Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Ένα θαύμα στην Κάλυμνο του 1956

1956. Και θαλάσσιος γίγαντας τη Σαντορίνη ξυπνά. Ο σεισμός, λαβωμένο θεριό, υπόκωφα μουγκρίζει και ξερνά πελώρια κύματα που απειλούν το νησί. Θανάτου ατμόσφαιρα μολύνει την ορθρινή καλλονή. Τα θολωτά σπιτάκια γαντζωμένα στα απόκρημνα βράχια -πεταλίδες μικρές που θέλουν τη ζωή- αεροζυγιάζονται στις σεισμικές ορμές. Κι οι νησιώτες πανικόβλητοι τρέχουν να σωθούν.

Μα η οργή του γίγαντα φανερώθηκε και σε πολλά αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Ανάμεσά τους και η Κάλυμνος.

Παλιρροϊκά κύματα έζωσαν το νησί των σφουγγαράδων και το φοβέριζαν με το ύψος των 2 μέτρων. Χτύπησαν πρώτα τη δυτική πλευρά της Καλύμνου. Ο οικισμός του αιγιαλού γίνεται παιχνίδι χάρτινο στη δίνη της θάλασσας. Και στις κάμαρες των σπιτιών που άντεξαν την επίθεση του υγρού στοιχείου βρέθηκαν ψάρια! Τα κιούπια με τις σοδειές, ταξιδεμένα στο νερό, χόρευαν σαν παλαβά τον τσουγκριστό χορό.

Αλλά το άγριο παλιρροϊκό κύμα -φίδι φαρμακερό- ξεπρόβαλε και στην ανατολική Κάλυμνο με το γαλήνιο λιμάνι. Τώρα, νερένια χέρια άρπαξαν τα’ όμορφο καΐκι του καπετάν Παναγή, το βολτάρησαν στο θυμωμένο αγέρα και το ‘ριξαν εκδικητικά στην προκυμαία.

Κι ω, θαύμα! Το μεγάλο καΐκι περήφανο στάθηκε όρθιο! Λες κι ήθελε να ζήσει ακόμα. Και να θρέψει τη φαμίλια του άξιου καραβοκύρη του.

Ο καπετάν Παναγής και οι συντοπίτες του δεν πίστευαν στα μάτια τους. Να ισορροπεί το καΐκι, χωρίς να έχει τσακιστεί! Ολόγερο να καμαρώνει την ανέλπιστη σωτηρία του! Μέγας εἶ, Κύριε!

Όταν αποτραβήχτηκαν τα νερά της σεισμικής παλίρροιας, έφεραν ένα γύρο το πλοιάριο για να λύσουν το αίνιγμα: Πώς στεκόταν στην προκυμαία σαν στη θάλασσα;

Κι είδαν και πίστεψαν. Την καρίνα του καϊκιού την συγκρατούσε ένας μικρούτσικος σταυρός, σπασμένος από το κατάρτι του πλοίου!

Θυμόσοφα ο καπετάν Παναγής μονολόγησε:

–Ένα καράβι η ζωή του ανθρώπου, που στέκεται και σώζεται με τη δύναμη του Τιμίου Σταυρού.

http://www.xfd.gr




Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Ήταν 16η Απριλίου του 1960.....

....Όταν η Ένωσις Θηραίων διοργάνωνε Πασχαλινή Κρουαζιέρα Σαντορίνης με το πλοίο "Μυρτιδιώτισσα" και επιστροφή 3 μέρες μετά με το πλοίο Αιγαίο....Τιμή εισιτηρίου 100δρχ....
....Ενώ απ όσο φαίνεται στο συγκεκριμένο ταξίδι ίσως να συμμετείχε και η Αλίκη Βουγιουκλάκη .  Αλήθεια τί μνήμες μπορούμε να ανασκαλίσουμε για τέτοια θρυλικά ταξίδια από και προς τη Σαντορίνη; Πάμε σαν άλλοτε και πάλι; .....



(Αρχείο φωτογραφιών: Αρτεμία Αργυρού) 


Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Εκδρομή στους Αγίους Εφτά Παίδες….



Πηγή: Καδιώ Κολύμβα: " Η Πάνω Μεριά του κόσμου", εκδ. Αρμός. 
"....'Ημουνε δεν ήμουνε 10 χρόνων, τον Αύγουστο του 1892, κι όμως το θυμούμαι σα να 'ναι τώρα δα, που ηκατεβήκαμε στην Αρμένη με τη μάνα μας. Εκείνη καθισμένη στο άσπρο μουλάρι με την κόκκινη κουβέρτα κι ‘μεις οι δυο αδερφές σε ένα γάιδαρο. Ηκατέβαινε πολύς κόσμος γιομάτοι ζώα οι καραβολάδες. Απόγευμα ήτονε και ο ήγιος κρυβότανε πίσω από τη Θηρασά. Η θάλασσα χαμηλά δεν ηξεχώριζε απ' τον κάμπο. Καΐκια και βάρκες ηπερίμεναν για να μας επάνε στην σπηγιά. Ήτονε 3 του Αυγούστου παραμονή των Αγίων Εφτά Παίδων. Ήμπαμε σε ένα στολισμένο καΐκι λεγόμενο Ταξιάρχης κι ύστερα ήβγαμε σε μια μικρή αμμουδιά. Ήμασταν εγώ, το Μαργαρίτι η αδερφή μου, η Μαργαρώ η Ζαράναινα, το Θολοίνι και η άλλη μου φιλενάδα το Τσουράνι. Πήγαμε κατευθείαν στην σπηγιά. Τόσο μικρή ήτο η εκκλησά ώστε το μανουάλι με τα κεριά δεν χώραγε μέσα παρά το ΄χανε ακουμπισμένο από ‘ξω στην άμμο και κοντά εκεί σε ένα στασίδι είχανε θέξει την εικόνα των Αγίων. ‘Ηφερνε ο κόσμος βασιλικά και γλάστρες με μαντζουράνες και μεγάλα τριαντάφυλλα. Μοσχοβόλαγε η θάλασσα λιβάνι από το θυμιατό του παπά. Και όσο νύχτωνε ήναβαν και άλλα κεριά στην άμμο για να θωρούν να πατούν αυτοί που ήρχονταν καθυστερημένοι. Η φωνή του παπά που ήψελνε ηκουγόταν μέσα από τη σπηγιά πότε δυνατή κάθε που ημίγιε ο κόσμος δυνατά πότε χαμηλή όταν ησύχαζαν.  Προσκυνήσαμε την εικόνα και αμέσως ητρέξαμε στο παιχνίδι.  Η μάνα μας στάθηκε με τους συγγενείς και τσοι φιλενάδες τση. Κάθε που μπρόβαλε κανένας με τη βάρκα στο σκοτάδι τον καλοδέχνουνταν, όλο το «καλώς ήρχετε» ήλεανε. Οι μεγάλοι καθίσανε χάμω στην άμμο κι οι γυναίκες ησκέπασαν τα πόδια τους, η μια με το μποξά τση, η άλλη με την κουβέρτα που ΄χε φερμένη. Στρώσανε τα μαντίγια τους και ηστραύρωσαν τα χέρια δίπλα στα κοφίνια με τσοι άρτοι. Σαν ησκόλασε η εκκλησά ήτονε νύχτα.  Μας ήδωκαν από ένα μεγάλο κομμάτι άρτο με γλυκάνισο και κάποιος ήπλυνε σταφύλι στη θάλασσα και μας εμοίρασε. Μετά πέσαμε στις κουβέρτες απά στην άμμο που ήτονε ζεστή και θωρούσαμε τα αστερια ώσπου μας ήπηρε ο ύπνος. Θυμούμαι που ήκουγα μια γυναίκα να διαβάζει λογια τση εκκλησίας δίπλα στο μανουάλι μιση μέσα μισή όξω από τη σπηγιά όλη νύχτα.  Την αυγή ησήμανε η καμπάνα που ΄χανε δέσει στο βράχο. Η μάνα μας ήναψε κι άλλα κεριά. Φτάσανε κι άλλα πολλά καΐκια στολισμένα. Φέρανε και άλλο κόσμο. Δεν ηχώραγε η αμμουδιά. Κι όπως ήμασταν όλοι στη γραμμή να μεταλάβουμε πρώτα οι μεγάλοι με τσοι τραγιάσκες τα παιδιά και πίσω οι γυναίκες ήφτασε ένα μεγάλο καίκι κι ηρχίνησε να σφυρίζει. Ηχτύπα κι η καμπάνα, γέλια ο κόσμος, φωνές μες στα νερά τα παιδιά ώσπου μπρόβαλαν ο Μαθιός «τση Αλυαριάς» με το βιολί και ο Νικήτας με το λαγούτο τση Κατίνας «του Ρυμιδιού» με τσοι γυναίκες τους την Αντωνιά «την Κατωμερίτισσα» και το Ρηνάκι «του Λουλουδιού». Ηφέρανε πολλά κοφίνια και τον τέντζερη με την πανήγυρη. Την είχανε μαγειρέψει στην Αρμένη γιάντα το πανηγυρόσπιτο των Αγίων ήτονε μικρό και δεν χώραγε. Χταποδάκι με μακαρονάκι κοφτό, νηστίσιμο, ήμασταν στον Άγιο Δεκαπέντε κι όλοι μας νηστεύαμε. Κουβαλήσανε και κρασί με πλεχτές νταμιτζάνες και φάβα και ψωμιά και άμα αποφάγαμε* αρχίνησαν τα βιολιά και οι χοροί. Χορεύανε οι άντρες και τα παλικάρια με τσοι λογοδοσμένες και τα αντρόγυνα, ηχόρευε ο Σπύρος «του Γιατρού», το Φλουρί, η Μαρκετούσα, ηφερτάρανε και όλο ευχές. Η μάνα μας δεν ηχόρεψε επειδή ήλειπε ο πατέρας μας σε ταξίδι. Κι οι άλλες γυναίκες που ΄χαν άντρα στα ταξίδια κι αυτές δεν ηχόρεψαν. Έτσι  το ΄χουμε εμείς στην Απάνω Μεριά! Ίντα θα πει ο κόσμος… Το μεσημέρι αργά ήμπαμε στο καΐκι και πίσω στην Αρμένη. Κάτω μας ηπερίμενε ο Αντώνης με τα ζώα και μας ηνέβασε στο χωριό. Δεν ξεχνώ κείνη τη μέρα. Πάντα τη θυμούμαι. Τάξιμο το ‘καμα από τότες που ήμουν μικρή, μες στην καρδιά μου ήτονε οι Άγιοι Εφτά Παίδες να με αξιώσει ο Θεός να κάμω κι εγώ κάτι τις στη χάρη τους.



Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Τ' Αη Δημήτρη στο Μεγαλοχώρι

της Μαρίας Πελεκάνου, Προέδρου του Πολιτιστικού Συλλόγου Μεγαλοχωρίου "Το Μετόχι"- 

Συσκότεινα  ήτανε ακόμα, όταν φτάσαμε στο εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου τσι Παλάδες στο Μεγαλοχωριό,  για να λουτρουήσομε και να τιμήσομε το Δοξασμένο για τη γιορτή του.

Ημπήκαμε στο κλησίδι με τα λιγοστά καντήλια αναμμένα κι ακούαμε το παπά-Μάρκο να ψαλλοδιάται γιατί ήργησε ο ψάλτης και «θα μεσημαριαστούμε» είπε.

    Χρόνια είχα να πάω και πεθύμησα εφέτος να λουτρουηθώ εκεί. ΄Ηναψα το κερί μου και ήκατσα κοντά στο παραθύρι, για να παίρνω αγέρα. Όπως δεν είχε ξημερώσει καλά η μέρα, αγνάντευα μέσα από την εκκλησά την  μοναδική ομορφιά απόξω που δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω,  το λιγοστό φως έπεφτε πάνω στην Καμμένη και  έδινε την εντύπωση ότι ένα Θεός  ξαφνικά την έκανε χρυσή. Ηρεμία υπήρχε παντού και μόνο τον ψάλτη ήκουες να διαβάζει «τον Προοϊμιακό». Η καρδιά μου ανεπετάριζε βλέποντας τόση ομορφιά … και σκέφτηκα τι όμορφα που είναι τα εκκλησάκια μας σε αυτή την περιοχή. Τρία ξεχωριστά κλησσίδια , κάθε ένα με την χάρη του. Στο φτέλος ακριβώς (στο φρύδι της Καλντέρας) στέκονται για χρόνια τώρα, σαν κάτασπρα περιστέρια μέσα στην μαυρόη , το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου και δίπλα ακριβώς  η Αγιά Παρασκευή.  Και από πάνω, λές και «γράφει τους πάντες με την πένα Του» στέκει επιβλητικά ο Μέγας Ταξιάρχης.  Η  συχωρεμένη η κερά Αργυρούλα η Νοικοκυρά του ( γιαγιά της αδελφικής μου φίλης Αργυρούλας Παπανδρεοπούλου), που έμεινε χήρα (35) χρονών έλεγε ότι «Ο Ταξιάρχης μου είναι η ζωή μου. Πιο καλά τον έχω από τα παιδιά μου..».
Βέβαια δεν μπορούσα να μην θυμηθώ το  συχωρεμένο το Μιχάλη το Σαμπούκο που ηδιακόνεβε για να τυποδέσει τα εκκλησάκια  αυτά. Τι πίστη αλήθεια…
Ούτε μπορώ να ξεχάσω το  μπάρμπα μου το Γιάννη το Γλίνη με τα μεγάλα ψωμιά που εξεκίνα νύχτα με φεγγάρι (γιατί την ημέρα δεν ηπρολάβενε, που ήτανε φουρνάρης) το Γενάρη, μαζί με τη «Σταυρούλα» τη γαδούρα του για να κοπρίσει το χωράφι του, που ήτανε κάτω ακριβώς από τον Αη Δημήτρη. Και τι ντομάτες αλήθεια ήβγαζε… «Η καλύτερη περιοχή μας ήτανε ο Ταξιάρχης , πριν τσι Παλάδες»..Συνεχίζει ακόμα και σήμερα να λέει, να μάννα μου  «Τα πιο μυρωδάτα μαυροτράγανα , ήκανανε αυτά τα αμπέλια. Ήτονε γης για αμπέλι… ».

    Με τις όμορφες αυτές σκέψεις, ηκόντεψε να πολουτρουήσει και εγώ ακόμα ησυλοούμουνε.  Ηγυρήσαμε το Δοξασμένο και ηκάτσαμε να φάμε το πανηγύρι, στο τοιχάρι, μέσα στην αυλή του Αγίου.  Πιο νόστιμο δεν έχω ξαναδεί. Φαίνεται ο μάγειρας μας ο Ευτύμιος το Κουτσάκι, έβαλε για μια φορά ακόμα τη τέχνη του,  κρέας με πατάτες. Τι μυρωδιά είχε η δάφνη και το  πιπέρι!, Άς είναι βοήθεια  ντως και  των συγχωριανών μου που φροντίζουν τα εκκλησάκια μας και για την πανηγυρή ντως.    Το μαϊστράλι που «ήπαιζε ελαφρά» στα μαλλιά μας και η μυρωδιά τση θάλασσας και τσι θρύμπας που ήρχουντα  από το φτέλος, ανεκατεμένη με τη μυρωδιά τση πανήγυρης, μας καθήλωσε για ώρα πολύ .

  Ξαφνικά ηπέρασε από το μυαλό μου πώς είναι δυνατόν  μια τέτοια περιοχή με τόση ομορφιά και τόση αγάπη που της έχομε, να μας βασανίζει τους Μεγαλοχωριανούς «εν πολλοίς και πολλάκις», όπως έλεγε και το Δοξαστικό του  Αγίου. Στην αρχή με τα Ορυχεία και τώρα με την επιμονή κάποιων να θέλουν να κάνουν εκεί εργοστάσιο απορριμμάτων; Ξαφνικά ακούω ένα συγχωριανό μου με καμάρι να λέει : « Δεν πάνε να λένε ότι θέλουνε, εμείς δεν θα τους αφήκομε…».

     Όμως ηκόντεβε να μεσημεριάσει και δε μας  έκανε καρδιά να φύομε. Επιτέλους ησηκωθήκαμε, αφού δώσαμε ραντεβού σε καμιά δεκαριά μέρες αποπάνω στο Ταξιάρχη,  για να γιορτάσομε και εκείνο το Δαξασμένο  και να φάμε το ωραίο φάβα που μαγειρεύει δεξιότεχνα ο ξάδελφος μου ο Νικόλας του Τζανάκη και είναι συνταγή του πατέρα μου…

                                                                                                                                                                                                                                          ΘΗΡΑ 29-10-2013

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Η Κόρη μιας,.."λασπωμένης" Αγάπης

Εξ αφορμής του γεγονότος ότι τη Δευτέρα, 21/10/13 το Μουσείο Προϊστορικής Θήρας θα είναι ανοιχτό για να θαυμάσουν έστω για μερικές ώρες τη "Κόρη" του Χαράλαμπου Σιγάλα...η Θάλεια Καραμολέγκου ...μας ταξιδεύει με τον τρόπο της:

"..." Κοίτα πάνω", ούρλιαξε "πάντα πάνω" επανέλαβε. Δυο τρεις περαστικοί σταμάτησαν το βηματισμό τους και κοίταξαν προς τα 'κει. Ένας μεσήλικας άντρας στη μέση του δρόμου, στη διαχωριστική λωρίδα κοιτούσε, μία δεξιά μία αριστερά. Μονάχος του, δεν είχε κανένα κοντά του, τουλάχιστον κάποιο έμβιο ον. "Είστε τρελός άνθρωπέ μου; Φύγετε από τη μέση"... Πηγαδάκια συζητήσεων παντού..."Θα σκοτωθεί, έτσι όπως πάει", "Γέμισε ο κόσμος τρελούς"....

  Νύχτωσε.... Η Αθήνα, ένα περιδέραιο, που ξεχάστηκε από κάποιο χέρι ευγενούς κυρίας, οι δρόμοι άδειασαν, τα αμάξια αύξησαν ταχύτητα, οι άνθρωποι λιγόστεψαν, τα φώτα άναψαν, τόσες αλλαγές, μα αυτός εκεί, στην ίδια ακριβώς ευθεία με τη διαχωριστική λωρίδα, καθισμένος οκλαδόν κοιτούσε ψηλά. Τον κοίταξα, φοβήθηκα να πλησιάσω, ο κόσμος έλεγε πολλά και το χρώμα της νύχτας ήταν επικίνδυνο, σκοτάδι. Κουνήθηκα δεξιά δήθεν πως περπατάω, μα το βλέμμα μου όλο ξέφευγε προς τα κει. Δεν ξέρω τι έφταιγε περισσότερο, πως μια ζωή ό,τι μου λέγαν με έπειθε για το αντίθετο, πως από μικρή ήμουν μια περίεργη νεαρά μα πήγα από πάνω του, το βλέμμα μου συναντήθηκε με το δικό του και το χέρι μου έκανε μια διστακτική κίνηση χειραψίας και τσουπ γύρισα απ' την άλλη. "Τι έκανα Θέε μου", ήταν αργά όμως για συνείδηση και αυτοκριτικές.
  "Τι θες ξένε;" Το σώμα του ήταν όλο στραμμένο προς εμένα, δηλαδή όχι ακριβώς όλο, το κεφάλι συνέχιζε να κοιτά ψηλά. 
"Τίποτα, κατά λάθος, συγγνώμη." Η γλυκύτητα της φωνής μου θαρρείς έβγαιναν ζαχαρωτά από το στόμα μου και το πόδι μου, που έκανε αυτόματα ένα πίσω βήμα να απομακρυνθεί, με πρόδωσαν. Δεν ήμουν τίποτα παραπάνω από ένα δειλό κοριτσάκι στη μέση της πρωτεύουσας. Πείσμωσα. Τι θα μου έκανε μέσα στη μέση της πόλης;  Πίεσα το πόδι μου να κάνει ένα βήμα μπρος και με σύμμαχο το ρυθμό του τζαζ από ένα γειτονικό μαγαζί πήρα θάρρος για τη συνέχεια.  
"Σας βλέπω μέρες τώρα στη μέση αυτού του δρόμου και πάντα κοιτάτε ψηλά. Δε φοβάστε....;" Η φωνή μου δίστασε να τελειώσει την φράση. 
"Ψάχνω" απάντησε κοφτά.
"Εδώ; Στο ίδιο μέρος; Κάθε μέρα; Τι; το θάνατο;" Ήξερα ότι έγινα επιθετική, μα δεν μπόρεσα να το ελέγξω.
"Ναι ψάχνω. Τη μάνα, τη γυναίκα και την κόρη μου." 
"Μάλιστα" αποκρίθηκα, χωρίς να τον αφήσω να συνεχίσει. "Και πού είναι όλες αυτές;"
"Μια είναι δεν καταλαβαίνεις; Μια φυλακισμένη την έχουν και δε μ' αφήνουν να τη δω. Θα πεθάνω, δεν το βλέπεις, θα σκοτωθώ αν δεν την βρω..." Ο τόνος του δυνάμωσε, μα το βλέμμα του δε χαμήλωνε καθόλου.... 
"Κι εκεί ψηλά τι είναι; Γιατί δεν αλλάζετε ματιά........."
"Η θέση της" με διέκοψε "εκεί, που θα έπρεπε να είναι... Είναι κάτι τέτοιες νύχτες" μ' ακούμπησε " που της μιλάω, την καθοδηγώ, την ενθαρρύνω, τη γεμίζω ελπίδες πως θα μονοιάσουμε. Και μ' ακούει ξέρεις, το νιώθω" με έσφιξε, ανατρίχιασα και προσπάθησα διακριτικά να απομακρυνθώ. 
"Καταλαβαίνω" ψέλλισα με σχεδόν τρεμάμενη φωνή, μα δεν σταμάτησα εκεί "τι έκανε και τη φυλάκισαν;"
Το σώμα του κουνήθηκε αδέξια να ξεμουδιάσει "Ήταν υπερ πολύτιμη για αυτούς, δεν μπορούσαν να φαίνεται και την κλείδωσαν μέσα σε ένα υπόγειο. Μα εγώ της λέω πως θα έρθει η μέρα, που θα δει το φως και τότε θα λάμψει η γυναίκα μου, θα ζηλέψει η μαμά μου και θα υψωθεί η κόρη μου. Να μη φοβάται, της το λέω."
" Άρα είναι τρεις , όχι μια, θέλω να πω...."
"Μία είναι σου λέω" κραύγασε και το δάχτυλο του χεριού του υψώθηκε για να μου το τονίσει ακόμα περισσότερο. "Μία και σαν κι αυτή δεν υπήρξε άλλη καμία."
"Και πώς τη λένε;" ρώτησα περίεργη....
"Μάνα γυναίκα κόρη" ξεστόμισε αποφασισμένα, καθώς κοίταζε τα εναπομείναντα αστέρια που φωτίζουν σε έναν ουρανό γεμάτο καυσαέρια.
  Ήμουν πλέον σίγουρη πως μιλούσα με έναν παλαβό στα μυαλά του άνθρωπο, τον καληνύχτισα δήθεν ότι άφησα μια δουλειά στη μέση και απομακρύνθηκα. Η γαλάζια μου μπλούζα γέμισε από χώμα, όπως είχα σκύψει να του μιλήσω, την τίναξα και επιβιβάστηκα στο λεωφορείο. 
  Μέρες ακόμα, καθώς περνούσα από κει τον έβλεπα, στο ίδιο μέρος, τα ίδια ρούχα, το ίδιο σκηνικό, το ίδιο σύνθημα "Κοίτα ψηλά". Το χαιρετούσα που και που με ένα συμπονετικό χαμόγελο, απ' αυτά που σκέφτεται αυτομάτως το μυαλό σου "Τον καημένο", μα δε με έβλεπε ποτέ ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. 
  Κι έφτασε εκείνη η αποφράς Δευτέρα, που πήγαινα στη δουλειά. Στο σημείο του υπήρχε μόνο ένα ασθενοφόρο, κάποιος έκανε το λάθος και τον πάτησε. "Μα ήταν μες στη μέση για ώρα" μουρμούριζαν οι περαστικοί. Έσπρωξα τους μπροστινούς μου και χώθηκα στο πλήθος, στο απέναντι πεζοδρόμιο, εκεί, που του είχα μιλήσει είχε ένα πράσινο μπουφάν. Δεν άντεξα, το σήκωσα, στην τσέπη του ήταν ένα γράμμα με τίτλο "για σένα". Το άρπαξα βιαστικά μαζί με το πράσινο πανωφόρι του και απομακρύνθηκα.
   Το βράδυ πια, όταν ο ήλιος είχε τελειώσει το ωράριό του στην πρωτεύουσα και το φεγγάρι ξυπνούσε δυναμικά να εκπληρώσει τη βάρδιά του, μόνη μου στην απέναντι καφετέρια, αγκαλιά με το μπουφάν του άνοιξα το γράμμα... Δεν ήταν πάνω από μια παράγραφος. 
                                                      ΓΙΑ ΣΕΝΑ...
Για σένα μικρή μου, που γεννήθηκες τεράστια και σε μικραίνουν, για σένα, που τα βράδια μου σκέφτομαι και νοσταλγώ, για σένα, που σε υποβάθμισαν και σε έβαλαν φυλακή, μεγάλη μου μάνα, γυναίκα της ζωής μου, ελπιδοφόρα κόρη. Δεν μπορώ να ζω πια δίχως σου. Εγώ, που σε γνώρισα ένα βράδυ σαν κι αυτό, σε μια επίσκεψη παράνομη στο υπόγειό σου και σε είδα, εγώ, που σε ερωτεύτηκα παράλογα από κείνη την στιγμή, εγώ, που σε εκείνο το βροντονήσι γνώρισα την ψυχική μου γαλήνη, εσένα, εγώ, εδώ, ταπεινός σου θαυμαστής δηλώνω... Και το πάλεψα να ξέρεις να βγεις από κει, πήγα σε ημερίδες, με γιατρούς σου ξέρεις να σε βγάλουν, μα θα καταστραφείς, μου παν αν βγεις, θα σε θάψουν. Μα έμαθα θα σου ανοίξουν την πόρτα για μια μέρα, για κάποιες ώρες να σε δουν κι άλλοι. Μην τρομάξεις γυναίκα μου. Έρχομαι να σε βρω τώρα, μα δεν έχω άλλον τρόπο.Θα φύγω απ' το σώμα μου γιατί μου 'παν είναι ελεύθερη η ψυχή, όταν πια φεύγεις και πάει όπου η καρδιά σου επιθυμεί. Κι εγώ εκεί δίπλα σου θα έρθω τώρα. Κόρη μου κοίτα ψηλά και έρχομαι. Μόνο ψηλά.
Τα μάτια μου γουρλωμένα κοιτούσαν το σκίτσο από κάτω από τα γράμματα. Σαν ένας χάρτης μιας νήσου, φλεγόμενης, της Σαντορίνης και ένα βελάκι να δείχνει προς τα 'κει. Μια μάνα, γυναίκα, κόρη φυλακισμένη. Έβγαλα το κινητό και αναζήτησα. Το άγαλμα στην αποθήκη του μουσείου. Σκάλωσα. Έψαξα το μπουφάν του και τα δάχτυλά μου κάτι ανίχνευσαν. Το έβγαλαν με προσοχή προς τα έξω. Ένα αγαλματάκι από χαρτοπετσέτες προσπαθούσε να κρατηθεί ακέραιο, μα διάλυσε στα χέρια μου και μια εξ'΄αυτών χύθηκε στο πάτωμα. Γύρισα να την κοιτάξω και πάνω της κάτι έγραφε. Πλησίασα.....
"21/10 σου έρχομαι γλυκιά μου μάνα παρελθόν μου, πικρή γυναίκα το παρόν μου και στερνή μου κόρη, κοντινό μου μέλλον. Να κοιτάς πάνω. Μόνο πάνω. Εκεί, που είναι οι αξίες."....
 http://eulegein.blogspot.gr/2013/10/blog-post.html

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...