Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τίμιος Σταυρός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τίμιος Σταυρός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2017

Προσκύνημα στην Περίσσα



Είναι πολλά που έχουν γραφτεί για την πανσεβάσμια εκκλησία του Τιμίου Σταυρού της Περίσσας Τι για το όραμα του Γεράσιμου Βαιλα το 1836 όπου βρήκε στο χωράφι του τις δύο εικόνες και μάρμαρα απο παλαιό ναό, τι για τον περίφημο πρωτομάστορα της Περίσσας Μπατζάνη , τι για την κλεψιά της εικόνας  της Παναγιάς τι για το μέχρι και σήμερα ξεχωριστό πανηγύρι της, τι για το σχήμα  της που  μοιάζει με τη γούρνα του αγιασμού της Μονής του Προφήτη  και τόσα άλλα.
Σήμερα όμως λίγο πριν το πανθηραϊκό  προσκύνημα θα σταθώ και θα σας μεταφέρω σε δύο περιγραφές  της πίστης των κατοίκων για τον ναό αυτό. Και όχι μόνο για την εορτή της υψώσεως  του Τιμίου Σταυρού αλλά και για την εορτή της Ζωοδόχου Πηγής .
Για την εορτή του Σταυρού γράφει ο Φίλιππας Κατσίπης στο «Χρονικό της Περίσσας»,:  ... [...] Καματερη και σκόλη προσκυνητές από όλο το νησί κατεβαίνανε στην Περίσσα να προσκυνήσουνε κι απ όλα τα χωριά και γύρω νησιά ακόμη φέρνανε ασθενείς στη Χάρη Της . οι πιότεροι πάλι από τους προσκυνητές είταν οι απανωμερίτες που κατεβαίνανε με τις καβάλλες από την άλλη άκρηα του νησιού αποβραδίς και  ξεμονεύανε.  Μπαίνανε στο επιτροπικό και στα κελλάκια με τις κουμπάνιες τους κι αφου συσταμονίζανε τα πράματα τους και κανονίζανε τα του ύπνου τους ένας ένας τους πήγαινε  στον παπά να ξαορευτεί. Την ταχυνή αγροικούσανε τη λειτουργιά και μεταλαβαίνανε. Κι ύστερις μπλάζανε στον άμμο και περνούσανε την μέρα τους με χαρές και τραγούδια.

Ενώ συμπληρώνει ο Μάρκος Αβ. Ρούσσος στα «Λαογραφικά της Σαντορίνης».... Το  ηλιόβγαλμα  μας  πρόκαμε   μπροστά    στην  εκκλησιά  που   πηγαίναμε  προσκυνητές  στην  μεγάλη  γιορτή της. ΄Ένα  ασκέρι  από  καβαλλάρηδες   και  πεζούς  τραβούσαν  το  δρόμο  που  έβγαινε στην  πεντάτρουλλη  Περίσσας. Σ΄ αυτή  την  ιερή   γωνιά  της   Σαντορίνης   φτάνανε  ντάιμα  απ΄ όλα  τα  χωριά  οι   προσκυνητάδες,   γέροι ,  νιοι  και  μωρομάννες   μετα   λοχόνια   στην   αγκαλιά   τους  αρρωστημένοι  και   μισεροί  ,  που    όλοι   πήγαιναν  να  λουστούνε  στα  θεία   νάματα  της  Ζωοδόχου  Πηγής  της.   Χωρικοί   δουλευτάδες  του  κάμπου,  άνθρωποι  σπουδασμένοι  και  αφεντάδες  γινότανε  μιάδι  και   μπροστά   στο  Αγίασμα  περίμεναν  την  σειρά  τους   για  να  πιούνε  από  το   ίδιο κεχριμπαρένιο  αγλιστήρι  το  θαυματουργό     νερό   που  ανάβλυζε  από  την  πηγή  της.  Ατέλειωτη  η   βιβλική  πορεία  κατηφόριζε  από  τον  παληό   δρόμο  για  να   βρεθή  στο  μεγάλο   πανηγύρι. Κοπέλλες  με  αραχνούφαντα    ρένια  στο  κεφάλι  και   άλλες   με  λουλακιές  κορδέλλες  στα μαλλιά  τους    ερχόταν    καβαλλάρισες πάνω  σε  ψηλά  μουλάρια   στολισμένα  με  πολύχρωμα  χράμια  ,   αστραφτερά  κουδούνια   και   χάνδρες  με   κοχύλια   του  γιαλού, φούντες  γαλάζιες   κόκκινες, κίτρινες, γαρυφαλλένιες   και   λογής  - λογής  στολίδια   , ενώ  ξοπίσω  τις  συνόδευαν οι   νιοί  ντυμένοι  με  τις  πεντακάθαρες ντρίλινες  φορεσιές   τους.  Από  μεσαρικά  και  από  ρυμίδια  ακλουθούσαν  οι  γρηές  και  οι  σακάτηδες  που   δεν  πρπλάβανε  και  πάνε  αποβραδύς  στα  σπερνά,  για  να   ξεμονέψουν  χάρι  Της  πλάι  στο  κόνισμά  Της. Σαν  έμπαινες  μέσα  στην  εκκλησιά  της  Περίσσας  έβλεπες  την  παρουσία  του  Θεού  ολόφωτη  και  ολαλήθινη. Οι  εικόνες  της Ζωοδόχου  και  του   Σταυρού  ήτανε σκεπασμένες  από  ασημικά  και  μλάματα  και  πλάι  σ΄ ένα  μακρόστενο  ύφασμα  εκρέμονταν   παμπάλαια  ασημένια   πόδια, χέρια,  μάτια  και   άλλα  τάματα  των  πιστών  που  παρίσταναν  αρρωστημένα  μέλη  προσώπων   της  αγαπημένης   τους  φαμελιάς, η  ακόμη  έβλεπες  ασημένια στρατιωτάκια, που  τα  είχανε  τάξει  οι  μανάδες  στη  χάρη Της, για  να  γυρίσουν  τα  παιδιά  τους   από    τους   πολέμους.  Δύο   χονδροπάτηρα  κονδύλια  έκαιαν  ακοίμητα   το  ένα   μπροστα  στην  εικόνα  του  Σταυρού  και τ΄    άλλο  της  Ζωοδόχου   και   το   φώς  τους   ανάκατο   με  το  φώς   των  κεριών  έκανε  τα  χρυσαφικά   και τα΄ ασήμια  ν΄ αστράφτουν  μέσα  στο   σύθαμπο   της   ευρύχωρης  εκκλησιάς  .
Εκείνο   το   Θρησκευτικό  πανηγύρι   της  Ζωοδόχου  Πηγής  της   Περίσσας  ήταν  μια   ιδέα  ένας  ύμνος   μία  πρωτόγνωρη  πίστη  μια   μουσική  που  έβγαινε  από  τις  παλλόμενες  από   ευλάβεια   χορδές  της  ψυχής  εκείνων  των  αγιασμένων  ανθρώπων. ΄Εσκιζε  τον  αγέρα  και  ανέβαινε  ολοίσια  στους  αιθέρας  για  να  φθάση  σαν   ευχαριστήριος  ύμνος   αρωματισμένος  με  το   μοσχολίβανο  της   θυσίας  στο  θρόνο  του  Πλάστη. Είμαι  βέβαιος  πως  εκείνοι  οι  άνθρωποι  έφυγαν  από  αυτόν  τον  κόσμο  αγιασμένοι  καθαροί  άκακοι  και   ούτε  τα  όργανα   όπως  πιστεύουν  μερικοί μήτε  ο  ταβλάς  του γλυκατζή    που  πουλούσε  ζαχαρωτά  στα  βρέφη  τους  έφραξε   τον   δρόμο  του  παραδείσου. Αλλά  οι  άνθρωποι  έρχονται  και   φεύγουν  όμως  το  πανηγυρι  της  Ζωοδόχου  Πηγής της  Περίσσας  και  κάθε  άλλο  πανηγύρι  θα  παραμείνη  και  θα  γιορτάζεται  αιώνια, όπως   το  θέλει  η  παράδοσις  όπως  το   απαιτεί  η   ιστορία   της  Σαντορίνης   όπως  το  γράφει  η  διαθήκη   των  προγόνων  μας  όπως   μας  το  έδωσαν  οι  αιώνες 

Και του Χρόνου !! η εκκλησία αυτή δεν είναι μόνο ένα μνημείο πίστης... είναι ένα μνημείο ξεχωριστής  ιστορίας 

Για το σχέδιο της Περίσσας διαβάστε εδώ 

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Το σχέδιο της εκκλησίας του Τιμίου Σταυρού στην Περίσσα , του Φ. Κατσίπη

Και τώρα ας δούμε τι απόγινε με τα σχέδια της Περίσσας [1]

Αφού είδανε κι απόδανε, πως όλα ήτανε κατεστραμμένα, ο κόσμος με τη θεοσέβεια πουχε αποφάσισε να ξαναχτίσει τη γκρεμισμένη εκκλησία. Μηγαρίς από Θεού φώτιση δεν την είχανε βρει;
[..]Διαλέξανε πάλι μιαν Επιτροπή από Δήμαρχο και προεστοί κι αυτοί προκηρύξανε σαν διαγωνισμό να πούμε, ποιος θακανε το καλλίτερο σχέδιο της νέας εκκλησίας. […] Και πρώτος φανερώθηκε ο Χωρεπίσκοπος. Παπα Μανώλης Δαρζέντα τον λέγανε κι ήτανε Μποργιανός. Ο πιο γέρος παπάς του Νιμπορείου κι ο πιο διαβασμένος ήτανε γι αυτό αντιπροσωπεύε και το Δεσπότη. Ήτανε κι αγιογράφος κι είχε καμωμένο κι ένα φεγγάρι στο Άγιο Νόρος. Και για δαύτα πίστευε πως ο κόσμος κι Επιτροπή θα ψήφιζε το σχέδιο του.



από το βιβλίο του Φ. Κατσίπη: Το Χρονικό της Περίσσας 

Ανάμεσα στους μαστόρους όμως ήταν κι ένας Μεγαλοχωριανός τεχνίτης, φημισμένος χτίστης, ο Ιωάννης Σαλίβερος ο Μπατζάνης. Κανένας δεν του παράβγαινε στην τέχνη του Κι όσο μπόι τουλειπε, γιατ ήταν κοντόσωμος τόσο μυαλό και γνώση είχε. […] Ετούτος λοιπόν ο μάστορας είχε σκαρώσει ένα παράξενο σχέδιο εκκλησίας. Δεν ήτανε σχήμα Βασιλικής, σαν του παπα- Δαρζέντα. Σαν άστρο ήτανε σαν τριφύλλι με οκτώ φυλλαράκια. Κι ο κόσμος το περιεργαζότανε με απορία και θαυμασμό μεγάλο Κι αυτό ήτανε το φαρμάκι του Χωρεπίσκοπου. Το μαθε το χαμπάρι και σαν μυρίστηκε πως θα έπαιρνε τη χαμένη, τον πιάσανε οι νιούδοι ντου κι ήκαμε βασιλικό εχθρό ντου το πρωτομάστορα. Και για να τορπιλίσει το σχέδιο του Μπατζάνη, διάδωσε πως ετούτο δεν ήταν ορθόδοξο σχέδιο παρά φράγκικο. Κι ήτανε η πιο σατανική και η πιο ευκολόπιστη συκοφαντία από το αγράμματο και φανατισμένο πλήθος. Κι αν έπιανε ετούτη η αβανιά ο Χωρεπίσκοπος θα κέρδιζε τον πόντο του.  […]

[…] Ησάστισε ο κόσμος, σαν άκουσε το Μπατζάνη που είπε πως το σχέδιο τόπηρε από τη γούρνα του Προφήτη. Κι ύστερα με φωνές και ζήτω το ψήφισε και το επικύρωσε.
Μα και τότε ο Χωρεπίσκοπος δεν το βαλε κάτω. Τον είχε καβαλικέψει ο Κατσαούνης κι είχε πεισματώσει. Κι ο Θεός να σε φυλάει από παπαδίστικο πείσμα…Και φωναχτά λέει του Μπατζάνη
-          Και δεν μου λες μαστρογιάννη, πόσο θα μας κοστίσει η εκκλησία με το σχέδιό σου;
Δεν πρόλαβε να αποκριθεί ο Μπατζάνης κι ο Δήμαρχος του Νιμπορειου τ’ αποκρίθηκε ορθά κοφτά;
-          Δεν μας γνοιάζει πόσα θα πάνε. Εμείς το σχέδιο του Μπατζάνη θέλουμε και δεν ρωτούμε για λεφτά.
Και το πλήθος πικαρισμένο κι ασυλλόγιστα συμφώνησε. Μα το σχέδιο που λογάριαζε ο Μπατζάνης δεν ήτανε παίξε γέλασε. Δεν θα χτιζε κανά ρακιδιό. Κι ούτε το καμαρί του Γιάκουμου του Δράκου. Μα κανένας δεν ήξερε ακόμη το τι σκεπτότανε ο πρωτομάστορας. Αυτός ονειρευόταν μια εκκλησία που να μην την έχει κανένα νησί. [..]
Και μετα ταύτα ξεκινήσανε να βάλουνε μπροστά . Πρώτα πρώτα κάμανε στα ριζιμιά της Κολαδας ένα ασβεστοκάμινο. Αρχίσανε να κουβαλούνε πέτρες χώμα από άσπα και τα σχετικά της οικοδομής.
-          Πως θα στεργιώσω θεμέλιο απας την άμμο; …μονολογούσε …. Κι ολονυχτίς έκαμε σχέδια με κίσσηρη κι άσπρα χοχλύδια απάνω στην κατάμαυρη αμμουδια που την είχε για σχεδιαστήριο ….
[..]Κοντά δυο χρόνια περάσανε και τότες άρχισε η εκκλησία να ψηλώνει …και να ξεχωρίζει από της γης…Και τότε φάνηκε το μεγαλούργημα που χτιζότανε.


Αφιερωμένο στην μνήμη του Μεγαλοχωριανού  Καπετάνιου Ανάργυρου Σαλίβερου- Μπατζάνη





[1] Φ. Κατσίπης: Το Χρονικό της Περίσσας, Αθήνα 1958, σελ50 κ. εξ. 

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Η Κατευχιανή στην Περίσσα και ο Τίμιος Σταυρός της...

Απόσπασπασμα από το βιβλίο του Φ. Κατσίπη : " Το Χρονικό της Περίσσας"

Δεύτερη νύχτα που ξυπνούσε απο υπνοταραχή ο Γεράσιμος ο Μπάιλας. Κι ίδιο το όνειρο που έβλεπε και τίς δυο τούτες τις νύχτες. Η  Παναγιά ήταν που τον καταξίωνε με την παρουσία της, αυτόν τον ταπεινό κι απονήρευτον άνθρωπο του Θεού. Όμως , αλλιώτικη ήταν την κάθε φορά που ερχόταν κι έσκυβε πάνω απο το προσκεφάλι του η Μεγαλόχαρη. Ντυμένη στα μαύρα, γυναίκα αγγελικιά και πάγκαλη την πρώτη-λαμπροστολισμένη την άλλη, λουσμένη απο δόξα επουράνια, έτσι όπως είχε μάθει να την προσκυάη και να την τιμάη πάντα του ο ταπεινός ο Γεράσιμος. Κι η λαλιά της , να στάζη γλύκα ανείπωτη- έτσι που δε μπορούν να μιλουν του Θεού τα πλάσματα, αλλά μονάχα οι άγγελοι στα επουράνια.

Τα ίδια λόγια του είχε πει και τις δύο φορές η Μεγαλόχαρη:
-Γεράσιμε , άμα θα σηκωθής , να πας στο χωράφι σου που έχεις στην Περίσσα. Άμα σκάψης εκεί δα- εγώ θα σου δώσω, σαν έρθη η ώρα , τα σημάδια που πρέπει - θα με βρής θαμμένη σε μιά παλιά εκκλησία μου.

Τρεμούλιασε του φτωχού του Γεράσιμου το φυλλοκάδρι, που την είδε και την άκουσε. Πως γινόταν να τον καταξιώνη έτσι με τον ερχομό της η Μεγαλόχαρη; Αυτόν , έναν ταπεινό γαϊδουρολάτη, που ζούσε τη φτωχοφαμελιά του, εκεί πέρα, στη Μέσα Γωνιά, την Επισκοπή όπως τη λένε σήμερα, της Σαντορίνης...Μέρα έμπαινε, μέρα έβαινε, να πετσοκόβεται και να κοψομεσιάζεται, ο δόλιος, πότε με το "χτήμα" του- τον υπομονετικό του γάϊδαρέλο-και πότε με το χωραφάκι του , δυό τρείς ζευγαριές αμπελοχώραφο, που το είχε κεί δα να , στον κάμπο της Περίσσας.

Την πρώτη φορά που είδε σε όνειρό του την Παναγιά ο Γεράσιμος, είπε πως μπορούσε να ήταν και της φαντασίας του γέννημα. Δεν έκανε τίπο' απ' όσα του ορμήνεψε η Παναγιά, μήτε κι είπε γιά κείνο που είχε δει κανενού κουβέντα. Μα σαν ξανάδε το άλλο βράδυ τη Μεγαλόχαρη στον ύπνο του, και του είπε και του λάλησε ξανά τα ίδια με την πρώτη φορά τα λόγια, ο Γεράσιμος ο Μπάιλας μούσκεψε απ' τον ίδρο και το φόβο κι η καρδιά το πετούρισε παράξενα. Δεν άργησε να πάρη την απόφαση του.
-Θα πα  να το στορήσω στον παπα-Μακάριο το όνειρο που είδα, μονολόγησε.

Με προσοχή τον άκουσε ο γέροντας-γέροντας , να πης, δέν ήτανε, νέος ακόμη στα χρόνια, με κοντό σγουρογένι, μα όλοι τον σέβονταν και τον αγαπούσαν , γιατί ήταν αληθινά "ποιμένας ψυχών"
ο παπα-Μακάριος ο Μεντρινός. Κι άμα τέλεψε να του ανιστορή τ' όνειρο του ο γαιδουροζευγολάτης- ο  Γεράσιμος ο Μπάιλας μ'άλλα λόγια- έκατσε και του απολογήθηκε ο παππάς.

-Σημαδιακό τ'όνειρο όπου είδες, Γεράσιμε. Μακαρισμένος ο δούλος του Θεού που τον καταξιώνει η Μεγαλόχαρη με την παρουσία της .Αναρωτιέσαι γιατί ήσουν εσύ που ξέλεξε ανάμεσα απ' τα τόσα πλάσματά της η Μεγάλη Κυρά τον Ουρανών...Τι που είσαι γαϊδουρολάτης ταπεινός κατά το που το στοχάζεσαι, ευλογημένε; Ίσα ίσα που στις ταπεινές ψυχές κι αμόλευτες πάει κι ακουμπάει το χέρι της η Μεγαλόχαρη. Σημαδιακό τ'όνειρο της που σου 'πεψε. Μεγάλη η χάρη σου, που θα'σαι του λόγου σου κείνος που θα την ανασύρης στο φως απο κει όπου βρίσκεται θαμμένη.

Έσκυβε ακούγοντας τον το κεφάλι ο φτωχός γαϊδουρολάτης. Κι η καρδιά του πήγαινε να σπάση στο στερνό του. Μα όχι, να πής ,απο περηφάνια. Του Θεού τα πλάσματα -να, σαν τούτο εδώ , το Γεράσιμο το Μπάιαλα-δεν πέφτουνε σε τέτοια κρίματα , η καρδιά τους απομένει πάντα καθαρή, ολοκάθαρη, σαν το σμαραγδένιο το νερό και σαν το διάφανο το κρούσταλλο. Δεν  το' λεγε να πιστέψη στ' αυτιά του με τα όσα άκουγε να του λέη ο παπα-Μακάριος- του ερχόταν ίδια ταραχή όπως και τις δυο περασμένες νύχτες, που είχε δει το όνειρο. Μα για να το λέη ο γέροντας, έτσι θα'τανε. Τον άκουσε , απ' αντίκρυ του που καθόταν , ν'αποσώνη την ίδια στιγμή το λόγο του ο παπα-Μακάριος:

-Θα νηστέψης, ούλες τούτες τις μέρες (Λαμπρόσκολες είχανε), Γεράσιμε , κι αποβδόμαδα, με του Θεού τη δύναμη και της Παναγιάς τη χάρη, θα πάμε να λειτουργήσουμε στην Κατευχιανή. Κι απέ θα κατεβούμε στην Περίσσα, εκεί όπου στέκει το χωράφι σου, να σκάψουμε και να την ανεύρουμε ,εκεί όπου βρίσκεται θαμμένη η Μεγαλόχαρη

Νύχτα ήταν ακόμα που ξεκίνησε ο Γεράσιμος ο Μπάιλας- ξημέρωνε η μέρα που του είχεν ορίσει ο παπάς του. Είχε μηνύσει και σε πεντ' έξι άλλους χωριανούς-άνθρωποι του Θεού όλοι τους σάν κι αυτόν και τον παπα-Μακάριο- και με τα λαδοφάναρα στα χέρια για να φέγγουν μες στη νύχτα, πήγαν κι αντάμωσαν στους παπά μπροστα στην πόρτα. Είχανε πάρει μαζί τους και τρία ζωντανά, το ένα για να καβαλικέψη ο γέροντας, στ' άλλα φόρτωσαν την κουμπάνια τους και τα σύνεργα που θα τάχανε χρεία για να σκάψουν το χωράφι. Κι όλοι μαζί, ξεκίνησαν μέσα στη νύχτα.

Δίχως να μιλούν στο δρόμο- μοναχά ο παπάς ψαλμουδούσε καθώς πήγαιναν-φτάσανε στο Καμάρι, πήρανε την ανηφόρα και κατηφόρισαν ξανά κατά τη Σελλάδα. Κόψαν απ' το μονοπάτι της Κατευχιανής, της εκκλησιάς που είναι χρισμένη στην κουφάλα του βουνού. Άμα σταθής στην αυλή της , το μάτι σου φτάνει ίσαμε πέρα μακριά στον κάμπο κι απο κει συνέχεια ως την αμμουδιά, που απλώνει σα δαντέλα την ακρογιαλία της , να την γλυκοφυλάη μέρα νύχτα το κύμα. Ο κάμπος, η θάλασσα και το βουναλάκι του Κάτω Άι-Λιά με τους ανεμόμυλους. Κι ανάμεσα σ' όλο τούτο το πανόραμα, σκορπισμένα τα καρπερά τ' αμπελοχώραφα και τα ταπεινά και αθώρητα ξωκλησάκια του Νιμποριού.


Σαν έφτασαν στην Κατευχιανή, προσκύνησε ο παπα-Μακάριος με τη συνοδεία του, ύστερα μπήκε στο ιερό μονάχος και ντύθηκε τα άμφιά του. Λειτούργησε κανονικά με τη μελωδική φωνή του, άφησε ν'ανεβή ως τα ουράνια η πρωινή τούτη δέησή του. Κι οι λιγοστοί πιστοί που τον συντρόφευαν σ' αυτήν , σκύβοντας όλη την ώρα ταπεινωμένο το κεφάλι , παρακαλιόνταν στη χάρη Της, να φανή σ' ότι είχαν να τελέψουν σε λίγο , οδηγημένοι απ' την ορμήνια της και την παράστασή της.

Ο Γεράσιμος είχε απομείνει στον αυλόγυρο της Κατευχιανής. Δεν είχε στασιό μέσα στην εκκλησιά απ' την απαντοχή του. Κι απο κεί όπου έστεκε, αλάργευε τη ματιά του, την έφτανε και την ακουμπούσε στο χωραφάκι του απά, σαν κάτι να περίμενε να ξεπροβάλη απο κεί, κάτι που πολύ το ήθελε και το λαχταρούσε. Η ίδια η Παναγιά του το'χε πει στ' όνειρο του. Πως σάν θα έφτανε ο Γεράσιμος στο χωράφι του, Εκείνη θα τον οδηγούσε και θα τον ορμήνευε. Κι έτσι όπως έστεκε, με τ' όνειρο όλη την ώρα στο νού και στην καρδιά του, είδε να λαμπιρίζη ανάμεσα απο τους σβώλους τα χώματα μια φωτεράδα, μια λαμπερή φωτιά, ίδια σαν αυτές που ανάβουν ανήμερα στη γιορτή του Αι- Γιάννη.
-Παπα-Μακάριε...πατριώτες...Τρεχάτε να δήτε τα σημάδια που μας πέμπει η Μεγαλόχαρη!

Του ήρθε να ξεφωνίση την ίδια στιγμή , του δόλιου. Μα δε φώναξε, δε σάλεψε κάν τα χείλη του , για να μην τους αναταράξη στην ώρα της λειτουργίας. Και μονάχα σαν αποτέλειωσε τα «γράμματα» ο παπάς και στρώθηκαν όλοι στην πεζούλα της Κατευχιανής για να βάλουν μια μπουκιά ψωμί στο στόμα τους και να στυλωθούν, τότε κάθισε κι ο Γεράσιμος και τους ιστόρησε τα όσα είχε δει πριν λίγο στο χωράφι του. Κι όλοι μαζί σταυροκοπηθηκαν με πίστη και κατάνυξη.

Η μέρα είχε ροδίσει πια για καλά, σαν έφτασε όλη η συνοδεία στο χωραφάκι του Γεράσιμου του Μπάιλα. Πρώτος ο παπα- Μακάριος ξεντύθηκε το ράσο του, χάραξε με την αξίνα το σημείο του σταυρού απά στο χώμα και χτύπησε την πρώτη πελεκιά. Απόκοντα, άρχισαν να σκάβουν , ψυχωμένα όλοι, με τις αξίνες τους. Κι εκεί που χτυπούσε κι έσκαβε με τη δικιά του ο Μπάιλας, σκόνταψε το σίδερο σε μια σκληράδα. Και μια σπίθα πετάχτηκε την ίδια στιγμή απ' τη σκληρή την πέτρα. Χτύπησε απανωτά κι άλλες φορές ακόμα ο Γεράσιμος. Η Παναγιά η Παρθένα καταξίωνε για άλλη μια φορά την πίστη του. Λίγο ακόμα ,και μεσ' απο τα χώματα ξεπρόβαλε ένας σπασμένος μαρμάρινος σταυρός, μ' ένα σωρό σκαλίσματα, λουλούδια κι αγκάθια ολόγυρά του.

Πήγαν να τρελαθούν όλοι απ' τη χαρά τους.Κι έπεσαν με δάκρυα ,ο ένας στην αγκαλία του άλλου και φιλούσανε σαν τρελοί ο ένας τον άλλον.

Σ'εκείνον τον τόπο, καταπάνω στο χωράφι του Γεράσιμου του Μπάιλα, χτίστηκε η Παναγιά της Περίσσας. Απ' τη μεριά του κάμπου , απλώνονται , χαρά Θεόυ , τ' αμπέλια και τα χωράφια- απ' τη μεριά του Κρητικού πελάγου πάλι, ξεδιπλώνεται σμαραγδένια η θάλασσα. Περίλαμπρη τούτη η εκκλησιά , αέρινη, λες και δεν ακουμπάει σε γη, με τους πέντε κατάλευκους, χιονάτους κουμπέδες της- δέηση παντοτεινή στη χάρη της Μεγαλόχαρης.  Το παράξενο είναι , πως τούτη τη θαυμαστή την εκκλησιά δεν την έχτισε κανένας φημισμένος τεχνίτης, σπουδασμένος σε σοφά σχολειά, παρά ένας άξιος χτίστης, πρωτομάστορας, Ιωάννης Σαλίβερος τ' όνομά του και το παρατσούλι του Μπατζάνης. Το πως μπόρεσε και τη στέριωσε μια τόσο θεόρατη εκκλησιά πάνω στην άμμο, αυτό , μονάχα ο Θεός κι η Παναγιά το ξέρουν και το ορίζουν. Εκείνο που θα' πρεπε να πούμε ακόμα πρίν  τελέψη η αληθινή τούτη ιστορία , είναι πως πλάι στο Σταυρό, βρήκανε και την εικόνα της Μεγαλόχαρης, μικρή  σαν μια σύνοψη και σκεπασμένη ολάκερη απ' ασήμι. Τούτη την εικόνα την έκλεψε κάποιος Μποργιανός-γιατί να πούμε το όνομά του; κρίμα θα'τανε, του φτάνει η ντροπή που σόδιασεν απάνω του με την πράξη του ετούτη-που όσα χρόνια την είχε στα χέρια του, άσπρη μέρα δεν είδε ούτ' αυτός ούτ' η φαμελιά του. Ώσπου είδε κι απόδε ο συφοριασμέονς και τη γύρισε πίσω.

Οι σεισμοί που συνταράξανε και ξεθεμέλιωσαν πριν λίγα χρόνια τ' όμορφο νησί της Σαντορίνης, ρίξανε συντρίμμια και την Παναγιά της Περίσσας, τη βούλιαξαν εδά κει στο χώμα, γίνηκαν θρύψαλα οι αέρινοι, χιονάτοι κουμπέδες της. Μα η Μεγαλόχαρη καρτεράει να βρεθούν χέρια ανθρώπινα και καρδιά χριστιανή, για να την ανασηκώσουν στην ίδα πάλι τη μεριά , πιο όμοφρη και πιο σεβαστική απ' ότι ήταν πριν να γκρεμιστή.

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...