Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

Όταν ο Φίλιππας Κατσίπης εξιστορεί την έκρηξη του Κολούμπου ( 1650)

Η Παναγιά του Καλού
φώτο: Αρτεμία Αργυρού
Απόσπασμα από : Φ. Κατσίπης: Το Χρονικό της Περίσσας, Αθήνα 1958

Καθώς γράφουνε χρονώνε φυλλάδες κι’ εξιστορούνε σοφοί και διαβασμένοι, στα 1650 μετά Χριστού γεννήσεως, κι’ ανήμερα του Σταυρού άναψε και παρουσιάστηκε στο νησί μας ένα καινούριο ηφαίστειο, που το λένε του Κουλούμπου. Δεν ηξεφύτρωσε απ’ τη μεριά του παλιού Βουρκάνου, παρά ηξενέρισε από το μέσα γιαλό, που λέμε, κατά τη μεριά της Αμοργός και της Νιός. Ανάμεσα Βουρβούλου κι’ Απάνω Μεριάς.

Κι’ ετούτο είτανε το περίεργο. Το καινούργιο ηφαίστειο δεν είτανε μαύρο, σαν που είνε κ’ οι Καμένες, μα είτανε άσπρο κ’ ίσαμε ένα μεγάλο αλώνι είταν η απλωσιά του. Κι’ εχτός ετούτου, είτανε και θαυματουργό, αφού έκαμε στο νησί τέθοιες ζημιές και καταστροφές, που δεν τις είχανε κάμει άλλα παρόμοια και μεγαλύτερα ηφαίστεια.

Φωτιές και πέτρες έβγαζε και τις πετούσε στο νησί. Κι’ απ’ τον πολύν τον κίσηρα (σημ.αλαφρόπετρα)  ο γιαλός έπειξε. Κακό κι’ αντάρα γίνηκε και συμφορά μεγάλη κι’ απερίγραπτη χτύπησε το νησί μας τότες. Την ώρα του σεισμού τα σπήθια, σαν τα καράβια, που τάβρηκε φουρτούνα μπατέρνανε κι’ έπειτα πάλι ξαναρχόντουσαν στη θέση τους. Από την βρώμα πούβγαζε ψοφούσανε τα ζωντανά κι’ απ’ τα δηλητηριασμένα αέρια ο κόσμος στραβώθηκε. Τα χρυσαφικά, πούχανε στις κασέλες τους γινήκανε μαύρα, σα νάτανε μπακίρες κι’ από την δούλιαση (σημ.δουλιώ=φοβάμαι) ντου ο κόσμος εσκέφτηκε να παρατήσει το νησί και να δώκει των εμμαθιώ ντου.

«Και εβγήκεν όλος ο κόσμος, μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες από τα κάστρα κι’ από τα σπίτια με ταις άγιαις εικόνες εις τον κάμπον με πολλά δάκρυα και έλεγαν ότι έφτασεν η συντέλεια του κόσμου και εσυγχωρούσαν ο ένας τον άλλον με πολλά και πικρά δάκρυα», γράφει ένας συγκαιριανός της καταστροφής.

 Τότες η θάλασσα ηρίγλησε (σημ.ξεχείλισε) και βγήκε στη στεργιά και τάκαμε όλα σμπαράλια κι απλάϊ (πλατεία, ισοπέδωση). Χάλασε τον παλιό τον Άη – Γιώργη το Θαλασσίτη, την Αγία Ερήνη της Περίσσας κι’ απ’ την αραθυμιά της (σημ.εδώ σημαίνει αψύς, οξύθυμος) κατάπιε και το δρόμο του Καμαριού – Περίσσας που λέγαμε, πιο πάνω. Κι από τότες σβύστηκε και δεν φαίνεται.

Ακόμη και ρίμα βγάλανε, λυπητερό τραγούδι και τόλεγε ο κόσμος. Απ’ τις πολλές ξεσήκωσα δυό στιχάκια, για τα καταλάβετε κι εσείς το κακό, που γίνηκε.

Πήρεν συκιαίς, πήρεν εληαίς, επήρεν εκκλησίας
Γη Μαδιάμ τα έκαμεν όλα απ’ αληθείας.
..........
Στον τόπον, όπου είπαμεν ήγουν εις την Περίσσαν, τα μάρμαρα, που ξέχωνε, πολλά’ τανε περίσσα.

Κι ο κόσμος, απ’ την καΐλα και τα βάσανα, που τράβηξε την εποχή εκείνη, την ονόμασε και την θυμότανε με τόνομα:

Τον καιρό του μεγάλου κακού!

Μετά πολλά, τους λυπήθηκε ο Θεός κι’ ανήμερα πάλι τ’ Άη – Νικόλα, έκαμε ένα δυνατό σεισμό κ’ η θάλασσα ξανακατάπιε το νησάκι, που βγήκε απ’ τα σπλάχνα της  κ’ ησύχασε ο τόπος. Και γιαυτό δεν ξεχωρίζει κι’ ούτε φαίνεται σήμερις αυτό το ηφαίστειο, του Κουλούμπου. Δέκα οργιές λένε, πως είνε χωσμένο κάτω απ’ τη θάλασα κι’ από τότες κοιμάται, που να μην δώκει ο Θεός και ξυπνήσει ποτές του.
Και σαν ξανάρθε στον τόπο της η ψυχή των ανθρώπων κ’ ηρεμήσανε απ’ την ταραχή και τον φόβο τους, χτίσανε μιαν εκκλησιά αγνάτια απ’ το συφοριασμένο μέρος. Πολλοί σας δεν θάχετε πάει, μα σίγουρα την έχετε όλοι σας ακουστά. Είνε, η

Παναγιά του Καλού!...


Έτσι την βγάλανε οι πρόγονοί μας, γιατί η Παναγιά τους σκέπασε και τους λύτρωσε απ’ το μεγάλο κακό...»

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015

Πολιτισμικά Χαρακτηριστικά της Σαντορίνης την περίοδο της Τουρκοκρατίας

Στο εκλαικευμένο απόσπασμα που ακολουθεί, , ο Ματθαίος ο Μηνδρινός γράφει για το θέμα αυτό:[1]
«Καθ’όλη την περίοδο από του 1536 -1830/32, καθ ήν η Θήρα υπήγετο υπό τους Τούρκους, έστω και διαλειμματικώς, λόγω των επελθουσών εν αυτή ετέρων δύο κατακτήσεων, Βενετοκρατίας και Ρωσοκρατίας, το κυβερνητικό σύστημα της Υψηλής Πύλης διετηρήθη κατά την μεγαλύτερη έκτασή εν τη νησω.
Κατά τον εν λόγω Συνταγματικό χάρτη:[2], επιτρέπεται εις τους νησιώτας π.χ. να «θάφτουνε τους πεθαμένους των από κάτω από ταις εκκλησίαις τους»και κανείς από τις γυναίκες τους όποια θελήσει να πάρη τούρκον άνδρα να έρχεται αττή της εις του Θεού την παστρική στράτα, εμπροστά να δίνει το λόγο της αμή κανείς να μη της κόπτη καπίνι ( συνάλλαγμα γάμου-προίκα) έξω αν ετούρκησε πρώτα.[3]
Η εξουσία άνηκε εις τους προεστώτας.  ΕΝ Θήρα, οι πρόκριτοι εξελέγοντο εκ της τάξεως των πλουσίων και ισχυροτέρων αρχόντων, των ελκόντων την καταγωγή εκ των φεουδαρχών του μεσαίωνος και έχοντων μεγάλη ιδιοκτησία, πνευματική ανάπτυξι και επιβολή. 
Αι διαφοραί εκκαλούντο εις τον καπουδάν  πασάν, όστις απεφάσιζε πάντοτε εγκληματικά. Καμία άλλη τουρκική Αρχή δεν είχε την παραμικράν  επιρροήν εν τη νήσω. Ούτε ο σουλτάνος έστελνε εις τας Κυκλαδικάς νήσους αμέσους διαταγάς.  Οι εν λόγω άρχοντες ήσαν οι ελίτ της κοινωνίας διακρινόμενοι μάλιστα και εκ της ιδίας αυτών ενδυμασίας, ως πιστούμεθα εκ διαφόρων παραστάσεων των χρόνων εκείνων. Αυτή περιελάμβανε:α) Το αντέρι, ένδυμα φερόμενον μετά τα εσωτερικά, β) το μπενίσι, μεταξωτό ραβδωτό ύφασμα φερόμενον χωρίς μανίκια μέχρι του αστραγάλου με ζώνην περί την ασφύν, γ) το καββάδιον –τζουκμπες από λεπτή μάλλιν τσόχα, δ) το φέσιον με στενό μαύρο σαρίκι.
Εξ ενός διασωθέντος λαικού ποιήματος του τέλους του 17ου αιώνος πληροφορούμεθα περί των διοικητικών αξιωμάτων της επί Τουρκοκρατίας διακυβέρνησης της νήσου. Ταύτα είναι:1) το αξίωμα του καδή «τότε ατός του ο αγάς έβγαζε το φιρμάνι και του καδή το έδωσε να γένη το ντιβάνι», 2) το αξίωμα του μπέη «τον μπέη προσκυνήσασι και κείνος τους αρχίζει», 3) το αξίωμα του μπαλή «κι ευθύς του μπαλή φώναξε στρώσε μου το μουλάρι γιατί θα πάω στα Φηρά να δώσω το χαμπάρι».
 Η Κοινότης είχε τρία εκτελεστικά όργανα:τον επίτροπο, το Συμβούλιο  των προεστών και τον Γραμματέα.
Παρά τας εκάστοτε εμφανισθείσας δυσκολίας η Ανατολική Ορθόδοξος ΘηραΪκή Εκκλησία παρέμεινε πιστή εις την Εκκλησία της Κπόλεως της μητρός των εκκλησιών της τουρκοκρατούμενης Ελληνικής Χώρας. Οι Αρχιερείες διωρίζοντο υπό του Πατριάρχου Κπόλεως και ετοποθετούντο εις αναλόγους επισκόπας. Εϊναι μάλλον βέβαιον, ότι οι Θηραίοι κληρικοί δεν παρείχον ενοχλήσεις εις την Τουρκική εξουσίαν, αλλά ήσαν ευπειθείς, πράοι, φιλήσυχοι γνήσιοι ραγιάδες. Πολλάκις εκαλούντο ίνα μαρτυρήσωσι περί της εμπιστοσύνης των προς την ανίκητον βασιλείαν του σουλτάνου»... [..]



[1] Μ. Μηνδρινού:Τουρκοκρατούμενη Θήρα-Απελεθευρωτικά αυτής Κινήματα, στο Επετηρις Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών, τόμος Θ’1971,
[2] Αχτιναμέ του 1620, δλδ σε επίσημο τουρκικό έγγραφο με το οποίο ρυθμίζονταν οι σχέσεις της τουρκικής πολιτείας με τη χριστιανική Εκκλησία και καταγράφονταν ορισμένα προνόμιο της Εκκλησίας και των χριστιανικών λαών
[3] Αναφέρεται σ ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ως προς τη θέση των αλλοθρησκων σύμφωνα με την οποία Απαγορεύεται χριστιανός να παντρευτεί μουσουλμάνα, Ένας πιστός – μουσουλμάνος, μπορεί να παντρευτεί άπιστη χωρίς να αλλάξει θρησκεία. Αλλά τα παιδιά θα γίνουν μουσουλμάνοι. Ουσιαστικά αναφέρεται στην ανεκτική από τη μία πλευρά θέση των χριστιανών την περίοδο των οθωμανών αλλά σύμφωνα με το κράτος θεωρούνταν δεύτερης κατηγορίας πολίτες. 

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

H γυναίκα της Σαντορίνης Ηλία Βενέζη

Σήμερα είναι η μέρα ενός ανθρώπου. Μιας γυναίκας. Της γυναίκας της Σαντορίνης. Θα μείνει αλησμόνητη.
Ήτανε πρωί και είχαμε χαθεί μες στα άσπρα απίστευτα στενά καλντερίμια του κάστρου στον Πύργο της Σανντορίνης, με τα ξωκλήσια που μύριζαν ευλάβεια και την αγιοσύνη του παλιού καιρού, με τα καλύβια των ταπεινών ανθρώπων, τα χωμένα στους βράχους και στα τείχη του κάστρου. Όλα ήτανε φτωχά και δύσκολα όλα λέγανε πως εδώ βασιλεύει ο νόμος της ανάγκης. Κανένας δεν θα μπορούσε να μας κάμει να πιστέψουμε πως εδώ ακριβώς στον Πύργο, θα συναντούσαμε την ομορφιά την πέρα από την ανάγκη. Αυτήν που υπηρετεί άλλη δίψα του ανθρώπου, αδάμαστη που την αγιάζει ο καιρός.
Γέροντας πανύψηλος με πρόσωπο γαλήνιο, με βήμα αργό, μας οδήγησε στο σπίτι της. Ήταν το αρχοντικό του χωριού. Έλεγε το όνομα της ο γέροντας και το σέβας, καθώς επρόφερνε το όνομά της γραφόταν στο πρόσωπό του.
-          Η κυρά μας είναι καλή, η κυρά μας είναι η αρχόντισσα! Η κυρά μας θα σας δείξει τα όσα φυλάει στο σπίτι της, πράγματα αρχαία πολύ. Θησαυρόν πολύ.
-          Πως είπες το όνομά της γέροντα;
-          Φλορίνα, είπα. Τη λένε Φλορίνα.
-          Είναι όνομα που συνηθίζεται στο νησί σας ;
-          Είναι όνομα που συνηθίζεται στο νησί μας.
-          Και ζει μονάχη της  στον Πύργο, η κυρά σας, η Φλορίνα.
-          Ζει μονάχη της. Με ποιον σαν κι εμάς να σμίξει να παντρευτεί; Λοιπόν ζει μονάχη της στο μεγάλο σπίτι. Και γύρω της παντού είναι τα παλιά πράματα που μάζευε ο πατέρας της όσο ζούσε. Ο πατέρας της ήταν ο αφέντης του Πύργου.  Και καταπώς  ο καθένας στον κόσμο ετούτον έχει τη μανία του, ο αφέντης είχε τη δική του: μαζεύε τα δικά μας τα παλαικά της Σαντορίνης, ότι του βρίσκαμε, από τα χρόνια της βενετιάς, από τα χρόνια της Τουρκιάς, ασημικό, και κάντρα και κασέλες και κεντήματα. Πράματα που λεει ο λόγος, τίποτα αχρείαστα, μηδέν. Εμείς του τα πηγαίναμε να τ αγοράσει και μέσα μας λέγαμε: «Κα μας να μην το βλέπει ο αφέντης πως είναι πράματα αχρείαστα, αφού το βλέπουμε εμείς!». Όταν μαζευτήκανε πολλά τα παλαιά, ο αφέντης πια ζούσε και βασίλευε ανάμεσά τους. Ύστερα πέθανε και έμεινε η Φλορίνα. Ζει και βασιλεύει τώτα αυτή μαζί τους με τα παλαιά του πατέρα της, στο σπίτι μονάχη της. Και όλοι μας στο χωριό λέμε: «Θεός σχωρέστον τον αφέντη, κάτι θα ήξερε αφού ο κάθε ξένος που θα ρθει στον Πύργο, γυρεύει να δει αυτά τα παλαιά....»
Φτάσαμε στο σπίτι της Φλορίνας, μεγάλο αρχοντικό του χωριού, κι ο γέροντας χτύπησε την πόρτα σιγανά, με σέας. Σαν μας άνοιξε η παρακόρη « οι ξένοι» είπε ο γέροντας και στάθηκε στην άκρη, στο κατώφλι, έξω από τα άδυτα, διακριτικά. Τότε σαν μπήκαμε στη μεγάλη σάλα με το ψηλό ταβάνι, όλα τα πράγματα είχανε αέρα άλλον. Παντού γύρω μας ήτανε ο παλαιός καιρός, η αδάμαστη έλξη του, η γοητεία του. Στα έπιπλα στις κονσόλες στ α ντυσίματα, στις μεγάλες κρυστάλλινες λάμπες, στους πίνακες του τοίχου στους καθρέφτες στο ταβάνι. Σ ένα τραπέζι στη γωνιά ήτανε μια σειρά ασημένιοι δίσκοι, δουλεμένοι με τη σοφία του ενστίκτου των μαλιών μαστόρων των νησιών, της Βενετιάς, της Ανατολής. Τα βάζα που ήταν στα ντουλάπια, τα ποτήρια, τα ασημικά, οι πορσελάνες, όλα λέγανε την ευγένεια και την αρχοντιά. Το φως του Αιγαίου της φθινοπωρινής ημέρας καθώς έμπαινε από τα παράθυρα ακινητοποιούσε πάνω στη σιωπή. Η ατμόσφαιρα επενεργούσε δραστικά με τρόπο απροσδόκητο είχαμε αποσπασθεί από τον κόσμο τον δικό μας, φθινόπωρο του 1951, πηγαίναμε σε κόσμον άλλον. Δεν υπήρχε πια παρά ο κόσμος τούτος, ο άλλος κατακυριεύοντας τα πάντα: τη σκέψη την αίσθηση το αίσθημα. Και η οικοδέσποινα που ζούσε   μόνη με τα πράγματα του παλιού καιρού του νησιού της και ήταν η ώρα να έρθει... τώρα που το σκέπτομαι δε θυμούμαι παρόμοια δραστική επενέργεια περιβάλλοντος κλειστού χώρου, παρά σε μια άλλη περιοχή, θαλασσινή και αυτό, στο σπίτι του Σαν Μικελέ με την κατάφορτη μνήμη των ελληνικών καιρών της Magna Graecia με τη σκιά του Άξελ Μούντε, να πλανιέται γύρω από την κόκκινη Σφίγγα πάνω από τα νερά της Γαλάζιας Σπηλιάς.
Ανεπαίσθητος θόρυβος, βήματα ανάλαφρα που πλησιάζαν μας έκαμαν να στρέψουμε τα μάτια. Φορούσε μακρύ φόρεμα. Ήταν αδύνατη πολύ, ψηλή, λίγο ωχρή μιλούσε με σιγανούς τόνους, σαν να ήταν φόβος να ταράξει τη σιωπή των παλιών πραγμάτων της. Οι κινήσεις της ήταν αργές, ελάχιστες, σχεδόν ανεπαίσθητες  τόσο μόνο όσο ήταν αναγκαίεςς  όχι για να υπογραμμίσουν το λόγο αλλά για να ενωθούν μαζί του σε αρμονία. Ήταν φιγούρα που ξεπηδούσε και αυτή από κείμενα όχι του καιρού μας, αλλά από σελίδες θυσίας και υποταγής και καρτερίας. Και ο λόγος της ακόμα είχε ύφος άλλο από το δικό μας, από του κόσμου. Ήταν ο δικός της λόγος. Επιβεβαιωνόταν ο ανένδοτος νόμος: Η σχέση του ανθρώπου με τα πράγματα, τα μυστικά ρεύματα που μας ενώνουν με τούτο ή μ εκείνο και τέλος καθορίζουνα υτά περισσότερο το τι είμαστε παρά οι πράξεις μας.
Η κυρία του σπιτιού μας καλωσόριζε. Ήταν ευτυχής που φτάσαμε στο νησί της και στο σπίτι της. Ήταν ευτυχής που ήρθαμε να τιμήσουμε τον πατέρα της,  σκύβοντας πάνω στα παλιά πράγματα της συλλογής του πατέρα της. Ο πατέρας της είπε:  « Παιδί μου τι να σου αφήσω πλούτο φεύγοντας; Θα σου αφήσω αυτά τα πράγματα τα παλαιά, την ευγένεια του νησιού μας. Ο πλούτος φεύγει , η ευγένεια είναι σταθερά. Θα με ενθυμείσαι κάποτε....» Η οικοδέσποινα έβγαλε από την τσέπη της μια αρμαθιά κλειδιά, άρχισε να ανοίγει τα συρτάρια από τις ντουλάπες, τις βιτρίνες. Έβγαζε από τα συρτάρια τα κεντήματα, τα υφαντά τις νταντέλλες, τα σάλια, τα απόθετε μπροστά στα έκπληκτα μάτιας, έλεγε για τον καιρό του καθενός για την εποχή του. Έργα του χεριού, αφάνταστης υπομονής και λεπτότητας., λίγο κιτρινισμένα από τους χρόνους. Άνοιγε τις βιτρίνες, έδειχνε τα εξαίσια βάζα τις πορσελάνες, χαρακτήριζε...χρονολογούσε.
-          Κοιτάξετε παρακαλώ αυτό το χρώμα. Κοιτάξετε παρακαλώ αυτό το ποίκιλμα. Ιδου και αυτά τα βάζα των παλαιών Δούκων της Νάξου. Βλέπετε επάνω το οικόσημο τους....
Και καθώς έβλεπε στα πρόσωπά μας τη χαρά επειδή αξιωθήκαμε αυτό το πρωινό της Σαντορίνης με την τόση ομορφιά, μνημόνευε τον πατέρα της.
-          Η ψυχή μου αγαλλίασε που ήλθατε...Ο πατέρας μου έτσι επιζει....
Ήταν πολύ σιγανα, μόλις ψίθυρος, έτσι που έφερνε το στόμα του πατέρα της στα χείλη, ενώ άγγιζε τα πράγματα που είχε αγαπήσει και είχε μαζέψει εκείνος.
-          Ελάτε να πάμε τώρα στους βυζαντινούς καιρούς....
Μας οδήγησε σε μεγάλη σάλλα στο ισόγειο. Ήταν σαν πινακοθήκη. Βυζάντιο αυθεντικό. Οι άγιοι των νησιωτών, σβησμένος καιρός, σβησμένα χρώματα. Χώρος λίγος, πράγματα πολλά, στοιβαγμένα.
-          Ιδέστε αυτό το χρυσόβουλον....είπε η Φλωρίνα
Το κρατούσε στα χέρια της, διάβαζε σιγανά: «Άρχων Μιχαήλ Ταγμάτων Ουρανίων....»
-          Ζητώ συγγνώμη που είναι τόσο πολλά, τόσο στοιβαγμένα, είπε αλλά δεν έχω χώρον. Και δεν μπορώ  να αποχωριστώ τίποτα.
Πλαί της εκείνη την ώρα ήρθε και την  παράστεκε άνδρας με μαλλιά ψαρά, με καλοσύνη απλού ανθρώπου στο πρόσωπο. Ήτανε ο επιστάτης της.
-          Μαζί τα εφυλάξαμε, είπε η οικοδέσποινα, στον καιρό των κατακτητών. Έρχονται τότε και μου λένε γείτονες, οι άνθρωποι του Πύργου. «Τι θα κάμετε με τα παλαιά, το έργο του πατέρα σας; Έρχονται οι Γερμανοί! Τι θα κάμετε; Μπορεί να σας τα πάρουν! Τότε άλλο δεν υπάρχει , είπα παρά η γη. Ήταν νύκτα και αρχίσαμε με αυτόν εδώ τον καλό άνθρωπο και σκάβαμε στην αυλή και είμεθα όλο αγωνία. Εσκάψαμε και εχώσαμε τα παλαιά  στην γη και έτσι διεσώθηκαν. Όλο το χωριό ήξευρε πως ήταν θαμμένο στην γη όμως κανένας δεν επρόδωσε. Το έλεγε και η υπερηφάνεια έλαμπε στο ωχρό της πρόσωπο. Αισθανόταν το χωριό ενωμένο μαζί της για να φυλάξουν το θησαυρό. Κι ο θησαυρός έτσι να μην είναι σπιτική της απλώς δύναμη, αλλά να ζει, ουσία πολύτιμη, στις καρδιές των ανθρώπων του τόπου της.

[...] Την αποχαιρετήσαμε...Στεκόταν μόνη, ψηλή, ευγενική με το μακρύ της φόρεμα, στο κεφαλόσκαλο, ο ήλιος την τύλιγε. Γύρω, χαμηλά η γυμνή κίτρινη άνυδρυ γη της Σαντορίνης. Κι εκείνη μόνη με τον παλαιό καιρό του Αιγαίου, με τους Βυζαντινούς με τα Χρυσόβουλα, με τους Δούκες της Νάξου, με τα κεντήματα και τα υφαντά τα δουλεμένα από τις νησιώτισσες τις γυναίκες των Σαντορινιών καραβοκυραίων και γεμιτζήδων.
Της είπαμε πως τραβούσαμε για το Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, κι από εκεί για την αρχαία πόλη. Δρόμος πολύ, βουνό κακοτράχαλο ήλιος πολύς.
-          Θα πάτε  με ζώα; Ρώτησε,
-          Όχι! Θέλουμε να την αισθανθούμε τη γη σας...Να την περπατήσουμε....
Σήκωσε το χέρι της να ευχηθεί καλή στράτα. Κι αυτή ακόμα η κίνηση θύμιζε παλαιούς καιρούς..Χαμογελούσε ευχαριστημένη γιατί πια ήξερε πως η Σαντορίνη ρίζωνε για πάντα μέσα μας.....
Θα την θυμούμαι έτσι: Όλορθη, ευγενική, ήρεμη μες στον αστραφτερό ήλιο, τυλιγμένη από την ατμόσφαιρα των παλιών πραγμάτων του τόπου της, από την κίτρινη γη , από τη συνείδηση του σκοπού που ετελειώθη...Από την Ομορφιά.....

Εφημερίδα: Το Βήμα, Τρίτη 23 Οκτωβρίου 1951


Υ.γ.1 : Νοιώθω ότι δεν τολμάω να σχολιάσω τίποτα... Ο Ελύτης μέσα από το κείμενο αυτό σε μία χρονική στιγμή λίγο μετά την απελευθέρωση της χώρας και λίγο πριν τον μεγάλο σεισμό της Σαντορίνης της 9ης Ιουλίου 1956, «συνομιλεί» με μια αρχόντισσα της Σαντορίνης και μετουσιώνει την ενέργεια ....σε λόγια.... «τη σκέψη  της συνείδησης του σκοπού ...που ετελειώθη....Στην Ομορφιά»

Υγ.2: Ας μου επιτραπεί να το αφιερώσω σε μερικές γυναίκες : Στις αλησμόνητες Πυργιανές, Κάκη Νούσια Λαγκαδά, Σοφία Κοντοράτου, αλλά  και στις Αρτεμία Αργυρού, Εύη Νομικού...εκείνες ξέρουν... αλλά και στις Φωτεινή Πελέκη, Αντωνία Γαβαλά, Μαρία Περδίκη, Μαρία Ξεφτέρη,  Mυρτώ Δακουτρού, Θεώνη Καφιέρη, ....και εκείνες ξέρουν!!! 

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

Κατοχή στη Σαντορίνη . Αφήγηση Βάλσαμος Πιτσικάλης

Πηγή: Β.Πιτσικάλης: Της Θηρασιάς, πεζά και ποίηματα, Παραδοσιακές Εκδόσεις Οίας
« Ένα ίσως από τα συγκλονιστικότερα γεγονότα της εποχής, ήταν η  είδηση του τορπιλισμού του πλοίου «Φλώρα Νομικού» με το οποίο πνίγηκαν ο πατέρας μου και άλλοι δύο Θηρασιώτες ναυτικοί και αρκετά άλλοι από διάφορα χωριά της Σαντορίνης. Το πλοίο «Φλώρα» ήταν ιδιοκτησία του Μεσσαρίτη Πέτρου Νομικού και βυθίστηκε στα νότια της Αγγλίας, όταν τορπιλίστηκε από το γερμανικό υποβρύχιο (u44) στον Ατλαντικό Ωκεανό. [1][..]
Το 1941 ήρθαν οι Ιταλοί στο νησί μας. Πρώτα κατέλαβαν το σχολείο μας για να μείνουν και μερικά από τα καλύτερα σπίτια για τους αξιωματικούς τους. Τα θρανία του σχολείου τα χρησιμοποίησαν σαν καύσιμη ύλη για να μαγειρεύουν. Έβαλαν όλον τον ανδρικό πληθυσμό αναγκαστικά σ ένα διπλανό από το σχολείο χωράφι να σκάψει ορύγματα, σε σχήμα μαίανδρου για προστασία τους σε περίπτωση βομβαρδισμών.
Όταν πρωτοήρθαν στο νησί, κάθε πρωί έστελναν στο σχολείο δύο μεγάλες στρατιωτικές καραβάνες με γάλα και το μοίραζαν στα παιδιά.
Πρώτο τραγικό περιστατικό ήταν αυτό που συνέβη με την βάρκα που συνέδεε την Θηρασιά με τα Φηρά και εκτελούσε ταχτικά δρομολόγια, σχεδόν καθημερινά με πανί και κουπιά,  σε ένα τέτοιο δρομολόγιο η βάρκα μετέφερε πάνω από δεκαπέντε άτομα. Συνέπεσε να είναι η ίδια ώρα με την περιπολία που έκαναν – σχεδόν κάθε μεσημέρι- τρία τέσσερα αγγλικά αεροπλάνα. Προφανώς κάποια μικρά γερμανικά πλοία που ήταν αγκυροβολημένα στα Φηρά, είδαν  τ αεροπλάνα και τους έριξαν μερικές βολές.  Ίσως δε να θεώρησαν ότι και η βάρκα μετέφερε στρατό κι αμέσως έκαναν στροφή και άρχισαν να πυροβολούν κατά πάνω της. Σκότωσαν τέσσερις επιβάτες μεταξύ αυτών τους Γεωργία Μπαλοπίτου, Τζώρτζης Πιτσικάλης, Μανόλης Ξαγοράρης και Νικολής Πιτσικάλης.
[...] Κάποτε πάνω στον μπάγκο ( αγκυροβόλιο του ηφαιστείου) ήταν αγκυροβολημένα δύο μικρά βαποράκια για να φορτώσουνε πουζολάνη. Περάσανε δύο ιταλικά αεροπλάνα και τα βομβάρδισαν αλλά επειδή την ίδια στιγμή έτυχε να υπάρχει έκρηξη του Ηφαιστείου, η τέφρα σκέπασε τα πάντα και κανείς δεν ήξερε τι έγινε με τα βαπόρια. Όταν καθάρισε ο ουρανός και είδαν ότι τα βαπόρια δεν είχαν πάθει τίποτα, τότε ο κόσμος ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Βγάλανε και μια επίκαιρη ρίμα που έλεγε: « Ήλθαν τα αεροπλάνα, τα γενναία παλικάρια και σκοτώσανε τα ψάρια» διότι μετά τον βομβαρδισμό βγήκαν στην επιφάνεια της θάλασσας χιλιάδες ψάρια»
Στην αρχή της κατοχής ο κόσμος υπέφερε πάρα πολύ μέχρι να συντονιστεί ο καθένας και προπάντων μέχρι να αρχίσει ο θερισμός όσων είχαν σπείρει το χειμώνα. Μόνο για το απαραίτητο φαγητό, άλλος εξοικομούσε λίγο κριθάρι, φάβα, χόρτα κάποιο ψάρεμα που έπρεπε να είχε γίνει αποβραδίς  και ύστερα από άδεια από τους Ιταλούς κ.ο.κ.  Και στο μικρό παλιό Ηφαίστειο, την παλαιά Καμένη, κάθε βράδυ έπεφταν εκατοντάδες αρτένες. Αυτές οι Αρτένες είναι κάτι μαύρα θαλασσοπούλια μικρότερα από γλάρους, αλλά με τόσο λίπος που όταν τις τηγάνιζαν γέμιζε λίπος το τηγάνι.  Αυτές μαζί με τα χόρτα έσωσαν πολύ κόσμο από την αβιταμίνωση....» [...]




[1]  Ο Τορπιλισμός του «Φλώρα Νομικός γίνεται τον Γενάρη του 1940.Στοιχεία   «Flora Nomikos» εδώ http://uboat.net/allies/merchants/217.html  



Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

To Ηφαίστειον της Θήρας 1925 Πρώτα Τηλεγραφήματα

Εφημερίδα: Νεολόγος Πατρών : Παρασκευή 14 Αυγούστου 1925
Αι εκρήξεις εξακολουθούν  
Αθήναι: Εις το Υπουργείο των Ναυτικών ελήφθησαν σήμερον τα κάτωθι τηλεγραφήματα σχετικώς προς την εν Θήρα έκρηξη του ηφαιστείου: Κατεπλεύσαμεν εις Θήρας. Το ηφαίστειο εξακολουθεί  ευρισκόμενον ενεργεία» - ΔΑΦΝΗ . Ο Κυβερνήτης του «Ιέρακος» απέστειλεν επίσης το κάτωθι τηλεγράφημα : Κατεπλεύσαμεν εις Θήραν προς συλλογήν πληροφοριών. Το ηφαίστειον εκρήγνυται συνεχώς επί της Νέας Καϋμένης. Ακούονται ευκρινώς υπόκωφοι κρότοι. Ζημίαι μέχρι στιγμής δεν επροξενήθησαν εις Θήραν. Μεταβαίνων εις την πόλιν όπως συναντήσω τας αρχάς και τηρήσω ημάς ενήμερους. Την «ΔΑΦΝΗ» εύρομεν ενταύθα. Ο κυβερνήτης αυτής βρίσκεται εις την πόλη.» Και ο Ίδιος συνεχίζει αργότερα: « Κατά πληροφορίας των αρχών και κατά την αντίληψή μου, το ηθικόν των κατοίκων είναι το σύνηθες. Χθες μόνον παρετηρήθη κάποια ανησυχία, λόγω των συνεχών εκρήξεων και των ισχυρωτέρων υπόκωφων κρότων. Προς καθησύχασίν των ζητούν ειδικόν γεωλόγον προς μελέτη του φαινομένου και υπόδειξιν των απαραίτητων μέτρων εν περιπτώσει ανάγκης, διότι μέχρι της στιγμής ουδείς εσκέφθη  εξ αυτών να εγκαταλείψη την νήσων.
Ο αντιπρόεδρος της Εθνοσυνελεύσεως κ. Αλαβάνος μετά του πληρεξουσίου κ. Πρέκεα μετέβησαν εις το Υπουργείο των Ναυτικών όπου εζήτησαν πληροφορίες. Μεταξύ των άλλων ο κ. Αλαβάνος υπέδειξε την αποστολήν επαρκούς ποσότητας τροφών, σκηνών, σκεπασμάτων, νοσοκομειακών ειδών δια την περίπτωση καθ ην οι εκρήξεις του ηφαιστείου ήθελαν  έχει δυσάρεστα αποτελέσματα δια τους κατοίκους. Επίσης υπέδειξε την παραμονή πλοίων εν επιφυλακή εις τα Θηραϊκά Ύδατα .

Ο Προσωπάρχης του Υπουργού διαβεβαίωσε ότι ευρίσκονται εις τον Ναύσταθμον τα φορτηγά του στόλου «Λέσβος» και «Ερμής» τα οποία εφοδιασμένα με διάφορα είδη πρώτης ανάγκης είναι έτοιμα να πλεύσουν εις Θήραν. 

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Οι λιμνάρηδες της Σαντορίνης

Αφήγηση Μανώλης Βαρβαρήγγος
 Αρχείο Λιγνού - Λιμνάρης Σαντορίνης 
Πηγή: Μάρκος Αβ. Ρούσσος Σαντορίνη, Ήθη Έθιμα και Παραδόσεις
«..ο μπάσης λιμνάρης, ξεχωρίζει τα πουλιά και ξέρει ποιά κάνουνε για πλάνοι και ποιά για σκότωμα. Για να καταλάβετε ήντα δυσκολία είναι να διαλέξη κανείς πλάνοι, σας λέω πως τα φλώρια είναι πολλώ λογιώ». Ολοσέρνικα, μισοσέρνικα, μαυρίτσηδες, γιαβράκια, φυσικές πατέκλες ρηγωτές και σπαθάτες. Τα ολοσέρνικα τα κρατίζουνε για να κάνουν ε «βζι» την ώρα που καμπανίζουνε τα πουλιά απάνω στα δέντρα και να τα καθίζουνε. Τα μισοσέρνικα και οι μαυρίτσηδες καμιά βολά βγαίνουνε και κάνουνε «τζωρ». Τα γιαβράκια είναι μικρά φλώρια, ανήλικα μαθές που όποιος λάχει και τα πιάσει και τα αναθρέψει γίνονται οι καλλίτεροι πλάνοι. Οι πατέκλες πάλι είναι για να στριγλιάζουνε και να φέρνουνε τα πουλιά κοντά. Όντες ακούσετε πατέκλα και αλλάζει τη στριγλιά τζη είναια καλό σημάδι. Θα πει πως έρχονται φλώρια γιατί πολλές βολές στριγκλίζουνε και οι σπίνοι και τα γριτζόλια μα δεν αλλάζουνε τη στριγλιά ντως.
Έπειτα ο καλός λιμνάρης πρέπει να ξέρει: Όταν φυσσά αγέρας τα κλουβιά πρέπει να ναι χάμαι. Απάνω στσοι αμπελιές για να γροικούνε καλά οι πλάνοι. Εϊναι μπονάτσα; Τα κλουβιά πρέπει να ναι απάνω στα δεντρούλια. Τα σερνικά τα βάζουνε ανάμεσα στα δέντρα. Τσοι πατέκλες μακρυά. Το κοκκινόσκουφο και το γριτζόλι κοντά στο απλάι, ζερβά το ένα, δεξά το άλλο και το σπίνο και την αρατοτσίκλα κατάχαμα κοντά στη φουρμέλα.
Είπαμε για τσοι πλάνοι μα και ο καλός παλουκάρης είναι μεγάλο πράμα για την λίμνη. Αν είναι ανάποδος  και δεν νοάται νκαλό παλούκι σου ξορνιάζει τα πουλιά.

Μα αμα είναι γυμνασμένος και την ώρα που κάτσουνε ξετσιτώνεται προπατεί μέσα στο απλάι, τζιμπά το καναβούρι και πίνει από μέσα στη γούρνα, τότες σίγουρα θα φουντάρουνε τα πουλια μέσα στη φουρμέλα. 

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Τους ανθρώπους να φοβάσαι …. Όχι το Ηφαίστειο μας

photo Dorothy Burr Tomson (Σαντορίνη 1934)
Αρχείο Αμερικανική Σχολή Κλασσικών Σπουδών Αθήνα,
www.ascsa.edu.gr
Σήμερα μια νέα φίλη με συγκλόνισε με τη φράση της αυτή. Πως είναι δυνατόν ένα κορίτσι της Σαντορίνης  του 2015 να τα λέει αυτά ;  Δεν είναι όλοι συνεπαρμένοι της τουριστικής ανάπτυξης; ( εννοείται ότι αστειεύομαι) Ταυτόχρονα όμως μου θύμισε αφηγήσεις παλαιότερων για τη σχέση τους με το Ηφαίστειο, κυρίως για την έκρηξη του 1950, όπου ουσιαστικά σε κάποιες από αυτές , δεν διαφαίνεται  ο φόβος της έκρηξης , αλλά για παράδειγμα ο αγώνας της εξυπηρέτησης στον Τουρίστα . Αν θυμάστε πριν  λίγο καιρό μέσω του Δημήτρη Ψαθά παρουσιάστηκε άλλη μια τέτοια αφήγηση:
…..«Κι έξαφνα σε μισή στιγμή σε πιέζει, διεκδικεί τα δικαιώματά του  και σε κάνει να απασχοληθείς με την πιο φρικαλέα πεζότητα:
-          Θα φάμε;
-          Εμ …κάτι θα γίνει …
-          Ψάρι ;
Στην ερώτηση αυτή, όλοι οΙ Σαντορινιοί γίνονται μυστηριώδεις, αινιγματικοί. Επιφυλακτικοί. Είναι αδύνατο  να σου απαντήσουν καθαρά. Ναι μεν αλλά….βέβαια νησί είναι πρέπει να έχει ψάρι όμως ελπίζουν ότι τέλοσπάντων κάτι θα βρεθεί. Στο τέλος δεν βρίσκεται τίποτε.  Όταν εζήτησα σχετικές πληροφορίες από τον ξενοδόχον μου, είδα την αποφασιστικότητα στα μάτια του . Εξεκίνησε από όρθρου βαθέος γεμάτος αισιοδοξίαν. Και επέστρεψε το μεσημέρι… κάθιδρος καταπτοημένος, λαχανιασμένος και μου συνέστησε να βγω έξω στην ταράτσα να θαυμάσω μία ωραίαν έκρηξη!!!.....
 Είμαι σίγουρος και το βλέπω καθημερινά δίπλα μου, είναι κάποιοι μόνιμοι κάτοικοι της Σαντορίνης που συνεχίζουν και σκέπτονται διαφορετικά, συνεχίζουν και έχουν ένα ρομαντισμό  της παλιάς εποχής, τους αρέσουν οι βεγγέρες και τα τραγούδια. ( Τις προάλλες, αχάραγα στα Φηρά, γνωστός μου κύριος σφύραγε το σκοπό της μαντινάδας της Σαντορίνης και ασυναίσθητα αντί να τον καλημερίσω του απάντησα με τον ίδιο σκοπό, σφυρίζοντας….).  Εϊναι κάποιοι που συνεχίζουν  και βλέπουν διαφορετικά « ένα νησί του διαβόλου που το κατοικούν Αγγέλοι» όπως έλεγε ο αείμνηστος Φ. Κατσίπης.

 Σαν απάντηση στη φράση της φίλης, αυτής θα σας διηγηθώ έ να μικρό περιστατικό παλιού ανθρώπου: Η Βαμβακία Ζώρζου από το Μεγαλοχώρι πολλά χρόνια πριν ήταν στο σπίτι της μαζί με τις κόρες της. Ξαφνικά ακούστηκε θόρυβος από την ταράτσα του σπιτιού. Η μία της κόρη της φώναζε: Κα μάνα κάποιος είναι επάνω στην ταράτσα. Και απαντά γεμάτη Σοφία και Αγνότητα: «Σταματήστε κορίτσια, θα τρομάξει ο άνθρωπος»…..! Η Αγνότητα της κερα Βαμβακίας όμως δεν έχει φύγει…δεν ξεθώριασε … Υπάρχει ακόμα και σήμερα στη σημερινή Σαντορίνη  αρκεί να μπορούμε να την δούμε… Αρκεί να μπορούμε να τη σεβαστούμε …..



Υ.γ.: Αφιερωμένο στην Μυρτώ Μ.Δακουτρού για τα όνειρά Της…

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...