Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ντομάτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ντομάτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Ένας εργαζόμενος μιλάει για την ιστορία της πιο παλιάς ντοματοβιομηχανίας στην Ελλάδα

 Πηγή: www.newsbeast.gr
Γράφει ο Γιώργος Λαμπίρης
Ρεπορτάζ για το κόκκινο τριαντάφυλλο της Σαντορίνης από το 1915 έως και σήμερα
Ανάμεσα σε δυο πολέμους και τη Μικρασιατική Καταστροφή ξεκινά και χτίζεται η ιστορία της ντοματοποιίας στην Ελλάδα. Ο πρώτος ντοματοποιός της χώρας, Δημήτρης Νομικός, ξεκίνησε παράγει πελτέ, δημιουργώντας το πρώτο προβιομηχανικό εργοστάσιο στη Μεσαριά της Σαντορίνης το 1915. Λίγο καιρό μετά το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.


Ωστόσο δεν ήταν το μοναδικό του εργοστάσιο το οποίο σχετίστηκε με σημαντικά γεγονότα της εποχής καθότι το 1922 δημιούργησε ένα ακόμα εργοστάσιο στο Μονόλιθο, ένα από τα πρώτα εργοστάσια κονσερβοποιίας στα Βαλκάνια. Είκοσι τρία χρόνια μετά ακολούθησε το τρίτο του εργοστάσιο στη Σαντορίνη που έφτιαξε ο γιος του, Γιώργος, στη Βλυχάδα, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο μηχανικός που μεγάλωσε μέσα στο εργοστάσιο

Ο Αντώνης Βάλβης ανδρώθηκε, ακούγοντας ξερούς βιομηχανικούς ήχους και το κροτάλισμα των μηχανών στο εργοστάσιο της Βλυχάδας. Παιδί ακόμα μπήκε στο εργοστάσιο και σε ηλικία 7 ετών εισέπραξε από το Νομικό το πρώτο του μεροκάματο. Επτά δραχμές στο χέρι στο τέλος του μήνα.
Ο κύριος Βάλβης αφηγείται στο newsbeast.gr πώς την εποχή που εκείνος ήταν πιτσιρικάς, ο Νομικός έστελνε τα ξυλοκάϊκα φορτωμένα με τενεκέδες. Άλλοι έφευγαν για Πειραιά, άλλοι για Βόλο και κάποιοι άλλοι έφταναν Θεσσαλονίκη. Κι από εκεί σε ολόκληρη την Ελλάδα.


Η ντομάτα στη λαδόκολλα για μια δραχμή

«Θυμάμαι όταν δούλευα στο πρατήριο του Νομικού στον Πειραιά. Πιτσιρίκι. Έπαιρνα το καροτσάκι, φέρνοντας γύρα τα μπακάλικα της αγοράς. Μόλις παρέδιδα στο μπακάλη το δοχείο, εκείνος ξεκινούσε τη μοιρασιά. Μια κουταλιά στη λαδόκολλα για τον κάθε πελάτη. Και μια δραχμή η τιμή για κάθε λαδόκολλα πελτέ», λέει ο Αντώνης Βάλβης.




Η ψυχή του εργοστασίου

Εκείνος έστησε το εργοστάσιο της Βλυχάδας και έθεσε σε λειτουργία όλα τα μηχανήματα. Μηχανήματα που ήταν τότε ό,τι πιο σύγχρονο είχε να επιδείξει η βιομηχανική παραγωγή της εποχής. Κι όλα τους ήθελαν συντήρηση και στενή επιτήρηση. Γι' αυτό και ο Νομικός πλήρωσε τα δίδακτρα για να κάνει τον κύριο Αντώνη μηχανικό, στέλνοντάς τον στη σχολή του Πειραιά. Εκείνος όχι μόνο έστησε το εργοστάσιο της Βλυχάδας στη Σαντορίνη, αλλά και αργότερα τα νέα εργοστάσια της ντοματοβιομηχανίας στην Αλίαρτο και στο Δομοκό.
Ακόμα και σήμερα που η Βλυχάδα έχει κλείσει, καθότι είναι μουσείο, ο Αντώνης Βάλβης συνεχίζει να πηγαίνει εκεί. Σαν να μην έφυγε ποτέ. Κάποιες στιγμές ξαναβάζει σε λειτουργία τα μηχανήματα. Στέκεται και αφουγκράζεται τον ήχο. «Ξεναγώ τον κόσμο στο μουσείο για να ξεσκουριάζει το μυαλό μου», λέει σα να προσπαθεί να αιτιολογήσει τη διαρκή του παρουσία στο χώρο.



Το εργοστάσιο χωρίς στέγη

Όταν έκλεισε το εργοστάσιο ο κύριος Αντώνης ένιωσε μεγάλη θλίψη και πόνο. Ήταν σαν να έχανε δικό του άνθρωπο. «Ένα κομμάτι από τη δική μου ζωή και της οικογένειάς μου».
Γιατί το εργοστάσιο της Βλυχάδας πέρα από το χώρο που δούλεψε από παιδί ήταν το οικόπεδο που είχε ο πατέρας του πριν το πουλήσει το ’45 στο Νομικό.
«Ο πατέρας μου έγινε φύλακας του εργοστασίου από τη στιγμή που έδωσαν τα χέρια και υπέγραψαν τα χαρτιά. Όταν το πήρε ο Γιώργος Νομικός στις αρχές του '45 άρχισε να το χτίζει. Σε έξι μήνες ήταν έτοιμο. Ξεκίνησε να λειτουργεί στις 26 Ιουνίου χωρίς στέγη!» περιγράφει ο Αντώνης Βάλβης.
Όπως λέει όλα τα εργοστάσια της εποχής κατασκευάζονταν κοντά στη θάλασσα. Έπρεπε να έχουν πρόσβαση σε θαλασσινό νερό για το πλύσιμο της ντομάτας και τη ψύξη των μηχανημάτων.
Μάλιστα το χειμώνα του 1952, στη διάρκεια της κακοκαιρίας, ο χείμαρρος που δημιούργησε η νεροποντή έσπασε την πόρτα της μεγάλης αυλής και μπήκε στο εργοστάσιο. Τα νερά παρέσυραν στη θάλασσα προϊόντα και μηχανήματα, δημιουργώντας όγκους λάσπης στο εργοστάσιο ύψους 2,30 μέτρων.



Οι στακαδόροι κουβαλούσαν τα μηχανήματα στους ώμους

Αλλά και τα μηχανήματα ακολουθούσαν το δικό τους μακρύ δρόμο για να φτάσουν στο εργοστάσιο. Από το λιμάνι και για χιλιόμετρα ταξίδευαν πάνω στα χέρια και στους ώμους των στακαδόρων.
«Ομάδες μανουβραδώρων-στακαδόρων, δημιουργούσαν ξύλινες κατασκευές, τις έδεναν με σχοινιά και όταν το βάρος ήταν χαμηλού ύψους το σήκωναν στους ώμους τους 40-50 άτομα», λέει χαρακτηριστικά.
Μιλώντας για το λουκέτο στο εργοστάσιο λέει πως ο Νομικός αγωνίστηκε να το κρατήσει στο νησί του. «Παρόλ' αυτά, όσο ο τουρισμός αυξανόταν, μειωνόταν η παραγωγή. Σκεφτείτε πάντως ότι τα τελευταία χρόνια πριν κλείσει, για να ενισχύσει τους παραγωγούς του νησιού, πλήρωνε τρεις φορές περισσότερο την τιμή κιλού για την αγορά της ντομάτας».


«Άνοιγα το κουτί με τον πελτέ και ήταν σαν να περνούσε κοπέλα που φορούσε άρωμα»

Ο κύριος Βάλβης δεν ήταν μόνο ο μηχανικός του εργοστασίου. Αλλά ταυτόχρονα και διευθυντής και κυτιοποιός.
«Καταπιανόμουν σχεδόν με όλες τις δουλειές. Κι όταν άνοιγα κανένα κουτί για να δω αν πήγαν όλα εντάξει στο βράσιμο, γύριζαν όλοι το κεφάλι τους. Ήταν σαν να περνούσε μία κοπέλα με δυνατό άρωμα. Την εποχή που οι ντομάτες ήταν αγνές. Χωρίς λιπάσματα παρά μόνο φακή με κριθάρι και φακή, τη λεγόμενη υγρή λίπανση. Θυμάμαι ότι έκοβες τη ντομάτα και δεν έσταζε ούτε σταγόνα κάτω. Την περίφημη άνυδρη κατσαρή ντομάτα της Σαντορίνης. Με τρία κιλά ντομάτα, βγάζαμε ένα κιλό πελτέ, ενώ μία κανονική ντομάτα χρειαζόταν αναλογία εννέα κιλών, για ένα κιλό πελτέ».
Η επιχείρηση εγκατέλειψε οριστικά το νησί το 1981. Όπως λέει ο Αντώνης Βάλβης, μία από τις βασικές αιτίες αποτέλεσε μια αποτυχημένη συμφωνία με τους Άγγλους με αποτέλεσμα να μην προχωρήσουν το εργοστάσιο να μην κάνει ποτέ εξαγωγές. «Κάναμε το λάθος να συμπυκνώσουμε παραπάνω τον πελτέ για να είναι πιο ελαφρύς κατά τη μεταφορά. Το αποτέλεσμα ήταν ότι άλλαξε το χρώμα της ντομάτας και έγινε πιο σκούρο. Οι Άγγλοι νόμιζαν δεν ήταν καλός ο πελτές και η συμφωνία δεν έκλεισε ποτέ. Δεν ήθελαν γεύση. Ήθελαν χρώμα. Μας κόπηκαν τα φτερά και ο Νομικός δεν έστειλε ποτέ ξανά στο εξωτερικό από τη Σαντορίνη. Ίσως ήταν και ένας από τους πιο καθοριστικούς λόγους που οδήγησαν στο κλείσιμο του εργοστασίου το '81…»





Πρόσφατα το παλιό εργοστάσιο τομάτας, Δ. Νομικος, στη Βλυχάδα, έγινε ένα σύγχρονο Βιομηχανικό Μουσείο σκιαγραφώντας τα βήματα μιας βιομηχανικής εποχής που άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της στο νησί.

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

H Nτoμάτα της Σαντορίνης, του Φίλιππα Κατσίπη

 Απόσπασμα από το : Φ. Κατσίπης: Το Χρονικό Του Κάμπου μας, Πηγή: Μ.Δανέζης: Σαντορίνη ( 1970 ) σ.σ 242- 244

«.... Και έτσι η πρώτη μαρτυρία για την ντομάτα ειναι του Πυργιανού Λαογράφου Ιω. Κυριακού, που σε μία από τις συλλογές του που βρίσκονται στα αρχεία της Ακαδημίας και έχει γραφτεί στα 1875 λέει και τα εξής: « Τα λοιπά προιόντα, μιλεί για το κρασί), δεν είναι λόγου άξια, εξαίρεση της κριθής, του ωχρά (αρακά) του βάμβακος , των χρυσομήλων». Και παρακάτω γράφει για τα φυτά που βγαίνουν στα χωράφια του Προφήτη πως καλλιεργούνται ... «χρυσόμηλα, ων γίνοεται εξαγωγή και κράμβαι (γούλες).  Άρα τα χρυσόμηλα, δηλ οι ντομάτες στα 1875 ήτανε από τα αξιόλογα προιόντα του νησιού μας ( όπως το κριθάρι και ο αρακάς) και μάλιστα κάνανε εξαγωγή. Για μπελντέ όμως δεν λέει τίποτα. Από μία μελέτη όμως του αειμνηστου Εμμανουήλ Βασιλείου που ήταν Σχολάρχης Φηρών που δημοσιεύτηκε στον Δ’ τόμο του Χίλλερι,  πληροφορούμεθα πως « εξ αυτών κατασκευαζέται ο περιζήτητος πολτός, κοινώς μπελτές, όστις πωλείται εν Σύρω, Αθήναις και άλλαις της Ελλάδος πόλεσιν
Πάντως η συστηματική καλλιέργεια της ντομάτας άρχισε  από το 1920 ότε «αυξάνει καταπληκτικώς η καλλιέργεια του πλουτοφόρου φυτού της ντομάτας εις τας περιφέρειας Μέσα Γωνιάς, Πύργου, μπορείου και λοιπών χωριών όποιυ πολλαι άμπελοι μεταβάλλονται  εις χωράφια δια φύτευσιν ντομάτας. Και το 1922 , η αυτή εφημερίδα γράφει : « αυξάνουν οι αγροί και λιγοστεύουν τα αμπέλια, διότι οι αγροί των ντοματών, αποδίδουν πενταπλάσιο εισόδημα».
Και κατ αρχάς η καλλιέργεια της ντομάτας γινότατανε σε φυτείες και κατά τον Μάρτη μεταφυτεύανε τα φυτά στα χωράφια. Ύστερα όμως αλλάξανε σύστημα και σπέρνανε  κατ ευθεία στα χωράφια των ντοματοσσπορο. Δηλαδή σε μικρούς λάκκους ρίχνανε το σπόρο κι όταν φυτρώνανε τα φυτά τα αραιώνανε αφήνοντας μία δυο ρίζες τις πιο καλλίτερες. Ένα φουφούλιασμα κάνανε μονάχα κι όταν μεγαλώνανε τα φυτά, κι αρχίζανε να δένουνε ντομάτες, τα βουλοχώνανε ( γονατίζανε), δλδ, γέρνανε τα φυτά από κει που δεν τα πειράζε ο καιρός και τα σκεπάζανε με χώμα από τη μία μερια. Και τούτο γινότανε για να αντέχουνε στον αγέρα και για να μην ψηλώνουνε τα φυτά, οπότε όλη τη δύναμη την έπαιρνε το φυτό και όχι η ρίζα.
Αρχές του Μάη βγαίνανε τα πριμαρόλια ( πρώιμες) και στα τέλη του Ιουνίου άρχιζε η μικρή βεντέμα, όπως λέγανε τον τρυγητό της ντομάτας. Δεν ήτανε η καταυτού βεντέμα μα πάλι δουλεύανε αι τρυγητάδες  που τις περισσότερες φορές ήταν γυναίκες.
Πρωτόγονος ήτανε ο τρόπος της παρασκευής του ντοματοπελτέ εκείνα τα χρόνια. Και γινότανε όπως θυμούμαι με τον εξής τρόπο: Αφού τρυγούσανε τις ντομάτες στα χωράφια, τις κουβαλούσανε στην κάναβα  που εκείνους τους μήνες ( Ιουνιο και Ιούλιο) ήταν αδειανή. Εκεί σε ένα δωμάτιο ή στο ρακιδιο, είχανε μεγάλες σκάφες και με τα χέρια τους οι γυναίκες τις λιώνανε. Ύστερα κι αφού τις στίβανε καλά περνούσανε το χυμό από το σουρωτήρι το μεγάλο για να μην περνούν οι σπόροι. Τον καθαρό δε αυτό χυμό, τον βράζανε σε μεγάλα καζάνια, ρίχνοντας το αναλογο αλάτι.


 Και αφού έβραζε καλά τον μεταφέρανε με καθαρούς γκαζοντενεκέδες του πετρελαίου στην ταράτσα, όπου είχαε απλώσει κατά σειρά σκαφίδια ρηχά και τα γεμίζανε με τον βρασμένο χυμό και τα αφήνανε στον ηλιο να ξεραθεί. Και για να μην κολλήσει μ ένα ειδικό ξύλινο κουτάλι τον ανακατεύανε αυτό το χυμό μέχρις ότου ξεραινότανε. Κι ύστερα τον μαζεύανε και τον βάζανε σε βαρέλια. Μα και ο κάθε νοικοκύρης έκανε του σπιτιού του τον μπελ΄τέ, βάζοντας τονε για να ξεραθεί σε σκουτέλες και σε πιάτα. Κι έτσι «βλέπεις τις ταράτσες και τις αυλές πλαισιούμενας από το βαθύ ερυθρούν χρώμα του χυμού της ντομάτας και εις τας σειράς των παρατεταγμένων αβαθών και παντός σχήματος σκαφιδιών και την αναδινομένην ευοσμίαν του τοματοπελτέ πληρούσαν την ατμόσφαιραν των τοματοπαραγωγών χωριών» καθώς έγραφε ένας χρονογράφος της εποχής.
διαφήμιση της δεκαετίας του 1970
Γρήγορα όμως η παραγωγή αυξήθηκε και το 1924 ιδρύθηκε στον Μονόλιθο το πρώτο εργοστάσιο από τους αδελφούς Μ Νομικό ( Πέτρο και Δημήτρη) με τον γαμπρό τους το Δημήτριο Μανουδάκη. Και που τις εργασίες συνεχίζουνε σήμερα οι Γεώργιος και Πέτρος Δ. Νομικός ( τα παιδιά του φαμρικαδόρου).

Τελειώνοντας σημειώνω πως τις μικρές και στρογγυλές ντομάτες, τις λένε στη Σαντορίνη                       ( κουμεντόρια, ασφαλώς κατά παραφθορά του pommo d oro όπως τις λέγανε οι Επτανήσιοι. 

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Όταν η λαογραφία της Σαντορίνης συνδέεται με την επιστημονική έρευνα ..


Ή πως δυο γενιές μιας οικογένειας αποτυπώνουν τα της Σαντορίνης

Μνήμη Μάρκου Αβερκίου Ρούσσου 


 Ένας από τους λόγους ύπαρξης του «Καλλιστορώντας», είναι εκτός των άλλων η προσπάθεια ανάδειξης της ιστορίας της Σαντορίνης αλλά και ευρύτερης διάδοσής της. Πόσο δε μάλλον όταν αυτή γίνεται μέσα από έρευνές Θηραίων παλαιότερων αλλά και σύγχρονων. Στην ανάρτηση αυτή θα συνδεσουμε την επιτόπια έρευνα ( και όχι μόνο ) ενός άγνωστου αλλά ιδιαίτερου Θηραίου ερευνητή λαογραφίας , του Μάρκου Αβέρκιου Ρούσσου μαζί με την έρευνα της εγγονής του Ελισάβετ Καφούρου στο μεταπτυχιακό του Πανεπιστήμιου Πειραιά και αναμενόμενο τίτλο : « Η Σαντορίνη ως γαστρονομικός προορισμός[1]»
Γράφει το λοιπός ο Μάρκος Αβέρκιος Ρούσσος στα «Λαογραφικά της Σαντορίνης» το 1971 ως προς την καλλιέργεια τομάτας και την παρασκευή τοματοπολτού: « ... Επί τη ευκαιρία θα πρέπει να αναφέρω και ένα χαρακτηριστικό που συνέβη τον Αύγουστο του 1925. Αν και ήμουν πολύ μικρός το ενθυμούμαι καλώς διότι μου είχε κάνει εντύπωση. Οι ταράτσες του Εμπορείου – πηγή του τοματοπολτού- ήταν κατακόκκινες από τα σκαφίδια με το τοματοπελτέ, όταν ξαφνικά μέσα σε λίγα λεπτά έγιναν από κόκκινα μαύρα σαν το κατράμι. Αιτία ήταν η ξαφνική πτώση της ψιλής μαύρης τέφρας από τον ουρανόν από την έκρηξη του ηφαιστείου. Η καταστροφή του τοματοπολτού ήταν τελεία, οι παραγωγοί παρατηρούσαν με σταυρωμένα τα χέρια να χάνονται οι κόποι και ο ιδρώτας τους, ανίκανοι να αντιμετωπίσουν την μαύρη σκόνη που έπεφτε από τον ουρανό. Οι παραγωγοί εκείνης της εποχής ήταν αληθινά μάρτυρες εργάζονταν από τα χαράματα μέχρι την νύχτα και ποτέ δεν χόρταιναν ψωμί. Παρακολουθούσαν με καρτερία την μανία όλων των στοιχείων της φύσης  που απο αιώνες χτυπούν το νησί. Σεισμοί και εκρήξεις, φωτιά και καπνός, λάβα και μύδροι, θειάφι και βρώμα από καυτό σίδηρο ήταν γνωστά πράγματα σε αυτούς. Όμως ποτέ οι Θηραϊοι παραγωγοί και οι κάτοικοι του νησιού γενικότερα δεν άφησαν αυτό το πολύχρωμο τσουρουφλισμένο διαμάντι των Κυκλάδων, την Σαντορίνη, αλλά αντίθετα την αγαπούσαν όλο και περισσότερον και την αγάπη τους αυτή για το νησί την παρέδωσαν σαν κληρονομιά και στις επομένες γενιές»  - Όπως έκανε και ο ίδιος.....
Aρκετά χρόνια αργότερα η Ελισάβετ προσθέτει ερευνητικά στην αφήγηση του παππού της μέσα από την    μεταπτυχιακής της εργασία : «Η παραγωγή και η προώθηση των τοπικών προϊόντων μίας περιοχής κατέχουν ιδιαίτερο ρόλο στην τοπική οικονομία και αναδεικνύουν τον γαστρονομικό προορισμό δίδοντας προστιθέμενη αξία. Το κλίμα αλλά και το ιδιαίτερο έδαφος του νησιού περιορίζουν την καλλιέργεια πολλών και διαφορετικών ειδών. Η άνυδρη καλλιέργεια είναι γεγονός σε συνδυασμό με το ιδιαίτερο μικροπεριβάλλον της Σαντορίνης, όμως συμβάλλουν τα τελευταία χρόνια στην δημιουργία μίας ξεχωριστής ποικιλίας προϊόντων, τα οποία συνεπάγουν την νέα σαντορινιά κουζίνα και την σαντορινιά γεύση κατ’ επέκταση. [...]Στη Σαντορίνη ο γαστροτουρίστας μπορεί να βρει μια πληθώρα δραστηριοτήτων, ώστε να έρθει σε επαφή με την παράδοση και τη γευσιγνωσία των τοπικών προϊόντων. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχουν πολλά ξενοδοχεία που προσφέρουν μαθήματα οινογνωσίας, δοκιμές κρασιών σε συνεργασία με ντόπιους παραγωγούς ενώ διαθέτουν ποικιλίες τοπικών κρασιών σε καταλόγους και κελάρια».
Η Ελισάβετ, παρουσιάζει ταυτόχρονα και την έρευνά της που διεξήχθη εξαιτίας της διπλωματικής εργασίας της: «  Συνοψίζοντας, παρατηρούμε ότι για αυτό το δείγμα, η γαστρονομία ήταν βασικός παράγοντας σε κάθε ταξίδι του. Αυτό φαίνεται για παράδειγμα από το ότι τουλάχιστον το μισό του προϋπολογισμού τους για τα ημερήσια έξοδα δίνονταν στο φαγητό. Οπότε το ποσοστό 37.5% από την πλευρά των ξένων και 40% από την πλευρά των Ελλήνων που προτείνουν τη Σαντορίνη σαν προορισμό γαστρονομίας είναι αρκετά ενθαρρυντικό. Επίσης, η τάση τους να ξανά επισκεφτούν το νησί παρουσιάζει υψηλά αποτελέσματα, 62.5% οι ξένοι, 31.7% οι Έλληνες και το φαγητό σίγουρα είναι ένας από τους παράγοντες που επηρέασαν την επιλογή τους γιατί στο 47.5% των ξένων και στο 46.7% των Ελλήνων άρεσε το φαγητό που δοκίμασαν στο νησί. [...] Εν κατακλείδι, ο γαστρονομικός τουρισμός ανήκει την πολιτική έξυπνης ανάπτυξης. Αυτό συμβαίνει γιατί η ανάπτυξή του δεν απαιτεί μεγάλες επενδύσεις σε πάγια και άλλα στοιχεία. Στο βασικό προϊόν της Σαντορίνης υπάρχει καλό φαγητό και καλό κρασί. Το μόνο που χρειάζεται είναι η κατάλληλη ανάπτυξη και η εφαρμογή μίας στρατηγικής marketing , η οποία θα έχει ως στόχο της τη δημιουργία μίας ποιοτικής μορφής τουρισμού (γαστρονομικού τουρισμού), τη δημιουργία υπεραξίας στον γαστρονομικό τουρίστα και την άμβλυνση της εποχικότητας της τουριστικής περιόδου. Με άλλα λόγια πρέπει να τεθούν γερές βάσεις ώστε η γαστρονομία ως τουριστικό προϊόν να προσφέρει ποιοτικές γαστρονομικές εμπειρίες και πρωτόγνωρες απολαύσεις αναβαθμίζοντας την γαστρονομική προσφορά και προσελκύοντας περισσότερους τουρίστες».




[1] Πηγή: Ελισάβετ Καφούρου : «Η Σαντορίνη ως γαστρονομικός Προορισμός»,  ΜBA in Tourism Management, Πανεπιστήμιο Πειραιά, 2015 βλ. www.academia.edu. (Eνημέρωση Φεβρουάριος 2016). ( Άδεια αναδημοσίευσης)




Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

Η Σαντορίνη της ντομάτας....της....!


Η αλλιώς άλλο ένα μικρό αφιέρωμα στη Σαντορινιά ντομάτα και την ιστορία της! Βλέποντας μέχρι και τον Οκτώβρη ντοματάκια διάσπαρτα στο νησί με πιάνει το παράπονο: Τάχατες μόνο η κλιματική αλλαγή βοηθήσε στο να αλλάξει τις εποχές και από εκεί που μέχρι τέλος Αυγούστου το πολύ να βλέπουμε ντομάτες, τώρα να τις συναντάμε και λίγο πριν τα Χριστούγεννα;

Γι αυτό μπήκα στη διαδικασία να εντοπίσω εκ νέου μερικά στοιχεία  ανάδειξης μιας άγνωστης πλευράς για κάποιους:
Η μικρόκαρπη τομάτα της Σαντορίνης (Solanum Lycopersicum var. Cerasiforme)  έφτασε στο νησί μεταξύ των ετών 1875-1880. Η πρώτη αναφορά γίνεται από τον Θηραίο λαογράφο Ι. Κυριακό που αναφέρει την τομάτα Σαντορίνης ως «χρυσόμηλο». (σ.σ άλλωστε η λέξη pomo d’ oro στα ιταλικά σημαίνει ακριβώς αυτό) Εικάζεται ότι την έφεραν οι σαντορινιοί ναυτικοί που ταξίδευαν στη Μεσόγειο, όπου σε κάποια λιμάνια (Οδησσός, Αλεξάνδρεια) είχαν ήδη δημιουργηθεί ανθηρές παροικίες που διατηρούσαν στενούς δεσμούς με την γενέτειρά τους Μια άλλη εικασία είναι ότι ήρθε στην Σαντορίνη από καθολικούς μοναχούς που διατηρούσαν στενές σχέσεις με την ευάριθμη καθολική κοινότητα που υπάρχει στο νησί από την εποχή της Ενετοκρατίας. Η υπόθεση αυτή γίνεται επειδή είχε συμβεί και στο παρελθόν, καθολικοί μοναχοί να φέρουν τεχνογνωσία ή καινοτομίες του παρελθόντος στην Σαντορίνη. Για παράδειγμα, καθολικοί μοναχοί από το Λαγκεντόκ της Γαλλίας, έφεραν το 1660 στην Σαντορίνη την πρώτη οριζόντια ξύλινη χειροκίνητη πρέσα προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στην οινοπαραγωγή των καθολικών μοναστηριακών κτημάτων. Δεν αποκλείεται κάποιος μοναχός να παρατήρησε τις σχετικές εδαφοκλιματικές ομοιότητες με την Σικελία όπου επίσης υπάρχει μεγάλη παράδοση καλλιέργειας μικρόκαρπης τομάτας και να αποφάσισε να εισάγει το φυτό στο νησί.[1] Το
Το 1923, σύμφωνα με στοιχεία από το Ιστορικό αρχείο της Εθνικής Τράπεζας (έχει υποκατάστημα στο νησί από το 1842) ιδρύεται το πρώτο οργανωμένο εργοστάσιο μεταποίησης και κονσερβοποίησης προϊόντων τομάτας
Και από το χθες εγώ πάλι αναρωτιέμαι:
Αλήθεια όμως τι πιο ωραίο από το και οι νέοι του σήμερα να μπορούσαν να κάνουν από μόνοι τους τον πελτέ… Πως; : « Το χωράφι πριν φυτευτεί, ζευγαρίζεται με ξενικό αλέτρι και αυλακώνεται με την τοπική αξίνη. Το Φλεβάρη ανοίγουν λακκάκια  στο έδαφος  σε απόσταση 30 εκατοστών το ένα από το άλλο ρίχνοντας μέσα αρκετά σπόρια ντομάτας. Βέβαια ο σπόρος πριν φυτευτεί ξεραίνεται στον ήλιο για να μην μουχλιάσει. Μέτα κάνουν το βοτάνισμα βγάζοντας τα αγριόχορτα, που φυτρώνουν γύρω από τα φυτά.  Το ύψος της ντοματιάς φτάνει περίπου τα 50 εκατοστά ανάλογα με την υγρασία του εδάφους, οπότε αρχίζει να ανθοφορεί.   Η συγκομιδή γίνεται από τα τέλη Ιουνίου μέχρι τις αρχές Αυγούστου . Η σαντορινιά ντομάτα είναι πολύ γλυκιά και γευστική. Η ποιότητα του σπόρου είναι τέτοια, ώστε όσο καλό έδαφος και να βρει να μην μεγαλώνει περισσότερο. Τη μοναδική της γευστικότητα την οφείλει στο ότι δεν ποτίζεται αλλά αρκείται στην πρωινή υγρασία.  Μετά τον τρυγητό της αρχίζει η διαδικασία της Παρασκευής του ντοματοπουλτού. Οι ντομάτες μεταφέρονται στη λεγόμενη κάναβα του μπελτέ. Εκεί υπάρχει μια μεγάλη σκάφη χωρισμένη σε δύο μέρη. Στο δεξιό της υπάρχει μια ξύλινη χοάνη με ένα οδοντωτό κύλιντρο και μια ξύστρα. Στο αριστερό μέρος υπάρχει ένα στεριωμένο σουρωτήρι   Οι ντομάτες ρίχνονται στην ξύλινη σκάφη από τη χοάνη, μέσα στην οποία έριχναν σαράντα έως και εξήντα οκάδες ντομάτα. Ένας εργάτης κινεί τη χειρολαβή του κυλίντρου διαγράφοντας ένα τόξο 35-40 μοιρών. Μ ε αυτόν τον τρόπο οι ντομάτες στύβονται και μετατρέπονται σε πολτό που πέφτει στη ξύστρα και από κει στη σκάφη με την βοήθεια ενός εργάτη, που τρίβει τον παχύρρευστο πολτό πάνω στην ξύστρα. Αφαιρεί τους φλοιούς και τους βάζει στο μάγκανο.  Ένας τρίτος εργάτης παίρνει τον πολτό και τον σουρώνει στη σουρώστρα για να φύγουν οι σπόροι. Έτσι στο αριστερό μέρος της σκάφης υπήρχε το καθαρό ζουμί της ντομάτας. Το παίρνουν και το βάζουν σ’ ένα δοχείο και το ρίχνουν σ‘ ένα μεγάλο καζάνι όπου βράζει.  Μετά το βράσιμο μεταφέρεται με δοχεία πάνω στις ταράτσες, όπου είναι απλωμένα ρηχά σκαφίδια και εκεί το χύνουν. Μετά από δυο τρεις μέρες γίνεται μετάγγιση του πολτού στις «πόρτες»(μεγαλύτερα σκαφίδια) και όταν έκριναν πως ο πολτός ήταν κατάλληλος, τον μεταφέρουν στις «βούτες»(μεγάλα βαρέλια) έτοιμο για το εμπόριο» (Η Σαντορίνη που χάνεται
Από την άλλη σημαντικός παράγοντας στη διαμόρφωση της σύγχρονης οικονομίας του νησιού δεν θα μπορούσε να μην είναι τα εργοστάσια τοματοποιίας
«Το πρώτο κατασκευάστηκε μεταξύ 1925-1926 στον Μονόλιθο από τον Δ. Νομικό. Το σήμα του ήταν ο ρόμβος και οι εγκαταστάσεις διατηρούνται ως σήμερα.
Στη συνέχεια ιδρύθηκε το εργοστάσιο Εμμανουήλ και Μηνά Καραμολέγκου και το εργοστάσιο ΑΒΙΣ, στην παραλία του Βόθωνα, γύρω στο 1935-1936, οι εγκαταστάσεις του οποίου υπάρχουν σήμερα.
Στη διάρκεια της Κατοχής φτιάχτηκε το εργοστάσιο Στέλιου Μενδρινού (ΣΤΕΛΛΑ) στον Εξωμύτη, του Ευσταθίου Κανακάρη στον Εξω Γιαλό και στη Βλυχάδα του Γεωργίου Δ. Νομικού και του Σ. Πρέκα.
Την ίδια εποχή στον Γιαλό κάτω από τα Φηρά μετατράπηκε σε εργοστάσιο τοματοπολτού το εργοστάσιο παραγωγής οινοπνεύματος του Γρ. Κουτσογιαννόπουλου που είχε ιδρυθεί το 1930. Τη δεκαετία του 1950 δημιουργήθηκε στο Μονόλιθο το κονσερβοποιείο της Ενωσης Θηραϊκών Προϊόντων Σαντορίνης Santo».[2]

Ο μεγάλος σεισμός της Σαντορίνης τα άλλαξε όλα….οι κόκκινες εκτάσεις της Σαντορίνης από την υπέροχη ντομάτα της…χάθηκαν…για να εντοπιστουν και πάλι αργότερα;;;Σ εμάς τι απομένει; Η Ελάχιστη ποσότητα σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες που υπάρχει μέχρι και σήμερα… Μήπως να μπούμε σε μια άλλου είδους διαδικασία και σιγά σιγά όλοι μας σ ένα μικρό χωραφάκι αν έχει απομείνει να καλλιεργήσουμε ελάχιστη ξανά ποσότητα ντομάτας; Μήπως να δώσουμε ένα άλλου είδους κίνητρο σε νέους ανθρώπους – έστω και σε περίοδο κρίσης να θυμηθούν λίγο τα παλιά; Έστω και ως ανάγκη….
Χαρακτηριστική είναι η αφήγηση του κ. Μιχάλη Αληφραγκή (Μπελά) από το Ακρωτήρι:
«Εφτά εργοστάσια δουλεύανε απάνω στην Σαντορίνη! Εφτά εργοστάσια δουλεύανε και δεν προλαβαίνανε την ντομάτα… Αλλά ο κόσμος έπιανε την αξίνα να σκάψει και την φιλούσαμε! Μου λέγε ο πατέρας μου, «τι να σου πάρω από τα Φηρά άμα θα πάω;», που πήγαινε μία φορά το μήνα… Του λέω «Μπαμπά, θέλω μια κρανιά», από αυτή που […] «ή φέρε μου», του λέω, «μια καλή αξίνη»[3]
Υ.γ: Αλήθεια μήπως θυμάστε ποια από τα εργοστάσια ντομάτας είχαν στην ετικέτα τους και απεικόνιση της έκρηξης του ηφαιστείου?

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...