ο Μεγαλοχωριανός λαογράφος Οινολόγος στο βιβλίο του " Λαογραφικά Σαντορίνης - Παραδόσεις" αναφέρει την Ιστορία τ Άη Γιώργη της Λαγκαδιώτισσας στον Πύργο.: "
Εκεί υπάρχει μια εικόνα που παριστάνει τον Άγιο καβαλλάρη, να σκοτώνει το δράκο και από πίσω να είναι ένα παιδί. Αυτό είναι ντυμένο σαν τουρκάκι.. Η παράδοση λέει ότι στα χρόνια τση σκλαβιάς μια μητέρα ξαφνικά έχασε το παιδί τζη. Άφού ήψαξε παντού κατάφυγε στον Άη Γιώργη που ήτανε στη γειτονιά τζη. Κάθε μέρα η καμένη ημπροσεύχουνταν στον Άγιο να τση φέρει το παιδί της. Ίσαμε που ο Άη Γιώργης τη λυπήθηκε και ηποοφάσισε να τση το πάει.
Ανήμερα λοιοπός, τ Άη Γιώργιου, εκειδά που ηλουτρουούσανε ήκουσε ο κόσμος χλοπατα τ αλόγου. Βγαίνουν ίξω και τι να δουν το χαμένο παιδί της κερα Θολοϊνης. και να βαστά στα χέρια του ένα κανάτι και μια νυφτομαντήλα.
Περίεργος ο κόσμος των ρώτησε πως βρέθηκε ξανα εδώ:
Μια μέρα που ήπαιζα στην αυλή λέει το παιδί μου ρθε στο νου να μην βγω όξω στο δρόμο. Εκείνη την ώρα περνούσανε κάτι αράπηδες , μ αρπούνε, και μονομιας μου βουλώνουν το στόμα μου και φορθωθηκε ένας από αυτούς και με πάει στο καϊκι. Έπειτα μ αφήσανε σε έναν αγριάνθρωπο, όποοιος ήθελε συνέχεια να τον βοηθάω να πλένεται...
Εγώ όμως έκλαιγα και παρακολούσα τον Αη Γιώργη που είναι στο Λαγκάδι ( Λαγκαδιώτισσα), να με πάρει απο εκει. Μια μέρα εμφανίστηκε μπροστά μου ο Άγιος και μου λέει:
- Καλλίκεψε τ άλογο....
-Δεν ξέρω κι εγώ πως τα κατάφερα και τελικά το καλλίκεψα και μ έφερε ως εδώ
( Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΣΤΟ ΝΑΟ)
ΑΗ ΓΙΩΡΓΗΣ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟΧΩΡΙΟ
(Αφιερωμένο στον αδερφό " Πρόδρομο"),
Γράφει η Γουλιελμία Συρίγου Μονιούδη στο βιβλίο της " Η Σαντορίνη μου"
[....] ανεβαίνοντας τα λιθόκτιστα σκαλοπάθια του, μοσχοβολούσε το αλισμαρί, που ήτανε σκορπισμένο κι από την ορθάνοιχτη θύρα του αντηχούσαν οι αναστάσιμοι ύμνοι που έψαλλαν οι χωριανοί ψαλτάδες ( αιωνία τους η μνήμη): Αντώνης Σιγάλας - Πέρακας, Γουλιέλμος Αργυρός, Ευάγγελος Νομικός- Μπαχάς, Γιώργης Σιγάλας -Μπαλής, κι από κοντά το Νικολέττι του Καφούρου - Χλαπί, βαστούσε πάντα το ίσο πιστη στην οικογενειακή παράρδοση της.
Ασάλευτοι οι αιώνες μέσα στη δίκλιτη καμαρόσκεπη εκκλησιά. το Μελιχρό φως των κεριών στο πολυέλαιο και στα μανουάλια τρεμόπαιζε αναδεύοντας την πανάρχαιη ιστορία της. Έξω στον Αυλόγυρο οι χωριανοί, μελίσσι, αφού το εκκλησιδάκι χωρούσε ίσα με είκοσι νομάτους. Τους φευγάτους εκείνους συγχωριανούς όσους θυμάμαι θα μνημονεύσω που για το συγχώριο τους οι καλοσυνάτες Μεγαλοχωριανές θυατέρες προσφέρουν κονιάκ, και γλεούδια: Τζώρτζη Σαλίβερο- Μπατζάνη, Γιώργη Νομικό ( Αούστριας), Γιώργη Γιακουμέλη, Γιώργη Αλιφραγκή - Μαρκούτσο, Γιώργη Δαμασκηνό - Φούρναρη....[...]
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιος Γεώργιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιος Γεώργιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 23 Απριλίου 2010
Aφιέρωμα στον Αγιο Γιώργη στη Σαντορίνη 2
Η σημερινή ημέρα είναι ιδιαίτερα σημαντική για το νησί...Ξεκινήσαμε από την Οία και θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε ενδεικτικά καποιες από τισ ιστορικες - λαογραφικές αναφορές για τον Αγιο Γιώργη στη Σαντορίνη. στο νησί υπάρχουν ποολλοί ναοί αφιερωμένοι εις το όνομά του με διαφορετικά προσωνύμια: του " Σιδερή" στη Μέσα Γωνιά επειδή η Χάρη Του σιδέρωνε τους πιστούς, του «Ξεχρεωτή» επειδή βοηθάει στο να ξεχρεωνουν οι ανθρώποοι, του «Θαλασσίτη» στο Εμπορείο και στο Καμάρι, του «Κόκκινου» στον Καρτεράδο, ου «Κατευχιου»
Στο νησί αξιοσημείωτη μπορεί να θεωρηθεί η σύνδεση του Αγιου Γεωργίου με τα ξόρκια. Στο Εμπορείο λένε: « Αη Γιώργη Καβαλάρη, με σπαθί και με κοντάρι, δος μου το κλειδάκι σου, ν ανοίξω το ματάκι μου, να δω τι έχει μέσα κριθάρι ή σιτάρι ή μαργαριτάρι» ( Γεώργιος Βενετσάνος: Λαογραφικά Σαντορίνης, ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ τόμος Β)
Ο Μάρκος Αβ. Ρούσσος ( Σαντορίνη Ήθη Έθιμα και Παραδόσεις) καταγράφει ένα είδος από τις ρίμες προς τιμή του Αη Γιώργη:
«Άγιε μου Γιώργη ξακουστέ και αφέντη καβαλλάρη,
αρματωμένος με σπαθί και με αργυρό κοντάρι.
Θεριό είναι στον τόπο μας σ ένα βαθύ πηγάδι,
ανθρώπους το ταϊζανε κάθε πρωϊ και βράδυ.
Μια μέρα δεν του δώσανε άνθρωπο να δειπνήσει,
Σταλιά νερό δεν άφησε τη χώρα να δροσίσει.
Ας βάλουμε τα μπουλετιά, κι ότινος μέλλει ας πέσει,
Να πάει το παιδάκι του του λιονταριου πεσκέσι.
Τα μπουλετιά ηπέσανε σε μια βασιλοπούλα,
Όπου την είχε ο βασιλιάς μόνη κι αμοναχούλα.
Ο βασιλιάς σαν τ’ άκουσε, αυτό το λόγο είπε:
«πάρτε το βασίλειοο και το παιδί μου αφήστε»
Μα ολαος σαν τοκουσε τρέχει στον βασιλέα:
«δεν φήνεις το παιδάκι σου σε παίρνουμε εσένα».
- Επάρετο κι αμέτετο και ντύσετε το νύφη,
κι άμετετε το του λιονταριού γλυκά να το μασήσει.
Κι άμετετε και στο χρυσοχό να κάμει αλυσίδα,
Να πάτε να το δέσετε στου πηγαδιού τα χείλια.
Κι όταν το πηγαίνανε, όλα τα δέντρα σειόταν,
Και τα πουλάκια στις κορφές πικρά εκελαδούσαν.
Καιόταν την εκρεμούσανε όλα ταόρη τρέμαν,
Κι η κόρη Πάντα έλεγε: « Αλοίμονο σε μένα».
Ξένος κι αγνώριστος περνά τηνκόρη εχαιρέτα,
Κι η κόρη τα αποκρίνεται κι η κόρη του μιλάει.
«Τράβηξε ξένε από δω, τραβήξου παραπέρα,
Γιατί θα βγει το θεριοό να φάει εσέ και μένα
- Στρώσε τα γονατίκια σου για να ακουμπήσω επάνω,
- Κι όταν θα βγει το θεριό, σκούντα με σήκω, επάνω..
Σήκω Ξένε να χαρείς και το νερό αφρίζει,
Κι ο άγριος ο λέντας τα δόντια ακονίζει.
Δράκυ της έπεσε ευθύς, επάν στο μάγουλό του,
Σηκώνεται ανατολικά, και κάνει το σταυρό του.,
Και βγάζει το σπαθάκι του και κόβει το λαιμό του.
Πάλι ξαναδευτέρωσε την παίρνει μές στο στόμα,
Μεγάλη τάραξη έγινε σε όλο της το σώμα.
Πες μου Ξένε να χαρείς πως λένε τ’ όνομά σου;
Κι εγώ θα κάνω χάρισμα διπλό στο θέλημά σου.
Γιώργης στρατιώτης λέγομαι, απ την Καπαδοκία,
Κι αν θέλεις να κάμεις χάρισμα, κτίσε μια εκκλησία,
Και πιάσε και ζωγράφισε Χριστό και Παναγία,
Κι από μεριά της Παναγιάς γράψε ένα καβαλάρη,
Αρματωμένο με σπαθί και μ αργυρό κοντάρι.
Ξένε μου όταν κοιμόσουνα περνά μια περιστέρα,
Που κράτα Τίμιο Σταυρό εις τη δεξά τη χέρα,
Στον Άγιο πάλιέγραφε, ζήτω μου ευλαβεία:
«Αγιε Γιώργη που γλύτωσες την κοπελιά την εμοναχορη»|
Στο νησί αξιοσημείωτη μπορεί να θεωρηθεί η σύνδεση του Αγιου Γεωργίου με τα ξόρκια. Στο Εμπορείο λένε: « Αη Γιώργη Καβαλάρη, με σπαθί και με κοντάρι, δος μου το κλειδάκι σου, ν ανοίξω το ματάκι μου, να δω τι έχει μέσα κριθάρι ή σιτάρι ή μαργαριτάρι» ( Γεώργιος Βενετσάνος: Λαογραφικά Σαντορίνης, ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ τόμος Β)
Ο Μάρκος Αβ. Ρούσσος ( Σαντορίνη Ήθη Έθιμα και Παραδόσεις) καταγράφει ένα είδος από τις ρίμες προς τιμή του Αη Γιώργη:
«Άγιε μου Γιώργη ξακουστέ και αφέντη καβαλλάρη,
αρματωμένος με σπαθί και με αργυρό κοντάρι.
Θεριό είναι στον τόπο μας σ ένα βαθύ πηγάδι,
ανθρώπους το ταϊζανε κάθε πρωϊ και βράδυ.
Μια μέρα δεν του δώσανε άνθρωπο να δειπνήσει,
Σταλιά νερό δεν άφησε τη χώρα να δροσίσει.
Ας βάλουμε τα μπουλετιά, κι ότινος μέλλει ας πέσει,
Να πάει το παιδάκι του του λιονταριου πεσκέσι.
Τα μπουλετιά ηπέσανε σε μια βασιλοπούλα,
Όπου την είχε ο βασιλιάς μόνη κι αμοναχούλα.
Ο βασιλιάς σαν τ’ άκουσε, αυτό το λόγο είπε:
«πάρτε το βασίλειοο και το παιδί μου αφήστε»
Μα ολαος σαν τοκουσε τρέχει στον βασιλέα:
«δεν φήνεις το παιδάκι σου σε παίρνουμε εσένα».
- Επάρετο κι αμέτετο και ντύσετε το νύφη,
κι άμετετε το του λιονταριού γλυκά να το μασήσει.
Κι άμετετε και στο χρυσοχό να κάμει αλυσίδα,
Να πάτε να το δέσετε στου πηγαδιού τα χείλια.
Κι όταν το πηγαίνανε, όλα τα δέντρα σειόταν,
Και τα πουλάκια στις κορφές πικρά εκελαδούσαν.
Καιόταν την εκρεμούσανε όλα ταόρη τρέμαν,
Κι η κόρη Πάντα έλεγε: « Αλοίμονο σε μένα».
Ξένος κι αγνώριστος περνά τηνκόρη εχαιρέτα,
Κι η κόρη τα αποκρίνεται κι η κόρη του μιλάει.
«Τράβηξε ξένε από δω, τραβήξου παραπέρα,
Γιατί θα βγει το θεριοό να φάει εσέ και μένα
- Στρώσε τα γονατίκια σου για να ακουμπήσω επάνω,
- Κι όταν θα βγει το θεριό, σκούντα με σήκω, επάνω..
Σήκω Ξένε να χαρείς και το νερό αφρίζει,
Κι ο άγριος ο λέντας τα δόντια ακονίζει.
Δράκυ της έπεσε ευθύς, επάν στο μάγουλό του,
Σηκώνεται ανατολικά, και κάνει το σταυρό του.,
Και βγάζει το σπαθάκι του και κόβει το λαιμό του.
Πάλι ξαναδευτέρωσε την παίρνει μές στο στόμα,
Μεγάλη τάραξη έγινε σε όλο της το σώμα.
Πες μου Ξένε να χαρείς πως λένε τ’ όνομά σου;
Κι εγώ θα κάνω χάρισμα διπλό στο θέλημά σου.
Γιώργης στρατιώτης λέγομαι, απ την Καπαδοκία,
Κι αν θέλεις να κάμεις χάρισμα, κτίσε μια εκκλησία,
Και πιάσε και ζωγράφισε Χριστό και Παναγία,
Κι από μεριά της Παναγιάς γράψε ένα καβαλάρη,
Αρματωμένο με σπαθί και μ αργυρό κοντάρι.
Ξένε μου όταν κοιμόσουνα περνά μια περιστέρα,
Που κράτα Τίμιο Σταυρό εις τη δεξά τη χέρα,
Στον Άγιο πάλιέγραφε, ζήτω μου ευλαβεία:
«Αγιε Γιώργη που γλύτωσες την κοπελιά την εμοναχορη»|
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)
Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...
-
Έχοντας ως βάση το ανεκτίμητης αξίας βιβλιο « Η Σαντορίνη που χάνεται όπως τη βλέπουν οι μαθητές της Α Γυμνασίου 1985 - 1986" και προσ...
-
Μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές στα έθιμα του Πάσχα στο νησί, είναι και αυτό που γίνεται κατά βάση σήμερα το βράδυ Μετά το Χριστός Ανέ...
-
το πρωί της Πρωτοχρονιάς υπήρχε ένα παλιό έθιμο που οι ρίζες του φθάνουνε στους βυζαντινούς χρόνους. Όλα τα παιδιά του δημοτικού σχολείου ...