Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φίλιππας Κατσίπης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φίλιππας Κατσίπης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Tα αγιομνήσια και η πανήγυρη

[...] Μπαίνουν τώρα και κάθίζουνε οι προεστοί και οι ψαλτάδες με τις κυράδες τους και οι ξεχωρίτες που πρέπει να προτιμηθούνε. Η πρώτη τράπεζα είναι στρωμένη κι έτσι μονομιάς γευματίζουν. Βιαστικά τρώνε και πίνουνε εύχονται στον Γιώργη και στη φαμίλια του και γρήγορα σηκώνονται για να μπουν και οι άλλοι, αφού δεν είναι μπορετό να καθίσει μονομιάς όλος ο κόσμος.Έπειτα δεν είναι και πεινασμένοι κι όσοι είναι αυτοί θα μείνουν τελευταίοι για να ευχαριστηθούνε και να χορτάσουνε. Τότες θα κάτσουνε και οι νοικοκυραίοι, ο μάγερας και οι βοηθοί και οι γυναίκες που πλένανε τα σκουτέλια και τα πηρούνια και τότες θα βγει και κανενας ξεχωριστός μεζές. Αυτοί θα ξεκουραστούνε τώρα μια και σπατσάρισε ο κόσμος που έχει κάμει κύκλο γύρω από τα παιχνίδια και βλέπει αυτούς που χορευούνε και καμαρώνει την τέχνη τους. 




Νησιώτικο συρτό χορεύουνε που στα μισά θα το γυρίσουνε σε ρεπατί. Και τότες ο χορευτής θα δείξει την τέχνη του και τη μαστοριά του, στριφογυρίζοντας τη ντάμα του και κάνοντας  του χορού τσαλίμια και φιγούρες περνώντας δίπλα της ξυστά, χωρίς να την αγγίξει όπως ο πετεινός στριφογυρίζει την όρνιθα. Τότες  και ο λαουθιέρης που είναι ριμαδώρος θα πει το ταιριαχτό στιχάκι στο ζευγάρι ανάλογα με την εντύπωση που θα του κάμει. Μα πάντα θε να βρει κάτι το ξεχωριστό που θα καλοκέψει τον καβαλιέρο για να του ρίξει πλούσια φέρτα.


Κι ο χορός πάντα ο ίδιος θα ναι  γιατί δεν επιτρέπεται να χορέψουνε άλλονε, μ όλο που και οι παρακατιανοί το καταφέρνανε και ξέρανε μαζούρκες και πόρκες ακόμη και καντριλλιές. Και  τούτο συνέβαινε γιατί οι πολυταξιδεμένοι και οι αριστοκράτες του καιρού εκείνου Φράγκοι τους χορεύανε στα γλέντια τους και τους μαθαίναν και οι δικοί μας. Σε όλα όμως τα αγιομνήσια δεν προσφέρανε μονάχα φάβα μπακαλιάρο και κάπαρι. Αλλού γευμάτιζε ο κόσμος με κρεάς και πατάτες, αλλού προσφέρανε ψάρια αλλού κάνανε σφουγγάτο, αλλού παντεσπάνι και τούρτες κι αλλού τηανίτες ανεβατούς  και τούτο γιατί την πανήγυρη την έκανε ένας και όχι όλοι. Καθενας κατά την προαίρεσή του και τη δύναμή του προσέφερε στον τιμώμενο Άγιο και στους συντοπίτες του ότι μπορούσε, χωρίς συμφέρο και πάντοτε δωρεάν. ...


Απόσπασμα του Φίλιππα Κατσίπη , Αγιόμνησια , Ι.Μ.Δανέζης Σαντορίνη 2001
Αφιερωμένο στο Σταύρο Σπηλιάκο και την Μαρία Ξεφτέρη....για τα δικά μας "λακριντί" 

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

Η φάβα της Σαντορίνης - Μια κυκλαδίτικη νοστιμιά

Σχέδιο Νίκος Νομικός 
Η φάβα της Σαντορίνης - Μια κυκλαδίτικη νοστιμιά
Του Φίλιππα Κατσίπη
Πηγή: Περιοδικό Κυκλαδικά Θέματα, τόμος Δ’ τεύχος 23, Αθήνα 1987
Σε κανένα μέρος του κόσμου δεν έχει ακουστεί η ληστρική εκμετάλλευση της γης που γινότανε στη Σαντρίνη. Αφού κατά κανόνα τη μία χρονιά σπέρνανε τα χωράφια τους με κριθάρι (το σιτάρι δεν ευδοκιμούσε) και την άλλη φυτεύανε ντομάτες. Βέβαια τα ανεγέρνανε, τα σκάβανε βαθιά και τα κοπρίζανε. Η γης όμως δεν έπαιρνε την ανάσα της, να ξεκουραστεί. Άσε που πολλές φορές μερικοί μερικοί μόλις θερίζανε το κριθάρι φυτεύανε αμέσως ντομάτα. Γι αυτό και η απόδοση ήταν μικρή σε σύγκριση με άλλα μέρη. Μα η φτώχεια δεν έχει νόμους και η ανάγκη τα πάντα κατεργάζεται.
Για τούτο ακόμα και τα αμπέλια τα σπέρνανε πότε με κριθάρι, πότε με φακή πότε με φασόλια (μαυρομάτικα) και ιδίως με αρακά. Κι ας έγραφε ο μακαρίτης ο Βαρβαρρήγος στη «Σαντορίνη» : «ουδαμού του κόσμου συμβαίνει να σπείρωσιν εις τους αμπελώνας». Κι από τον αρακά κάνανε τη φημισμένη Σαντορινιά φάβα. Νοέμβρη με Δεκέμβρη σπέρνανε τον αρακά στα αμπέλια και Μάη με Ιούνη τον θερίζανε. Επειδή όμως τα χώματα του νησιού μας είναι φάφουλα ( ελαφρά), τόσο το κριθάρι όσο και τα άλλα φυτά, τον καιρό του θερισμού τα ανεσπούσανε (τα εκριζώνανε) με τα χέρια κι ουδέποτε μεταχειριζόντουσαν δρεπάνι. Για τούτο κι ο θερισμός γινόταν τις πολύ πρωινές ώρες που είχε ανεπαλαγιά ( υγρασιά) για να μη θρυμματίζονται τα φυτά καθώς τα ξερριζώνανε. Ακόμα και το κουβάλημα του αρακά από τα αμπέλια στα αλώνια γινότανε πάλι την αυγή, προτού να τονε χτυπήσει ο ήλιος και θραύσει. Τα’ αλώνια ήτανε πέτρινα και τα περισσότερα ήτανε σε υψώματα κοντά στο χωριό. Μα ούτε για κουβάλημα του κριθαριού και του αρακά, ούτε για το αλώνισμα παίρνανε οι γαδουρολάτες (οι αγωγιάτες) αγώι. Γιατί δικαιωματικά παίρνανε τα μισά άχερα κι αυτή ήταν η πληρωμή τους. Ντάλα μεσημέρι κι όταν ήταν κοψά (ζεστή μέρα, για να αλωνίζονται εύκολα τα στάχυα) ζεύανε τα μουλάρια στα αλώνι. Κι όταν τελειώνε ο αλωνισμός, πιάνανε τα διχάλια (ξύλινα και σιδερένια  λιχνιστήρια) κι αρχίζανε το λίχνισμα. Γρήγορα, με το φύσημα του αγέρα, γινότανε ο χωρισμός του αρακά απ τα άχερα κι ύστερα με το αρηό δρομόνι (μεγάλο σιδερένιο κόσκινο) δρομονίζανε τον αρακά για να φύγουν τα άχερα, οι πέτρες και οι κοπριές. Κατόπιν τον σακκιάζανε και τον κουβαλούσανε στο σπίτι του νοικοκύρη.  Σε μεγάλες ξύλινες κασέλες τον αποθηκεύανε κι από κει τον έπαιρνε η νοικοκυρά για να τον αλέσει στο χερόμυλο. Πριν όμως αρχίσει το άλεσμα του καθαριζε καλά από τις πετρούλες και μετά καθόταν μπροστά στο χερόμυλο.
Από δύο πέτρες ήταν ο χερόμυλος: η κάτω λεγότανε καταριά κι η απάνω απαναριά ή απανάρι, που είχε μία τρύπα κι έμπαινε το καρφί της κάτω πέτρας και είχε στην άκρη ένα ξύλινο χερούλι για να το γυρίζει. Από την τρύπα του καρφιού έρριχνε τον αρακά με το ένα της χέρι και με το άλλο γύριζε το απανάρι κι έτσι κοβότανε ο αρακάς  και γινότανε η φάβα. Μετά μ ένα ντούμπανο (μικρό κόσκινο χωρίς τρύπες) το ντουμπάνιζε για να φύγουν τα φλούδια (τα φλύδια) του αρακά κι έμενε καθαρή η φάβα. Μα πάλι την καθαρίζανε σε πιάτα, για να μην έχει μικρά φλύδια και πέτρες κι έτσι την είχαν έτοιμη για πούλημα ή για το σπίτι.

Σε πήλινο τσουκάλι τη μαγειρεύανε με σιγανή φωτιά και μέσα βάζανε κομμένο κρεμμύδι και  λάδι και βράζανε όλα μαζί. Κι αν θέλετε δοκιμάζετε κι εσείς αυτή τη συνταγή. Μα μην ξεχάσετε το κρεμμυδι, γιατί καθώς λέει η παροιμία «φάβα χωρίς κρομύδι, γάμος χωρίς βιολί». 

Κυριακή 24 Απριλίου 2016

Αναβροχές -Λιτανείες -Ψυσικαριες του Φίλιππα Κατσίπη

Αναβροχές   -Λιτανείες   -Ψυσικαριες
 Πηγή: Ιστορικά και Λαογραφικά της Νήσος Σαντορίνης: Αναβροχές Λιτανείες και Ψυσικαριες, Ανάτυπον από την «Φιλολογική Πρωτοχρονιά», Αθήνα 1963
Από  τα  χρόνια  τα παληά  τα  αμνημόνευτα, μέχρις  και  τα  συγκαιρινά, δεινές συμφορές,  περιστάσεις  και  παντοίες ανάγκες δέρνουνε  και   μαστίζουνε   ετούτο  το   πολυβασανισμένο  νησί   των   Κυκλάδων    το  επονομαζόμενο καί  Σαντορίνη.
Και  άλλοτες  μεν  ,  από    τα   έγκατα   και   την  άβυσσο   της  απύθμενης  θάλασσας ξενερίζουνε  και  επιφαίνουνται  κατα καιρούς   ,   εν  μέσω  πυρίνων  φλογών  και  ατμίδων   καπνού  ,  ζοφώδη  και  σκοτεινά  ηφαίστεια   σκορπίζοντας   τον   τρόμο  και   τον  όλεθρο   στους  ήμερους  κατοίκους  της  πολύπαθης   αυτής   νήσος.   Και   άλλοτες πάλι  ξαφνικά  κι΄ αναπάντεχα    ξυπνά   η   ανεξιχνίαστη    οργή  και  η   ακαταμάχητη   του   σεισμού   μανία , απλώνοντας   σ΄ όλο  το  νησί  την   ερήμωση και  τον  θάνατο.  Τους   αδυσώπητους  δε  αυτούς  τύρρανους  καμμιά  δύναμη   ανθρώπινη    δεν  είνε  σε θέση να  τους   καταπονέσει  και  να  τους  μερώσει,   ειμή  η  ανείκαστος  του   Δημιουργού   μακροθυμία και  το  άπειρο Αυτού  έλεος  και  στην  άμετρη   καλωσύνη    Του  καταφεύγουν  οι  ταπεινοί και  θεοσεβούμενοι  Θηραίοι  όταν  έρθουν  οι   οργισμένες  ετούτες  ώρες.
Κοντά  όμως  σ΄αυτές  τις   δύο  τρομερές   και   αγιάτρευτες  πληγές   που κανένα  φάρμακο  θεραπευτικό   δεν  βρέθηκε  να  τις   γιατρέψει, υπήρχε   και   μία   άλλη  τρισχειρότερη  μάστιγα  η   ανοβροχιά  ή   ανεριά   καθώς    παρονομάζουνε   την  ανυδρία.   Και  την   αποκαλώ    οδυνηρότερη   και   φοβερότερη, γιατί  μ  όλο  που   τα δεινοπαθήματα  του  σεισμού  είναι   πικρότατα  και   θανάσιμα όμως  η  διάρκειά  του  είνε  μονάχα  για  δευτερόλεπτα  της  ώρας  και  λίγες  στιγμές  βαστά  ο  θυμός  και  η  κακωσύνη  του.  Ενώ   το  μαρτύριο   το  απερίγραπτο  της  δίψας  κ’  η  καταστροφή έκ ταύτης  του  νησιού   μας  βαστούσε  χρόνια  ολόκληρα   . Τότες  οι  ουρανοί  κλειδώνανε  και  δάκρυο   νερό  δεν   έσταζε  επάνω   σ΄ ετουτη  τη  γής,  που  είνε  άνυδρος  κι  ούτε  τρεχούμενο   νερό    κι΄  ούτε  πηγή   υπάρχει   πουθενά  να  βρέξεις  τά   χείλη  σου.  Κι΄ είτανε  τότες  η  οδύνη  των  ανθρώπων  απέραντη  κι΄  απροσμέτρητη  η  καταστροφή  .
Η  γής  έσβυνε    απ΄  την   ξηρασία,  χορτάρι  δεν  φύτρωνε   και   πράσινο  φύλλο   δεν   άνοιγε.  Τά  ζωντανά   ψοφούσανε   απ΄  το  φρικτό  και  πικρότατο  θάνατο   της   δίψας    κι΄  όλος  ο   κόσμος   κατέβαινε  στα    παραθαλάσσια   μέρη,  όπου  υπήρχανε   μερικά    πηγάδια   για   να   αντλήσουνε  λιγάκι  νερό    και     ας    είτανε  θολό,  γλυφό  και   πικρό,  που  πιότερο  άναβε   τή  δίψα   .  Μά  και   τα  πηγάδια   στερεύανε και τα  μικρά    παιδιά   με   κλάματα,  θρήνους  και   κοπετούς  διακονεύανε  μπροστά   στις   πόρτες  των   σπιτιών  που  είχανε   μεγάλες   ,`ιστέρνες,  αντί  για   ψωμί   μια   σταγόνα νερό  για  να  βρέξουνε  τα   μαραμένα  χείλη  τους.
Ας  έρθουμε  όμως  στο  προκείμενο  κι΄ ας  δούμε  τα   καθέκαστα  με    τή   σειρά     τους.
Πού  λέτε,  η  πρώτη  φρικοδέστερη   απ΄  όλες  τις   αναβροχιές    πού  βρήκανε  τη  Σαντορίνη  είνε αυτή  που   μνημονεύει  στην  ιστορία  του   ο  γέρο  Ηρόδοτος     και   που   συνέβηκε   ,  κατά  τα   γραφόμενά   του,   τον  έβδομο    αιώνα  πριν   της   Χριστού  γεννήσεως.
Γράφει  λοιπόν   κι΄ ανιστορεί  ο  ρηθείς  ιστορικός,  πώς  « επτά   έτέων  ουκ  ύε την  Θήρην,  εν τοίσι  τα  δένδρεα  πάντα  σφι  τα  εν  τη   νήσω  πλήν  ενός   εξαυάνθη»[1]   Και   ό  εστί       μεθερμηνευόμενον:  εφτά    χρόνια   έκαμε  να  βρέξει  στην   Θήρα   και   μέσα  σ΄  αυτό  το   διάστημα όλα  τα   δέντρα   του  νησιού    ξεραθήκανε  εκτός   από  ένα!. 
Και   το   γεγονός   αυτό  παρέμεινε   στις  παραδόσεις    του  νησιού   μας   ύστερις    από τόσους    αιώνες  κι΄ ό  Θρύλος  λέει   πώς :  τό   μοναδικό  αυτό  δέντρο που  άντεξε  τα   επτά  χρόνια   της   αναβροχιάς  και  παρέμεινε  μονάκριβο  μεταταύτα,  είναι  η  συκιά  που  βρίσκεται    και  σήμερα   στην   Καμένη!. [2]Αυτά  τουλάχιστο  έγραφε  σ΄ ένα  άρθρο  του  σχετικό  στα  1898  ο  ιδρυτής  της  τοπικής  μας  εφημερίδας  που  έχει  τον   τίτλο  «Σαντορίνη»,  ο  μακαρίτης  Ιωάννης  Ν.  Βαρβαρήγος.[3]
Κι΄ αυτή  η  συκιά  βρισκότανε  πραγματικά  απάνω  στο  ηφαίστειο,  στη  Νέα   Καμένη  κ΄ έκανε ωραιότατα  σύκα   .Μάλιστα   κ΄ένα  μικρό  λιμανάκι  που  υπήρχε   στο  νησί  αυτό  της  Καμένης   λεγότανε   από  τους  ναυτικούς:   το    λιμάνι    της    Συκιάς   «έκ  τίνος  δένδρου   του   αυτού  ονόματος». [4] Σημειώνω ακόμη, πως  πριν  από   εκατό   χρόνια  που  ήκμαζε  το   μικρό  λιμάνι  της   Σαντορίνης   ο  Αθηνιός,  γιατί  εκει  υπήρχε και  ταρσανάς   στη  θέση  Σκέρος[5]  και  τα  εργαστήρια  των   πιθυτεκτόνων   ήγουν  των  βαρελάδων [6] ,  τα  μαστορόπουλα     παραβγαίνοντας   στο   κολύμπι  πηγαίνανε   κολυμπώντας    ίσαμε   το   νησί    της    Καμένης   από   τον   Αθηνιό.  Για   να   τα  πιστέψουνε  όμως  επειδή   η  απόσταση  είναι   μεγάλη  -   κοντα   τρία   μίλλια   για   να   πάς-  έπρεπε  να   φέρνανε   γυρίζοντας  κι΄ ένα  σύκο  από  την   ανωτέρω   συκιά   για   σημάδι.
Ούτω  λοιπόν  η  παράδοση  του   νησιού   μας   έδεσε  τη  μία  συμφορά   :  της  αναβροχιάς,  με  την άλλη :  του  ηφαιστείου  .  Πάντα   ταύτα όμως  άλλοι  θα   τα   διερευνήσουν  και   θα   τα   εξετάσουν   και  θα μας  πούνε το  γιατί    και   το   πως   και   όχι   η   αναξιότητα  μου.
Και  το  πρωτάκουστο    αυτό  κακό    πού  ξεπερνά  ακόμη  και  την  ανομβρία  πού   επέβαλε στους  κακότροπους  και   άνομους  Εβραίους  ο  Προφήτης  Ηλίας  και  που  κατά  τας  Γραφάς   εκράτησε  τριάμισυ  χρόνια,  είχε  αφορμή   και  αιτία  το  περιστατικό  ετούτο,  που   είνε   ωραιότατη  ιστορια και  διήγημα  σπουδαιότατο   .  Για   τούτο  και  το  μνημονεύω  και   παρακαλώ  σας  να  το   ακροαστείτε,    κέρδος  δε  θα  τόχετε  και   όχι  ζημία.  Ας   είνε.
Που  λέτε, τω  καιρώ  εκείνω, καθώς  γράφει  ο  Ηρόδοτος, στη  Σαντορίνη  βασίλευε  ένας  γέροντας  βασιλέας,  Γρίννος  ονόματι.  Ούτος  μαζύ   με  άλλους  επίσημους  Θηραίους   είχε  ξεκινήσει  απ΄ το  νησί   του  και  είχε  έρθει  στο  Μαντείο  των Δελφών  για  να  προσφέρει  θυσία  πολυτελή   και  πλούσια  «εκατόμβη»  στον  Θεό  Απόλλωνα  ,  πού  είτανε    και  ο  πολιούχος   και  προστάτης  της  νήσος .  Μαζύ  τους  δε   είτανε  κ΄  ένα  αρχοντόπουλο,  Βάττος  ονομαζόμενος και  που  τονε  μνημονεύω  από  τώρα  γιατί    θα    τον   ανταμώσουμε καί   παρακάτω.
Εκεί  το  λοιπόν  που  προσφέρανε   τη   θυσία  τους  η μάντισσα  Πυθία  κατά   προσταγή  και  φώτιση   του  Απόλλωνα  εχρησμοδότησε    και   τους   είπε  να  ξεκινήσουνε  παρευθύς  και   να πάνε  στη   χώρα  της   Λιβύης   και   να  ιδρύσουν  αποικία!…..Αυτοί  όμως  οι  κακονούστατοι,   προφασιζόμενοι προφάσεις  αμαρτιών και  διισχυριζόμενοι΄   ο  μεν  πως   είνε   γέροντας   και  βραδύγλωσσος,    ο  δε  πως  δεν  ξέρει  να  πάει  στα     άγνωστα   μέρη  της  Λιβύης    αδιαφορήσανε   να  εκτελέσουνε  το  θέλημα  του   Απόλλωνα  και   παρακούσανε  το   Θεικό   πρόσταγμα   .
Δεν  λογαριάσανε όμως  οι  άφρονες πως  :  θεός  ού μυκτηρίζεται και  κανένας   θνητός  δεν  είνε σε   θέση  ατιμωρητεί να  τα  βάλει   μαζύ   του.
Παραβάντες  όθεν  την   εντολή  του  θείου   προστάγματος,  ήρθε  και  έπεσε  το  φοβερό  αυτό  κακό  κι΄η  απερίγραπτη    αυτή   συμφορά στη  Σαντορίνη,   που   κατά  τα   προλεχθέντα    επρόκειτο   να  βαστάξει   εφτά  ολόκληρα   χρόνια.
Και  κατ΄αρχάς  ο  λαός  δεν  ήξερε  κατά  το  σύνηθες   τίποτα  για  το  ζήτημα  της  αποκίας και  τα  συναφή και  απορούσε   για  το   κακό  που  είχε  φτάσει   στο  νησί  τους    .   Μα  όσο   περνούσαν  τα  χρόνια  και   τα    πράματα  ζορίζανε  και  φτάσανε  στο  αμήν ,  τότε  οι   άρχοντες  είπανε  την   αλήθεια και  το  ανεξιχνίαστο  μυστήριο  της   αναβροχιάς   απεκαλύφθη .  Πάραυτα  ο  λαός   πειθανάγκασε   τους  κρατούντας  να  εκτελέσουν  το   θεικό   πρόσταγμα    και     με    αρχηγό  τον  προαναφερθέντα  Βάττο  ξεκινήσανε  για  τή  Λιβύη  .  Μετά  πολλά  δε   βάσανα  και  περιπέτειες   που   αφίνωτες  για   να  μην  πολυμακραίνω  από  το  προκείμενο, φτάσανε  στην  ξακουσμένη   αυτή  χώρα: «εκεί  που  πάντοτε  τ΄ αρνιά με  κέρατα  γεννιούνται  και τρείς  φορές  τα  πρόβατα  γεννοβολούν  το  χρόνο»[7]
Φτάνοντας   δε  στην   άγνωστη   μέχρι  τότες   αυτή    χώρα  θεμελίωσαν  οι  Θηραίοι  την   πρώτη  ελληνική   αποικία,   πού  την  ωνόμασαν  Κυρήνη, προς  τιμή  και   δόξα  μιάς  βασιλοπούλας   ,   που  την  είχε  κλέψει  ο  Απόλλωνας  απ΄ το   Πήλιο  και   την    είχε   εγκαταστήσει  σ΄  εκείνα   τα  μέρη. Κ΄ έτσι  ευθύς  πού ετέλεσαν  το  θέλημα  του θεού,  τέλειωσε  και  το  μαρτύριο  της   αναβροχιάς  στη  Σαντορίνη. 
Και από  την   καίλα  της  δίψας και  τα  μαρτύρια  που  είχανε  τραβήξει  στα  χρόνια   της   ανυδρίας στο  νησί  τους  οι  άποικοι,  την   καινούργια   πολιτεία  τους   την   εθεμελίωσαν   δίπλα  από  μία  «κρήνη»  και  σ΄ ένα  μέρος  όπου  «ο   ουρανός  τετρηται» [8],  ήγουν  είτανε  τρυπημένος  και  έβρεχε  ακατάπαυστα……
Για να  κλείσω  δε   το  κεφάλαιο  αυτό  σας  λέω  σας  λέω  ακόμη,  βιαστικά    και  κοντοσύλλαβα,  πως η    αποικία  αυτή   των  Θηραίων  «ιπποτρόφος  εστίν   γάρ   αρίστη   καί   καί    καλλίκαρπος  και  πολλούς  άνδρας  αξιολόγους  έσχε»[9]  έγινε  μετά   ταύτα  πολυάνθρωπη  και   δοξασμένη  και  η  Κυρηναική  φιλοσοφική  σχολή  της  παρέμεινε  φημισμένη[10]
Μα   ο  άνθρωπος    που   τήνε  δόξασε  και  τ΄  όνομά   του    θα   παραμείνει   στον  αιώνα  τον  άπαντα και  θα  μνημονεύεται  όσο  θα  ζει   ο   κόσμος   είνε  :   Ο  Σίμωνας  ο  Κυρηναίος   …. Ναι …. Ναι…αυτός   είναι   :  «ον   ηγγάρευσαν  ίνα  άρη  τον  Σταυρόν     Αυτού»    .
Ζωντανή   δε   υπήρχε  στο  νησί  μας   στα   παλαιότερα  χρόνια   η   παράδοση   που  και  μέχρις  και  τα  δικά  μου   χρόνια  ακουγότανε, πως  εκείνος   που   σήκωσε  τον Σταυρό  από  τον  ώμο  του  Κυρίου  καί τόν έφερε στό Γολγοθά είτανε Θηραίος !   [11]
Καιρός μας  όμως  θαρρώ  πως  είνε  να  ξανάρθουμε  στά  περαιτέρω,    γιατί  καταπολλά  ξεμακρύναμε  και  θάχετε  δίκηο     να   μου   παραπονέσθε.
Μετά   την   ανωτέρω  φρικτή  του  νησιού  μας   καταστροφή   ,  καθώς  τουλάχιστον   εγώ  γνωρίζω,  δεν  αναφέρεται καμμιά  άλλη   αναβροχιά   .  Ειμή,  καθά  λέγεται  παρά   του   ρηθέντος  Βαρβαρρήγου συνέβη   και  πάλι   μια    άλλη  ανομβρία,  έτσι  που   αναγκαστήκανε  οι   παπάδες  του  νησιού   να   κάμουνε   τον   Μεγάλο   Αγιασμό  «με  πηγαδίσιο  νερό»   γιατί  δεν   είχανε  ιστερνίσιο!…
Για  να   φτάσουνε  δε   σ΄ αυτό  το  σημείο     οι  πολλα  θρησκευόμενοι    και   θεοσεβείς   Σαντορινιοί,  στοχάζομαι   πως  σε  καμμιά  ιστέρνα   δεν   θα  υπήρχε   νερό  . Κι΄ αν  ακόμα   σκεφτείτε     πως    η   γιορτή   του   Αγιασμού   γίνεται  στις   6    του  Γενάρη  και    δεν  είχανε   και  δεν  είχανε   νερό,  συλλογιστείτε  τώρα  και   απομοναχοί    σας   το   τι   φρικτό   μαρτύριο   θα    είχανε   περάσει  το   καλοκαίρι.








[1]Ηρώδοτος : Βιβλ Δ κεφ 151

[2] Καμένες: λέγονται από αιώνες τα ηφαίστεια της Σαντορίνης Και ειδικά με το όνομα αυτό λεγόντουσαν τα τρία ηφαίστεια νησάκια : Η Παλαιά Νέα και Μικρή Καμένη που βρίσκονται μες στην καλντέρα της Σαντορίνης
[3] Ιω. Ν. Βαρβαρρήγος: η ανομβρία. Εφημ. «Σαντορίνη» αρ. Φύλλου  538/ 19- 4- 1898
[4]Ιωσήφ Δεκιγάλλας : Γενική Στατιστική της νήσου Θήρας Ερμούπολις 1850 σ.26 – 27

[5] Σκέρος= ο λάκκος όπου τοποθετούν και σιγουράρουν στην αμμουδιά οι ψαράδες τη βάρκα τους, όταν τη βγάζουν από τη θάλασσα
[6] Ι . Δεκιγάλλας: ανωτέρω σ. 29
[7] Ομήρου Οδύσσεια: Ραψ Δ στιχ 85-86 Μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη
[8] Ηρόδοτος: Βιβλ Δ’ κεφ 158
[9][9] Στραβων: Βιβλ 17
[10] Δ. Ιω. Κουτσογιαννόπουλος: Η θηραϊκή αποικία Κυρήνη και η Φιλοσοφικής αυτής Σχολή. Επετ. Κυκλ.  Μελετών  19: 2

[11] Ιω . Ν.. Βαρβαρρήγος: ανώτερω Φιλ Κατσίπης: Το Χρονικό της Περίσσας Αθήνα 1958 σ 42 

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Παλιές Χοροεσπερίδες της Σαντορίνης

Φίλιππας Κατσίπης : ΘηραΪκά Νέα, (206- Ιανουάριος 1972)
΄Ενας Τελώνης που έκαμε πολλα  χρόνια στο  νησί   μας  ονόματι  Ιω.Παπαμανώλης   είχε την έμπνευση  στα 1932 να εκδώσει  ένω βιβλίο  για  την  πατρίδα  μας  που έχει τον  τίτλο   <Η  νήσος  θήρα  - Σαντορίνη>  Το  βιβλίο  αυτό  αρκετά   χρήσιμο   για  τις  διάφορες πληροφορίες  που  μας  δίνει , μα  και διασκεδαστικό   γιατί έχει   θησαυρίσει   και    αρκετό   κουτσομπολιό   .
Γράφει λοιπόν  και  τούτο  < Η  Θήρα είναι  μία  οικογενει ακή  πόλις  της  οποίας  οι κατοικοι  διάγουν  την  πλέον  οικογενειακήν   ζωήν   με  πρόγραμμα  εσωτερικών  μαθητων    Λυκείου  > . Αμέσως   όμως παρακάτω  και  γράφοντας  για  την  περίφημη   Λέσχη  των  Φηρών  σημειώνει    < Εις  αυτήν  εδίδοντο τον χειμώνα  μέχρι  και  της   τελευταίας Κυριακής  των  Απόκρεων  ολονυχτιοι  οικογενειακοί  χοροί  εις  τους οποίους    προσήρχοντο και  εκ των  άλλων  χωρίων. Το  μεσονύκτιον  σουπέ παρείχετο  εξαιρετικώς  πλούσιον και  εν  ζηλευτή τάξει   εις   ιδιαιτέραν  ευρείαν  αίθουσαν. Οι   χοροί ούτοι εδίδοντο με  ατομικόν  εισιτήριον μετέχον  εις  όλα….Εις  τους χορους  της  λέσχης  εκαλείτο  πιανιστας  εκ ΄ Σύρου Ιταλός  μαέστρος >.
Δεν  ξέρω  πότε  ακριβώς  συμβαίνανε  τα΄ ανωτέρω  .  Πάντως  στις  σελίδες της  “ Σαντορίνης” του  1920 ψάρεψα ένα  τέτοιο  χορό,  πού  έγινε  στην  Λέσχη  και  σας  τον  μεταφέρω  κοντοσύλλαβα κι’  από  τις  απλές  μου  συμειώσεις   για  να  πάρετε  και  σεις   μιάν  ιδέα της  κοσμικής  ζωής  του  νησιού  μας  .
<Μεγάλην  επιτυχίαν  εσημείωσεν   ο  εν  τη  Λέσχη των  Φηρών  τo Σάββατον (11.1.1920)   δοθείς  χορός  τη  πρωτοβουλία  του  φιλοπροόδου Διευθυντού  του  Υπ)τος  της  Εθνικής  Τραπέζης κ.  Αλ. Κουσκουλέκα  .
Αι  δεσποινίδες της  νήσου  μας  παρουσίασαν   τι  το  εξαιρετικόν   εν  τη όλη  του  χορού  διαρκεία αποδείξασαι  την  κοινωνικήν  καταγωγήν   και  επί  το  νεωτεριστικόν  διάπλασιν  αυτής. Τουαλέται τελειόταται.  Υπέρ  πάσας   εξαίσιαι αι  δεσπονίδες Ελένη Γ. Κουτσογιαννοπούλου και  Μάνια  Σορώτου, κατέθελξαν   τους  πάντας και  δια  του  χορού  και  εις  το  πιάνο  εφελκύσασαι  τον  κοινόν  θαυμασμόν.  Αι  δεσποινίδες  Ευανθία  Παπαδοπούλου   Ερινούλα  Κουσκουλέκα , Μοίρα  Μαλασπίνα, Μαρία  Βαρότση και  Ελένη Δ Κουτσογιαννοπούλου   ανεδείχθησαν   τέλειαι   καταχειροκροτηθείσαι  επανει λημμένως> .
Συμπληρώνω  ,  όμως  την  παραπάνω  περ ιγραφή  με  μίαν  χοροεσπερίδα που  έγινε  μετα  από  ένα  μήνα  στο…..Βόθωνα  και  ήταν   μοναδική  απ΄ όσες  εχουν  γίνει  μέχρι  σήμερα,  καθώς  νομίζω,  γιατί πολλές  ντάμες  ήτανε  μασκέ…
<Το  εσπέρας  του  παρ.Σαββάτου  ο   μεγαλοκτηματίας  κ. Γ. Αναπλιώτης   και η  ευγενεστάτη αυτού  σύζυγος   κ.  Μάνια  διοργάνωσαν  μίαν  θαυμασίαν  και  αλησμόνητον   χοροεσπερίδα   εις τον  εν Βόθωνι  οίκον  των     όπου  παρέστησαν  προσκληθέντες   επέκεινα  των  50  κυριών    δεσποινίδων και  κυρίων  της  εκλεκτοτέρας   κοινωνικής  τάξεως  του   τόπου  μας  .
Και  ξαφνικά  ....Μία  εκτάκτου    ωραιότητος  και   φαντασμαγορίας  πλαστική   εικών    απεκαλύφθει με  ενδυμασίας    πολυποικύλους και  πολυχρώμους  επι  τούτο κατασκευασθείσας    Το  γκρουπ  απετέλουν   υπεράνω όλων  η  δις  Μαίρα  Μαλασπίνα   ως   Άγγελος  ιπτάμενος   και  υπ΄ αυτήν   η  κ. Μάνια  Αναπλιώτου  , ως  Ρωσίς  με  αρχαίαν  της  πατρίδος  της  ένδυμα  , ένθεν  δε  και  ένθεν  και  υπ΄αυτήν η  κυρία  Θεώνη  Μυρογιάννη,  ως  νυξ  αστερόεσσα ,  Ανδριανούλα  Γ. Ασιμή  ,  ως  Αλσατις,,   Ευγενία  Γ. Ακύλα, ως Αθιγγανίς  και   αι   δίδες  Ελένη  Γ. Κουτσογιαννοπούλου,   ελληνική  σημαία,  Ερινούλα  Κουσκουλέκα    Αθιγγανίς    Αικατερίνη  και    Ρίτα  Γαβαλά ,  η   μέν  ως  πεταλούδα , η  δε  ως  παπαρούνα  κατέρυθρος,  Μαρία  και  Μαργαρίτα  Σορώτου  ,  η  μεν  ως  Κολομβίνα, η  δε  ως  ανθοπώλις> 
Σας  σημειώνω  ακόμη πως  ο  χορός  διήρκεσε  μέχρι  στις  8  το   πρωί.
Μά  εκεί   που  γινόντουσαν  γλέντια  και  μασκαράτες   καθημερινώς   ήταν  ο  Πύργος  . Δυστυχώς , όμως  δεν  μπορώ  και  να σας  τα  περιγράψω, γιατί  η  απαραίτητη  προυπόθεση είναι  να  ξέρει  κανείς < πρόσωπα  και  πράγματα >  για  να είναι  σε θέση   να  μεταφέρει  τι  λεπτότητα, το  χιούμορ  και  το  κέφι  τους .  ‘ Αλλως  τα  καταστρέφει  και  σας  φέρνω  ένα  παράδειγμα  .
Μιά  χρονιά   ντύθηκαν  μασκαράδες   μερικοί   νέοι  του  Πύργου  και   πηγαίνοντας   στ΄ αρχοντικά  σπίτια  που  κάνανε     ολονύκτιες  βεγγέρες  πείραζαν  τους  παρευρισκομένους   με  στίχους  και  έξυπνα  πειράγματα  .
Αναμεσάτους   είταν  και  ένα  πειρακτήριο  που  είχε  και  σατυρική   φλέβα   και   ποιητική  ευχέρεια(δεν  ξέρω   αν  έχω  το  δικαίωμα  ν΄ αναφέρω  τ΄ ονομά  του ).  Μπαίνοντας  λοιπόν   σ΄ ένα   αρχοντικό  σπήτι  βρήκαν και   μιά   ονόματι  Δέσποινα  (  μακαριτισα)  πολυπράγμονα  και  …….ακλερη.Καί  τότες    ο  ποιητής  λέει  με  στόμφο  .
Μία  δέσποινα  του  Πύργου
Στα  καθήκοντα  πιστή,
Εις  τας   ερχομένας  κάνει
πάντα  τον  υπασπιστή.
Δεν  σας λέω  δε  ποια  είναι
‘ Αν  μπορείτε  βρέτε  την
Ειν΄ η  άκλερη  του  Πύργου
Στρέψτε  και  κοιτάχτε  την……….


Είπε  και  άλλους  πιο  πικάντικους  και  καλλίτερους   στίχους   ο….  άγν ωστος  μου  ποιητής  .  Που  θα τους  βρώ   όμως……Κ΄ είνε  ανάγκη   θα   μου πείτε……..   Ασφαλώς  . Γιατί   από  μικρές   και   ασήμαντες  πληροφορίες  βγαίνουν πολλές  φορές  σπουδεότερα  και  σημαντι κώτερα    συμπεράσματα  που  χαρακτηρίζουν     όχι  μονάχα  <Πρόσωπα  και  Πράγματα>  αλλά  και  μια  ολόκληρη  εποχή  .’ Όπως  εκείνη  που  είταν  γεμάτη  πολιτισμό , ευγένεια  και  αρχοντιά  , και  που  έσβυσε  και  χάθηκε  ,  καθώς   λέει  ένας  άτυχος  ποιητής.
Πέρασαν ,  όπως   περνούνε
Όσα  δεν  θα  ξαναρθούνε  …….


Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Η Κατευχιανή στην Περίσσα και ο Τίμιος Σταυρός της...

Απόσπασπασμα από το βιβλίο του Φ. Κατσίπη : " Το Χρονικό της Περίσσας"

Δεύτερη νύχτα που ξυπνούσε απο υπνοταραχή ο Γεράσιμος ο Μπάιλας. Κι ίδιο το όνειρο που έβλεπε και τίς δυο τούτες τις νύχτες. Η  Παναγιά ήταν που τον καταξίωνε με την παρουσία της, αυτόν τον ταπεινό κι απονήρευτον άνθρωπο του Θεού. Όμως , αλλιώτικη ήταν την κάθε φορά που ερχόταν κι έσκυβε πάνω απο το προσκεφάλι του η Μεγαλόχαρη. Ντυμένη στα μαύρα, γυναίκα αγγελικιά και πάγκαλη την πρώτη-λαμπροστολισμένη την άλλη, λουσμένη απο δόξα επουράνια, έτσι όπως είχε μάθει να την προσκυάη και να την τιμάη πάντα του ο ταπεινός ο Γεράσιμος. Κι η λαλιά της , να στάζη γλύκα ανείπωτη- έτσι που δε μπορούν να μιλουν του Θεού τα πλάσματα, αλλά μονάχα οι άγγελοι στα επουράνια.

Τα ίδια λόγια του είχε πει και τις δύο φορές η Μεγαλόχαρη:
-Γεράσιμε , άμα θα σηκωθής , να πας στο χωράφι σου που έχεις στην Περίσσα. Άμα σκάψης εκεί δα- εγώ θα σου δώσω, σαν έρθη η ώρα , τα σημάδια που πρέπει - θα με βρής θαμμένη σε μιά παλιά εκκλησία μου.

Τρεμούλιασε του φτωχού του Γεράσιμου το φυλλοκάδρι, που την είδε και την άκουσε. Πως γινόταν να τον καταξιώνη έτσι με τον ερχομό της η Μεγαλόχαρη; Αυτόν , έναν ταπεινό γαϊδουρολάτη, που ζούσε τη φτωχοφαμελιά του, εκεί πέρα, στη Μέσα Γωνιά, την Επισκοπή όπως τη λένε σήμερα, της Σαντορίνης...Μέρα έμπαινε, μέρα έβαινε, να πετσοκόβεται και να κοψομεσιάζεται, ο δόλιος, πότε με το "χτήμα" του- τον υπομονετικό του γάϊδαρέλο-και πότε με το χωραφάκι του , δυό τρείς ζευγαριές αμπελοχώραφο, που το είχε κεί δα να , στον κάμπο της Περίσσας.

Την πρώτη φορά που είδε σε όνειρό του την Παναγιά ο Γεράσιμος, είπε πως μπορούσε να ήταν και της φαντασίας του γέννημα. Δεν έκανε τίπο' απ' όσα του ορμήνεψε η Παναγιά, μήτε κι είπε γιά κείνο που είχε δει κανενού κουβέντα. Μα σαν ξανάδε το άλλο βράδυ τη Μεγαλόχαρη στον ύπνο του, και του είπε και του λάλησε ξανά τα ίδια με την πρώτη φορά τα λόγια, ο Γεράσιμος ο Μπάιλας μούσκεψε απ' τον ίδρο και το φόβο κι η καρδιά το πετούρισε παράξενα. Δεν άργησε να πάρη την απόφαση του.
-Θα πα  να το στορήσω στον παπα-Μακάριο το όνειρο που είδα, μονολόγησε.

Με προσοχή τον άκουσε ο γέροντας-γέροντας , να πης, δέν ήτανε, νέος ακόμη στα χρόνια, με κοντό σγουρογένι, μα όλοι τον σέβονταν και τον αγαπούσαν , γιατί ήταν αληθινά "ποιμένας ψυχών"
ο παπα-Μακάριος ο Μεντρινός. Κι άμα τέλεψε να του ανιστορή τ' όνειρο του ο γαιδουροζευγολάτης- ο  Γεράσιμος ο Μπάιλας μ'άλλα λόγια- έκατσε και του απολογήθηκε ο παππάς.

-Σημαδιακό τ'όνειρο όπου είδες, Γεράσιμε. Μακαρισμένος ο δούλος του Θεού που τον καταξιώνει η Μεγαλόχαρη με την παρουσία της .Αναρωτιέσαι γιατί ήσουν εσύ που ξέλεξε ανάμεσα απ' τα τόσα πλάσματά της η Μεγάλη Κυρά τον Ουρανών...Τι που είσαι γαϊδουρολάτης ταπεινός κατά το που το στοχάζεσαι, ευλογημένε; Ίσα ίσα που στις ταπεινές ψυχές κι αμόλευτες πάει κι ακουμπάει το χέρι της η Μεγαλόχαρη. Σημαδιακό τ'όνειρο της που σου 'πεψε. Μεγάλη η χάρη σου, που θα'σαι του λόγου σου κείνος που θα την ανασύρης στο φως απο κει όπου βρίσκεται θαμμένη.

Έσκυβε ακούγοντας τον το κεφάλι ο φτωχός γαϊδουρολάτης. Κι η καρδιά του πήγαινε να σπάση στο στερνό του. Μα όχι, να πής ,απο περηφάνια. Του Θεού τα πλάσματα -να, σαν τούτο εδώ , το Γεράσιμο το Μπάιαλα-δεν πέφτουνε σε τέτοια κρίματα , η καρδιά τους απομένει πάντα καθαρή, ολοκάθαρη, σαν το σμαραγδένιο το νερό και σαν το διάφανο το κρούσταλλο. Δεν  το' λεγε να πιστέψη στ' αυτιά του με τα όσα άκουγε να του λέη ο παπα-Μακάριος- του ερχόταν ίδια ταραχή όπως και τις δυο περασμένες νύχτες, που είχε δει το όνειρο. Μα για να το λέη ο γέροντας, έτσι θα'τανε. Τον άκουσε , απ' αντίκρυ του που καθόταν , ν'αποσώνη την ίδια στιγμή το λόγο του ο παπα-Μακάριος:

-Θα νηστέψης, ούλες τούτες τις μέρες (Λαμπρόσκολες είχανε), Γεράσιμε , κι αποβδόμαδα, με του Θεού τη δύναμη και της Παναγιάς τη χάρη, θα πάμε να λειτουργήσουμε στην Κατευχιανή. Κι απέ θα κατεβούμε στην Περίσσα, εκεί όπου στέκει το χωράφι σου, να σκάψουμε και να την ανεύρουμε ,εκεί όπου βρίσκεται θαμμένη η Μεγαλόχαρη

Νύχτα ήταν ακόμα που ξεκίνησε ο Γεράσιμος ο Μπάιλας- ξημέρωνε η μέρα που του είχεν ορίσει ο παπάς του. Είχε μηνύσει και σε πεντ' έξι άλλους χωριανούς-άνθρωποι του Θεού όλοι τους σάν κι αυτόν και τον παπα-Μακάριο- και με τα λαδοφάναρα στα χέρια για να φέγγουν μες στη νύχτα, πήγαν κι αντάμωσαν στους παπά μπροστα στην πόρτα. Είχανε πάρει μαζί τους και τρία ζωντανά, το ένα για να καβαλικέψη ο γέροντας, στ' άλλα φόρτωσαν την κουμπάνια τους και τα σύνεργα που θα τάχανε χρεία για να σκάψουν το χωράφι. Κι όλοι μαζί, ξεκίνησαν μέσα στη νύχτα.

Δίχως να μιλούν στο δρόμο- μοναχά ο παπάς ψαλμουδούσε καθώς πήγαιναν-φτάσανε στο Καμάρι, πήρανε την ανηφόρα και κατηφόρισαν ξανά κατά τη Σελλάδα. Κόψαν απ' το μονοπάτι της Κατευχιανής, της εκκλησιάς που είναι χρισμένη στην κουφάλα του βουνού. Άμα σταθής στην αυλή της , το μάτι σου φτάνει ίσαμε πέρα μακριά στον κάμπο κι απο κει συνέχεια ως την αμμουδιά, που απλώνει σα δαντέλα την ακρογιαλία της , να την γλυκοφυλάη μέρα νύχτα το κύμα. Ο κάμπος, η θάλασσα και το βουναλάκι του Κάτω Άι-Λιά με τους ανεμόμυλους. Κι ανάμεσα σ' όλο τούτο το πανόραμα, σκορπισμένα τα καρπερά τ' αμπελοχώραφα και τα ταπεινά και αθώρητα ξωκλησάκια του Νιμποριού.


Σαν έφτασαν στην Κατευχιανή, προσκύνησε ο παπα-Μακάριος με τη συνοδεία του, ύστερα μπήκε στο ιερό μονάχος και ντύθηκε τα άμφιά του. Λειτούργησε κανονικά με τη μελωδική φωνή του, άφησε ν'ανεβή ως τα ουράνια η πρωινή τούτη δέησή του. Κι οι λιγοστοί πιστοί που τον συντρόφευαν σ' αυτήν , σκύβοντας όλη την ώρα ταπεινωμένο το κεφάλι , παρακαλιόνταν στη χάρη Της, να φανή σ' ότι είχαν να τελέψουν σε λίγο , οδηγημένοι απ' την ορμήνια της και την παράστασή της.

Ο Γεράσιμος είχε απομείνει στον αυλόγυρο της Κατευχιανής. Δεν είχε στασιό μέσα στην εκκλησιά απ' την απαντοχή του. Κι απο κεί όπου έστεκε, αλάργευε τη ματιά του, την έφτανε και την ακουμπούσε στο χωραφάκι του απά, σαν κάτι να περίμενε να ξεπροβάλη απο κεί, κάτι που πολύ το ήθελε και το λαχταρούσε. Η ίδια η Παναγιά του το'χε πει στ' όνειρο του. Πως σάν θα έφτανε ο Γεράσιμος στο χωράφι του, Εκείνη θα τον οδηγούσε και θα τον ορμήνευε. Κι έτσι όπως έστεκε, με τ' όνειρο όλη την ώρα στο νού και στην καρδιά του, είδε να λαμπιρίζη ανάμεσα απο τους σβώλους τα χώματα μια φωτεράδα, μια λαμπερή φωτιά, ίδια σαν αυτές που ανάβουν ανήμερα στη γιορτή του Αι- Γιάννη.
-Παπα-Μακάριε...πατριώτες...Τρεχάτε να δήτε τα σημάδια που μας πέμπει η Μεγαλόχαρη!

Του ήρθε να ξεφωνίση την ίδια στιγμή , του δόλιου. Μα δε φώναξε, δε σάλεψε κάν τα χείλη του , για να μην τους αναταράξη στην ώρα της λειτουργίας. Και μονάχα σαν αποτέλειωσε τα «γράμματα» ο παπάς και στρώθηκαν όλοι στην πεζούλα της Κατευχιανής για να βάλουν μια μπουκιά ψωμί στο στόμα τους και να στυλωθούν, τότε κάθισε κι ο Γεράσιμος και τους ιστόρησε τα όσα είχε δει πριν λίγο στο χωράφι του. Κι όλοι μαζί σταυροκοπηθηκαν με πίστη και κατάνυξη.

Η μέρα είχε ροδίσει πια για καλά, σαν έφτασε όλη η συνοδεία στο χωραφάκι του Γεράσιμου του Μπάιλα. Πρώτος ο παπα- Μακάριος ξεντύθηκε το ράσο του, χάραξε με την αξίνα το σημείο του σταυρού απά στο χώμα και χτύπησε την πρώτη πελεκιά. Απόκοντα, άρχισαν να σκάβουν , ψυχωμένα όλοι, με τις αξίνες τους. Κι εκεί που χτυπούσε κι έσκαβε με τη δικιά του ο Μπάιλας, σκόνταψε το σίδερο σε μια σκληράδα. Και μια σπίθα πετάχτηκε την ίδια στιγμή απ' τη σκληρή την πέτρα. Χτύπησε απανωτά κι άλλες φορές ακόμα ο Γεράσιμος. Η Παναγιά η Παρθένα καταξίωνε για άλλη μια φορά την πίστη του. Λίγο ακόμα ,και μεσ' απο τα χώματα ξεπρόβαλε ένας σπασμένος μαρμάρινος σταυρός, μ' ένα σωρό σκαλίσματα, λουλούδια κι αγκάθια ολόγυρά του.

Πήγαν να τρελαθούν όλοι απ' τη χαρά τους.Κι έπεσαν με δάκρυα ,ο ένας στην αγκαλία του άλλου και φιλούσανε σαν τρελοί ο ένας τον άλλον.

Σ'εκείνον τον τόπο, καταπάνω στο χωράφι του Γεράσιμου του Μπάιλα, χτίστηκε η Παναγιά της Περίσσας. Απ' τη μεριά του κάμπου , απλώνονται , χαρά Θεόυ , τ' αμπέλια και τα χωράφια- απ' τη μεριά του Κρητικού πελάγου πάλι, ξεδιπλώνεται σμαραγδένια η θάλασσα. Περίλαμπρη τούτη η εκκλησιά , αέρινη, λες και δεν ακουμπάει σε γη, με τους πέντε κατάλευκους, χιονάτους κουμπέδες της- δέηση παντοτεινή στη χάρη της Μεγαλόχαρης.  Το παράξενο είναι , πως τούτη τη θαυμαστή την εκκλησιά δεν την έχτισε κανένας φημισμένος τεχνίτης, σπουδασμένος σε σοφά σχολειά, παρά ένας άξιος χτίστης, πρωτομάστορας, Ιωάννης Σαλίβερος τ' όνομά του και το παρατσούλι του Μπατζάνης. Το πως μπόρεσε και τη στέριωσε μια τόσο θεόρατη εκκλησιά πάνω στην άμμο, αυτό , μονάχα ο Θεός κι η Παναγιά το ξέρουν και το ορίζουν. Εκείνο που θα' πρεπε να πούμε ακόμα πρίν  τελέψη η αληθινή τούτη ιστορία , είναι πως πλάι στο Σταυρό, βρήκανε και την εικόνα της Μεγαλόχαρης, μικρή  σαν μια σύνοψη και σκεπασμένη ολάκερη απ' ασήμι. Τούτη την εικόνα την έκλεψε κάποιος Μποργιανός-γιατί να πούμε το όνομά του; κρίμα θα'τανε, του φτάνει η ντροπή που σόδιασεν απάνω του με την πράξη του ετούτη-που όσα χρόνια την είχε στα χέρια του, άσπρη μέρα δεν είδε ούτ' αυτός ούτ' η φαμελιά του. Ώσπου είδε κι απόδε ο συφοριασμέονς και τη γύρισε πίσω.

Οι σεισμοί που συνταράξανε και ξεθεμέλιωσαν πριν λίγα χρόνια τ' όμορφο νησί της Σαντορίνης, ρίξανε συντρίμμια και την Παναγιά της Περίσσας, τη βούλιαξαν εδά κει στο χώμα, γίνηκαν θρύψαλα οι αέρινοι, χιονάτοι κουμπέδες της. Μα η Μεγαλόχαρη καρτεράει να βρεθούν χέρια ανθρώπινα και καρδιά χριστιανή, για να την ανασηκώσουν στην ίδα πάλι τη μεριά , πιο όμοφρη και πιο σεβαστική απ' ότι ήταν πριν να γκρεμιστή.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Ποιός τάχατες άλλαξε....του Φ. Κατσίπη


Ποιος τάχατες άλλαξε;


«Η νοσταλγία σου έχει πλάσει μια χώρα ανύπαρκτη με νόμους έξω απ΄τη γη και τους άνθρωπους» Σεφέρης

Μονάχα τώρα-κι ύστερα από την πικρή εμπειρία του τελευταίου ταξιδιού μου- μπόρεσε να καταλάβω την βαθιά σημασία που είχανε τα λόγια του αλησμόνητου Ευάγγελου Κουτσογιαννόπουλου. Που όταν με είδε ξαφνικά ένα πρωινό στα Φηρά (έπειτα από 25 χρόνια που είχα να πατήσω το αγιασμένα χώματα του νησιού) μου είπε αγανακτισμένος:
-Γιάντα ηξανάρθες;… Ίντα γυρεύεις τώρα να ξαναδείς;… Η Σαντορίνη που ήξερες και που τόσα χρόνια νοσταλγούσες δεν υπάρχει πια…
Και τότες φυσικά δεν πίστεψα τον καλό μου φίλο. Ούτε και μπόρεσα να καταλάβω την αγανάκτηση του. Γιατί ήτανε σα να μου έλεγε πως η μοναδική μου αγάπη αυτή που είχα αγαπήσει κι αγαπούσα μ’ όλη την τρέλα της νειότης μου μ’ όλη τη δύναμη της καρδιάς μου δεν ήτανε μια απογοήτευση σκληρή. Για αυτό και γέλασα μαζί του.
Τώρα όμως αν ζωντάνευε και μου έλεγε τα ίδια λόγια θα τον πίστευα, Ναι. Γιατί αυτή που είδα δεν ήταν πια η Σαντορίνη μου!...
Δεν ήταν πια ΕΚΕΙΝΗ που χρόνια και χρόνια ονειρευόμουνα τις ατελείωτες τις αξημέρωτες νύχτες της ξενιτιάς μου. Έτσι που πολλές φορές αναρωτήθηκα: τάχατες μήπως έπαψα να την αγαπώ σαν τότες;…
Μήπως τότες την έβλεπα πανέμορφη, άσπιλη κι αμόλυντη γιατί τάχατες η καρδιά μου δ ε ν   ή θ ε λ ε  να πιστέψει τα μάτια μου;… Μήπως με κούρασε τόσα χρόνια η σκέψη της η θύμηση της, έγνοια της;…
Δεν ξέρω. Ένα μονάχα ξέρω πως τώρα ήταν διαφορετικά από εκείνη που είχα ζήσει κάποτε μαζί της και που πάντα την έβλεπα ζωντανή μπροστά μου με τα μάτια της ψυχής μου. Έτσι που για μια στιγμή πίστεψα πως η παλιά μου και μονάκριβη μου αγάπη με είχε προδώσει. Κι ένιωσα μια πίκρα κι ένα σφίξιμο στην καρδιά όπως όταν αντικρίζουμε μια ακριβή μας αγάπη να περπατάει με ένα άλλο άντρα στον ίδιο δρόμο που άλλοτε τον περνούσαμε μαζί. Να κάθεται με ένα άλλο στο ίδιο παγκάκι που καθόμαστε μαζί και να σκύβει το όμορφο κεφάλι της στον ώμο ενός ξένου.
Ναι, έτσι ήτανε!...Κι αυτήν την εντύπωση μου έδωσε όταν ανεβαίνοντας στα Φηρά αντίκρισα ένα παρδαλό ξενόγλωσσο πλήθος να στριφογυρίζει μέσα στα στενά ρυμίδια της αγοράς. Που ήταν στολισμένη σαν μια τουρκογύφτισσα τσιγγάνα με παρδαλά φουστάνια με ψεύτικα μπιχλιμπίδα και κομπολόγια.
Τώρα δεν ήταν πια η σεμνή η πεντάμορφη Αρχόντισσα. Ήτανε μια μισότρελη γριά μια νεόπλουτη βαμμένη με χτυπητά χρώματα και ψεύτικα κοσμήματα. Που μιλούσε μια ξένη ακαταλαβίστικη γλώσσα με σπασμένα Εγγλέζικα, Ισπανικά και Σπανιόλικα. Και που τα υπέροχα Γαλλικά που είχε μάθει κάποτε στη Σχολή Καλογριών τα είχε λησμονήσει!...Μα όταν απογοητευμένος από το θέαμα που αντίκρυσα στα Φηρά στα λεωφορεία στην Περίσσα, στο Καμάρι κατέβηκα στο χωριό μου άρχισα να ανασαίνω. Κι όταν ένα πρωινό πήγα στο α γ ι ο μ ν ή σ ι της Ποταμιώτισσας κι αδερφωμένος με τους κάθε λογής πανυριστές τσούγκρισα το ποτήρι μου στο  π α ν υ ε ρ ό σ π ι τ ο άρχισε να χτυπά η καρδιά μου.
Κι όταν ακόμα ένα πρωινό βρέθηκα ταπεινός προσκυνητής στο ερημικό ξωκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Κι άκουσα τη λειτουργία από ένα σεμνό ιερέα με ένα αγράμματο ψάλτη με ένα δεκάχρονο παιδάκι που η γλυκειά φωνούλα του αντηχούσε σα πρωινό κελάδισμα ενός σκουριαβλού ένοιωσα να ξαναγεννιέται η πρώτη μου αγάπη. Κι άρχισα να ξαναβλέπω με τα μάτια της καρδιάς μου τη Σαντορίνη μας, την αγέραστη, την αιώνια, την παντοτινή.


ΦΙΛ. ΚΑΤΣΙΠΗΣ
Εφημερίδα: « Θηραϊκά Νέα» -Αύγουστος – Σεπτέμβριος 1972 τεύχος 213

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2010

"Σαντορίνη" του Φίλιππα Κατσίπη


Ισως το πιο αγαπημένο μου ποίημα για τη Σαντορίνη

Πάλι με σέρνει ο λογισμός κοντά σου Σαντορίνη,
και περπατώ προσκυνητής με της ψυχής τα μάθια,
κι έρχομαι πίσω νοσταλγός να νοιώσω τη γαλήνη
κοντά στα μαύρα σου βουνά, Του Ηφαιστου Παλάθια

Στα ρημοκλήσια σου περνώ κι ανάβω το καντήλι,
μ ένα κλωνάρι λυγαριάς στ αυτί μου κρεμασμένο
Ντε- λαξω ντε ν ανέβουμε και στ Αη Λια τσοι μύλοι
και της βεντέμας τον σκοπό να πω το λαγεμένο

Να φτάσω με τ απόβραδο στην Όμορφη Περίσσα,
την ώρα που θα ξεκινούν οι Μποργιανές οι Τράτες,
να πάνε να καλάρουνε - φύσα βοριά μου φύσα,
κι οι κοπελιές θε να γυρνούν, που κόβουνε ντομάτες.

Κι υστερις να δειπνήσουμε στο πέτρινο τραπέζι
μες στην αυλή της κάναβας να πιούμε να μεθύσω
μπρούσκο κρασί χρονίτικο κι ο Μανωλιός να παίζει
το ρεπατί στη λύρα του και τον καημό να σβήσω

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...