Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γουλιελμία Συρίγου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γουλιελμία Συρίγου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Της Αποκριάς και της Σαρακοστής στη Σαντορίνη ( 2017)

« Μετά από τα αποκριάτικα γλέντια, τα τραγούδια και τους χορούς στην πλατεία του χωριού, οι χωρικοί ετοιμάζανε τα δισάκια τους για να γιορτάσουνε την Καθαρή Δευτέρα στα εξωκκλήσια της Σαντορίνης. Τούτη η έξοδος ήτανε ομαδική. Άλλοι με καβάλες και άλλοι με τα πόδια ξεκινούσανε την αυγή της Καθαρής Δευτέρας διαβαίνοντας τα ριμίδια του κάμπου και ποζεύοντας σε κάποιο ερημοκκλήσι. Εκεί, αφού ανάβανε τα αγιοκάνδηλα και θυμιάζανε με μοσχολίβανο ή καμμιά φορά με αλυφασκιά, σαν δεν εύρισκαν λιβάνι, στρώνανε τις πετσέτες τους στη πέτρινη αυλή και καθίζανε γύρω γύρω κατάχαμε άλλοι σταυροπόδι και άλλοι ανεκούρκουδα. Στη μέση του «τραπεζιού» ήτανε μια τσουκάλα με φάβα από το οποίο κένωνε μία από τις γυναίκες. Πολλές φορές τη φάβα την μαγειρεύανε επιτόπου με ξερά φρύγανα και ασπάλαθοι. Κοντά στο τσουκάλι έβαζαν μία γαβάθα με καπαρόκουμπα και μία τσάσκα με ξύδι για να βουτούνε τις αρακιές και την αρίανη. Ολόγυρα αρέγκου- αρέγκου, βάζανε τα χοντρά γάστρινα σκουτέλια με τα σαρακοστιανά, ενώ στο μπουτί της μικρής εκκλησίας ήτανε τα φλασκιά  και τα κουκουμάρια γεμάτα μπρούσκο κρασί. Το κεραστάρι καμωμένο από κέρατο βουδιού, ήτανε αναποδογυρισμένο στο λαιμό ενός τετραγωνου παγουριού, ενθύμιο ποιός ξέρει από ποιον πόλεμο. Σε πολλές παρέες δεν έλειπε ο λυράρης ή ο τσαμπουνιέρης. Το φαγητό άρχιζε με την ευχή:
Αγία μου Σαρακοστή με την αρίανη σου,
Να μ αξιώσει η Χάρη Σου  και στην Αναστάσή σου.
Ενώ τρώγανε το κεραστάρι γέμιζε κι άδειαζε ντάιμα χωρίς σταματημό από χέρι σε χέρι και ξαφνικά κάποιος από τη συντροφιά σηκωνότανε όλορθος και μ ένα γνέψιμο στο λυράρη άρχιζε να χορεύει  όμορφα και ο λυράρης με το δοξάρι στο χέρι και τη λύρα ακουμπισμένηη στο γόνατο έπαιζε ένα γλυκό σκοπό. Τον πρώτο χορευτή τον ακολουθούσανε και άλλοι και άλλοι και το γλέντι άναβε η λύρα αγρίευε  να παίζει και ο λυράρης τραγουδούσε όμορφα δίστιχα τραγούδια και ρίμες που μιλούυσανε για την αγάπη, τους καυμούς και οι χορευτάδες χορεύανε, χόρευαν ξεστήθωτοι   με τα ζωνάρια κρεμασμένα ως κατάχαμα σφύριζαν δυνατά  σήκωναν τα χέρια κι έσκυβαν πότε μπροστά και πότε στα πλάγια και κτυπούσανε με την ανάστρεφή του χεριού τους τα μπλαντούγια τους. Ο ιδρώτας έτρεχε από το κούτελό τους μα εκείνοι χόρευαν χόρευαν χωρίς σταματημό πάνω στη πέτρινη αυλή της μικρής εκκλησίας ή πάνω στα αγριολούλουδα του χωραφιού.
Τούτο το γλέντι καταλάγιαζε σαν έρχονταν μερέντι. Τότε οι γυναίκες μαζεύανε τα σκουτελικά και ετοιμάζανε τα δυσάκια για το γυρισμό. Έπρεπε σαν κτυπούσε η καμπάνια να πάνε να ακούσουνε το «Κύριε των δυνάμεων μεθ ημών γενού»[1]

Ενώ η παράδοση αυτή συνεχίζονταν και στους Θηραίους της Αθήνας  « Πρώτος ο πατέρας έσερνε το χορό «στης ακριβειας τον καιρό επαντρέφτηκα κι εγώ», ακολουθούσε ο αστείος χορός « του πιπεριού» κι ένα άλλο χορευτικό τραγούδι που είχε σαν επωδό : « τουτη η γης που την πατούμε όλοι μέσα θε να μπούμε» κτυπώντας με κέφι τα πόδια τους στο πάτωμα. Ύστερα η πιο καλλίφωνη άρχιζε το τραγούδι και ακολουθούσαν οι άλλοι με άφθονα πρίμα και σεκόντα « σε αυτό το σπίτι που ρθαμε πέτρα να μην ραίσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει» και η βραδιά έκλεινε με τον εθνικό ύμνο του Μεγαλοχωρίου, δλδ με το κοντάκιο των Αγίων Αναργύρων»[2].
Τα αποκρηανά τραγούδια που ακουγόντουσαν ήταν :Ρίχνω τα αγκιστράκι μου,, Δάφνης μου πήρες κλωνάρι, Αφουγκραστέίτε να σας πω, Εγώ είμαι ενός ψαρά παιδί κ.ο.κ.
Ενώ τα «τσακίσματα»της Σαντορίνης γι αυτή την περίοδο ήταν:
Ήλθανε κι οι αποκριές με γέλια και τραγούδια, ήλθε και η Σαρακοστή μ ελιές και με μαρούλια
Στον ποταμό τα αλιγαριές σε φίλησα μα δεν το λες
Τούτες οι μέρες τόχουνε τούτες οι εβδομάδες, να τραγουδούνε τα παιδιά να χαίρονται οι μανάδες
Στ Ακρωτήρι βγαίνει η κάπαρι, τα λόγια σου είναι ζάχαρη
Στον Πύργο το πια το νερό, ηβραχνιασα και δεν μπορώ....

Τότε ακούγεται και το παρακάτω- ξεχασμένο ξόδι της Μεγάλης Σαρακοστής[3]:


 Τώρα είναι Αγιά Σαρακοστή, τώρα είναι Άγιες ημέρες

που λειτουργούν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες

και λεν το Κύριε ελέησον και το Άγιο το Βαγγέλιο.

Όποιος το λέει σώζεται κι όποιος το πει Αγιάζει

κι όποιος το καλοαφκριστεί παράδεισο θα λάβει.

Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο.

Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της

την προσευχή της έκανε για τον μονογενή της.

Κι’ εκεί που προσευχότανε, κι’ εκεί που παρεκάλει

ακού βροντές και αστραπές και ταραχή μεγάλη.

Βγαίνει στην πόρτα της να δει, βγαίνει στην γειτονιά της.

Βλέπει τον ουρανό θολό και τ’ άστρα βουρκωμένα,

το φεγγαράκι το λαμπρό στο αίμα βουτηγμένο.

Βλέπει τον Γιάννη κι έρχονταν γδαρμένο, σκοτωμένο.


- Τι έχεις Γιάννη μου και κλαις και βαριαναστενάζεις;

- Δεν έχω στόμα να στο πω , χείλη να στο μιλήσω,

ούτε η καρδιά μου το βαστά να σου το μολογήσω.

Το δάσκαλο μου πιάσανε οι άνομοι Εβραίοι

οι άνομοι και τα σκυλιά κ’ οι τρεις καταραμένοι.

Σαν κλέφτη τον επιάσανε, και σαν ληστή τον πάνε,

και στου Πιλάτου τα σκαλιά, εκεί τον τυραννάνε.

Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθη

σταμνιά νερό την περεχούν, τρία κανάτια μόσχο,

και τέσσερα ροδόσταμο ώσπου να συνεφέρει.

Και σαν την συνεφέρανε τούτο το λόγο λέει:

-Ας έλθει η Μάρθα και η Μαριά κι άλλη η Ελισάβα,

και του Λαζάρου η αδελφή και του Προδρόμου η μάννα.

Να πάμε να τον εύρουμε πριν μας τον εσταυρώσουν,

πριχού του βάλουν τα καρφιά και τόνε θανατώσουν!

-Βλέπεις εκείνο το βουνό το υψηλό το μέγα

που ’χει την πράσινη κορφή την θαλασσιά παντιέρα;

Εκεί πάνω τον έχουνε , και τόνε τυραννάνε.

Επήραν το στρατί – στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί τις έβγαλε στ΄ ατσίγγανου την πόρτα.

-Ώρα καλή σου ατσίγγανε και τ΄ είναι αυτά που κάνεις;

-Καρφιά μου παραγγείλανε οι φίλοι μου οι Εβραίοι.

Εκείνοι μου παν τέσσερα μα γω τους κάνω πέντε.

Τα δυο στα δυο του γόνατα, τα δυο στα δυο του χέρια,

το πέμπτο το φαρμακερό να μπει μες την καρδιά του.

Να τρέξει αίμα και χολή από τα σωθικά του.

Η Παναγιά σαν τ΄ άκουσε έπεσε και λιγώθη.

Σταμνιά νερό την περεχούν ώσπου να συνεφέρει.

Και σαν τη συνεφέρανε τούτο το λόγο λέει:

- Άντε κ΄ εσύ ατσίγγανε, ψωμί να μην χορτάσεις,

μόνο αχυλιές και κάρβουνα, πάντα σου να μαλάζεις.

Ούτε η τραχηλίτσα σου πουκάμισο να βάλει

ούτε και τη γυναίκα σου σε σπίτι να τη βάλεις!

Παίρνουνε το στρατί – στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί τις έβγαλε εις του ληστή την πόρτα.

Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.

Κ’ η πόρτα απ’ τον φόβον της άνοιξε μοναχή της.

Κοιτά δεξιά, κοιτά ξερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,

κοιτά και δεξιότερα βλέπει τον Άγιο Γιάννη.

Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γιου μου

μην είδες το γιουκάκι μου και συ τον δάσκαλο σου;

-Δεν έχω στόμα να στο πω, χείλη να στο μιλήσω,

ούτε και χειροπάλαμο για να σου τον εδείξω.

Βλέπεις εκείνον τον γυμνό τον παραπονεμένο,

όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;


Αυτός είναι ο γιόκας σου και με ο δάσκαλος μου.

 -Επήραν το στρατί – στρατί , στρατί το μονοπάτι.

Το μονοπάτι τις έβγαλε μπροστά στον σταυρωμένο.

-Γιε μου , που είναι τα κάλλη σου και πουν η λεβεντιά σου,

και τα σγουρά σου τα μαλλιά και η παλικαριά σου;

Δεν μου μιλείς μιλίτσα μου δεν μου μιλείς μιλιά μου;

-Πάρτο μάνα απόφαση σαν που το πήραν κιάλλες,

το πήραν μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες.

Το πήραν κι οι καλόπαντρες, για τους καλούς τους άντρες!

Άντε μάνα στο σπίτι σου και στο νοικοκυριό σου

στρώσε τραπέζι θλιβερό μ’ αφράτο παξιμάδι

και πίνε και γλυκό κρασί, να σου περνά η ζάλη.

Πάει η μάνα στο σπίτι της πάει στα γονικά της

βάζει κρασί στον μαστραπά κι’ αφράτο παξιμάδι.

Πέρασε κ’ η Άγια Καλή κιαυτό το λόγο λέγει:

-Ποιος είδε γιο εις τον σταυρό και μάνα στο τραπέζι;

-Άντε και συ Άγια Καλή ποτέ σου μην γιορτάσεις

ποτέ τ’ ονοματάκι σου στην εκκλησιά μην ψάλεις!

-Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι’ όποιος το πει αγιάζει

και όποιος το καλοαφκριστεί, παράδεισο θα λάβει.

Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο.






Τώρα ειν Άγια Σαρακοστή, τώρα ειν’ Άγιες μέρες

που λειτουργούν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες

και λεν το Κυρ ελέησον και τα’ άγιο το Βαγγέλιο!



-          Τούτη είναι η στερνή αχαλασά μας, για τούτως λεβέρετε τους κάβους και τ απογρίπια, αβαράρετε τη βάρκα στο σκέρο, σύρετε τα φαλάγγια και τα κουπιά και βάλτες την άγκουρα στο χωμάτισμα... Αύριο μπαίνει η Τρανή Σαρακοστή
Αυτές τις κουβέντες είπε ο καπετάνιος, ο γερο Βουρκάνος[4], στο τσούρμο του κι έβγαλε την καπνοσακκούλα του να στρίψει το τσιγάρο....
Αύριο μπαίνει η τρανή Σαρακοστή... Αυτά τα λόγια του γερο καπετάνιου, αγγίξανε τις πιο λεπτές χορδες της ψυχής των αγαθών ψαράδων και ήτανε για αυτούς σαν θεία επιταγή που ερχότανε ολοίσια από το Θεό. Ξέρανε οι ανθρώποι εκείνοι της θάλασσας πως αν δεν πάνε στο γυαλό, θα πεινάσουν και αυτοί και τα παιδιά τους. Όμως έτσι έπρεπε να γίνει, γιατί έμπαινε η Σαρακοστή και ολάκερο το νησί θα νήστευε. Ακόμα και οι άρρωστοι νήστευαν και δεν έτρωγαν ούτε λάδι, ενώ οι λοχώνες ετρέφοντο σαράντα μέρες με χυλό και σισαμόλαδο. Αν καμμία φορ η ανάγκη το επέβαλλε να φάνε λάδι, η λοχού κατέβαζε το τσιμπινίκι της και έκλεινε την κρεβατοκάμαρα να να μην την βλέπουν την ώρα που έτρωγε, αλλά η γυναίκα που θα μαγείρευε το φαγητό της έπρεπε να κάμει σαράντα μετάνοιες για να  εξιλεωθεί.
Έτσι κυλούσαν οι μέρες της Τρανής Σαρακοστής,  μέσα σε μία πραγματικά κατανυκτική προσευχή και νηστεία, για να τη διακόψουνε μονάχα του Ευαγγελισμού και των Βαϊων, περιμένοντας με θρησκευτική χαρά να φάνε μόνο ψάρι που κι αυτό σπάνια το εύρισκαν εξ αιτίας της φουρτούνας όπως έλεγαν « Του Ευαγγελισμού και των Βαγιών» παίρνει ο φράρος το γιαλό». Ναι κείνοι οι άνθρωποι νήστευαν και πίστευαν με μία αληθινή πίστη που ξεπερνούσε τα γήινα όρια και έφθανε μπροστά στα κατώφλια του παραδείσου.
Ναι κείνοι οι άνθρωποι νήστευαν και πίστευαν σε μία αληθινή πίστη, που ξεπερνούσε τα γήινα όρια και έφθανε μπροστα στα κατώφλια του παραδείσου. Ζούσανε στο δικό τους κόσμο καμωμένο από όορφα ιδανικά και αισθήματα. Τον δρόμο αυτό έπρεπε να τον διαβούν με πεντακάθαρη καρδιά για να είναι άξιοι να μετάσχουν στη χαρά της Αναστασης
Έτσι γινότανε εκείνα τα χρόνια και οι άνθρωποι ήταν μονοιασμένοι και ευτυχισμένοι. Την ευτυχία τους την θεμελίωνανε στη γρανιτένια πίστη με το καθαρό νόημά τους. Οι γνώσεις ήταν φτωχές αλλά από την αγραμμματοσύνη και την αγαθότητα τους πήγαζε η Αγάπη, που είναι η τέλεια πραγματική έκφραση και φτάνει στην αγνότητα της ψυχής.
Ο συγχωρεμένος ο παπα Μαρκάκης Δεναξάς μου έλεγε ότι «οσο πιο πολύ τρέχει ο άνθρωπος με τις γνώσεις του, τόσο πιο γρήγορα θα κομματιάσει το σώμα  του στους βράχους της αμαρτίας.»
Οι παλαιοί ανθρώποι του νησιού ζόυσαν σε ένα δικό τους μυστικό χώρο ονείρου, που μας το όνειρο αυτό δεν υπάρχει μα ούτε και πρόκειται καν να το ονειρευτούμε ποτέ, αφού το έσβυσε από το νου μας των  «μοντέρνων ανθρώπων» η εξυπνάδα.
Τώρα δεν θα βρεθούνε  γέροι καπετάνιοι να δέσουν τις βάρκες τους και να τραβήξουν τα απογρίπια, μα ούτε θα ακουστή η κουβέντα του γερού Ρουσσέτου του Βρουκάνου: « Τούτη είναι η στερνή αχαλασά μας, λεβάρετε τους κάβους και δέστε την αγκουρα γερα....γιατί αύριο μπαίνει η τρανή Σαρακοστή» .


Και αν θέλουμε να παραφράσουμε τη φράση που υπάρχει στον Ιερό ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στα Φηρά " Παρθενεύων είσελθε τον νου ενθάδε... Ναός γαρ εστι Ιωάννου Παρθένου..." άνετα θα μπορούσαμε να σκεφτούμε και να αναλογιστούμε όσο το δυνατόν το «... Παρθενέυων είσελθε....εις την Αγία Σαρακοστή» ......







[1] Μ.Ρούσσος, Σαντορίνη Ήθη Έθιμα και Παραδόσεις Αθήνα 1979.
[2] Γ.Συρίγου Μονιούδη, Η Σαντορίνη μου, Αθήνα 1998
[3] Μαρία Μαυρομμάτη: Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Πύργος, της επαρχίας Θήρας, του νομού Κυκλάδων (1969) http://pergamos.lib.uoa.gr/dl/navigation?pid=uoadl:8598&scheme=euDefaultView
[4] Μ.Ρούσσος Λαογραφικά της Σαντορίνης, Αθήνα 1971

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Στο Μεγαλοχώρι…της Αθήνας

Σε μια από τις πιο παλιές  συνοικίες της Αθήνας, το Μεταξουργείο, ήλθαν οι Μεγαλοχωριανοί τεχνίτες, επιπλοποιοί και βαρελοποιοί, γύρω στα 1910.
Χωρίς καμία υποστήριξη, με μοναδικό φυλαχτό τη σκέψη τους στην Παναγία και στους Αγίους Αναργύρους και ακριβή κληρονομιά την ευχή του πατέρα και της μάνας τους, οι αγαπημένοι μας γονείς ήλθαν στα «ξένα», καθώς έλεγαν στην Αθήνα, για να προκόψουν.
Οι λεύτεροι, μόλις κατορθώνανε το πρώτο βήμα και ξεθαρρεύανε, ξαναγυρίζαν στο χωριό αλλά για λίγο, ίσα-ίσα να γενεί ο γάμος τους και ο αντίγαμος. Να πάρουν ύστερα την εκλεκτή της καρδιάς τους και να ξαναεπιστρέψουν για να συνεχίσουν τον αγώνα της δημιουργίας.
Χαμένοι μέσα στην πολύβοη πρωτεύουσα, νιώθανε μεγαλύτερη σιγουριά να ζούνε συντροφιασμένοι ο ένας πλάι στον άλλο, σαν ένα σμάρι πουλιά αδελφωμένα.
Από το Μεταξουργείο μέχρι τον Αι-Γιώργη ήταν σπαρμένοι οι νεοφερμένοι βλαστοί του χωριού μας στους δρόμους: Κολωνού, Βιργινίας Μπενάκη, Κωνσταντινουπόλεως, Μαραθώνος, Μυλλέρου, Κίμωνος, Κερατσινίου, Αλικαρνασσού, Πλάτωνος, Μοναστηρίου κλπ.
Σε τριάντα χρόνια ένας σεβαστός αριθμός Μεγαλοχωριτών δημιούργησε τον πρώτο πυρήνα, φτιάχνοντας οικογένειες με πολλά παιδιά και διατηρώντας τις παραδόσεις.  Ο δρόμος δύσκολος, ανηφορικός και η δουλειά σκληρή από νύχτα σε νύχτα.  Και σαν να μην έφθαναν οι δυσκολίες της προσαρμογής τους, μεσολάβησαν και τα θλιβερά χρόνια εκείνα του Πολέμου (1940) και της Κατοχής (1941-1944) και των μετέπειτα που έκαναν το μόχθο τους πιο μεγάλο.
Θα ήταν παράλειψη αν δεν ανέφερα τη συμβολή της υπομονετικής και φιλόστοργης συντρόφου καθώς στην αρχή οι νησιωτοπούλες μας πορευόντουσαν σε σπίτια αφιλόξενα μέσα σε αυλές με ξενόλοους ανθρώπους, αλλά με τη δύναμη του Θεού γρήγορα έφτιαχναν δικά τους. Μόνη τους λοιπόν ξεβάρεση και βάλσαμο στην ξενιτιά τους ήταν η νοσταλγία η ανεθυβολή του χωριού τους. Ζούσαν στιγμές αγαλλίασης όταν με λατρεία μετέφεραν στα σπίτια τους τα έθιμα της μικρής τους πατρίδας. Για τούτο οι μεγάλες μέρες των Χριστουγέννων της Πρωτοχρονιάς και οι άγιες του Πάσχα είχαν μια ξεχωριστή χάρη και θαρρούσες πως δροσερό το αεράκι του χωριού πλανιόταν μέσα στο σπιτικό τους. Με αυτά μας έθρεψαν και έτσι μεγάλωσε η αγάπη μας για το νησί.
Υπήρξε βέβαια και μια μερίδα χωριανών παιδιών ευλογημένων θα έλεγα που σπούδασαν και ανέβηκαν ψηλά και στόλισαν με το όνομα τους το χωριό μας. Όπως οι Πανεπιστημιακοί καθηγητές Νικόλαος Βλάχος, Μιχαήλ Πετζετάκης, Μαρίνος Σιγάλας, Νικόλαος Χωραφάς, ο Αρεοπαγίτης Βασίλης Μακρής καθώς κι ένα πλήθος άλλα παιδιά που έγιναν επιστήμονες.
Ένας όμως σεβαστός αριθμός ήταν και αυτοί που προκόψανε στις τέχνες και έγιναν γνωστοί στην αγορά της Αθήνας για την τιμιότητα και την εργατικότητα τους. Άλλος λίγο, άλλο πολύ όλοι τους προόδευσαν. Έγιναν ονομαστοί οινοποιοί και περίφημοι διακοσμητές του ξύλου. Άλλοι δημιούργησαν μεγάλες περιουσίες και άλλοι ευτύχησαν να δουν και δισέγγονα. Το δίχως άλλο είναι ένα τρανό παράδειγμα θέλησης και προκοπής των αγνών αυτών ανθρώπων ένα ζωντανό παράδειγμα προς μίμηση.

Σεπτέμβριος 1977
Γουλιελμία Συρίγου-Μονιούδη

Από το βιβλίο της Γουλιελμίας Συρίγου-Μονιούδη
«Η Σαντορίνη μου», εκδόσεις «Θηραϊκά Νέα»

Υ.Γ. Αλήθεια , μεσα στις δύσκολες αυτές εποχές μήπως ήρθε η ώρα να ψάξουμε καλυτερα την των προγόνων μας ιστορία? Μήπως να ανιστορίσουμε και άλλες ιστορίες για Σαντορινιούς της Αθήνας? Η ομάδα του καλλιστορώντας είναι εδώ έτοιμη να δεχτεί οποιουδήποτε είδους ιστορική και όχι μόνο συνεισφορά σε μια άλλη Σαντορίνη... Κάποιος Μποριανός, Ακρωτηριανός, Πυργιανός  κ.λ.π. της Αθήνας να μας καλλιστορίσει τα του χωριού του τα δεδομένα στην Αθήνα??
 


Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

H Λαογραφία της Σαντορίνης

εκπομπή  αφιέρωμα στη Σαντορίνη της Γουλιελμίας -Συρίγου Μονιούδη, στο ραδιοφωνικό παραγωγό Βασίλη Μέτο, και στην εκπομπή του "Θάλασσα και Παράδοση".

Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

Σαντορινιοί καμπανάδες


Σαντορινιοί καμπανάδες
της Γουλιελμίας Συρίγου Μονιούδη 

Στη Σαντορίνη του σήμερα, που αλλάζει όψη από χρόνο σε χρόνο, ιδιαίτερα τους τουριστικούς μήνες, οι καμπάνες το λατρευτικό αυτό σύμβολο, παραμένει αναλλοίωτο ανά τους αιώνες με την ίδια πάντα χάρη.Ο τρόπος που σημαίνουν τις καμπάνες στο νησί μας, έχει κάποια ιδιατερότητα. Σχόλη και καματερή, οι κάτοικοι ξεβαριούνται , θαρρείς να τις σημαίνουνε αλλά και να τις ακούνε. Έχουν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά τους αφού κατέχουν κύριο ρόλο στην λατρεία και στον κοινωνικό τους βίο, όπως φανερώνουν τα στιχάκια που τραγουδούσαν στο σκοπό της μαντινάδας γονείς και πρόγονοι τον καιρό της βεντέμας:
«το μεσημέρι ηπλάκωσε κι ο Αη Λιάς σημαίνει,
κι ο μπακαγιάρος το φτωχό, στο πιάτο περιμένει…»

Ο καμπανοκρούστης, λοιπόν πρέπει να έχει ταλέντο και μεράκι για να βγει ο ήχος της καμπάνας πιο μελωδικός. Να ξέρει πότε θα κτυπήσει τη μικρή με το γλυκό τον ήχο και πότε τη μεγάλη, τη μπάσα. Την κάθε μια με τη σειρά της με μαεστρία και τέμπο, δίχως βιασύνες, ώστε η εναλ
λαγή των ήχων να μπλέκει αρμονικά και να γεμίζει την ψυχή μας από αγαλλίαση. Οι Μεγαλοχωριανοί έχουν το χάρισμα να σημαίνουν το διπλοκάμπανο, μ έναν εντελώς συμφωνικό τρόπο, θαρρείς και δίνουν κάθε φορά ρεσιταλ.
Οι καμπανάδες, είτε σημαίνουν τα σπέρνα ( εσπερινά)ή τον όρθρο, είτε στην λειτουργία χτυπουν την ευλογημένη, καθώς λέμε τον κρασμό, παίρνει ο άνεμος τον ήχο τους και τον ξεδιπλώνει στους αιθέρες και στα πελάγη.
Εντυπωσιακός είναι και ο τρόπος όταν αναγγέλλουν πως κάποιος έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο. Εϊναι οι γνωστοί «τόκοι», δηλαδή στην αρχή αργά, σημαίνουνε, πένθιμα, όπως την Μ. Παρασκευή, και αμέσως μετά ακολουθούν οι πανηγυρικοί αναστάσιμοι ήχοι. Αυτό επαναλαμβάνεται τρεις φορες. Και λέω πως είναι εντυπωσιακός ο τρόπος γιατί και ευαισθησία, έχει και προπάντων είναι καταφανής η πίστη των κατοίκων για την ανάσταση, που όλοι προσδοκούμε.
Εφημερίδα: « Θηραϊκά Νέα», Νοέμβριος 2002, φ.೫೦೯




Παρασκευή 23 Απριλίου 2010

Αφίέρωμα στον Αγιο Γιώργη Σαντορίνης3

ο Μεγαλοχωριανός λαογράφος Οινολόγος στο βιβλίο του " Λαογραφικά Σαντορίνης - Παραδόσεις" αναφέρει την Ιστορία τ Άη Γιώργη της Λαγκαδιώτισσας στον Πύργο.: "
Εκεί υπάρχει μια εικόνα που παριστάνει τον Άγιο καβαλλάρη, να σκοτώνει το δράκο και από πίσω να είναι ένα παιδί. Αυτό είναι ντυμένο σαν τουρκάκι.. Η παράδοση λέει ότι στα χρόνια τση σκλαβιάς μια μητέρα ξαφνικά έχασε το παιδί τζη. Άφού ήψαξε παντού κατάφυγε στον Άη Γιώργη που ήτανε στη γειτονιά τζη. Κάθε μέρα η καμένη ημπροσεύχουνταν στον Άγιο να τση φέρει το παιδί της. Ίσαμε που ο Άη Γιώργης τη λυπήθηκε και ηποοφάσισε να τση το πάει.
Ανήμερα λοιοπός, τ Άη Γιώργιου, εκειδά που ηλουτρουούσανε ήκουσε ο κόσμος χλοπατα τ αλόγου. Βγαίνουν ίξω και τι να δουν το χαμένο παιδί της κερα Θολοϊνης. και να βαστά στα χέρια του ένα κανάτι και μια νυφτομαντήλα.
Περίεργος ο κόσμος των ρώτησε πως βρέθηκε ξανα εδώ:
Μια μέρα που ήπαιζα στην αυλή λέει το παιδί μου ρθε στο νου να μην βγω όξω στο δρόμο. Εκείνη την ώρα περνούσανε κάτι αράπηδες , μ αρπούνε, και μονομιας μου βουλώνουν το στόμα μου και φορθωθηκε ένας από αυτούς και με πάει στο καϊκι. Έπειτα μ αφήσανε σε έναν αγριάνθρωπο, όποοιος ήθελε συνέχεια να τον βοηθάω να πλένεται...
Εγώ όμως έκλαιγα και παρακολούσα τον Αη Γιώργη που είναι στο Λαγκάδι ( Λαγκαδιώτισσα), να με πάρει απο εκει. Μια μέρα εμφανίστηκε μπροστά μου ο Άγιος και μου λέει:
- Καλλίκεψε τ άλογο....
-Δεν ξέρω κι εγώ πως τα κατάφερα και τελικά το καλλίκεψα και μ έφερε ως εδώ

( Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΣΤΟ ΝΑΟ)


ΑΗ ΓΙΩΡΓΗΣ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟΧΩΡΙΟ

(Αφιερωμένο στον αδερφό " Πρόδρομο"),

Γράφει η Γουλιελμία Συρίγου Μονιούδη στο βιβλίο της " Η Σαντορίνη μου"

[....] ανεβαίνοντας τα λιθόκτιστα σκαλοπάθια του, μοσχοβολούσε το αλισμαρί, που ήτανε σκορπισμένο κι από την ορθάνοιχτη θύρα του αντηχούσαν οι αναστάσιμοι ύμνοι που έψαλλαν οι χωριανοί ψαλτάδες ( αιωνία τους η μνήμη): Αντώνης Σιγάλας - Πέρακας, Γουλιέλμος Αργυρός, Ευάγγελος Νομικός- Μπαχάς, Γιώργης Σιγάλας -Μπαλής, κι από κοντά το Νικολέττι του Καφούρου - Χλαπί, βαστούσε πάντα το ίσο πιστη στην οικογενειακή παράρδοση της.

Ασάλευτοι οι αιώνες μέσα στη δίκλιτη καμαρόσκεπη εκκλησιά. το Μελιχρό φως των κεριών στο πολυέλαιο και στα μανουάλια τρεμόπαιζε αναδεύοντας την πανάρχαιη ιστορία της. Έξω στον Αυλόγυρο οι χωριανοί, μελίσσι, αφού το εκκλησιδάκι χωρούσε ίσα με είκοσι νομάτους. Τους φευγάτους εκείνους συγχωριανούς όσους θυμάμαι θα μνημονεύσω που για το συγχώριο τους οι καλοσυνάτες Μεγαλοχωριανές θυατέρες προσφέρουν κονιάκ, και γλεούδια: Τζώρτζη Σαλίβερο- Μπατζάνη, Γιώργη Νομικό ( Αούστριας), Γιώργη Γιακουμέλη, Γιώργη Αλιφραγκή - Μαρκούτσο, Γιώργη Δαμασκηνό - Φούρναρη....[...]

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010

Οι βεγγέρες της Σαντορίνης


Μια παλιά ωραία συνήθεια, είναι οι βεγγέρες που διατηρούν μέχρι σήμερα σήμερα και στα νησιά μας, την ομορφιά τους.
Μόλις δύσει ο ήλιος, οι απλόχαρες γαλακτισμένες αυλές των σπιτιών ζωηρεύουν από τα χαρούμενα βερβερίσματα των χωριανών.
Πλάι στα βασιλικά, το δυόσμο, τα γαρύφαλα και την αρμπαρόριζα, που ευωδιάζουν, στις αλιτάνες και στις γλάστρες, δροσινισμένα από το πότισμα, γίνονται κάθε βράδυ και οι σαντορινιές ειδυλλιακές βεγγέρες.
Ιδιαίτερα στα χωριά, φίλοι και συγγενείς, ντόπιοι ή ξενητεμένοι, περνούν ευχάριστα τα βράδυα τους, επισκεπτόμενοι ο ένας τον άλλον μακρυα από τον θόρυβο της χώρας. Μιλούν για διάφορα θέματα, όπως για τα «νιτερέσα» τους, δηλαδή τις σοδιές και τις τιμές των προιόντων τους, λένε ανέκδοτα και χωρατά κι ακόμα συζητούν για τα ευχάριστα ή δυσάρεστα του χωριού τους.
Οι διανοούμενοι ξεχωρίζουν, που δόξα τω Θεώ είναι αρκετοί, και στολίζουν με την παρουσία τους τον περίγυρο και δεν χορταίνεις να τους ακούς, όπως και τ’ αστέρια που μεσορανούν πάνωθέ σου δε χορταίνεις να θωρείς την ομορφιά τους.
Φυσικά οι περιποιήσεις της ευγενικής και πρόσχαρης οικοδέσποινας δε λείπουν. Άλλοτε είναι απλές όπως και παλαιότερα με καμιά τσικουδιά, βρεμένο ντάκο και λίγο χλωρό για τους άνδρες και το γλυκό του κουταλιού για τις γυναίκες και άλλοτε με κάποια επισημότητα σαν αυτή που προσφέρει η εξέλιξη των εστιατορίων –κετερινγκ-.
Η συντροφιά διασκεδάζει περισσότερο εάν κάποιος από την παρέα παίζει μουσικό όργανο, όπως είναι η «μεσοφωνία» δηλαδή το ακορντεόν. Τότε σιγοτραγουδούν όλοι μαζί τα νοσταλγικά δίστιχα ήταν παλιά ρομαντικά τραγούδια. Τέτοιες ώρες θαρρείς και ο χρόνος σταματά να μετρά και παρακαλάς να μην τελείωσει η βραδυά. Ξεχωριστή θέση σ’ αυτή την ωραία κοινωνική εκδήλωση κατέχει και ο τύπος του χωρατατζή, αυτού δηλαδή που περγελά το κάθετι, χωρίς κακία, προσδίδοντας στη συντροφιά την ευθυμία και το γέλιο.
Το ίδιο ισχύει και για τις βεγγέρες του χειμώνα που ο κύκλος είναι πιο περιορισμένος και αν θέλεις η ανάγκη της επικοινωνίας μεγαλύτερη.
Και όταν αποσπερίσεις και έλθει η ώρα να πας να γείρεις στο κρεββάτι σου, ο ύπνος που θα κάνεις θα είναι σίγουρα γλυκός και ονειρεμένος




Γουλιελμία Μονιούδη Συριγου

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Για να μην ξεχνάμε την ντοπιολαλιά μας ( της Γουλιελμίας Συρίγου Μονιούδη)

Η χιουμοριστική Ιστορία αυτή είναι φανταστική και διαβάστηκε πριν από χρόνια σε εκδήλωση του Συλλόγου Μεγαλοχωριτών Αθήνας. Εποχή που το τελεφερίκ δεν είχε αρχίσει ακόμα να λειτουργεί κανονικά.


Δυο αγαπημένες συνυφάδες, η Μαρία και το κερα Ζαμπιώ από κάποιο χωριό της Σαντορίνης, ήλθανε στην Αθήνα για να κάμουνε μερικές εξετάσεις. Μεγάλες γυναίκες βλέπεις, όλο και κάτι είχανε. Για ένα "κετσάπ" καθώς λέγανε στους γιατρούς όταν τις ρωτούσανε από τι πάσχανε....
Υστερα από την ταλαιπωρία ντως που κράτησε 5 - 6 μέρες, να ξεγυμνώνονται μπροστά στους σερνικούς, να βγάζουνε ως και το μπούστο ντως για να τση φωτογραφίζουνε τα στήθια ντως, να τση γαργαλούνε με κάτι ρολοάκια, να τους κτυπούνε τα γόνατα μ ένα σφυράκι και να τους τραβούνε μπάρε μου το αίμα ντως με κάτι καπλαντοβελόνες τόσες δα, ηγεμίσανε ίσαμε ένα δισάκι φάρμα, η κάθε μια τζη, ημαζέψανε τα μπράθια και τα μπογοσίδια ντως και κινήσανε να στρέψουνε πίσω στο χωριό ντως.
Μόλις ηξεμπαρκάρανε στα Φηρά το Γυαλό, οι πιο σβέρτοι συνταξιδιώτες αρπάξανε μονομιάς όλες τσι καβάλλες κι αυτές ηπομείνανε σύξυλες οι έρημες. Εκείνες τις μέρες ότι είχε αρχίσει να κάνει τα πρώτα του ταξίδια το τελεφερικ και ηπετούσανε τα βαγονάκι ντου σαν ξωρνιασμένοι κόρακοι. Τσι ορμηνέψανε πως άλλος τρόπος δενυπήρχε για να ανέβουνε στα Φηρά, και πως πρέπει να το κάμουνε απόφαση και να μπούνε μέσα: " Κα μη φοβάστε εμπάτε μέσα και δεν θα πάθετε πράμα" τσι λέανε.... Τι να κάμουνε δουγιασμένες, ηξάνοιε η μια την άλληνε, ηξεροκατάπιανε, ησάξανε τσι μαντήλες της κεφαλής τωνε και θαρείς με το στανιό τσι σπρώξανε μέσα... Ηκάτσανε αντικρυστα καντούνια του βαγονιού και κάμανε δυο και τρεις βολές το σταυρός ντως. Υστερις ένας μάνταλος ηκλείδωσε αμοναχός του με γδούπο την πόρτα, ένα καμπανάκι ήκαμε ντρουνν, ντρουν,, το βαγονάκι εσείστηκε και μονομιας ηκουτούλισε η μία την άλληνε και ηβρεθήκανε σφιχτά αγκαλιασμένες.... Τότες περικαλέθήκανε όλοι τσοι άγιοι που είχε το χωριό ντως, ηθυμηθήκανε για βοήθεια και εκείνους που είναι στα ξωκκλήσια του κάμπου και τα άλλα που είναι κρεμασμένα στα γκρεμνά... Η καρδιά ντως ήκαμε σαν του κουναβιού ως ηξάνοιανε από το παραθύρι πως το βαγουνάκι ηκρέμουνταν από ένα τέλι, ίδιο κλουβί κι εκείνες σαν φοβισμένες καρδερίνες ηκαμίζανε τα μάθια ντως να μην θωρούνε το πέλαος και τσι τράφοι.

Τα λίγα λεπτά τους φάνηκαν ατελείωτα, και όταν επιτέλους ησταματήσανε να πετούνε και ήνοιξε πάλι αμοναχή τση η πόρτα, οι δύο συνυφάδες ήτονε ακόμα σοβαγιασμένες, η μία στην αγκαλιά της άλλης μουσκεμένες στον ιδρώτα από την αγωνία ντως.....

Σαν άλαλες αποκρίση δεν δίνανε καθώς τις ρωτούσανε πως τους φάνηκε το τελεφερίκ. Πουνιωμένες για τα καλά δεν θέλανε να μπούνε στο λεωφορείο για να πάνε στο χωριό ντως παρά ηκαβαλικέψανε δύο γαδουράκια και καθώς τους φύσηξε μαϊστρος τραμουντάνα ήλαθνε στα συγκαλά ντως: " Καμά αυτά τα πράγματα δεν είναι για μας τσι κιουράνες, για τους τουρίστες μαθές και για τους προφεσόρους είναι τούτες οι πολυτέλειες!! "

(Γουλιελμία Συρίγου - Μονιούδη : " Η Σαντορίνη μου" - Εκδόσεις Θηραϊκά Νέα)

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...