ολοστρόγγυλο με ψιλά-ψιλά τζιμπιά, λές και ήτονε από γρανάζι… Θυμούμαι, ερχότανε οι νοικοκυρές στο σχολειό και λέγανε στη δασκάλα μου τη Βάσω (Θεός σχορέστην) : Κα, άφησε λιγάκι το θυατεράκι να μου τζιμπήσει ένα τενεκέ μελιτίνια και να ρθεί πάλι… Και εγώ πιο δεν ήβλεπα την ώρα να πάω να τζιμπώ.

Τέλος πάντων. ΄Ητονε Μεγάλη Τρίτη. Από το πρωί στο πόδι εγώ με τον καλό μου πατέρα. Είχαμε να ψήσομε τα μελιτίνια, τσι Ματζουράνας, του Μαρουσού,και τσι Χαβαδιάς. Με το που βάζομε τα ξύλα μέσα στο φουρνί και ξεκινούσανε οι ερδινιές πως θα ανάβω το φουρνί, ξεσπά μια βροχή, άλλο πράμα.

-Ε! ποσό θα κρατήσει η εποχή που είναι, θα σταματήσει ήντα θα κάμει. Λιγάκι υπομονή. Βρέ πάει μεσημέρι και να ρίχνει καρέκλες.

-Βρε Βάγγελε, πες των γυναικών να πάνε στα σπίθια ντως, ο λεβάντες είναι τρελός, άμα πιάσει δεν ξεστερεύει. Μας φώναξε από απέναντι ο Σέργιος το Γαλί, που ήξερε καλά τσι καιροί, σαν μυλωνάς που ήτονε. Το σπίτι μας γεμάτο τενεκέδες (λαμαρίνες) μελιτίνια που τα χανε φέρει οι γυναίκες, καμωμένα , έτοιμα για ψήσιμο. Μέχρι και απάνω στο κρεβάτι είχανε βάλει.

-Και ήντα να γενώ τώρα. Ήντα να πω των γυναικών; Που να τα πάνε; Μεγάλη σκάση, μεγάλος βραχνάς. Οι γυναίκες να κλαίνε και η βροχή να μη σταματά.

Επιτέλους το απόγευμα, κατά τις πέντε η ώρα βγαίνει η νεραντζούλα με τα όμορφα χρώματα και φέρνει τη χαρά και το γέλιο στα χείλη μας.

-Άντε, Μαρία μου, φέρε ξύλα να άψομε γιατί σίγουρα εδώ δά θα ακούσομε τη Κασσιανή. ‘Άμ δε, που άναβε το φουρνί. Τα ξύλα ήτονε βρεμένα, που να ανάψει .

-Βρε τι με βρήκε σήμερο, να λέει ο καλός μου πατέρας. Όχι τη Κασσιανή, αλλά Λαμπρή θα κάμομε εδώ δά.

Μάταια προσπαθούσε ο καημένος να ανάψει. Μόλις ανάβαμε αμέσως ήσβηνε.

Από τσι φωνές και τα παρακάλια μας στο Θεό, ήκουσε η γειτόνισα η Ανάργυρη του Χλαπιού.

-Μωρή, πας ήρθε καθόλου η Άννα η Χαβαδιά εδώ ; Αν ήρθε, αυτή ηθάρμισε το φουρνί. Ο Θεός να σε φυλάει από το… μάτι τσι Χαβαδιάς.

-Μαρία, πήαινε μάνι-μάνι απάνω τσι λαλάς του Ζαμπιού, νάρθει να ξεθαρμίσει το φουρνί και το πατέρα σου, μου λέει η μάνα μου και τα μάθια τσι ητρέχανε δάκρυα, όπως και των άλλων γυναικών.

-Κα ω λαλά. Έλα γρήγορα γιατί αυτή η παγιοχαβαδιά ηθάρμισε το φουρνί και δεν ανάβει. Όλα τα μελιτίνια είναι μέσα στο σπίτι και απάνω στα κρεβάθια.

-Έρχομαι μάθια μου. Αλλά πες τσι μάνας σου να ρίξει μέσα στο φουρνί λιγάκι Τρανό αγιασμό και να θυμιάσει με καλό λιβάνι τα τέσσερα καντούνια του φουρνιού, να πεί και το κοντάκιο των Αγιά-Νεργύρων και έρχομαι. Ά, πες και του αφέντη σου (τον πατέρα μου εννοούσε) να βγάλει το λουρί του και έρχομαι…

Η λαλά το Ζαμπιώ, ήξερε και ήβγαζε το θαρμό με το μέτρημα και τσι παλάμες, με ένα ρούχο μακρύ, εκείνου που ήτανε ματιασμένος. Όπως καταλαβαίνετε, το λουρί (ζώνη) του πατέρα μου ήτονε το καλύτερο για την περίπτωση.

Οι οδηγίες τσι λαλάς δοθήκανε και αμέσως ξεκίνησε το λιβάνισμα. ‘Ηρθε , ήβγαλε το θαρμό του φουρνιού και του καλού μου πατέρα και αμέσως, ω! του θαύματος, άναψε περίτρανα. Οι τενεκέδες με τα μελιτίνια πηγαινοερχόντουσαν στο φούρνο και το χαμόγελο επιτέλους ήρθε στα χείλη όλων μας.

-Μωρή Μαρία, φέρε μάνι-μάνι να ψήσομε τσι Ματζουράνας, γιατί αυτή είναι και αποτσιπωμένη, μη μας δώκει και καμμιά παρόλα.

Όμως, η ώρα περνούσε και ο παπά –Λευτέρης σήμαινε για τον εσπερινό και πράγματι εμείς μείναμε στο φουρνί και ακούαμε από μακριά την «Κασσιανή».

Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτή την Μεγάλη Τρίτη, όπως ποτέ δεν θα ξεχάσω και ακόμα είναι στα θρούνια μου, η όμορφη μοσχοβολιά του λιβανιού, ανακατεμένη με το καμμένο ξύλο της αμπελιάς, με τη μαστίχα και τη βανίλια των μελιτινιών και τη φρεσκοριγμένη βροχή…

Βέβαια, ο καλός μου πατέρας (δάσκαλος πάντα για μένα) με έμαθε και το φουρνί να ανάβω και να μην ξεχνώ αυτά που κάναμε και ψήναμε αντάμα στο φουρνί μας . Και τα χαλάκια μας (παξιμάδια πασχαλινά με ζαφορά και τριμένο τυρί -χλωρό) και τσι σταφιδιές μας και το ντάκο μας κάνομε εμείς και τώρα, πάντα με συνταγή δικιά του.

Άς είναι καλά εκεί που είναι ο καλός μου ο πατέρας, συντροφιά με το μικρό θυατέρι που έχομε στην αυλή μας… το μικρό μας εκκλησάκι, την Αγία μας Καλλιόπη”.


Μαρία Πελεκάνου - Πρόεδρος Πολιστικού Συλλόγου Μεγαλοχωρίου - Το Μετόχι
Πηγή:
www.santonews.gr

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Τ' Αη Δημήτρη στο Μεγαλοχώρι

της Μαρίας Πελεκάνου, Προέδρου του Πολιτιστικού Συλλόγου Μεγαλοχωρίου "Το Μετόχι"- 

Συσκότεινα  ήτανε ακόμα, όταν φτάσαμε στο εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου τσι Παλάδες στο Μεγαλοχωριό,  για να λουτρουήσομε και να τιμήσομε το Δοξασμένο για τη γιορτή του.

Ημπήκαμε στο κλησίδι με τα λιγοστά καντήλια αναμμένα κι ακούαμε το παπά-Μάρκο να ψαλλοδιάται γιατί ήργησε ο ψάλτης και «θα μεσημαριαστούμε» είπε.

    Χρόνια είχα να πάω και πεθύμησα εφέτος να λουτρουηθώ εκεί. ΄Ηναψα το κερί μου και ήκατσα κοντά στο παραθύρι, για να παίρνω αγέρα. Όπως δεν είχε ξημερώσει καλά η μέρα, αγνάντευα μέσα από την εκκλησά την  μοναδική ομορφιά απόξω που δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω,  το λιγοστό φως έπεφτε πάνω στην Καμμένη και  έδινε την εντύπωση ότι ένα Θεός  ξαφνικά την έκανε χρυσή. Ηρεμία υπήρχε παντού και μόνο τον ψάλτη ήκουες να διαβάζει «τον Προοϊμιακό». Η καρδιά μου ανεπετάριζε βλέποντας τόση ομορφιά … και σκέφτηκα τι όμορφα που είναι τα εκκλησάκια μας σε αυτή την περιοχή. Τρία ξεχωριστά κλησσίδια , κάθε ένα με την χάρη του. Στο φτέλος ακριβώς (στο φρύδι της Καλντέρας) στέκονται για χρόνια τώρα, σαν κάτασπρα περιστέρια μέσα στην μαυρόη , το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου και δίπλα ακριβώς  η Αγιά Παρασκευή.  Και από πάνω, λές και «γράφει τους πάντες με την πένα Του» στέκει επιβλητικά ο Μέγας Ταξιάρχης.  Η  συχωρεμένη η κερά Αργυρούλα η Νοικοκυρά του ( γιαγιά της αδελφικής μου φίλης Αργυρούλας Παπανδρεοπούλου), που έμεινε χήρα (35) χρονών έλεγε ότι «Ο Ταξιάρχης μου είναι η ζωή μου. Πιο καλά τον έχω από τα παιδιά μου..».
Βέβαια δεν μπορούσα να μην θυμηθώ το  συχωρεμένο το Μιχάλη το Σαμπούκο που ηδιακόνεβε για να τυποδέσει τα εκκλησάκια  αυτά. Τι πίστη αλήθεια…
Ούτε μπορώ να ξεχάσω το  μπάρμπα μου το Γιάννη το Γλίνη με τα μεγάλα ψωμιά που εξεκίνα νύχτα με φεγγάρι (γιατί την ημέρα δεν ηπρολάβενε, που ήτανε φουρνάρης) το Γενάρη, μαζί με τη «Σταυρούλα» τη γαδούρα του για να κοπρίσει το χωράφι του, που ήτανε κάτω ακριβώς από τον Αη Δημήτρη. Και τι ντομάτες αλήθεια ήβγαζε… «Η καλύτερη περιοχή μας ήτανε ο Ταξιάρχης , πριν τσι Παλάδες»..Συνεχίζει ακόμα και σήμερα να λέει, να μάννα μου  «Τα πιο μυρωδάτα μαυροτράγανα , ήκανανε αυτά τα αμπέλια. Ήτονε γης για αμπέλι… ».

    Με τις όμορφες αυτές σκέψεις, ηκόντεψε να πολουτρουήσει και εγώ ακόμα ησυλοούμουνε.  Ηγυρήσαμε το Δοξασμένο και ηκάτσαμε να φάμε το πανηγύρι, στο τοιχάρι, μέσα στην αυλή του Αγίου.  Πιο νόστιμο δεν έχω ξαναδεί. Φαίνεται ο μάγειρας μας ο Ευτύμιος το Κουτσάκι, έβαλε για μια φορά ακόμα τη τέχνη του,  κρέας με πατάτες. Τι μυρωδιά είχε η δάφνη και το  πιπέρι!, Άς είναι βοήθεια  ντως και  των συγχωριανών μου που φροντίζουν τα εκκλησάκια μας και για την πανηγυρή ντως.    Το μαϊστράλι που «ήπαιζε ελαφρά» στα μαλλιά μας και η μυρωδιά τση θάλασσας και τσι θρύμπας που ήρχουντα  από το φτέλος, ανεκατεμένη με τη μυρωδιά τση πανήγυρης, μας καθήλωσε για ώρα πολύ .

  Ξαφνικά ηπέρασε από το μυαλό μου πώς είναι δυνατόν  μια τέτοια περιοχή με τόση ομορφιά και τόση αγάπη που της έχομε, να μας βασανίζει τους Μεγαλοχωριανούς «εν πολλοίς και πολλάκις», όπως έλεγε και το Δοξαστικό του  Αγίου. Στην αρχή με τα Ορυχεία και τώρα με την επιμονή κάποιων να θέλουν να κάνουν εκεί εργοστάσιο απορριμμάτων; Ξαφνικά ακούω ένα συγχωριανό μου με καμάρι να λέει : « Δεν πάνε να λένε ότι θέλουνε, εμείς δεν θα τους αφήκομε…».

     Όμως ηκόντεβε να μεσημεριάσει και δε μας  έκανε καρδιά να φύομε. Επιτέλους ησηκωθήκαμε, αφού δώσαμε ραντεβού σε καμιά δεκαριά μέρες αποπάνω στο Ταξιάρχη,  για να γιορτάσομε και εκείνο το Δαξασμένο  και να φάμε το ωραίο φάβα που μαγειρεύει δεξιότεχνα ο ξάδελφος μου ο Νικόλας του Τζανάκη και είναι συνταγή του πατέρα μου…

                                                                                                                                                                                                                                          ΘΗΡΑ 29-10-2013

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Τιμή σ ένα Σαντορινιό Δάσκαλο και Άνθρωπο: τον Νίκο Αρβανίτη



Βάλσαμος Πιτσικάλης Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου
έξω από το δημοτικό σχολείο Θηρασιάς

Όσα δεν ήξερα για τον πατέρα μου
Ή
Πώς ο μπαμπάς μου έγινε σχολείο στη Θηρασιά


Τούτες τις μέρες που τα απειλητικά σύννεφα πυκνώνουν πάνω από την Ελλάδα οι μαρτυρίες για τα στερημένα χρόνια της Κατοχής αποκτούν άλλο βάρος.

Με το θερμό μου «ευχαριστώ» στο μαθητή του πατέρα μου και άρα πνευματικό μου αδελφό Βάλσαμο Πιτσικάλη.



Μαρτυρία
Βάλσαμου Πιτσικάλη

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Μ. ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ

Θα προσπαθήσω να μεταφέρω στο χαρτί την εικόνα του Δασκάλου, που έζησα για περισσότερο από 7 χρόνια. Όταν πρωτοήλθε στην Θηρασιά το 1941 ένας νέος μάλλον ψηλός με λεπτά και ευγενικά χαρακτηριστικά και γαλανά μάτια, μα εκείνο που τον διέκρινε ήταν το χαμόγελο που ανθούσε πάντα στο πρόσωπό του. Νέος ορφανός από μάνα και πατέρα μπορεί όταν βρισκόταν μόνος να έκλαιγε πολλές φορές, εξωτερικά όμως έδινε πάντα το παράδειγμα της αξιοπρέπειας, της υπομονής και προ πάντων της απέραντης πίστης του στο θεό. Γιαυτό και συχνά σε εμάς τα ορφανά παιδιά του χωριού στο σχολείο έλεγε στίχους από το ποίημα του Πολέμη το οποίο διασκεύασε «Τι και αν βρεθώ εντός του κόσμου, πτωχό παιδί και ορφανό, εκεί ψηλά είαι ο θεός μου, πώς ημπορώ ν’ απελπισθώ. Είναι θεός, αυτός σκορπά τα λούλουδα στη γη που ανθούνε και προστατεύει κι αγαπά, όσα παιδιά τον αγαπούνε...»

Ήταν η εποχή που οι ιταλοί είχαν καταλάβει το σχολείο μας για χώρο διαμονής τους και τα θρανία τα χρησιμοποιούσαν για καύσιμη ύλη για να μαγειρεύουν. Και επειδή δίπλα ακριβώς στο σχολείο υπήρχε μια μακρόστενη πεζούλα, οι ιταλοί είχαν φτιάξει ορύγματα σε σχήμα μαιάνδρου για το φόβο των βομβαρδισμών.
Συμφώνησε λοιπόν ο Δάσκαλος με τον παπά και τον ιδιοκτήτη της Αναλήψεως, μιας μεγάλης εκκλησίας ακριβώς στο μέσον του χωριού του Μανωλά, να τη χρησιμοποιήσει για σχολείο και έτσι το κάθε παιδί πήγαμε από μία καρέκλα για τραπέζι και ένα σκαμνάκι για κάθισμα, και έτσι είμαστε μέχρι την απελευθέρωση. Και παρ’ ότι είμαστε πολύ πάνω από 100 παιδιά κατάφερε να μας μάθει τέτοια γράμματα, που στις δυο πρώτες τάξεις του τότε γυμνασίου, εμείς είχαμε διδαχθεί όλη την ύλη των μαθηματικών της πρακτικής αριθμητικής.
Αλλά και το πνευματικό επίπεδο όλων των κατοίκων είχε ανεβάσει, όχι μόνο με τις κάθε Κυριακής επεξηγήσεις της ευαγγελικής περικοπής, αλλά και ιστορικά εξηγούσε κάθε φορά και σε κάθε επέτειο από τους ήρωες της επανάστασης και τα κατορθώματά τους, όπως τον Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα, το Σούλι, το Ζάλογγο και το Μεσολόγγι, αλλά και παλαιότερα με αποσπάσματα από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, τον Αχιλλέα και τους άλλους μεγάλους ήρωες, για το Μεγαλέξανδρο, τους Παλαιολόγους και τον Γρηγόριο τον 5ο Και μάλιστα τότε που οι περισσότεροι κάτοικοι, όχι μόνο δεν ήξεραν τι θα πει θέατρο, αλλά ούτε καν είχαν δει ποτέ κάποια παράσταση, αυτοσχεδίασε ένα σκετς για τον γρηγόριο τον 5ο, στο οποίο πρωταγωνίστησε και συγκλόνισε όλο το νησί.
Ένας νέος σεμνότατος, πάντα γελαστός, δεν έπινε, δεν κάπνιζε, παράδειγμα καλοσύνης και σεμνότητας και αξιοπρέπειας για όλους. Υπήρξε άριστος ψάλτης και ιεροκήρυκας, με σπουδαία απαλή φωνή και με άριστη βυζαντινή μουσική κατάρτιση και προσπαθούσε να μεταδώσει σε όλους μας την αγάπη για το ψαλτήρι και την εποχή του Νίκου του Αρβανίτη κανείς μαθητής δεν τολμούσε να λείψει από λειτουργία. Αλλά και οι μεγάλοι θεωρούσαν ντροπή να δουν το Δάσκαλο και αν δεν είχαν πάει στην εκκλησία έψαχναν να βρουν χίλιες δυο δικαιολογίες, διότι στη Θηρασιά  τον Αρβανίτη ποτέ δεν τον αποκαλούσαν με το όνομά του. Ήταν για όλους ο Δάσκαλος.

Επίσης τη Μεγάλη βδομάδα προπάντων, που έντυνε τις μεγάλες μαθήτριες, αλλά και τις νέες κοπέλες με μαύρα ρούχα για μυροφόρες και έψελναν τα εγκώμια, δημιουργούσε τέτοια συγκίνηση, που όταν γινόταν η αποκαθήλωσις ο περισσότερος κόσμος έκλαιγε διότι ζούσε το θείο δράμα. Γιαυτό μέχρι και σήμερα όσοι τον γνώρισαν διατηρούν αυτό τον σεβασμό και την αγάπη στη μνήμη του.
Ένα από τα μεγαλύτερα προσόντα του ήταν κατά την ταπεινή μου γνώμη η πίστη που είχε στον θεό και στο «δος ημιν σήμερον» 5ο οποίο εφάρμοζε καθημερινά. Και επειδή ήταν άμισθος δάσκαλος, η αμοιβή του ήταν από τους γονείς των παιδιών να του προσφέρει ο καθένας τα προς το ζειν και του πρόσφεραν, άλλος λίγο κρίθινο παξιμάδι, άλλος ίσως ένα κοτόπουλο ή λίγα αυγά, λίγη φάβα ή λίγο ψάρι. Όταν λοιπόν μαγείρευε και θα του περίσσευε φαγητό, θα φώναζε εμένα και ορισμένα ορφανά παιδιά να φάμε ότι είχε, και αύριο πάλι, έχει ο θεός.

Δεν ήταν όμως αγαπητός μόνο στη Θηρασιά, αλλά και σε όλα τα άλλα χωριά της Σαντορίνης, που γοήτευε τον κόσμο με την μουσική του ψαλμωδία και τα κηρύγματά του, αλλά και επειδή ήταν πάρα πολύ όμορφος άνδρας γοήτευε όλο τον γυναικόκοσμο από όπου και αν περνούσε.
Θυμούμαι μάλιστα ένα πολύ αστείο περιστατικό. Κάποτε είχε περάσει και από το Ημεροβίγλι κάποια κυρία την οποία αποκαλούσαν Ανουσία, χωρίς να γνωρίζω αν αυτό ήταν το αληθινό της όνομα. Γοητεύθηκε τόσο πολύ από την ομορφιά του, που ήλθε στη Θηρασιά για να του κάνει καντάδα. Μια πολύ ευτραφής κυρία, που δεν ξέρω αν ήταν ελεύθερη ή ζωντοχήρα και στάθηκε έξω από το σπίτι του και άρχισε να τραγουδάει. «Γιατί δε βγαίνεις να σε δω, πεντάμορφο αγόρι και ν’ ακούσεις που σου τραγουδει του παπαντώνη η κόρη» με μια στεντόρεια φωνή. Είχε μαζευτεί λοιπόν ο κόσμος να δει και ν’ ακούσει την Ανουσία, η οποία εκτός από το ταφταδένιο εντυπωσιακό φόρεμα της είχα καρφιτσώσει στο στήθος της ένα τεράστιο χάρτινο κόκκινο τριαντάφυλλο. Ο Δάσκαλος όμως, που ήταν πάρα πολύ σεμνός και συνεσταλμένος και ποτέ δεν είχε δώσει δικαίωμα για το παραμικρό και η συμπεριφορά του ήταν  πάντα άψογη με απέραντο σεβασμό στους μεγάλους ανθρώπους, ήταν παράδειγμα προς μίμηση για όλους. Είχε κλείσει πόρτες και παράθυρα για να μην ακούει τίποτε από ότι γινόταν έξω.

Και παρ’ ότι κανένας μας δε γνώριζε ποιο ήταν το κομματικό του πιστεύω, διότι ποτέ δε μίλαγε για πολιτικά, όλοι πιστεύαμε ότι κόμμα του είχε τη θρησκεία και το Χριστό.
Είχα την τιμή να είμαι ένας από τους μαθητές που εμπιστευόταν απόλυτα και ήμουν από τους λίγους, που γνώριζαν ότι ανήκε σε μια αγγλική αντιστασιακή ομάδα, που με διάφορους τρόπους έστελναν μηνύματα στη μέση Ανατολή και στα γκρεμνά της Καλντέρας της Θηρασιάς  σε μια σπηλιά είχαν μαζι με κανα δυο φίλους ραδιόφωνο για ν’ ακούν ειδήσεις. Μάλιστα όταν ήλθε το πρώτο αγγλικό πολεμικό, το Αίας ή Αρης (δε θυμούμαι καλά) που απελευθέρωσε τα νησιά, ήταν από τους πρώτους που πήγε επάνω στο πλοίο και μάλιστα επειδή όλη την Κατοχή κυκλοφορούσε με ξύλινα τσόκαρα, η χαρά μας ήταν ανείπωτη, όταν τον είδαμε να έρχεται από το πλοίο με εγγλέζικες αρβύλες και να φέρνει μαζί του και καμια 40ρια σακιά αλεύρι φαρίνα, που μοίρασε σε όλο τον κόσμο και για πρώτη φορά, εμείς οι μικροί είδαμε πώς είναι το ψωμί που δεν το ξέραμε.

Αμέσως μετά την αποχώρηση των ιταλών και την επάνοδό μας στο σχολείο μας και μέχρι που οι υπηρεσίες να στείλουν θρανία, εμείς συνεχίζαμε με την καρέκλα και το σκαμνάκι μας. Τότε έβαλε όλα τα παιδιά να ρίξομε το χώμα που υπήρχε έξω από τα ορύγματα, να γεμίσουμε τα κενά και να δημιουργήσουμε έναν ωραίο κήπο με σειρές 4 δένδρων κατά το διάμηκες. Αυτές οι σειρές πρέπει να ήταν πάνω από 15 με απόσταση η μια από την άλλη σειρά γύρω στα 5 μέτρα και το διάστημα από δένδρο σε δένδρο σε 4 πάλι σειρές ήταν φυτεμένα λουλούδια και όριζε πάντα την ευθύνη να την έχουν τα παιδιά της Πέμπτης και της Έκτης τάξης για το πότισμα και τη λίπανση, ένα αγόρι για κάθε τετράδα δένδρων και ένα κορίτσι για κάθε τετράδα λουλουδιών.

Επίσης πριν φύγει για να συνεχίσει στο Πανεπιστήμιο και επειδή εγώ ήμουν φτωχό παιδί, αλλά γνώριζε τις επιδόσεις μου, είχε πει στη μάνα μου «Ελευθερία, αν ο Βάλσαμος δεν πάει στο γυμνάσιο θα είναι έγκλημα» και τότε ήμουν στην Πέμπτη τάξη όταν έφυγε. Και όταν επανήλθε σαν καθηγητής θα πήγαινα στη Δευτέρα τάξη του γυμνασίου, διότι η μητέρα μου, παρά τα πενιχρά μας μέσα ακολούθησε τη συμβουλή του, μέχρι που η τότε κυβέρνηση αποφάσισε να κόψει τις συντάξεις του αμάχου πληθυσμού και να μου κόψει τα φτερά.

Ήλθε τότε με τη σύζυγό του, μια παχουλή πολύ πολύ όμορφη ροδομάγουλη κοπέλα, η οποία και εκείνη ήταν καθηγήτριά μας.

Επίσης κατά την διάρκεια της Κατοχής και μετά την απελευθέρωση στη γειτονιά είχε μια κοπέλα, η οποία κατά διαστήματα του καθάριζε το σπίτι και αν είχε καμιά φορά κάποιον επισκέπτη, του μαγείρευε κι όλα, η Γεωργία.
Είχε λοιπόν κάποιον να δεξιωθεί και κάποιος φίλος του είχε προσφέρει μια μεγάλη Σκορπίνα για σούπα. Την ετοίμασε λοιπόν η Γεωργία, αλλά επειδή και αυτή δεν ήξερε καλά, το έβρασε τόσο πολύ το ψάρι, που δεν έμεινε ψαχνό στα κόκκαλα. Το σούρωσε λοιπόν και σερβίρισε μια σούπα πράγματι εξαιρετική. Όταν λοιπόν τελείωσαν τη σούπα λέει ο Δάσκαλος «Έλα, Γεωργία, φέρε και το ψάρι» Οπόταν λέει η Γεωργία «Ποιο ψάρι;» «Καλά, της λέει ο Δάσκαλος, δεν το έχεις χωριστά το ψάρι;» και επειδή η Γεωργία δεν έλεγα καλά το σίγμα του λέει «Εγώ θου λέω δάκαλε πω δεν ξέρει να φα»

Επίσης επειδή πίστευε και μας το δίδασκε πολλές φορές ότι η καλύτερη συμβουλή είναι το παράδειγμα μας έλεγε πολλές φορές και σε όλες τις τάξεις διάφορες ιστρορίες και γεγονότα ή παραβολές. Όπως πχ για τον φίλο του τον αρχιμανδρίτη παπα Μακάριο, για το πόσο συνέβαλε και αγωνίστηκε για τη δημιουργία, αλλά και την εν γένει λειτουργία του γηροκομείου πτωχοκομείου στο χωριό Γωνιά της Σαντορίνης. Καθώς επίσης ότι κάποτε ήταν ένας φοβερός και τρομερός ληστής και δολοφόνος, που αφού κατάφερε η αστυνομία να τον συλλάβει και να δικαστεί, η απόφαση που βγήκε ήταν να τον οδηγήσουν στο ικρίωμα για να τον κρεμάσουν και κατά τον νόμο τον ερώτησαν να πει την τελευταία επιθυμία του. Είπε ότι θέλω να δω και να φιλήσω τη μάνα μου. Βέβαια όλοι οι παρευρισκόμενοι ένιωσαν μια βαθειά συγκίνηση ότι έστω και την τελευταία ώρα μετάνιωσε. Όμως φανταστείτε, μας λέει, την οργή και τις εκδηλώσεις του κόσμου, που όταν πήγε η μητέρα του κοντά του αντί να την φιλήσει, όπως είχε ζητήσει, της δαγκώνει κόβοντάς της το αυτί και το φτύνει χάμω. Ο δικαστής όμως που παρευρισκότανε μαζί με τον ιερέα, τον ερώτησαν γιατί έκανε αυτή την αποτρόπαιη πράξη και είπε «Το έκανα διότι εδώ, στη θέση τη δική μου, έπρεπε να βρίσκεται η μητέρα μου, διότι η πρώτη κακή πράξη που έκανα ήταν να κλέψω ένα αυγό και αντί να με υποχρεώσει να το επιστρέψω, το τηγάνισε και το φάγαμε. Το δεύτερο ήταν κότα, το τρίτο πρόβατο και συνέχισα με ληστείες και φόνους» και διέκοψαν συνέχιση της εκτέλεσης διότι προβληματίστηκαν πολύ σοβαρά για το τι έπρεπε να πράξουν.
Επίσης για τον πλούσιο άρχοντα με τα αμύθητα πλούτη και τον φτωχό Λάζαρο, πώς ο ένας πήγε στον Παράδεισο και ο άλλος στην Κόλαση ή όταν μας δίδασκε Γεωγραφία φρόντιζε να μας λέει και τι παράγει ο κάθε τόπος ώστε να το γνωρίζουμε πχ πως η Καλαμάτα παράγει κυρίως λάδι και σταφίδα και πως στο ηρωικό Μεσολόγγι φτιάχνεται το καλύτερο αυγοτάραχο κλπ καθώς και τα ήθη κι έθιμα κ’αθε τόπου. Μας δίδασκε και για τις αλησμόνητες πατρίδες με ένα πολύ βαθύ αίσθημα πατριωτισμού.

Μετά από αρκετά χρόνια, όταν πια εκείνος ήταν καθηγητής στη Σύρο και εγώ είχα παντρευτεί από 17 χρόνων και είχα οικογένεια, ήλθε στην Οία, που ήταν το σπίτι μου. Μάλιστα από σύμπτωση ήταν 1η Αυγούστου. Τον κάλεσαν όλοι οι άρχοντες της Οίας και ο παπάς για φαγητό, αλλά και εγώ. Και τότε είπε προς όλους «Ευχαριστώ, αλλά θα φάω στον Βάλσαμο, που ήταν μαθητής μου.» Και όταν η γυναίκα μου του σερβίρισε φάβα με γούλες και σουπιές τηγανητές ενθουσιάστηκε τόσο και είπε «Παιδιά, ότι άλλο και να μου κάνατε δε θα με ευχαριστούσε τόσο πολύ. Γιατί βλέπω τις ωραίες γούλες στο χωριό, αλλά ποιος να μου τις μαγειρέψει;» Όταν μάλιστα του έδειξα μια επιστολή, που είχα λάβει από το βιβλιοπωλείο ΖΩΗ, που μου συστήνανε να γνωριστώ μαζί του, ως εξαιρετικό άνθρωπο και καθηγητή, τότε έβαλε τα κλάματα και μας καταφίλησε φεύγοντας.

Ο καθένας λοιπόν μπορεί να καταλάβει το τι πόνο μας προξένησε και πόσο κενό μας άφησε, όταν μάθαμε ότι έφυγε τόσο νέος. Πιστεύω ότι ο φιλεύσπλαχνος Κύριος θα τον έχει κατατάξει στην χωρεία των αγίων Του, για ότι πρόσφερε στο νησί μας και σε όλους μας.


η τελευταία φωτογραφία του πατέρα μου Νίκου Αρβανίτη με την εγγονή του Εύα



Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

Στ Αγιανεργύρω τον κουμπέ....( Μεγαλοχωριό Σαντορίνης

  Αγιοι μου Ανάργυροι
μεγάλο το όνομα σας
φύλλο δεν πέφτει απ το δεντρί
χωρίς το θέλημά σας.



Στ Αγιανεργύρω τον κουμπέ               
θα βάλω μια σημαία
να γράψω τι μου έκαναν
μάνα και θυατέρα




Πηγή φωτογραφίας: Αρμενιστής

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Στο Μεγαλοχώρι…της Αθήνας

Σε μια από τις πιο παλιές  συνοικίες της Αθήνας, το Μεταξουργείο, ήλθαν οι Μεγαλοχωριανοί τεχνίτες, επιπλοποιοί και βαρελοποιοί, γύρω στα 1910.
Χωρίς καμία υποστήριξη, με μοναδικό φυλαχτό τη σκέψη τους στην Παναγία και στους Αγίους Αναργύρους και ακριβή κληρονομιά την ευχή του πατέρα και της μάνας τους, οι αγαπημένοι μας γονείς ήλθαν στα «ξένα», καθώς έλεγαν στην Αθήνα, για να προκόψουν.
Οι λεύτεροι, μόλις κατορθώνανε το πρώτο βήμα και ξεθαρρεύανε, ξαναγυρίζαν στο χωριό αλλά για λίγο, ίσα-ίσα να γενεί ο γάμος τους και ο αντίγαμος. Να πάρουν ύστερα την εκλεκτή της καρδιάς τους και να ξαναεπιστρέψουν για να συνεχίσουν τον αγώνα της δημιουργίας.
Χαμένοι μέσα στην πολύβοη πρωτεύουσα, νιώθανε μεγαλύτερη σιγουριά να ζούνε συντροφιασμένοι ο ένας πλάι στον άλλο, σαν ένα σμάρι πουλιά αδελφωμένα.
Από το Μεταξουργείο μέχρι τον Αι-Γιώργη ήταν σπαρμένοι οι νεοφερμένοι βλαστοί του χωριού μας στους δρόμους: Κολωνού, Βιργινίας Μπενάκη, Κωνσταντινουπόλεως, Μαραθώνος, Μυλλέρου, Κίμωνος, Κερατσινίου, Αλικαρνασσού, Πλάτωνος, Μοναστηρίου κλπ.
Σε τριάντα χρόνια ένας σεβαστός αριθμός Μεγαλοχωριτών δημιούργησε τον πρώτο πυρήνα, φτιάχνοντας οικογένειες με πολλά παιδιά και διατηρώντας τις παραδόσεις.  Ο δρόμος δύσκολος, ανηφορικός και η δουλειά σκληρή από νύχτα σε νύχτα.  Και σαν να μην έφθαναν οι δυσκολίες της προσαρμογής τους, μεσολάβησαν και τα θλιβερά χρόνια εκείνα του Πολέμου (1940) και της Κατοχής (1941-1944) και των μετέπειτα που έκαναν το μόχθο τους πιο μεγάλο.
Θα ήταν παράλειψη αν δεν ανέφερα τη συμβολή της υπομονετικής και φιλόστοργης συντρόφου καθώς στην αρχή οι νησιωτοπούλες μας πορευόντουσαν σε σπίτια αφιλόξενα μέσα σε αυλές με ξενόλοους ανθρώπους, αλλά με τη δύναμη του Θεού γρήγορα έφτιαχναν δικά τους. Μόνη τους λοιπόν ξεβάρεση και βάλσαμο στην ξενιτιά τους ήταν η νοσταλγία η ανεθυβολή του χωριού τους. Ζούσαν στιγμές αγαλλίασης όταν με λατρεία μετέφεραν στα σπίτια τους τα έθιμα της μικρής τους πατρίδας. Για τούτο οι μεγάλες μέρες των Χριστουγέννων της Πρωτοχρονιάς και οι άγιες του Πάσχα είχαν μια ξεχωριστή χάρη και θαρρούσες πως δροσερό το αεράκι του χωριού πλανιόταν μέσα στο σπιτικό τους. Με αυτά μας έθρεψαν και έτσι μεγάλωσε η αγάπη μας για το νησί.
Υπήρξε βέβαια και μια μερίδα χωριανών παιδιών ευλογημένων θα έλεγα που σπούδασαν και ανέβηκαν ψηλά και στόλισαν με το όνομα τους το χωριό μας. Όπως οι Πανεπιστημιακοί καθηγητές Νικόλαος Βλάχος, Μιχαήλ Πετζετάκης, Μαρίνος Σιγάλας, Νικόλαος Χωραφάς, ο Αρεοπαγίτης Βασίλης Μακρής καθώς κι ένα πλήθος άλλα παιδιά που έγιναν επιστήμονες.
Ένας όμως σεβαστός αριθμός ήταν και αυτοί που προκόψανε στις τέχνες και έγιναν γνωστοί στην αγορά της Αθήνας για την τιμιότητα και την εργατικότητα τους. Άλλος λίγο, άλλο πολύ όλοι τους προόδευσαν. Έγιναν ονομαστοί οινοποιοί και περίφημοι διακοσμητές του ξύλου. Άλλοι δημιούργησαν μεγάλες περιουσίες και άλλοι ευτύχησαν να δουν και δισέγγονα. Το δίχως άλλο είναι ένα τρανό παράδειγμα θέλησης και προκοπής των αγνών αυτών ανθρώπων ένα ζωντανό παράδειγμα προς μίμηση.

Σεπτέμβριος 1977
Γουλιελμία Συρίγου-Μονιούδη

Από το βιβλίο της Γουλιελμίας Συρίγου-Μονιούδη
«Η Σαντορίνη μου», εκδόσεις «Θηραϊκά Νέα»

Υ.Γ. Αλήθεια , μεσα στις δύσκολες αυτές εποχές μήπως ήρθε η ώρα να ψάξουμε καλυτερα την των προγόνων μας ιστορία? Μήπως να ανιστορίσουμε και άλλες ιστορίες για Σαντορινιούς της Αθήνας? Η ομάδα του καλλιστορώντας είναι εδώ έτοιμη να δεχτεί οποιουδήποτε είδους ιστορική και όχι μόνο συνεισφορά σε μια άλλη Σαντορίνη... Κάποιος Μποριανός, Ακρωτηριανός, Πυργιανός  κ.λ.π. της Αθήνας να μας καλλιστορίσει τα του χωριού του τα δεδομένα στην Αθήνα??
 


Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

Αφωταρίδες στο Μεγαλοχωριό Σαντορίνης ( 2011)

« Τ ΄Αη Γιαννιου του γυαλιστή που βάνουν τα ακληδόνοι βάνω και εγώ ακλήδονα τον άμμο χελιδόνι», αναφέρει σε μία από τις παραλλαγές του Κλήδονα στο νησί ο Γιώργος Βενετσάνος στο βιβλίο του «Λαογραφικά Σαντορίνης – Παραδόσεις|». Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη παραλλαγή, από τη στάχτη της «αφωταρίδας» που άναψε το βράδυ της παραμονής του Αγίου Ιωάννου, η κοπελιά παίρνει ένα μέρος και την κοσκινίζει απέναντι από το βουνό του Προφήτη Ηλία.  Συγχρόνως λέει την παραπάνω μαντινάδα, ενώ το πρωι  παρατηρεί την επιφάνεια της στάχτης. Φυσικά όπως είναι απλωμένη, δημιουργείται κάποιο γράμμα , και προσπαθεί να συμπεράνει ποιο θα είναι το όνομα του μέλλοντος συζύγου της.
Αιτία του πανάρχαιου αυτού εθίμου είναι η έγνοια των κοριτσιών ποιος θα είναι ο μέλλοντας συζυγός τους. Είναι ένα είδος νεοελληνικής μαντείας που γίνεται παραμονή και ανήμερα του Αγίου Ιωάννου ( 23 και 24 Ιουνίου), μιας και είναι και κοντά στο θερινο ήλιοστάσιο ( 22 Ιουνίου)....γράφαμε σε προηγούμενη ανάρτηση http://kallistorwntas.blogspot.com/2010/06/t.html. "

Φέτος ανταπόκριση από τις Αφωταρίδες στο Μεγαλοχωριό Σαντορίνης όπου πριν τις φωτιές ο εκεί τοπικός Σύλλογος έδειξε στον κόσμο τον τρόπο παρασκευης του ψευτοκεφτέ  ενώ ακολούθησε γλεντάκι απλό και παραδοσιακό.


Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Κάλαντα και Έθιμα του Λαζάρου


Κάλαντα του Λαζάρου
 
Ήρθε ο Λάζαρος ήρθανε τα Βάγια,
Ήρθε η Κυριακή που τρών’ τα ψάρια,
-Πού σαι Λάζαρε που ’ναι η φωνή σου,
Που σε γύρευε η μάνα κι’ η αδερφή σου;
-Ήμουνα στης γης, στης γης χωσμένος,
Κι από τους νεκρούς, νεκρούς αποθαμένος.
Δόσε μας αυγά, αυγά να σας ε πούμε
Κι οι κοτίτσες σας όλες να γενούνε

Ευαγγελική Συρίγου – Πύργος
Παλιότερα υπήρχε το έθιμο την παραμονή του Λαζάρου να προσφέρονται αυγά σε αυτούς που έλεγαν τα κάλαντα.


Πηγή Γεώργιος Βενετσάνος – «Λαογραφικά Σαντορίνης – Παραδόσεις τόμος 2», Ιστορικές Εκδόσεις Στεφ. Βασιλόπουλος



Αντε σιγά σιγά να καλλιστορίσουμε τoυ Πάσχα? Ήδη ξεκινησαμε με τα πατροπαράδοτα μελιτίνια! Ένα όμως από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του βιώματος του Πάσχα στο Νησί είναι και ο περίφημος Λάζαρος
Το Σάββατο του Λαζάρου στο Μεγαλοχώρι και σε άλλα χωριά της Σαντορίνης, οι κάτοικοι αναβιώνουν κάθε χρόνο το «Λάζαρο» , στήνοντας ένα πελώριο σταυρό στη μέση της πλατείας του χωριού τυλιγμένο με αλισμαρί. Γράφει ο Φίλιππας Κατσίπης στα «Θηραϊκά Νέα» για το «Λάτζαρο» του ΜεγαλουΧωριού. «Και το χαμε καμάρι οι Μεγαλοχωριανοί πως εμείς μονάχα απ όλα τα χωριά1, κάναμε τον πιο μεγάλο « Λάτζαρο» . Ύστερα περιγράφει την ιστορία του άρμπουρου που ξενερισμένο στο Χριστό τ’ Αθέρμι, από ναυάγιο πολέμου, περιμάζεψαν οι Μεγαλοχωριανοί « Και ο μεγάλος Σταυρός σηκωνότανε αργά: - Ισα μια.!! … πιάσε τα μπόσικα Γεράσιμε! … θα σου γλυστρήσει…. – Αντε μια ακόμη! Βίρα εσείς απ τον καφενέ! …. Κι ο Σταυρός ανέβαινε. Έπεφτε στο λάκκο. Γρήγορα δένανε γερά τις πριμάτσες, χώνανε το λάκκο κι όλοι περνούσανε ν’ ασπαστούν το Λάτζαρο.» Οι κοπέλες του χωριού με τα πανέρια μέχρι και σήμερα μαζεύουνε λουλούδια, οι νέοι κόβουνε αλισμαριά. Με τα άρμπουρα σχημάτιζαν ένα σταυρό τον οποίο κάλυπταν με τα αλισμαριά και τον στόλιζαν με λουλούδια και βάγια..Το απόγευμα όλο το χωριό μαζεύοτανε στην πλατεία.,Συμβόλιζε την Ανάσταση του Λαζάρου. Έμενε μέχρι το Μεγάλο Σάββατο που τον ξεστόλιζαν και παρέμενε σ εκείνη τη θέση μέχρι της Αναλήψεως. Το έθιμο αυτό εξακολουθεί να τηρείται στο ΜεγάλοΧωριό , και σε άλλα χωριά, ενώ μικροί « Λάζαροι» φτιάχνονται σε πολλά σπίτια

Στις φωτογραφίες ο " Λάτζαρος" του Μεγάλου χωριού το Πάσχα του 2009 από προσωπικό αρχείο





Στην Οία δεν φτιάχνουν σταυρό Λαζάρου.
Το έθιμο της Οίας το Σάββατο του Λαζάρου είναι τα "λαζαράκια" τα οποία είναι λίγο-πολύ γνωστά γιατί τα φτιάχνουν και σε άλλα νησιά του Αιγαίου (από ότι ξέρω..έθιμο που συνηθιζόταν και στους Μικρασιάτες).Τα παλιά χρόνια που δεν υπήρχαν οι φούρνοι και η κάθε νοικοκυρά φούρνιζε μόνη της, το Σάββατο του Λαζάρου έφτιαχναν μικρά ψωμάκια σε ανθρωπινή μορφή παριστάνοντας το Λάζαρο τυλιγμένο με το σάβανο και τα έλεγαν "λαζαράκια" ή "λαζαρούδια'. Στις μέρες μας όμως τα "λαζαράκια" είναι πλέον νηστίσιμα κουλουράκια (αντί για ψωμάκια) πάλι όμως με ανθρώπινο σχήμα..

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Η δική μας Σαντορίνη της Μαρίας Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Ξέρετε δεν νομίζω ότιμπορώ να σχολιάσω τπτ στην παρακάτω ανάρτηση η κυρία Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου από το Μεγάλοχωριό  γράφει... θυμάται... Πονάει... Νοιώθει ...Βιώνει.... τη δική μας Σαντορίνη!!!

Η δική μας Σαντορίνη



Το χειμώνα η Σαντορίνη επιστρέφει στην αιωνιότητα. Σκληρό τοπίο, ανεμοδαρμένο, μα φέτος καταπράσινο. Πολλές βροχές, μα πια δε τις μετράμε για να γεμίσουν οι στέρνες μας. Έχουμε δα τρεχούμενο νερό και πια δεν το πονάμε. Τ’ αδούλευτα οικόπεδα καταπράσινα με πινελιές βιολέ και κίτρινου κάτω από ένα μουντό ουρανό, όψιμου χειμώνα. Οι καρδαμίδες στις δόξες τους, αν και επίφοβες από τα φυτοφάρμακα, που ραντίζουν τα όλο και λιγότερα αμπέλια. Όσο η καλλιεργήσιμη γη μειώνεται, τόσο οι οικοδομές ανθίζουν. Το χειμώνα οι μόνιμοι κάτοικοι πια είναι ένα κράμα γηγενών και μόνιμων πια μετοίκων, σκληρά εργαζομένων. Απ’ το παράθυρο η Παναγιά με το ρολόι της μετρά τις ώρες της ζωής μου και το πρωί με ξυπνά το θριαμβευτικό μεγαλοχωριανό καμπανολόημα. Η εκκλησιά την Κυριακή ξανά γεμάτη, συγχώριο κάποιου από τους παλιούς, όσους η μνήμη φωτογράφισε σε ενσταντανέ αθανασίας. Το τέμπλο παλιό και τα μανουάλια αστραφτερά αντανακλούν αντί κεριά λάμπες οικονομίας. Η πλατεία μεγάλωσε και τα λιγοστά αυτοκίνητα παρκάρουν απλόχωρα χωρίς κανένα να ενοχλούν. Οι δρόμοι απέραντοι, μοναχικές διαδρομές στην γητεύτρα σκοτεινή θάλασσα, κοιμισμένα τα τουριστικά θορυβώδη στέκια, οργασμός προετοιμασίας για την ανατέλουσα σαιζόν, προοπτικές ελπιδοφόρες, λένε ίσως. Μια ξαφνική καταιγίδα με χοντρό χαλάζι κι ένας δυνατούτσικος σεισμός, μας υπενθυμίζουν τα όρια των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Μοιραζόμαστε τις διηγήσεις των παλιών, συγκρίνουμε, προβλέπουμε μπροστά σ’ ένα ποτήρι καφέ ή τσίπουρο. Άλλωστε κανείς δε βιάζεται, όλοι γλυκοχαιρετούν, σχολιάζουν, καθυστερούν σκόπιμα, απλώνουν το χρόνο να λιαστεί στα περιθώρια της μνήμης. Ξαναβρίσκω τη δική μου Σαντορίνη στο χαμήλωμα των προβολέων και τη σιωπή των θρύλων. Οι μορφές των συνομιλήκων μου μπερδεύονται με τις μνήμες των γονιών τους. Έτσι τους αναγνωρίζω μέσα από χαμόγελα, νεύματα, εκφράσεις. Έτσι τους καταχωρώ στην αθανασία της ελάχιστης βιολογικής μου αναλαμπής. Έτσι τους καταγράφω στη φθορά της λέξης. Για όσο αντέξει.
Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου.
http://mariasot.blogspot.com/2011/04/blog-post_03.html?spref=fb

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Μια υδρορροή του Χθες...στο Σήμερα...

Πέτρινη υδρορροή σε σπίτι στο Μεγαλοχώρι της Σαντορίνης (2011μ.Χ.)








 
Πέτρινη υδρορροή σε κτίριο του Προϊστορικού Οικισμού του Ακρωτηρίου της Σαντορίνης (1613π.Χ.)
  

http://klearchosguidetothegalaxy.blogspot.com/2011/03/now-and-then.html

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Αφήγηση για το σεισμό από το Μεγαλοχωριό

Καλημέρα,ο πατερας μου ηταν μολις 9 ετων τοτε και μου εχει πει οσα λιγα θυμαται,ηταν στην Αγια Φωτεινη,εκει που σημερα βρισκεται το σπιτι μου ηταν σταυλοι και το αλωνι,ειχαν παει με τον παπου μου το Νικολο και το θειο μου τον Αναργυρο να σομαρωσουνε τα μουλαρια για να ξεκινησουνε να θερισουνε το κριθαρι,ηταν 5μιση με 6 οταν εγινε ο πρωτος σεισμος,θυμαται τα μουλαρια ωρα πριν να γυριζουν γυρω γυρω μες στη μαντρα να ρουθουνιζουν σα τρελα και να σηκωνονται ορθια στα πισινα τους ποδια..κανεις αλλος δεν προαισθανθηκε το κακο περα απο τα ζωα..μολις εγινε ο σεισμος ο παπους ετρεξε στο χωριο να προλαβει να ξυπνησει τη γιαγια μου και της θειες μου,τη Μαρια κ τη Κουλα να τρεξουν ολοι μαζι στη μαντρα...Η θεια μου η Μαρια Νομικου λεει χαρακτηριστικα : ηκουα τσοι γειτονισσες που ηφωναζανε : παει η Αγια Ανεργυροι ,παει η Αγια Ανεργυροι!!! κι εγω σα μικρο παιδακι 8 χρονω που ημουνα,ξαπλωμενη απα στο κρεβατι ηφωναζα τσοι μανας μου :κα,μαμα,κα ηφυε η Αγια Ανεργυροι,κα που να ηπηε? και η μανα μου ειπε : σηκω παιδι μου να φυομε,σηκω γιατι χανουμαστε...
Σου τα λεω τωρα αυτα και δακρυζω,πραγματικα τοση συγκινηση αισθανομαι...

Εύα Δαμασκηνού από το Μεγαλοχώρι



Υ.Γ.: Σε λίγο καιρό στις 9 Ιουλίου θα σημάνουν και πάλι τα ξημερώματα γρήγορα οι καμπάνες για να μας θυμήσουν τη μέρα μνήμης για το νησί........Μέρα μνήμης και όχι μόνο γιορτής...... Οι ανθρώποι της Σαντορίνης που άντεξαν το σεισμό..... Η Αγνότητα των παλιών κατοίκων....... Αγαπητοί μου φίλοι ανατρέξτε στους συγγενείς σας και ακούστε αφηγήσεις για την ημέρα του σεισμου. Αφήστε τα βιολιά και ακούστε τη λαλιά των ανθρώπων.... Όποιος το επιθυμεί ας με ενημερώσει 'ετσι ώστε οι αφηγήσεις αυτές να μαζευτουν για να γνωρίσουμε όλοι στιγμές των ανθρώπων που έζησαν εκείνες τις ημέρες...

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Τουρισμός πριν 30 χρόνια στο Μεγάλο Χωριό Σαντορίνης

Παραμονή των Αγίων Αναργύρων και ήμαστε μαζεμένες αρκετές γυναίκες στην εκκλησία για την ολονυχτία. Με πρωτοψάλτισσα το Νικολέττι του Γιώργη του Κοφινά, ψάλαμε όλα τα τροπάρια και τα κοντάκια των Αγίων. Στη συνέχεια για να μην νυστάζουμε, λέγαμε ιστορίες και διάφορα συμβάντα……
Εκείνο που θυμάμαι από κείνη τη βραδιά είναι το περιστατικό που μας διηγήθηκε το Νικολέττι.
Ήτανε καλοκαίρι απόβραδο, που λέτε και ήμαστε όλοι οι γειτόνοι καθισμένοι όξω στα ριμίδια κι ηβεγγερίζαμε. Εκεί περνούνε δυο τουρίστες, ένας άντρας και μία γυναίκα: - - Καλησπέρα , μας λένε με μισοελληνικά – Μπογκιόρνο κάνω εγώ ιταλικά που ηθυμούυμουνε από τσοι Ιταλοί!!...- Κα , που ηβρεθήκανε οι κακόσορτοι εδωδά, τέτοια ώρα;…. Ίσα Ισα ημαγείρευα μανέστρα με τη φρέσκια ντομάτα, όπως κάθε βράδυ- Μμμμ…. Μμμμμ ηκάνανε οι τουρίστες που των άρεσε η μυρωδιά.
- Κα Γιώργη, κα να συγχωρεθούνε τα πεθαμένα σου, συνεχίζει το Νικολέττι, να τωνε πουμε να ρθουνε να φάνε ένα πιάτο μανέστρα, γιατί τσοι νοιώθω ξενηστικωμένοι;
- Κα βέβαια, ξένοι ανθρώποι…… Ελάτε παιδιά μέσα, Ελάτε ματζάρε, τωνε γνέφει ο Γιώργης,
Καθίζομε στο τραπέζι, βάζω τηνμανέστρα στα πιάτα κι ότι άλλα είχαμε κι αρχίζομε να τρώμε….. Μμμμ ωαια η κιούπα ( Ωραία η σούπα, ηθέλανε να πούνε). Αμα ηποφάαμε λέω πάλι του Γιώργη – Κα, που θα πάνε τέτοια ώρα να κοιμηθούνε οι ανθρώποι; Να τσοι βάλωμε εδωδά, στσοι καναπέδες να πέσουνε, γιατί είναι κρίμα! Τότες η Σαντορίνη , δενείχε ούτεξενοδοχεία, ούτεδωμάτια, ούτε πράμμα, μόνο ένα ξενοδοχείο είχε στα Φηρά. Τωνε στρώνω στσοι καναπέδες, κι εγώ με το Γιώργη ηπέσαμε στο κρεββάτι, αφού ήβαλα το μάνταλο στην πόρτα κι ήσβυσα τη λάπα. Σε λιγάκι μπάρεμου σκουντώ το Γιώργη. – Κα φοβούμαι , δεν μπορώ να κοιμηθώ. – Ίντα φοβάσαι; Κοιμήσου και μη μιλείς! Κα ξέρω γω ίντα αθρώποι είναι τουτοιδά. Ω ίντα τρεζάδα ήκαμα!!1……. Να μην σας τα πολυλέω ετσαδα ηξημερώθηκα, καθισμένη απάνω στο κρεββάτι!.....
Αυτά μας διηγήθηκε τότε το συγχωρεμένοτο Νικολέττι, μια αγιασμένη γυναίκα της Σαντορίνης……
Αργυρούλα Παπανδρεοπούλου – Αναγνώστου
«Θηραϊκά Νέα» - Ιούνιος 2000 αριθμ ೨೫೦


Ειμαι ιδιαίτερα χαρούμενος που είχα την τιμη να γνωρίσω και να θυμάμαι τόσο το Νικολέττι του Μεγαλοχωριου, όσο και το συγχωρεμένο πια αντρα της Γιώργο του Κοφινά. Η οικογένεια τους είναι ιδιαίτερα αγαπημένη σε μένα.... Νικολέττα, Ηλία, Ανάργυρε και αδερφέ Πρόδρομε, οι δυο αυτοί στυλοβάτες του σπιτιου σας, προσωπικά μ έχουν στιγματίσει θετικά με τηζωή τους..... Ειναι μορφές της παλιάς Σαντορίνης που δυστυχώς στο πέρασμα του χρόνου χάνονται......Πόσες αρχόντισσες και πόσοι μερακλήδες υπάρχουν κρυμμένοι στα χωριά μας...... Κοιτάξτε με πόση ανθρωπια άνοιγαν το σπίτι στους τουρίστες... εστω και με τον αγνό φόβο νατους κυριευει......
Θα προσπαθήσω φέτος το καλοκαίρι να σας παρουσιάσω πολλούς μα πάρα πολλούς τέτοιους γέροντες από το νησί και νομίζω ξέρω από που θα αρχίσω... κ. Ειρήνη σας έρχομαι..... επίσης Ελευθερία και Λίτσα ετοιμαστείτε γιαβεγγερα αλλοτινη.......










ask2use.com: Υποχρεωτική η πλήρης αντιγραφή του κειμένου

ask2use.com: Υποχρεωτική η αναφορά πηγής



Σάββατο 3 Απριλίου 2010

Θρησκευτικά Μοιρολόγια της Σαντορίνης


από το βιβλίο του Γ। Βενετσάνου « Λαογραφικά Σαντορίνης – Παραδόσεις» ( τόμος Δεύτερος)

( ενδεικτικά)

Σήμερο είν Παρασκευή παράκληση του κόσμου,

σήμερο βάλανε βουλή , οι άνομοι Οβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά, οι τρισκατατηραμένοι,

να πιάσουν τον μονογενή να τονε μαρτυρήσουν,

να τονε βάλουν έπειτα εις το σταυρό απάνω,

και να τον στεφανώσουνε μ αγκάθινο στεφάνι.

Κι η Δέσποινα ως τα άκουσε την Προσευχή της κάνει,

ω Μάρθα κι ω Μαγδαληνη τ’ Αη Ιακώβου Μάνα,

τ Αη Λαζάρου αδελφή, να πάμε οι τρεις αντάμα.

ω Γιέ μου αφέντη, που προπατείς και φέγγεις όλη την οικουμένη,

Γιε, σαν πας στον Άδη, γρήγορα να γυρίσεις, να με παρηγορήσεις,

να με παρηγορήσεις, τη μάνα την καμένη, την πολυπικραμένη,

σταυρέ μου σταυρωμένε, Σταυρέ Χαριτωμένε,

σταυρέ για κλίνε μπρος μου, ν αγκαλιαστώ το γιό μου,

τα μάθια και το φως μου.

ω Γιέ μου, όντας σε γέννου κι οντάς σε κοιλοπόνου, δεν είδα τέτοιους πόνους.

Περικαλώ σε Γιέ μου Κύριε και Θέε μου,στον Άδη μην αργήσεις, γρήγορα να γυρίσεις να με παρηγορήσεις.

Να με παρηγορήσεις, τη μάνα την καμένη, την πολυπικραμένη και στον κόσμο ξακουσμένη…..

Καλλίστη Γιαννακοπούλου ( Μπικουνιά) – Μεγαλοχωριό





Ποιος είναι αυτός ο ξένος, ο παραπομενεμένος στο ξύλο καρφωμένος; Και μα πας είναι ο Γιός μου, τα μάθια και το φως μου και η έλλειψη του κόσμου;

Ω γιέ μου! Ω Γιέ μου Κύριε και Θεεμου και Πλαστουργέ μου.

Ω Γιέ μου, Γιε μ αφέντη, που περπατείς και φέγγει όλη η οικουμένη.

ω Γιέ μου, όντας σε γέννου κι οντάς σε κοιλοπόνου, δεν είδα τέτοιους πόνους.

Περικαλώ σε Γιέ μου Κύριε και Θέε μου,στον Άδη μην αργήσεις, γρήγορα να γυρίσεις να με παρηγορήσεις.

να με παρηγορήσεις, τη μάνα την καμένη, την πολυπικραμένη και στον κόσμο ξακουσμένη…..

Λυπήσου ντη τη μάνα, που σ έτρεφε το γάλα, ωσαν τη ματζουράνα.

ο Ήλιος Βασιλεύει και το φεγγάρι φεύγει, Γιέ μου από το καμό σου.

Σταυρέ μου σταυρωμένε , σταυρέ χαριτωμένε,

Σταυρέ για κλίνε μπρος μου, ν αγκαλιαστώ το γιό μου, τα μάθια και το φως μου.

Κανέλλα θα μασήσω, το Γιό μου να φιλήσω, το γιό μου να φιλήσω,

Μαστίχα θα μασήσω, το γιό μου να μυρίσω, το Γιό μου να μυρίσω

Γαρύφαλλα θα πιάσω, το Γιό μου να αγκαλιάσω, για να τονε χορτάσω…

Μαρουλίδη Ιακ. Κατσίπη - Πύργος



Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

" Η Καρδιά των Ερωτευμένων στη Σαντορίνη"


Η καρδιά αυτή βρίσκεται στο μονοπάτι προς την παραλία της Πλάκας στο Μεγαλοχώρι της Σαντορίνης...

Happy Valentine's Day!
Bonne Saint Valentin!
Alles Liebe zum Valentinstag!
Buon San Valentino!
Feliz día de San Valentín!
Szczesliwego dnia swietego Walentego!
情人节快乐
情人節快樂
ハッピー バレンタイン


Πηγή : Κλέαρχος Καπούτσης http://klearchosguidetothegalaxy.blogspot.com/2010/02/h-heart-of-santorini.html









ask2use.com: Υποχρεωτική η πλήρης αντιγραφή του κειμένου

ask2use.com: Υποχρεωτική η αναφορά πηγής





Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...