Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θάλεια Καραμολέγκου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θάλεια Καραμολέγκου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Ασκηταριά: Ένας τόπος σύμβολο μιας χαμένης πολιτείας…ενός άλυτου μυστηρίου….



 Της Θάλειας Καραμολέγκου


"Περπάτα. Μη διστάζεις. Προχώρα. Τι κόβεις τον βηματισμό;" Το πρόσωπό του τρομαγμένο κοιτούσε πίσω του. Τέντωσε το δεξί του χέρι και έσπρωξε τον μπροστινό του, που μήτε μιλιά έβγαζε μήτε ιδρώτα. Παγωμένος έσερνε ένα καρότσι υλικά και υπάκουε, απλά υπάκουε. "Πιο γρήγορα, πιο γοργά, μπορείς! Θα μας φτάσουν, δεν καταλαβαίνεις. Σε λίγο ξημερώνει και θα μας προδώσει το φως".

               Ο ήλιος ίσα που ξεπρόβαλε από την άκρη του πελάγους όταν έφτασαν μπροστά από τη μύτη ενός βουνού. Ανακουφισμένοι έκατσαν στην άκρη του κύματος και αγναντεύοντας λιγάκι την ανατολή σχεδίαζαν την ανάβασή τους. Πώς θα ήταν καλύτερο, πιο βολικό, λιγότερο επίπονο με τόσα υλικά, που κουβαλούσαν. Δεν ήταν από τούτο τον τόπο ούτε πολλοί, μονάχα πέντε, μα ήταν αρκετοί να μοιραστούν το βάρος. Ο γηραιότερος έφτιαχνε με  τις πέτρες σπίτια και άρχισε να διηγείται μια ιστορία στους υπόλοιπους. Θα περίμεναν λίγο ακόμα να ξεκουραστούν κι έπειτα θα έπαιρναν το δρομάρι για τα απάτητα χώματα του βουνού μπροστά τους. Ήταν μακρύς ο δρόμος από τον Μονόλιθο και ο Άη Γιάννης ήταν βοηθός τους, πίστευαν κι έλεγαν κι έπαιρναν θάρρος.
Μήτε μια ώρα δεν πρόλαβαν να μετρήσουν οι δείκτες, όταν μία δάδα αναμμένη πλησίαζε προς το μέρος τους. "Ποιος είναι εκεί;" Τσίριξε ο ένας, μα ο διπλανός του, του βούλωσε το στόμα. "-Πέτρο, σστ" ψιθύρισε και με απαλές κινήσεις έκανε νεύμα στους άλλους να ετοιμαστούν. Είχε φτάσει η ώρα, η ώρα της ανάβασης. Έπιασαν με μια κίνηση όσα υλικά μπορούσαν, κάποια πετάχτγτηκαν στην άμμο, κάποια διασκορπίστηκαν, μα δε γύρισαν να τα μαζέψουν. Με έναν ταχύ βηματισμό κρύφτηκαν στο βουνό.


         Τρεχαλητά ακούστηκαν στο σημείο, που κάθονταν πριν. Πλήθος κόσμου κρατούσε μια δάδα αναμμένη, μα ανάμεσά τους ένας, ο Παύλος, που σαν ψυχαναγκαστικά να τους ακολουθούσε  φώναξε: " Ορίστε! Δεν είναι εδώ, λάθος κάνατε πάλι". Σύσσωμοι κινήθηκαν προς τα πίσω, δίχως να ψάξουν για στοιχεία. Μονάχα εκείνος που φώναξε, όταν πλέον οι άλλοι είχαν απομακρυνθεί αρκετά γύρισε το κεφάλι του στις πέτρες, είδε ένα αυτοσχέδιο σπιτάκι και με μια γρήγορη κίνηση του ποδιού του το γκρέμισε. Σήκωσε το βλέμμα του  και κοίταξε το βουνό, ένα κρυφό χαμόγελο ίσα που φάνηκε στα μάτια του και γύρισε ακολουθώντας το πλήθος. Ήταν σίγουρος πως ήταν καλά και αυτό του έφτανε. Θ

αρρείς πως υπήρχαν στιγμές, ναι στιγμές, που άκουγες χτυπήματα στον βράχο, σαν να χτίζονται οικίες στο βουνό. Θαρρείς πως αν πήγαινες κοντά εκείνες τις μέρες άκουγες προσευχές και τραγούδια χαμηλά, φωνές να μιλάνε μεταξύ τους και λιγοστά γέλια τα βράδια και το πρωί πάλι σιωπή. Πρόσεχαν πολύ, να μην τους δει, να μην τους ακούσει ανθρώπου μάτι. Δεν ήταν και καθημερινοί άνθρωποι,είχαν συγκεκριμένο πρόγραμμα, μια άλλη ζωή, ήταν μοναχοί, ω μα τι λέω όχι, ήταν ασκητές. Ω ναι, ήταν εκεί στα ασκηταριά, όπως ο κόσμος το ονόμαζε και είχαν φτιάξει πολιτεία. Λίγοι από τους ανθρώπους ήθελαν να πλησιάσουν, οι περισσότεροι ήθελαν να τους διώξουν. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η ιστορία. Πέντε μόνοι ασκητές σε ένα έρημο μέρος. Κυνηγημένοι να προσπαθούν να επιβιώσουν και να ευζωίσουν.

           Ο Πέτρος τα σκεφτόταν συχνά και στενοχωριόταν, απορούσε και φοβόταν. Μήτε μην τους κυνηγήσουν πάλι οι ντόπιοι, μήτε μην τους διώξουν. Μονάχα μην τον ανακαλύψουν οι δικοί του και οι άλλοι πως έδινε λεφτά, πως βοηθούσε έναν κάτοικο εκεί. Τον Παύλο. Του είχε πει πως αν μιλήσει στους συγχωριανούς του δε θα του ξαναδώσει τίποτα. Μα είχε μέρες να φανεί και μήνες. Και εκείνος προσευχόταν και προσευχόταν μη γίνει αυτό ακριβώς που δεν ήθελε. Μήπως αυτομόλησε με τους άλλους; Ρωτούσε και το Θεό και τη θάλασσα ακόμα, περιμένοντας κάποιο σήμα του... Μα τίποτα. Μονάχα στο όνειρό του έβλεπε την σκιά του Παύλου να τον πλησιάζει επιθετικά και μετά ξυπνούσε.

            Εκείνη την ημέρα δεν ήθελε να ξημερώσει, δεν ήθελε να αντικρίσει τους άλλους για ακόμα μια φορά με τις τύψεις του, επειδή συναναστράφηκε με έναν κάτοικο. Ήταν απαράβατος όρος και αυτός με ευκολία τον καταπάτησε. Όπως και να είχε δικαιολογηθεί στον εαυτό του ότι ο Παύλος πεινούσε και τον βοήθησε, τίποτα δεν ανακούφιζε την σκέψη του. Πήρε μια μεγάλη ανάσα και την κράτησε. Ένιωθε ολοένα και πιο αδύναμος, ήξερε πως είχε φτάσει η ώρα, είχε τη διαίσθηση. Έκανε τον σταυρό του και περίμενε.
Φωνές άρχισαν να ακούγονται στο μονοπάτι, που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει. Φωτιά σπινθήριζε στον ουρανό, οι εναπομείναντες εκεί άρχισαν να μαζεύουν τα πράγματά τους και πήδηξαν σε μια βάρκα. Σίγουροι πως τους είχαν ανακαλύψει έφευγαν άτακτα και άφηναν πίσω ό,τι δεν μπορούσαν ταχέως να μεταφέρουν ή το ξεχνούσαν. Ένας όχλος έφτασε στο μέρος σε μερικά λεπτά, δεν τους πρόλαβαν, μονάχα κάτι απομεινάρια βρήκαν. Μεταξύ αυτούς και ο Παύλος κρατούσε ένα κερί αναμμένο και έψαχνε σημάδια από τον παλιό του φίλο.
 "-Παύλο φεύγουμε εμείς, έλα"
"-Πηγαίντε και έρχομαι" τους είπε "δε θα αργήσω".
                       
                 Ο κόσμος ίσα που διακρινόταν πια από την στροφή του βουνού, όταν εκείνος έμπαινε σε μία σπηλιά. Στον τοίχο της ήταν χαραγμένος ένας στρατιώτης. Τρόμαξε, πέταξε το κερί κάτω και το πάτησε να μην πάρει φωτιά. Αυτός στον τοίχο ήταν εκείνος. Η μορφή του του ταίριαζε απόλυτα. Η κάθε λεπτομέρεια. Έκανε ένα βήμα πίσω και έστριψε το κεφάλι του. Ήταν εκεί. Ήταν εκεί ο παλιός του φίλος. Ξαπλωμένος πάνω σε ένα ξύλινο κρεβάτι με διπλωμένα τα χέρια του και τα μάτια του κλειστά. Το ύφος του γαλήνιο και το πνεύμα του σε άλλες πολιτείες πλέον ταξίδευε. Ή ήταν κοντά του; Με βουρκωμένα μάτια τον πλησίασε. Δεν είχε σφυγμούς.
Με μια απότομη κίνηση έσκυψε το κεφάλι του από πάνω του. Ένιωθε την αύρα του να τον κατακλύζει, τα δάκρυα κυλούσαν αδιάκοπα και άρχισε μονάχος του να ψιθυρίζει "Συγγνώμη, που τους οδήγησα εδώ, συγγνώμη που δε σε άκουσα, συγγνώμη... Εσύ με βοήθησες κι εγώ... Συγγνώμη. Με πίεσαν". Ένα γλυκό αεράκι κύλησε από πάνω του, σαν να του' χε δοθεί η συγχώρεση, σηκώθηκε του φίλησε το χέρι και απομακρύνθηκε κοιτώντας τη θάλασσα. "Θα ξαναρθω" του είπε, σύντομα, "μην ανησυχείς, δε θα σ' αφήσω έτσι. Θα ξαναφτάσω στα ασκηταριά και τότε όλα θα διορθωθούν". Το βήμα του επιταχυνόταν "Στο υπόσχομαι", είπε έντονα, "στην τιμιότητα και στη ζωή μου" και κατέβηκε γοργά τον βράχο κλαίγοντας.

              "Μεγάλο μυστήριο θα' ναι πάντα αυτό το μέρος. Τα ασκηταριά χωριανοί και ποιος ξέρει πόσο καλοί άνθρωποι να' ταν" διαλαλούσε και έλεγε όπου περνούσε και όποιον κι αν έβλεπε. Τι κι αν τον περνούσαν για τρελό, σα μυστήριο πέρασε στις γενιές αυτός ο τόπος και οι άνθρωποί του.
Δύσκολα πλέον τα φτάνεις, πιο δύσκολα τα περπατάς, μα ακατόρθωτο να νιώσεις την ιστορία τους. Τα Ασκηταριά.  Μη φανταστείς! Εκείνα τα βράχια του αρχαίου βασιλιά Θήρα, όπως ο Παύλος προλόγησε, κρυφά θα κρατήσουν τα μυστικά τους εις έτι των αιώνων. Κοίταξα μία το βουνό και μία τη θάλασσα και έκλεισα τα μάτια. Ποιος ξέρει τι άλλα μυστικά μας κρύβει αυτός ο τόπος;



 Πηγή Φωτογραφιών: Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιιτούτο 1896 & Συλλογή Εμμ. Λιγνού

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Η Κόρη μιας,.."λασπωμένης" Αγάπης

Εξ αφορμής του γεγονότος ότι τη Δευτέρα, 21/10/13 το Μουσείο Προϊστορικής Θήρας θα είναι ανοιχτό για να θαυμάσουν έστω για μερικές ώρες τη "Κόρη" του Χαράλαμπου Σιγάλα...η Θάλεια Καραμολέγκου ...μας ταξιδεύει με τον τρόπο της:

"..." Κοίτα πάνω", ούρλιαξε "πάντα πάνω" επανέλαβε. Δυο τρεις περαστικοί σταμάτησαν το βηματισμό τους και κοίταξαν προς τα 'κει. Ένας μεσήλικας άντρας στη μέση του δρόμου, στη διαχωριστική λωρίδα κοιτούσε, μία δεξιά μία αριστερά. Μονάχος του, δεν είχε κανένα κοντά του, τουλάχιστον κάποιο έμβιο ον. "Είστε τρελός άνθρωπέ μου; Φύγετε από τη μέση"... Πηγαδάκια συζητήσεων παντού..."Θα σκοτωθεί, έτσι όπως πάει", "Γέμισε ο κόσμος τρελούς"....

  Νύχτωσε.... Η Αθήνα, ένα περιδέραιο, που ξεχάστηκε από κάποιο χέρι ευγενούς κυρίας, οι δρόμοι άδειασαν, τα αμάξια αύξησαν ταχύτητα, οι άνθρωποι λιγόστεψαν, τα φώτα άναψαν, τόσες αλλαγές, μα αυτός εκεί, στην ίδια ακριβώς ευθεία με τη διαχωριστική λωρίδα, καθισμένος οκλαδόν κοιτούσε ψηλά. Τον κοίταξα, φοβήθηκα να πλησιάσω, ο κόσμος έλεγε πολλά και το χρώμα της νύχτας ήταν επικίνδυνο, σκοτάδι. Κουνήθηκα δεξιά δήθεν πως περπατάω, μα το βλέμμα μου όλο ξέφευγε προς τα κει. Δεν ξέρω τι έφταιγε περισσότερο, πως μια ζωή ό,τι μου λέγαν με έπειθε για το αντίθετο, πως από μικρή ήμουν μια περίεργη νεαρά μα πήγα από πάνω του, το βλέμμα μου συναντήθηκε με το δικό του και το χέρι μου έκανε μια διστακτική κίνηση χειραψίας και τσουπ γύρισα απ' την άλλη. "Τι έκανα Θέε μου", ήταν αργά όμως για συνείδηση και αυτοκριτικές.
  "Τι θες ξένε;" Το σώμα του ήταν όλο στραμμένο προς εμένα, δηλαδή όχι ακριβώς όλο, το κεφάλι συνέχιζε να κοιτά ψηλά. 
"Τίποτα, κατά λάθος, συγγνώμη." Η γλυκύτητα της φωνής μου θαρρείς έβγαιναν ζαχαρωτά από το στόμα μου και το πόδι μου, που έκανε αυτόματα ένα πίσω βήμα να απομακρυνθεί, με πρόδωσαν. Δεν ήμουν τίποτα παραπάνω από ένα δειλό κοριτσάκι στη μέση της πρωτεύουσας. Πείσμωσα. Τι θα μου έκανε μέσα στη μέση της πόλης;  Πίεσα το πόδι μου να κάνει ένα βήμα μπρος και με σύμμαχο το ρυθμό του τζαζ από ένα γειτονικό μαγαζί πήρα θάρρος για τη συνέχεια.  
"Σας βλέπω μέρες τώρα στη μέση αυτού του δρόμου και πάντα κοιτάτε ψηλά. Δε φοβάστε....;" Η φωνή μου δίστασε να τελειώσει την φράση. 
"Ψάχνω" απάντησε κοφτά.
"Εδώ; Στο ίδιο μέρος; Κάθε μέρα; Τι; το θάνατο;" Ήξερα ότι έγινα επιθετική, μα δεν μπόρεσα να το ελέγξω.
"Ναι ψάχνω. Τη μάνα, τη γυναίκα και την κόρη μου." 
"Μάλιστα" αποκρίθηκα, χωρίς να τον αφήσω να συνεχίσει. "Και πού είναι όλες αυτές;"
"Μια είναι δεν καταλαβαίνεις; Μια φυλακισμένη την έχουν και δε μ' αφήνουν να τη δω. Θα πεθάνω, δεν το βλέπεις, θα σκοτωθώ αν δεν την βρω..." Ο τόνος του δυνάμωσε, μα το βλέμμα του δε χαμήλωνε καθόλου.... 
"Κι εκεί ψηλά τι είναι; Γιατί δεν αλλάζετε ματιά........."
"Η θέση της" με διέκοψε "εκεί, που θα έπρεπε να είναι... Είναι κάτι τέτοιες νύχτες" μ' ακούμπησε " που της μιλάω, την καθοδηγώ, την ενθαρρύνω, τη γεμίζω ελπίδες πως θα μονοιάσουμε. Και μ' ακούει ξέρεις, το νιώθω" με έσφιξε, ανατρίχιασα και προσπάθησα διακριτικά να απομακρυνθώ. 
"Καταλαβαίνω" ψέλλισα με σχεδόν τρεμάμενη φωνή, μα δεν σταμάτησα εκεί "τι έκανε και τη φυλάκισαν;"
Το σώμα του κουνήθηκε αδέξια να ξεμουδιάσει "Ήταν υπερ πολύτιμη για αυτούς, δεν μπορούσαν να φαίνεται και την κλείδωσαν μέσα σε ένα υπόγειο. Μα εγώ της λέω πως θα έρθει η μέρα, που θα δει το φως και τότε θα λάμψει η γυναίκα μου, θα ζηλέψει η μαμά μου και θα υψωθεί η κόρη μου. Να μη φοβάται, της το λέω."
" Άρα είναι τρεις , όχι μια, θέλω να πω...."
"Μία είναι σου λέω" κραύγασε και το δάχτυλο του χεριού του υψώθηκε για να μου το τονίσει ακόμα περισσότερο. "Μία και σαν κι αυτή δεν υπήρξε άλλη καμία."
"Και πώς τη λένε;" ρώτησα περίεργη....
"Μάνα γυναίκα κόρη" ξεστόμισε αποφασισμένα, καθώς κοίταζε τα εναπομείναντα αστέρια που φωτίζουν σε έναν ουρανό γεμάτο καυσαέρια.
  Ήμουν πλέον σίγουρη πως μιλούσα με έναν παλαβό στα μυαλά του άνθρωπο, τον καληνύχτισα δήθεν ότι άφησα μια δουλειά στη μέση και απομακρύνθηκα. Η γαλάζια μου μπλούζα γέμισε από χώμα, όπως είχα σκύψει να του μιλήσω, την τίναξα και επιβιβάστηκα στο λεωφορείο. 
  Μέρες ακόμα, καθώς περνούσα από κει τον έβλεπα, στο ίδιο μέρος, τα ίδια ρούχα, το ίδιο σκηνικό, το ίδιο σύνθημα "Κοίτα ψηλά". Το χαιρετούσα που και που με ένα συμπονετικό χαμόγελο, απ' αυτά που σκέφτεται αυτομάτως το μυαλό σου "Τον καημένο", μα δε με έβλεπε ποτέ ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. 
  Κι έφτασε εκείνη η αποφράς Δευτέρα, που πήγαινα στη δουλειά. Στο σημείο του υπήρχε μόνο ένα ασθενοφόρο, κάποιος έκανε το λάθος και τον πάτησε. "Μα ήταν μες στη μέση για ώρα" μουρμούριζαν οι περαστικοί. Έσπρωξα τους μπροστινούς μου και χώθηκα στο πλήθος, στο απέναντι πεζοδρόμιο, εκεί, που του είχα μιλήσει είχε ένα πράσινο μπουφάν. Δεν άντεξα, το σήκωσα, στην τσέπη του ήταν ένα γράμμα με τίτλο "για σένα". Το άρπαξα βιαστικά μαζί με το πράσινο πανωφόρι του και απομακρύνθηκα.
   Το βράδυ πια, όταν ο ήλιος είχε τελειώσει το ωράριό του στην πρωτεύουσα και το φεγγάρι ξυπνούσε δυναμικά να εκπληρώσει τη βάρδιά του, μόνη μου στην απέναντι καφετέρια, αγκαλιά με το μπουφάν του άνοιξα το γράμμα... Δεν ήταν πάνω από μια παράγραφος. 
                                                      ΓΙΑ ΣΕΝΑ...
Για σένα μικρή μου, που γεννήθηκες τεράστια και σε μικραίνουν, για σένα, που τα βράδια μου σκέφτομαι και νοσταλγώ, για σένα, που σε υποβάθμισαν και σε έβαλαν φυλακή, μεγάλη μου μάνα, γυναίκα της ζωής μου, ελπιδοφόρα κόρη. Δεν μπορώ να ζω πια δίχως σου. Εγώ, που σε γνώρισα ένα βράδυ σαν κι αυτό, σε μια επίσκεψη παράνομη στο υπόγειό σου και σε είδα, εγώ, που σε ερωτεύτηκα παράλογα από κείνη την στιγμή, εγώ, που σε εκείνο το βροντονήσι γνώρισα την ψυχική μου γαλήνη, εσένα, εγώ, εδώ, ταπεινός σου θαυμαστής δηλώνω... Και το πάλεψα να ξέρεις να βγεις από κει, πήγα σε ημερίδες, με γιατρούς σου ξέρεις να σε βγάλουν, μα θα καταστραφείς, μου παν αν βγεις, θα σε θάψουν. Μα έμαθα θα σου ανοίξουν την πόρτα για μια μέρα, για κάποιες ώρες να σε δουν κι άλλοι. Μην τρομάξεις γυναίκα μου. Έρχομαι να σε βρω τώρα, μα δεν έχω άλλον τρόπο.Θα φύγω απ' το σώμα μου γιατί μου 'παν είναι ελεύθερη η ψυχή, όταν πια φεύγεις και πάει όπου η καρδιά σου επιθυμεί. Κι εγώ εκεί δίπλα σου θα έρθω τώρα. Κόρη μου κοίτα ψηλά και έρχομαι. Μόνο ψηλά.
Τα μάτια μου γουρλωμένα κοιτούσαν το σκίτσο από κάτω από τα γράμματα. Σαν ένας χάρτης μιας νήσου, φλεγόμενης, της Σαντορίνης και ένα βελάκι να δείχνει προς τα 'κει. Μια μάνα, γυναίκα, κόρη φυλακισμένη. Έβγαλα το κινητό και αναζήτησα. Το άγαλμα στην αποθήκη του μουσείου. Σκάλωσα. Έψαξα το μπουφάν του και τα δάχτυλά μου κάτι ανίχνευσαν. Το έβγαλαν με προσοχή προς τα έξω. Ένα αγαλματάκι από χαρτοπετσέτες προσπαθούσε να κρατηθεί ακέραιο, μα διάλυσε στα χέρια μου και μια εξ'΄αυτών χύθηκε στο πάτωμα. Γύρισα να την κοιτάξω και πάνω της κάτι έγραφε. Πλησίασα.....
"21/10 σου έρχομαι γλυκιά μου μάνα παρελθόν μου, πικρή γυναίκα το παρόν μου και στερνή μου κόρη, κοντινό μου μέλλον. Να κοιτάς πάνω. Μόνο πάνω. Εκεί, που είναι οι αξίες."....
 http://eulegein.blogspot.gr/2013/10/blog-post.html

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2012

Η Πλούσια Καλλίστη του Χθες ...η Φτωχή Θήρα του σήμερα

της Θάλειας Καραμολέγκου

http://eulegein.blogspot.gr/2011/08/blog-post.html



…H πόρτα του πλοίου άνοιξε αφήνοντας να αποκαλυφθεί η ηλιόλουστη και γεμάτη ομορφιές στεριά του νησιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, λάμποντας από ευτυχία, κρατούσε με το δεξί της χέρι μια μικρή βαλίτσα με ροδάκια και με τ’ άλλο μια μαγκούρα ξύλινη, γυριστή, ό, τι χρειαζόταν για να διαθέτει την αυτονομία της. 55 χρόνια είχε να πατήσει στη Σαντορίνη και το αίσθημα που μόλις ένιωσε όταν το πόδι της πάτησε την στεριά δεν το είχε φανταστεί μήτε στα πιο ελπιδοφόρα όνειρά της. Ήταν το έτος 1956 και ήταν ένας καταστροφικός σεισμός, που την ανάγκασε να ξενιτευτεί από ετούτο το μικρό παράδεισο, που τώρα στα 90 της έτη ξανά αντικρίζει. Δεν είχε οικογένεια, μόνο οι παιδικές της φίλες βρίσκονταν εν ζωή και διέμεναν στο νησί, μα ούτε εκείνες ακόμα γνώριζαν ότι είχε έρθει. « Όπα, όπα κυρία μου τη βαλίτσα σας δώστε τη σε μένα να την τακτοποιήσω κι εσείς ανεβείτε στο λεωφορείο. Πίσω πίσω έχει μείνει μια θέση, αν βιαστείτε…»  Η ηλικιωμένη κούνησε το κεφάλι της θετικά, ανέβηκε τις σκάλες του πούλμαν και κατευθύνθηκε στη μοναδική άδεια θέση που βρήκε. « Κάθεται κανείς;» ρώτησε τη διπλανή της , μια όμορφη νεαρή κοπέλα «Excuse me?». Η 90χρονη δε συνέχισε την κουβέντα στην ξένη τουρίστρια και ακουμπώντας τη μαγκούρα δεξιά της χύθηκε κυριολεκτικά στο κάθισμα… Τα μάτια της εξέταζαν το γύρω χώρο, έψαχναν κάποιον που να γνωρίζει, ντόπιο, μα μάταια κανείς. Γεμάτο το λεωφορείο ξένους που αποτύπωναν την κάθε στιγμή με μία φωτογραφική μηχανή στο χέρι, ενώ η γιαγιά μονάχη εκεί ανυπομονούσε να δει ξανά τα χώματα που γεννήθηκε, εκείνα που μεγάλωσε, εκείνα που βίωσε τις δικές της μοναδικές εμπειρίες, τα χώματά της και τους ανθρώπους της.

Ο οδηγός σιγά σιγά απομακρυνόταν από τη θέα του δράκου χωνόταν μες στα κτίρια, τους δρόμους, τα ανθρώπινα επιτεύγματα. Μα το βλέμμα της επεξεργαζόταν την κάθε διαφορετική κουκκίδα δίπλα της, προσπαθώντας να βρει κάτι που να θυμίζει το τότε, κάποιο σπίτι, κάποιο χωράφι… Αδίκως… Κάτι καινούριες οικοδομές ανάμεσα σε τελειωμένα κτίρια εμπόδιζαν το κοίταγμα στη φύση. «Τίποτα παραπάνω δε θα δω για να πειστώ ότι ο τόπος αυτός άλλαξε», συλλογίστηκε. Κι όμως είχαν ακόμα πολλά να δουν τα κουρασμένα απ ΄ το ταξίδι μάτια της.  Το πούλμαν έφτασε στο κέντρο του νησιού. Η ηλικιωμένη κρατώντας με το ένα χέρι τη μαγκούρα και με το άλλο τη βαλίτσα της, ανύψωσε τους οφθαλμούς της και χάθηκε. Ήταν τόσο απλό. Παντού τριγύρω οικοδομήματα, κτίρια, ξενοδοχεία, μαγαζιά τουριστικά. Πουθενά δεν έβλεπε χωράφι τριγύρω της, μήτε τον τόπο που θυμότανε παλιά. Πάρα πολύς κόσμος, συνωστισμός, τρεχαλητά, γέλια παντού, ξένοι προ πάντως ξένοι, αλλά γενικώς τουρίστες. Αμάξια, κίνηση, κυκλοφοριακό χάος. Εκεί που κάποτε ήταν οι δικοί της κι ήταν τόσο ήρεμα. Εκεί τώρα δέσποζαν εκείνοι. Δεξιά της ένα περίπτερο, πλησίασε… «-Καλησπέρα, προς τα πού να τραβήξω για να ξανοιήσω (=δω)…» Η ηλικιωμένη του είπε δεκαπέντε ονόματα που έμεναν εκεί χωρίς υπερβολές, έδωσε ονοματεπώνυμα, ψευδώνυμα, ηλικίες, τα πάντα. Ο περιπτεράς τακτοποιώντας το ταμείο του, σήκωσε το κεφάλι « -Τι λέτε κυρία μου; Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Ιδέα δεν έχω.» Απογοητευμένη έσυρε το κορμί της, κουρασμένη απ ΄ την ταλαιπωρία, σε ένα παγκάκι και παρέδωσε το σώμα της στο ξύλινο αυτό καθιστικό. Δύο ώρες εκεί μόνη της, ατενίζοντας τα γύρω της χαμογελαστά πρόσωπα των ξένων, την φριχτή κίνηση των αυτοκινήτων και πάνω από όλα το αλλιώτικο τοπίο, που αντίκριζε. Ενώ η μνήμη της τα παλιά κι ένα άλλο εντελώς διαφορετικό, φυσικό τοπίο ζωντάνευε μπροστά της. Κανείς γνωστός ώσπου…
 «-Μαργαρίτη, κα (=καλέ) βρε Μαργαρίτη εσύ είσαι;» φώναξε μία κυρία πίσω της, όμοιας ηλικίας, κουνώντας το χέρι της δεξιόστροφα κι αριστερόστροφα πλησιάζοντας την.
«-Εγώ είμαι.» φώναξε η γιαγιά και σπίθες ελπίδας κατέκλυσαν το πρόσωπό της
«-Ήρθες Μαργαρίτη μου, ήρθες; Αμεδά (=απίστευτο!) αλάλιασα (=έμεινα άναυδη)! Μη σε θαρμίσω(=ματιάσω) για τα χρόνια σου μια χαρά βαστιέσαι (=κρατιέσαι). Η Ανεζίνη είμαι. Κα (=Καλέ) με ανηορεύγεσαι (=θυμάσαι);» και η παλάμη της ακούμπησε απαλά πάνω στον ώμο της 90χρονης.
 «-Βεβαίως και σε ανηορεύγομαι (=θυμάμαι), μος (=μόλις) ήρθα και διαμπλάσσω (=περιφέρομαι)… Τόσα χρόνια σε ξένο τόπο.»  
  «- Ίντα (=Τι) κάνεις; Πώς είναι η Αθήνα;»
  «-Καλά» αποκρίθηκε «Χαμός κι εδωδά (=εδώ), όμως, ξανοίω (=βλέπω), αλλάξατε.»
   «-Ναι, χτίσαμε ξενοδοχεία, εστιατόρια, μαγαζιά, αποκτήσαμε ρεάλια (=λεφτά), τα παιδιά μου βρήκαν δουλειά- ένα ξενοδοχείο το καθένα έχει- και έρχονται κι άλλοι τοσαβιά (=πολλοί), ξέρεις, να μείνουν εδώ μόνιμα, να χτίσουν…  Και Μαργαρίτη μου εγώ δεν ξέρω απ ΄ αυτά, αλλά, λένε, το νησί μας βούκινο (=πασίγνωστοι) έγινε σε όλο τον κόσμο… Έρχονται από παντού εδωδά(=εδώ) για διακοπές… Κι εμείς πλουτίζουμε τα καλοκαίρια και φτιάχνουμε ακόμη περισσότερα χτίρια για να κερδίσουμε πιο πολλά.» Και το στόμα της δε σταματούσε να περιγράφει…
«Χαθήκατε, όμως, παντού αρύφνους (= αγνώστους) ξανοίω (=βλέπω)…» τη διέκοψε η ηλικιωμένη, «…Δε μονιάζετε (=βρίσκεστε) πια όπως εμείς παλιά, δε μιλάτε… Τα παιδιά σου καλά είναι;» Η Ανεζίνη γύρισε το βλέμμα της δεξιά κι αριστερά, εξετάζοντας μήπως κάποιος την παρακολουθεί και αφού σιγουρεύτηκε πως όχι γύρισε στη Μαργαρίτη και χαμηλώνοντας το βλέμμα αναφώνησε:
«- Όχι, τους ‘φάγαν οι επιχειρήσεις τσακώθηκαν μεταξύ τους για τα ξενοδοχεία, θα τα βρούνε όμως το πιστεύω.» Η Μαργαρίτη θέλησε να αλλάξει το θέμα, μην τυχόν τη φέρει σε δύσκολη θέση. «-Εσύ μιλάς με τις άλλες, την παλιά παρέα μας;»
 «-Σπάνια, τρέχουμε τώρα, τουρισμός αυτούς τους μήνες και όπως μπορείς, βοηθάς τα παιδιά σου. Εσύ που πας τώρα;»
 «-Το σπίτι μου ήθελα να δω αλλά χάθηκα, δεν ξέρω πώς να  πάω εδωδά (=εδώ) μες στο σαματά (=στη φασαρία) του κόσμου. Μ’ έπιασε σαλαβατίσι (= ζαλάδα) με όλα αυτά τα κτίρια που ξανοίω (=βλέπω) .Μπας κι εσύ ξέρεις απέκειο (= τι απέγινε)  το σπίτι; »
 «Έλα να σου δείξω, πάμε μαζί!»
Η μαγκούρα περνούσε ανάμεσα στα πόδια των περαστικών με μια ατμόσφαιρα πολύ ασφυκτική από τους τουρίστες, σαν να τις κύκλωνε στη μέση. «- Να κα (=καλέ) εδωδά (=εδώ) στάσου» φώναξε η Ανεζίνη και σήκωσε τη  μαγκούρα της ψηλά θέλοντας να τονίσει κάτι. Εκεί μπροστά τους μια χαραμάδα φωτός μεταξύ δύο ξενοδοχείων έδειχνε ένα τοίχο μισογκρεμισμένο, φαίνονταν μερικά συντρίμμια  κάτω στο χώμα, ενώ τα ξενοδοχεία και τα κτίρια ενοικιαζόμενων δωματίων υψώνονταν επιβλητικά τριγύρω. « Δεν μπορούμε να πάμε πιο κοντά , έχει κυκλωθεί από χτίρια και το ρυμίδι (=δρομάκι) που είχε, χάθηκε μέσα στις  φαραοσυκιές. Θα γιομίσουμε (=γεμίσουμε) αγκίλια(=αγκάθια) αν τις πλησιάσουμε.» Το σώμα της γιαγιάς Μαργαρίτης ακούμπησε πίσω στον τοίχο, σκύβοντας το κεφάλι της. Ίσως δεν πίστευε, ίσως ήταν κάτι που δεν είχε φανταστεί να δει ποτέ της, ούτε στους χειρότερους εφιάλτες της.  Η Ανεζίνη ακούμπησε τον ώμο της ηλικιωμένης  φίλης της και αναφώνησε «Θα συνηθίσεις. Μεταξύ μας, ούτε εμένα μου αρέσει, αλλά τι να κάνουμε φέρνει  πολλά ρεάλια (=χρήματα) και μεγάλη ανάπτυξη». Μετά από ώρα σιωπής ατενίζοντας μέσα από τη χαραμάδα η 90χρονη γύρισε το βλέμμα προς την παιδική της φίλη, «-Ανηορεύγεις (=θυμάσαι) ίντα (=τι) δουλειές κάναμε στα χωράφια; Ίντα (=τι) παιχνίδια όντες(=όταν) ήμασταν παιδιά; Πάμε να κάτσουμε εκειδά (=εκεί).»
«-Το χωράφι αυτό δεν υπάρχει πια, το πούλησα, έγινε ξενοδοχείο και γενικά δεν πολύ ασχολούμαστε τώρα τόσο με την αγροτιά. Με τη βεντέμα (= τον τρύγο), με τα χωράφια, όσο μπορούμε, ό, τι κάνουμε  εμείς οι μεγαλύτεροι. Δεν βγάζει ρεάλια (=χρήματα) λένε», τόνισε με ένα φανερό ύφος δυσαρέσκειας και τα χέρια της σφιγμένα γύρω από τη μαγκούρα.
 «-Ναι αλλά έτσι χάνουμε τις παραδόσεις μας. Πρέπει όλοι μαζί να αλληκοντεύσουμε (=εμποδίσουμε) να γίνει αυτό. » απάντησε η Μαργαρίτη, αγνοώντας έναν επίμονο περαστικό που θέλησε να τους τραβήξει την προσοχή προβάλλοντάς τες το χαμόγελό του.   «- Άστα αυτά, μην τα αναιχασκίζεις (= αναφέρεις) και γογγύζεις (= δυσανασχετείς). Κα (=Καλέ) τώρα πού θα μείνεις και πόσο; Αν το αραθυμείς (=επιθυμείς πολύ) έλα μαζί να μείνουμε για όσο θες γιατί δουλιώ (=φοβάμαι) πως θα σε χάσω πάλι.. Και εγώ μόνη μου είμαι στο σπίτι, να έχω έναν άνθρωπο δικό μου να ξαραθυμώ (=ευχαριστιέμαι)και να ξεβαριούμαι (=διασκεδάζω). Πάμε!».
Η Μαργαρίτη έγνεψε καταφατικά και ακολούθησε τη φίλη της. «-Για όσο με θέλει η Παναγιά να έχω ζήσι (=ζωή), θα μείνω. Ήρθα να περάσω τα γεραθειά (=γεράματά) μου. Εδωδά (=εδώ) μεγάλωσα, εδωδά (=εδώ) αναπτύχθηκαν οι ελπίδες και τα όνειρα μου, πώς να φύω (=φύγω);»
Ο καναπές η νησιώτικη ατμόσφαιρα ενός  παραδοσιακού οικισμού, παλιού έκαναν την ελπίδα και πάλι να ζωντανέψει στα μάτια της. Η φίλη της, αφού την καλωσόρισε στην οικία της, της προσέφερε ένα ζεστό ρόφημα στο τραπέζι και λίγους ξηρούς καρπούς. Το βλέμμα της Μαργαρίτης γύρισε δεξιά. Πάνω σε ένα μικρό τραπεζάκι απλωνόταν ανοιχτή μια εφημερίδα. Πάνω πάνω ο τίτλος στη σελίδα εκείνη έγραφε…. «Υποκλίθηκε όλος ο κόσμος στην ομορφιά της. Πρώτη σε όλο τον κόσμο η Σαντορίνη…»   Ας μην την καταστρέψουμε ,όμως ,σκέφτηκε, να υπάρχουν σύνορα αναπτυξιακής πολιτικής. Αξίζει όχι μόνο να ‘ναι πρώτη για αυτούς, αλλά και πρώτη για μας, πρώτη στις καρδιές μας… Η σκέψη της κινούνταν μες στη μηχανή του χρόνου ερχόμενη μπροστά σε ιστορίες, σε χρόνια αλησμόνητα, σε χωράφια και σπίτια, σε γειτονιές γεμάτες γνωστούς, χαμόγελα και αγάπη. Μα δεν μπορεί να χάθηκαν όλα αυτά; Υπάρχουν, σίγουρα υπάρχουν, αρκεί κάποιος  να τους προσφέρει την αφορμή να τα αναδείξουν και πάλι. Αρκεί μια ζεστή αγκαλά για να έρθουν μετά χίλιες. Αρκεί μια ανθρωπιά για να γίνουμε πολλοί. Αρκεί μια γλυκιά κουβέντα και πάλι για να ενώσει τους ανθρώπους. Αρκεί ένα χαμόγελο για να φέρει την ελπίδα σε όσους σε κοιτάζουν. Αρκεί…
Τα μάτια της χαμένα έξω από το παράθυρο κοιτάζοντας τόσο κόσμο να περνάει. Ξένο. Μα φταίνε αυτοί; Όχι βέβαια μήτε ο τουρισμός φταίει, παρά μόνο η τεράστια και η γρήγορη ανάπτυξη του από μας χωρίς όρια και χωρίς φραγμούς. «…Αχ  να υπήρχε εκείνο το χωράφι που μεγάλωσα, αχ εκείνες οι πλατείες οι απλές με χώμα που γεύτηκα το παιχνίδι, τη φιλία, τον πρώτο έρωτα. Αχ  να μπορούσε να  μπει στις ψυχές των νέων η ίδια αγάπη σαν και αυτή που εγώ βίωσα από τους γύρω μου, εκείνη η αληθινή. Αχ να γινόμασταν εμείς οι ντόπιοι και πάλι πρωταγωνιστές του νησιού μας και να παίρναμε το σκήπτρο από τους τουρίστες. Για εμάς να γινόταν η ανάπτυξη και όχι για εκείνους. Αχ να τοποθετούσαμε όρια να μη χαθεί η  γιγάντια ανθρωπιά που έχουμε. Στον κόσμο αυτό της μοναξιάς που ζούμε. Αχ…» αναπολούσε και έπινε το ρόφημα αμίλητη.
Αν το βάλουμε σκοπό δεν θα απομακρυνθούμε, θα μείνουμε ενωμένοι με αγάπη, όλοι πρωταγωνιστές του τόπου μας, δεμένοι. Αν το βάλουμε σκοπό, λίγο όριο χρειάζεται. Αν το βάλουμε σκοπό, μπορούμε, μπορούμε να μείνουμε νησιώτες, συγχωριανοί, άνθρωποι. Αν το βάλουμε μονάχα για σκοπό μας…

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Ακρωτήρι: Άνοιξαν οι πύλες και πάλι στην μηχανή του χρόνου



της Θάλειας Καραμολέγκου 
Οι σποραδικά παρατεταμένες πέτρες εμπόδιζαν το ταχύ βήμα του Ουαλλού τουρίστα καθώς έμπαινε στον αρχαιολογικό χώρο του Ακρωτηρίου. Το βλέμμα του πότε δεξιά , πότε αριστερά εξέταζε το κάθε διαφορετικό σημείο λες και θα ανακάλυπτε εκείνος κανένα νέο αρχαιολογικό εύρημα. "Ευτυχώς δεν έχουν έρθει ακόμα πούλμαν κι είμαστε ήρεμα" ακούστηκε μία φωνή μέσα από το φυλάκιο, που έβγαζαν τα εισιτήρια οι τουρίστες. Το πρόσωπο του φύλακα έστρεψε στα δεξιά και αφού κάρφωσε τον Ουαλλό τουρίστα στα μάτια άπλωσε το χέρι του δεξιά και είπε " Τhere is the tomb of Marinatos, who discovered this prehistoric settlement" με καμάρι και αυτοπεποίθηση. Ο συνομιλητής του χαμογέλασε με ικανοποίηση και έριξε μια θολή ματιά δεξιά ίσα ίσα να δει αυτό που του 'δειχνε πριν εισέλθει στον στεγασμένο χώρο.
Αρώματα, εικόνες, αισθήσεις μιας άλλης εποχής γέμιζαν τα μάτια του από χρώματα... Το μυαλό του κατέκλυζε από ιστορίες και η καρδιά του από συναισθήματα... Όλα γύρω του τόσο παλιά μα και τόσο σύγχρονα συμπλήρωναν ένα μαγικό τοπίο, μια υπέροχη εικόνα και τα πόδια του απλά μηχανικά κινούνταν ανάμεσα στην προϊστορική αυτή συνοικία. Μπροστά του πλέον απλωνόταν μία πλατεία, απέναντί του ένα διώροφο σπίτι και πιο δίπλα άλλα, το κεντρικότερο μέρος της ανευρεθείσης αυτής πολιτείας. Για δέκα δευτερόλεπτα οι οφθαλμοί του περιπλανήθηκαν στο χώρο, θαύμασαν τις ομορφιές του.


Ένας δυνατός κρότος ,όμως, και σε ανύποπτο χρόνο μία κραυγή και δύο καρφωμένα πόδια στο έδαφος , ανίκανα να αντιδράσουν να κουνηθούν να απομακρυνθούν, να σωθούν, να ζήσουν. Δυό μάτια ,που σε δευτερόλεπτα έζησαν μπροστά όλη τη ζωή του άντρα και ένα ξεψύχισμα, μία εκπνοή ήταν ικανή να αντικατοπτρίσει το φρικτό αυτό τοπίο, ένα σώμα ξαπλωμένο στο έδαφος καταπλακωμένο με ένα ογκώδες στέγαστρο, με κολόνες και σίδερα και μία ψυχή , μία πνοή, μία ζωή περιπλανιόταν πλέον στο χώρο....  Ένα μεγάλο μέρος του στεγάστρου ίσα με ένα γήπεδο μπάσκετ είχε πέσει κι είχε προσγειωθεί στον κεντρικότερο χώρο της συνοικίας, στο κεντρικότερο σημείο ενός ανθρώπου, στην καρδιά του. Τίποτα όμως δεν σταματούσε τον χρόνο να κυλά, ανέπαφος συνέχιζε της ζωής τον τροχό για τους γύρω, κραυγές, βογγητά, παρακάλια, ουρλιαχτά από δύο γυναίκες που είχαν εγκλωβιστεί στα συντρίμμια ξεπερνούσαν τη δύναμη του αέρα σε δυνατό βοριά... Τρεχαλητά και δυνατές φωνές κύκλωναν το πεσμένο στέγαστρο, οι φύλακες πανικόβλητοι προσπαθούσαν με κάθε δύναμη να βοηθήσουν τις δύο εγκλωβισμένες γυναίκες. Και όλο περισσότερο μαύριζε ο ουρανός  τους, η όρασή τους και πρώτα η μία έχασε τα χρώματα της ζωής και λιποθύμησε απ' τον πόνο.... Βήματα ακούγονταν μονάχα , βήματα από κάθε και προς κάθε κατεύθυνση όλη εκείνη τη μέρα, βήματα που σηματοδοτούσαν το χάος.
Σουρουπώνει... Η πτώση του στεγάστρου, ο τραυματισμός των γυναικών , ο θάνατος του άντρα έγιναν πρώτη είδηση, το κλείσιμο του αρχαιολογικού χώρου γεγονός και το μετέπειτα άνοιγμα του μετέωρο... Αβέβαιο για τον χρόνο που θα χρειαστεί στην αποκατάσταση του... Ένας άνθρωπος πέθανε και άλλοι τραυματίστηκαν σοβαρά... Οι υπεύθυνοι ανεύθυνοι κι οι αφελείς υπεύθυνοι και ποιόν πλέον ενδιαφέρει τις πταίει; Πολλούς, έναν  ή δύο... Πού να ακουστεί φωνή μέσα στον θρήνο, πού να βγει χροιά μες στην απελπισία; Βουβοί ένας ένας απ' αυτούς που έμειναν και τίμησαν και βοήθησαν μέχρι την τελευταία στιγμή εκείνη τη μέρα τον τόπο έφευγαν και αποχαιρετούσαν ποιός ξέρει για πόσο αυτό το αρχαιολογικό αριστούργημα... Μονάχα ένας ψίθυρος ακούστηκε πίσω απ' όλους "... Και είναι 23/9/2005"...
Ακόμα και αν υπήρχε στοίχημα για το πότε θα άνοιγαν τις πύλες στο κοινό για το Ακρωτήρι η επιλογή 7 χρόνια θα ήταν σίγουρα η λιγότερο πιθανή, ένα outsider το οποίο όποιος το στοιχημάτιζε όμως θα γινόταν πάμπλουτος.... Και ναι, 7 ολόκληρα χρόνια για να μπει σε 1 τελική μορφή ένα στέγαστρο που καλύπτει το μυστήριο τούτο τόπο... Για να αναζωογονηθούν όλες οι αισθήσεις μας με τη μαγεία αυτού του χώρου... Για να ξαναντικρίσουμε περήφανοι το ένδοξο παρελθόν μας...
Oι μέρες πέρασαν οι μήνες τα χρόνια.................................

Ένας χαλαρός αέρας ανέμιζε τα φύλλα των δέντρων εκείνο το βράδυ , ένα παγκόσμιας πρωτοτυπίας βιοκλιματικό στέγαστρο υψωνόταν πάνω από τα αρχαιολογικά ευρήματα, μία απίστευτη ηρεμία χαλάρωνε την αύρα ενός μυστήριου όντος, που καθόταν δίπλα σ' έναν τάφο..




Εκείνο σκυμμένο, σα να ψιθύριζε σε κάποιον δίπλα του τρεις λέξεις "Σπύρο, ανοίγουμε ακούς;" Μιλούσε μια περίεργη διαφορετική από μας γλώσσα αλλά φαινόταν να συνεννοείται άνετα με κάποιον δίπλα του... Η απάντηση δεν άργησε να έρθει. Μία κάπως πιο βαριά φωνή ίσα ίσα που γαργαλούσε το αυτί σου όταν τα μάτια σου κρατούσες ορμητικά κλειστά " Να θυμάσαι Richard εμείς πλέον είμαστε αυτοί που θα φυλάμε αυτόν τον τόπο, εμείς οι πιο πρόσφατοι γιατί, το λατρεύουμε τόσο...." Ένα δυνατό βουητό ανέμου ανάγκασε τα μάτια μου να ανοίξουν...
Είναι βέβαιο πως η συζήτηση συνεχίστηκε και συνεχίζεται, το βλέμμα μου περιπλανήθηκε στο χώρο ο αέρας ανέμιζε τα μαλλιά μου, ήταν εκεί -το ένιωθα- και οι δύο, έστρεψα το κεφάλι δεξιά και τα μάτια μου καρφώθηκαν πάνω σε ένα απλό μνήμα ενός τεράστιου Έλληνα.. Πάνω έγραφε Σπυρίδων Μαρινάτος αρχαιολόγος. Εκείνος ο άνθρωπος, που ανακάλυψε αυτόν τον αρχαίο παράδεισο... Λίγο πιο δεξιά μια ελιά μες στον αρχαιολογικό χώρο, την κοίταξα έντονα μα σαν κάποιος να μου έγνεφε από κει...


Ηταν εκείνη η ελιά, που φύτεψε η οικογένεια του θανόντα Ουαλλού προς μνήμη του. Εκεί...."Μ' ακούς εσύ;" ακούστηκε μία φωνή από πίσω της "Σαν αύριο ξημερώσει η μέρα και πάλι κόσμος έρχεται να απολαύσει μία άλλη εποχή, να μπει στη μηχανή του χρόνου, μη μας ξεχάσουν, να μας θυμούνται , εμένα και το φίλο μου τον Σπύρο και να ξέρουν πως θα τους προσέχουμε όλους από δω, φύλακες νύχτα μέρα. Ακούς; νύχτα μέρα! Θα φροντίζουμε εμείς για τούτο τον παράδεισο! Μη μας ξεχνάτε και να τον τιμάτε εκείνον όχι εμένα" και ένα απαλό αεράκι φύσηξε προς τη μεριά του φτωχού τάφου του Σπουδαιοτάτου Έλληνα Μαρινάτου... "Να απολαύσετε το μέρος κάθε στιγμή, με ασφάλεια και να μας θυμάστε μ' ακούς;" Η νύχτα άπλωσε τα πέπλα της και ένα απαλό αεράκι διέκοψε το άκουσμα αυτής της φωνής....
Το επόμενο χάραμα υποδέχτηκε με πλείστο ενθουσιασμό εκείνο το βράδυ.... Η ατμόσφαιρα μύριζε εορταστικά, όλοι ήταν κατενθουσιασμένοι... Επιτέλους ο αρχαιολογικός χώρος άνοιγε ξανά να υποδεχτεί τους εκατομμύριους θαυμαστές του... Όλοι ανυπόμονα βάδιζαν προς το στεγασμένο "χωριό", μα τα πόδια και η καρδιά μου είχαν άλλη κατεύθυνση... Με δυο λουλούδια σφιχτά οι παλάμες μου να βαστάνε, πλησίασα το μνήμα του Μαρινάτου και με μια βαθιά υπόκλιση του τα προσέφερα εγκαρδίως.
Εκείνη την στιγμή ένα απαλό αεράκι χάιδεψε τα μαλλιά μου σαν κάποιος να μου έλεγε ευχαριστώ... Έμεινα κάτω απ' την ελιά για ώρες και κοιτούσα τον κόσμο να περνά, μα τα μάτια μου έκλεισαν για λίγο απολαμβάνοντας... Κι ήταν εκεί που μια φωνή πάλι γλυκά μιλούσε. Ήταν εκείνος ο Richard - George Beunion, Ουαλλός τουρίστας, θανών στις 13:00 περίπου το μεσημέρι με την πτώση του στεγάστρου .... "Ανοίξαμε λοιπόν σήμερα 11/4/2012, άντε καλή μας τύχη, καλό ταξίδι σας και πάλι στον κόσμο των ονείρων"... μου ψιθύρισε..... 




Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Μια ωραία Σαντορινιά....

Μια υπέροχη διασκευή επί το Σαντορινιό του τραγουδιού :! " Στο λευκό τον Πύργο" Στίχοι: Ξενοφώντας Φιλέρης Μουσική: Γιώργος Ζαμπέτας... από ποιαν άλλην άραγε πλην της Θάλειας Καραμολέγκου !! Α ρε Θάλεια τι μας κάνεις ..... 



Είχα πάει τσάρκα ως τη Σαντορίνη
και τριγυρνούσα στην ακροθαλασσιά
ξαφνικά στο πλάι, να με προσπερνάει
είδα μια ωραία Σαντορινιά
Στο χωριό τον Πύργο πήρα τα φιλιά της
είχε κι ένα σπίτι στη Μέσα Γωνιά
από το Καμάρι ήταν η μαμά της
πάππου προς πάππου Σαντορινιά
Στην Αγιά Τριάδα πιάσαμε κουβέντα
και περπατήσαμε στην Επισκοπή
από 'κει και πέρα γίναμε παρέα
και γίναμε ζευγάρι εγώ κι αυτή
Μέσα σε δυο μήνες βάλαμε στεφάνι
 
στο Ημεροβίγλι έγινα γαμπρός
κι από Αθηναίος, μέσα σε δυο μήνες
έγινα, ρε μάγκα, Σαντορινιός




Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

Μια μέρα στην Αρχαία Θήρα..της Θάλειας Καραμολέγκου


Το πόδι του μικρού παιδιού κλωτσούσε ασυναίσθητα τις πέτρες που βρίσκονταν γύρω του. Παρόλο που το τοπίο φάνταζε μαγικό πάνω στο οροπέδιο 100 μέτρων στη μέση γκρεμού αριστερά και δεξιά, το αγόρι δεν έβρισκε καμία σοβαρή δικαιολογία να παρακολουθήσει την ξεναγό, που επίμονα ανέλυε κάθε αρχαιολογική πέτρα που συνέθετε το γύρω περιβάλλον. «- Ψιτ, εσύ με το καπέλο, εσύ που κοιτάς γύρω σου, εσύ με την πράσινη μπλούζα…» Το αγόρι έριξε μια θολή ματιά σε αυτά που φορούσε κι έστρεψε το πρόσωπό του προς τα πίσω. Ο κόσμος ξεπερνούσε τους 50 , το σφίξιμο του καρπού του με το χέρι της μάνας του είχε χαλαρώσει λόγω της αφοσίωσής της στα λόγια της ξεναγού. « Ναι, εσένα λέω, έλα μαζί μου, θέλω να σου δείξω κάτι πολύ όμορφο.» Το μικρό παιδί κοιτούσε μια λεπτή φιγούρα ενός ανήλικου άρρενος που παρουσιαζόταν μπροστά του. Εκείνο φορούσε πολύ περίεργα ρούχα άλλης εποχής, τα μαλλιά του ανέμελα ενώ τα πόδια του γυμνά από παπούτσια. « Έλα σου είπα» επανέλαβε η φωνή . Το αγόρι έριξε μια κλεφτή ματιά στη μητέρα του κι έπειτα στην κυρία που εξηγούσε τα μνημεία κι αμέσως ελεύθερο έτρεξε μ’ όλη τη δύναμη των ποδιών του πίσω από τη λεπτή φιγούρα. «Νικίων, χάρηκα» Περίεργο σκέφτηκε το μικρό παιδί για όνομα, ανταποκρινόμενο στο χαιρετισμό «Νίκος κι εγώ χάρηκα».
Αφού περπάτησαν αμίλητοι λίγο δρόμο, η φιγούρα σταμάτησε, πήρε ένα ξύλο χάραξε το χώμα σε σχήμα Ο κυκλικό κι αναφώνησε « Εγώ έμενα εδώ, αυτή ήταν η οικία μου». Το αγόρι γούρλωσε τα μάτια του κι είπε « Μα δεν έχει καν τοίχο!» «- Α, ξέχασα να σου πω» απάντησε σηκώνοντας το χέρι του προς τα πάνω « σε ότι σου δείξω έχει επέλθει φθορά, εκείνη του χρόνου» Ο Νίκος δεν πολυκατάλαβε τι εννοούσε ο Νικίων πιθανολόγησε όμως στο μυαλουδάκι του ότι θα είχε γίνει σεισμός. «Και πότε θα φτιαχτούν;» ρώτησε «-Δεν ξέρω, ίσως και ποτέ, αυτό μόνο οι Θεοί το ξέρουν.»
« -Οι Θεοί; Μα ένας υπάρχει» «-Α, ναι έλα μαζί μου, εγώ ξέρεις πίστευα σε αυτούς» και με το δάχτυλό του έδειξε μία αρχαία μεγάλη πέτρα από ασβεστόλιθο, σαν τοίχο. « Είναι το δελφίνι, ο αετός, το λιοντάρι που συμβολίζουν τους Θεούς μας, τον Ποσειδώνα, το Δία και τον Απόλλωνα αντίστοιχα»
«-Μα πού βρισκόμαστε; Εγώ παντού τον ίδιου τύπου πέτρας βλέπω» Ο Νικίων έστρεψε το βλέμμα προς τα κάτω φανερά απογοητευμένος. «-Είμαστε στο τέμενος του Αρτεμίδωρου, σε ένα ιερό.» Το αγόρι κοίταζε προσεχτικά αυτά που του έδειχνε « Κι αυτό;» φώναξε με δυνατή φωνή λες κι ανακάλυπτε κάτι. «-Εε αυτό είναι το πορτρέτο του ιδρυτή αυτού του ιερού (3ος αι. π.Χ.), που απεικονίζεται στεφανωμένος. Ο Αρτεμίδωρος από την Πέργη της Μ. Ασίας ήρθε ως εκπρόσωπος των Πτολεμαίων εδώ κι έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του.» «-Α» είπε το μικρό παιδί που έβλεπε τη συζήτηση να παίρνει περισσότερο ενδιαφέρον
«Ξέρεις εμείς έχουμε αρκετές εκκλησίες για τον Κύριο. Εσείς δεν έχετε πολλές για τους δικούς σας;» «-Βεβαίως» ανέβασε τη φωνή του ο Νικίων αλλά τα ονομάζουμε ιερά και ναούς, δώσε μου το χέρι σου…» Το αγόρι κέρωσε, έπρεπε να τον εμπιστευτεί; Καθώς όμως η περιέργειά του είχε κατακλύσει το κορμί του άπλωσε το χέρι του κι αγνόησε κάθε πιθανό κίνδυνο. Τα πόδια τους ακούγονταν ρυθμικά να βηματίζουν γοργά πάνω στους λιθόστρωτους κλιμακωτούς δρόμους. « Αυτός είναι ο ναός του Διονύσου, Θεός του κρασιού και του γλεντιού. Βλέπεις; Είναι ελληνιστικός ναός (3ος αι. π.Χ.) δωρικού ρυθμού, χτισμένος πάνω σε ειδικά διαμορφωμένο ανάλημμα, αποτελείται από πρόναο και μικρό σήκο. Η πρόσοψη κι η στέγη από μάρμαρο ενώ το υπόλοιπο από ντόπια πέτρα. Αργότερα, έγινε ναός των Ρωμαίων αυτοκρατόρων» Αφού τον επεξεργάσθηκαν κατηφόρισαν στο κέντρο της πόλης, την αγορά, όπου ο Νικίων του έδειξε τις θέρμες, μνημεία, ναόσχημα κτίρια για επιφανείς άνδρες και τη Βασιλική Στοά « Αυτή έφτιαξαν τον 1ο αι. μ.Χ. ύστερα από μένα, να εδώ ήταν κάποτε στημένα αγάλματα της οικογένειας του Καίσαρα, ενώ έλα εδώ στο δυτικό τοίχο» φώναξε « είναι εντοιχισμένες δύο ενεπίγραφες πλάκες, όπου λένε ότι την στοά την κατασκεύασε ο Κλειτοσθένης, ένας πλούσιος ντόπιος το 149 μ.Χ. » τα μάτια του κοίταξαν λίγο τριγύρω και συνέχισε «Να σου πω και κάτι εμπιστευτικό, εμείς είχαμε ένα μοναδικό ηγέτη στις καρδιές μας, το Θήρα. Το νησί από εκεί πήρε το όνομά του. Εκείνος είχε κυβερνήσει την Σπάρτη ως θεματοφύλακας των παιδιών Προκλή και Ευρυσθένη. Μόλις τα παιδιά ενηλικιώθηκαν κι είχαν δικαίωμα στον θρόνο, ο Θήρας έφυγε και ήρθε εδώ, στην Καλλίστη όπως τότε ονομαζόταν. Τον 9ο αι. π.Χ. το όνομά του μεταφέρθηκε και εδώ στην πόλη μου. Εδώ όταν έφτασε βρήκε αποίκους των Φοινίκων, ενώ έφερε μαζί του μερικούς Μινύες απογόνους των Αργοναυτών. Δυστυχώς από όσο ξέρω το 630 π.Χ. έγινε εδώ μια επταετή ξηρασία που ανάγκασε μερικούς κατοίκους να φύγουν ως άποικοι στη Λιβύη…»
«- Ξέρεις πολλά» αποκρίθηκε το παιδί ενώ είχε αποχαυνωθεί από τις ιστορίες που του διηγούταν ο Νικίων. «- Έτσι λέω τόσα χρόνια πια αυτό έλειπε, μπορώ να σου αναλύω με τις ώρες… Λοιπόν θες να πάμε πιο κάτω;» «-Πάμε» αναφώνησε με λαχτάρα το αγόρι «- Θυμάμαι που λες κάθε μέρα κατηφόριζα εδώ στο νοτιανατολικό άκρο της πόλεως, στην περιοχή με τα πολλά ιερά π.χ. ο αρχαϊκός ναός του Καρνείου Απόλλωνος, ένας απλός ναός με πρόναο και σήκο, τετράγωνη αυλή με υπόγεια δεξαμενή, όπως και άλλοι του Ερμή, του Ηρακλή… για να δω τα ιερά και να γυμναστώ . Ειδικά το Σεπτέμβρη συρροή κόσμου γιορτάζαμε όλοι μαζί τα Καρνεία και να κάπου εδώ» είπε και έκανε έναν πήδο «σε αυτόν τον βράχο είχα λαξεύσει το όνομά μου μαζί με φίλους μου. Να κι εκεί» δείχνοντας προς τα νότια «έκτισαν το γυμνάσιο των εφήβων (2ος αι μ.Χ.)». Ο Νίκος αφού κοίταξε προσεκτικά το γύρω χώρο γύρισε τη συζήτηση αλλού «- Εμείς ξέρεις, έχουμε να διασκεδάζουμε πολλά παιχνίδια εσείς δεν έχετε;»

«-Φυσικά κι έχουμε, είχαμε και το θέατρο! Στην αρχή ήταν κυκλικό (3ος αι. π.Χ.) αλλά μετά επεκτάθηκε η σκηνή και κατέλαβε τμήμα της αρχικής ορχήστρας (1ος αι. μ.Χ.). Πάμε να το δεις! ».





Η θέα ήταν μαγευτική, τα παιδιά κοιτούσαν αμίλητα το φως να χάνεται πίσω από τη φιγούρα του απέναντι νησιού, μέχρι που διέκοψε τη σιωπή ο Νικίων «-Πολλές φορές έρχομαι εδώ και αγναντεύω από το πρωί μέχρι το βράδυ μόνος μου, δε με κουράζει ούτε το βαριέμαι καθόλου. Με μεγάλη ευχαρίστηση το αντικρίζω επί ώρες..» «-Δικαιολογημένα» αποκρίθηκε το αγόρι ενώ τα μάτια τους δεν άλλαζαν πλεύση παρά μόνο ατενίζοντας το γαλάζιο μέσα από το θέατρο, σα μια παράσταση που λάμβανε μέρος μπροστά στους οφθαλμούς τους. «-Πάμε σιγά σιγά;» είπε ο Νικίων διακρίνοντας το σκότος να αντικαθιστά το φως της υπέρτατης δύναμης, του ήλιου… «Πάμε, αλλά θα ξαναέρθω και θέλω να παρακολουθήσουμε μαζί παράσταση.» «-Όποτε θες αρκεί να γίνει… Να ξαναέρθεις πάντως γιατί δε στα ‘πα όλα υπάρχουν κι άλλα πολλά και συνέχεια ανακαλύπτονται από εσάς, η Κόρη ας πούμε, το άγαλμα… Και άλλα, να έρθεις να στα πω…» Το αγόρι ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα με ένα γλυκό χαμόγελο.
 
Μόλις πλησίαζαν το χώρο που υπήρχε ταμπέλα υποδοχής των τουριστών, ο Νικίων έστρεψε το κορμί του προς τα αριστερά «Εεε, πού πας;» ρώτησε το αγόρι «-Στο σπίτι μου, στις πλαγιές της Σελλάδας. Θα τα πούμε» είπε με γυρισμένη την πλάτη περπατώντας «ελπίζω σύντομα…» κι η φιγούρα του χάθηκε γρήγορα στο σκοτάδι…

«- Πού ήσουν παιδί μου τόσην ώρα; Σε ψάχναμε με την κυρία » κάνοντας νεύμα την ξεναγό που στεκόταν αμίλητη δίπλα της… «- Ηρέμησε μαμά, με ένα φίλο μου ήμουν, από εδώ, την Αρχαία Θήρα. Και μια μέρα θα με φέρεις πάλι να το δω στο σπίτι του, στην πλαγιά της Σελλάδας» Η ξεναγός σήκωσε τα μάτια με περιέργεια, χαμήλωσε το ύψος της στο αυτί της μητέρας και ψιθύρισε «-Η τοποθεσία αυτή εγκαταλείφθηκε οριστικά το 726 μ.Χ. μετά από ισχυρή έκρηξη του ηφαιστείου.. Εκεί που λέει ο μικρός είναι τα…» ξεροκατάπιε γρήγορα «τα νεκροταφεία!»
Ο ήλιος είχε εξαφανιστεί πίσω από το βουνό που υψωνόταν. Η ματιά του μικρού αγοριού είχε καθηλωθεί προς τα πίσω, αναζητώντας το φίλο που μόλις γνώρισε. Ενώ η μητέρα κι η ξεναγός κατηφόριζαν ανεπηρέαστες. Τη μαγεία, που περίκλειε εκείνο το μέρος δεν είχαν τη δυνατότητα να την αντικρίσουν, μα στα μάτια του παιδιού ζωντάνευε. Εκείνη η μαγεία προέρχεται απ’ της ψυχής τα πιο απόμακρα σημεία και μόνο τα ελεύθερα μυαλά τη γεύονται. Όλοι εμείς , που διαλυμένοι απ’ όλες τις σκοτούρες μεγαλώσαμε και δεν ανοίγουμε την πόρτα στο όνειρο, ας το τολμήσουμε και την επόμενη φορά ας ανεβούμε σε εκείνο το οροπέδιο, την Αρχαία Θήρα κι ας αφήσουμε τα αρώματα μιας άλλης εποχής να καταλάβουν την ψυχή και το μυαλό μας, να αφεθούμε στο τοπίο κι ας ζωντανέψουμε εκείνο το νεκρό τόπο που θωρούμε και πού ξέρεις; Μπορεί η μαγεία να μη διστάσει να μας αντικρίσει μες στα μάτια κι ιστορίες να μας διηγηθεί από τα παλιά από εκείνα τα αρχαία, δοξασμένα χρόνια. Αξίζει έστω μια προσπάθεια να αφεθούμε και να συζήσουμε για λίγη ώρα σε μιαν άλλη εποχή, με εκείνους. ΑΞΙΖΕΙ!

ΙΔΕΑ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ: Καλλιστορώντας & Αρτεμία Αργυρού
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ: Αρτεμία Αργυρού 
http://eulegein.blogspot.com/2011/06/blog-post.html#more

υ.γ :  για άλλη μια φορά η Θάλεια δικαιώνει τη φήμη της.... η ομάδα του καλλιστορώντας  σ ευχαριστεί θερμά....!! Πάμε για άλλα γερά.......!!

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...