Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κατοχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κατοχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Ιστορικό της καταδρομής στη Σαντορίνη και της εκτέλεσης κατοίκων απ' τους Γερμανούς (Απρίλιος 1944)

Ο λοχαγός Anders Lassen
Έρευνα-Επιμέλεια: Εμμανουήλ Καφούρος 
Πηγή: http://anaskaptontas.blogspot.gr/2013/11/1944.html

   Την άνοιξη του 1944 το Αιγαίο πέλαγος αποτελούσε ένα περιθωριακό θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων στον ευρωπαϊκό χώρο. Οι Γερμανοί εξασφαλίζοντας τον πλήρη έλεγχο του το χειμώνα του 1943, διατηρούσαν υπολογίσιμες φρουρές στις ελληνικές νήσους. Η αγκίστρωση δυνάμεων στον ελληνικό χώρο, εξακολουθούσε να αποτελεί επιδίωξη των συμμαχικών δυνάμεων και για το λόγο αυτόν διατέθηκαν περιορισμένες χερσαίες, εναέριες και ναυτικές δυνάμεις. 
   Το κύριο βάρος στην διακοπή των θαλάσσιων επικοινωνιών του εχθρού θα αναλάμβαναν αεροπλάνα και υποβρύχια, ενώ ειδικές μονάδες θα εκτελούσαν επιδρομές για την παρενόχληση και φθορά των γερμανικών φρουρών. Οι ειδικές μονάδες που διέθετε εκείνη την περίοδο το Γενικό Στρατηγείο Δυνάμεων Μέσης Ανατολής, ήταν η βρετανική Ειδική Μοίρα Σκαφών και ο ελληνικός Ιερός Λόχος που δρούσαν εκ περιτροπής εναλλασσόμενες κάθε 6 με 8 εβδομάδες.
   Τον Απρίλιο αποφασίστηκε η βρετανική Ειδική Μοίρα Σκαφών να εκτελέσει ταυτόχρονα τρεις επιδρομές, στην Θήρα, την Μύκονο, ενώ μια ομάδα θα χτυπούσε στην Ίο και αμέσως μετά στην Αμοργό. Στόχος ήταν η ταυτόχρονη εξουδετέρωση των εχθρικών σταθμών ασυρμάτων και των παρατηρητηρίων που επιτηρούσαν τη ναυσιπλοΐα στην περιοχή.
   Την επιδρομή στη Θήρα ανέλαβαν να εκτελέσουν δύο περίπολοι: η περίπολος με τον κωδικό «Ρ» αποτελούμενη από 2 αξιωματικούς, 6 υπαξιωματικούς, 1 οπλίτη και 1 Έλληνα μεταφραστή, με επικεφαλής τον Δανό έφεδρο Λοχαγό Άντερς Λάσσεν γνωστό για το παράτολμο θάρρος του την ώρα της μάχης και βοηθό περιπολάρχη τον έφεδρο Ανθυπολοχαγό Στέφανο Καζούλλη, Ροδιακής καταγωγής, ο οποίος διακρινόταν για τις σπάνιες ικανότητές του, ήταν δε ιδιαίτερα αγαπητός από τους συναδέλφους του, και η δεύτερη περίπολος με τον κωδικό «Ζ» αποτελούμενη από 1 αξιωματικό, 2 υπαξιωματικούς, 6 οπλίτες με περιπολάρχη τον Υπολοχαγό Μπαλζιλί.
   Σκοπός της πρώτης περιπόλου ήταν η εξουδετέρωση της φρουράς στα Φηρά, και της δεύτερης περιπόλου η εξουδετέρωση της φρουράς στο Ημεροβίγλι και η καταστροφή του ασύρματου ισχυρής εμβέλειας που συνέδεε την επικοινωνία της Αθήνας με την Κρήτη.
   Οι 19 άνδρες ξεκίνησαν την 19η Απριλίου από τον όρμο Μπαλισού των Μικρασιατικών παραλίων με δυο καίκια, τις ημιολίες LS1 και LS2 και με ενδιάμεσους σταθμούς για τη νησίδα Σειρήνα (Σύρνα), την νησίδα Άνυδρο, σε ακτή του Μέσα Βουνού στην Σαντορίνη και τη Νέα Καμένη.
   Τη νύχτα της 22ας προς 23ης Απριλίου, οι επιδρομείς αποβιβάστηκαν στην περιοχή Κουλούμπος πλησίον του εορτάζοντος ναού του Αγίου Γεωργίου (του Ξεχρεωτή), ενώ τα σκάφη κατέφυγαν στις νησίδες Χριστιανά. Οι επιδρομείς κατευθυνθήκαν και κρύφτηκαν στη σπηλιά της Μαμμής, έξω από τον Βουρβούλο. Κατά τα μεσάνυχτα ο Λάσσεν με τον Καζούλλη ήλθαν σε επαφή με χωρικούς και με τον πρόεδρο της Κοινότητας, ζητώντας πληροφορίες σχετικές με την φρουρά κατοχής.
   Στη διάρκεια της 23ης Απριλίου ο Καζούλης με πολιτική περιβολή πήγε στα Φηρά προκειμένου να ενημερωθεί πληρέστερα για την εχθρική φρουρά η οποία βρισκόταν στον πρώτο όροφο του κτηρίου του παραρτήματος της τράπεζας Αθηνών ενώ σε άλλο κτήριο διέμεινε ο διοικητής με τον υπασπιστή του.

   Βάσει των πληροφοριών, ο Λάσσεν διαίρεσε τη δύναμη του, προκειμένου να εκτελεστούν τρεις ταυτόχρονες κρούσεις. Ο ίδιος με τον Καζούλλη και 12 άνδρες θα προσέβαλε την τράπεζα, ο Λοχίας Χέντερσον θα προσπαθούσε να φονεύσει το διοικητή και ο υπολοχαγός Μπαλζιλί θα αναλάμβανε το σταθμό στο Ημεροβίγλι. Ως ώρα κρούσης ορίσθηκε η 00:45 της 24ης Απριλίου.
   Οι επιδρομείς ξεκίνησαν την πορεία τους προς τα Φηρά ακολουθώντας τους συμπατριώτες μας οδηγούς. Ο κύριος στόχος ήταν η τράπεζα. Διαιρέθηκαν σε δυο υποομάδες η πρώτη με επικεφαλής τον Λοχαγό Λάσσεν και η δεύτερη με επικεφαλής τον Ανθυπολοχαγό Καζούλλη, με στόχο η πρώτη να εξουδετερώσει τον σκοπό που υπήρχε στην μπροστινή πόρτα και να εισβάλλει στο κτήριο και η δεύτερη να εισβάλλει την κατάλληλη στιγμή από την πίσω πόρτα.
   Παρά την ανησυχία των σκυλιών που αντελήφθησαν την προσέγγιση των επιδρομέων, ο σκοπός δεν ανέδειξε κανένα σημάδι ανησυχίας και αφού τον εξουδετέρωσαν, έριξαν χειροβομβίδες στο εσωτερικό του κτηρίου και αμέσως μετά εισήλθαν σε αυτό. Οι άνδρες της φρουράς αντέδρασαν και τότε άρχισε καταιγισμός πυρών εκατέρωθεν, στο μεταξύ εισέρχεται στο κτήριο ο Καζούλλης με την ομάδα του. Μέσα στη γενική σύγχυση και το σκοτάδι που επικρατούσε τραυματίζεται θανάσιμα ο Καζούλλης καθώς και ο Λοχίας του υγειονομικού Κινγκστον. Ωστόσο από την άλλη πλευρά οι απώλειες ανήλθαν σε 12 νεκρούς και 11 τραυματίες.
   Περί τις 02:45 0 Λάσσεν αφού εκτίμησε ότι άπαντες οι αντίπαλοι του είχαν εξουδετερωθεί έδωσε το σήμα της αποχωρήσεως. Παράλληλα γίνεται και η επίθεση στο σταθμό του ασυρμάτου στην οικία του Ερμήλου Μπελλώνια στο Ημεροβίγλι με απόλυτη επιτυχία σε αντίθεση με το διοικητήριο , όπου ο Γερμανός διοικητής μαζί με τους υπόλοιπους αντιλήφθηκε την επιδρομή και απομακρύνθηκε τροχάδην από το διοικητήριο.
   Στο κτήριο του ασυρμάτου, αιφνιδίασαν τους 8 Γερμανούς της φρουράς τους οποίους φίμωσαν και αιχμαλώτισαν. Η κεραία του ασυρμάτου κόβεται από χέρια Βουρβουλιανών πατριωτών, ενώ για την ολοσχερή καταστροφή του ασυρμάτου τοποθετήθηκαν παντού στο χώρο ωρολογιακές βόμβες.
-Προσοχή συνιστούν οι Εγγλέζοι. Κανείς δεν πρέπει να πλησιάσει το κτήριο. 
Η πείνα όμως και τα παιδιά που πεθαίνουν, δεν ακούνε συστάσεις, η ελπίδα ότι θα βρουν τροφοδοσίες των Γερμανών, ότι για λίγο θα ξεγελάσουν την πείνα τους στέκεται μοιραίο…Έκρηξη!!!!! Κρότος εκκωφαντικός. Κορμιά θαμμένα κάτω από τα ερείπια, σάρκες λιωμένες πάνω στα χαλάσματα, η οικία του Ερμήλου Μπελλώνια κατέρρευσε και βρήκαν σε αυτή το θάνατο 13 συμπατριώτες μας, ενώ αρκετοί υπήρξαν και οι τραυματίες.
   Στη συνέχεια οι ομάδες των επιδρομέων ενώνονται και κρύβονται προσωρινά στο «καμαρί της Νικολίνας» έξω από τα Φηρά και στη συνέχεια τους παραλαμβάνουν τα σκάφη που στο μεταξύ ήλθαν από τα Χριστιανά παίρνοντας μαζί τους και ορισμένους από τους Θηραίους συνεργάτες τους για τον φόβο των αντιποίνων.
   Την επόμενη μέρα επακολούθησε άφιξη μεγάλου αριθμού Γερμανών, του τάγματος των SS που ήταν αποφασισμένοι για όλα. Το τάγμα του θανάτου πληροφορήθηκε ότι οι οδηγοί των Κομάντος ήταν κάτοικοι του Βουρβούλου. Στο Βουρβούλο ανησυχούν, ο φόβος και η αγωνία του θανάτου πλανιέται πάνω από το χωριό. Οι Γερμανοί δε θα αφήσουν χωρίς αντίποινα τους ηρωικούς κατοίκους του. Η Γερμανική κτηνωδία δε θα αργήσει να ξεσπάσει. 29η Απριλίου. Οι Γερμανοί κυκλώνουν το χωριό, δεκάδες μουλάρια φορτωμένα βενζίνη πορεύονται προς αυτό – θα το κάψουν. Μαζεύουν όλους τους άντρες από 14 χρονών και τους οδηγούν στο χωράφι του Χαλάση. Οι Γερμανοί απειλούν. Θα σκοτώσουν τους άντρες και θα κάψουν το χωριό. Οι στιγμές είναι κρίσιμες. Το τέλος του χωριού πλησιάζει. Σε λίγο τίποτα δε θα υπάρχει όρθιο, όλοι οι άντρες θα είναι νεκροί και τα σπίτια καμένα. 
"Εμείς δεν φταίμε λένε πολλοί, αυτοί φταίνε"…
Νικήτας Χάλαρης – πρόεδρος του χωριού,
Δημήτρης Δαμίγος – στη σπηλιά της μάνας του κρυβόντουσαν οι Άγγλοι,
Μάρκος Σιγάλας – ο αγροφύλακας του χωριού,
Αντώνης Καφούρος και Μιχάλης Δρακουτός – είχαν συμμετοχή στο σαμποτάζ,
Νικόλαος Δαμίγος – πιάστηκε αντί άλλου, επειδή υπήρχε συνωνυμία.
Τους βάζουν στη γραμμή και κατηφορίζουν. Τα παλικάρια γνωρίζουν τη συνέχεια. Αγκαλιάζονται στο δρόμο. Κάποιος φωνάζει ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ.
Άγριο ξύλο από τους Γερμανούς. Στήσιμο στον τοίχο. Σε λίγο πλησιάζει το τέλος.
   Ο Δημήτρης ζητά μια τελευταία επιθυμία. Να δει τη μάνα του, θέλει την ευχή της για το μεγάλο ταξίδι. Ο Γερμανός αξιωματικός αρνείται. Ο Δημήτρης φωνάζοντας τη μάνα του παίρνει κάτω τον κάμπο. Ένας Γερμανός στρατιώτης τρέχει ξοπίσω του. Αυτό εμποδίζει τους άλλους να χρησιμοποιήσουν τα όπλα τους. Μια σφαίρα όμως τον βρίσκει στον καρπό του χεριού και τον τραυματίζει.
   Ο Μιχάλης εκμεταλλευόμενος την σύγχυση που δημιουργήθηκε, το σκάει ανηφορίζοντας προς το χωριό. Η ελπίδα, η λαχτάρα της σωτηρίας βάζει φτερά στα πόδια του. Οι Γερμανοί βρίζοντας και απειλώντας, βάζουν εκπαιδευμένα σκυλιά να βρουν τους 2 φυγάδες.
   Ο Δημήτρης από λάθος εκτίμηση, αντί να φύγει προς τον Κουλούμπο κρύβεται σε μια μισοαδειανή στέρνα κοντά στο χωριό του. Οι Γερμανοί τον βρίσκουν γιατί το αίμα που έτρεχε από το χέρι του, βοήθησε τα σκυλιά να τον ανακαλύψουν.
   Χωρίς χρονοτριβή η βαρβαρότητα του Γ΄ Ράιχ ξεσπά πάνω του. Με κτηνώδη βία τον τραβούν ανάσκελα από τα πόδια. Τον κτυπούν. Τον λογχίζουν. Του αποκόπτουν τα γεννητικά όργανα. Σαράντα μόλις μέτρα από τη στέρνα η διάρκεια της μαρτυρικής πορείας και το ηρωικό παλικάρι αφήνει την τελευταία πνοή του.
   Ο Μιχάλης διώκεται και αυτός. Να ξεφύγει από το χωριό δε μπορεί, γιατί είναι κυκλωμένο. Καταφέρνει και κρύβεται σε ένα πεζούλι με αψιθιές. Τα σκυλιά των Γερμανών φθάνουν ακριβώς δίπλα του. Δεν τον βρίσκουν. Η έντονη μυρωδιά της αψιθιάς δεν επιτρέπει στα σκυλιά να τον ανακαλύψουν.
   Εξαγριωμένοι οι Γερμανοί γυρνάνε στον τόπο που βρίσκονται οι άλλοι. Οι ριπές των πολυβόλων ολοκληρώνουν το απεχθές ανοσιούργημα.


Έρευνα-Επιμέλεια: Εμμανουήλ Καφούρος


Αφήγηση του Γιάννη Κοκκαλάκη για την Κατοχή στη Σαντορίνη

Ο τόσο ξεχωριστός ερευνητής της Ιστορίας της Σαντορίνης και γεμάτος απίστευτη διάθεση στη μεταλαμπάδευση της γνώσης του κ. Γιάννης Κοκκαλάκης στο νέο του βιβλίου " Η Σαντορίνη Το πιο λαμπρό κόσμημα στο Αιγαίο", αφηγείται τη θύμησή του για την περίοδο της Κατοχής στη Σαντορίνη:
                                        
"Όλα  άρχισαν  στις  15  Αυγούστου  1940  με  τον  τορπιλισμό  της  ΕΛΛΗΣ  στο  λιμάνι
της  Τήνου. Σε  όλο  τον κόσμο,  αυτή  η μέρα, οι Χριστιανοί  γιορτάζουν  την μεγάλη  γιορτή της  Παναγίας , την  « Κοίμηση  της  Θεοτόκου». Ιδιαίτερα, σ΄ όλη την  Ελλάδα, την γιορτάζουν με  μεγάλη  μεγαλοπρέπεια, και  την  ονομάζουν  « Το  Πάσχα  του   καλοκαιριού».
Αυτή τη  μέρα  βρήκαν  οι  Ιταλοί, για  να  τορπιλίσουν το  καταδρομικό  « ΕΛΛΗ» που ήταν αγκυροβολημένο  στο  λιμάνι  της  Τήνου, για  να  τιμήσει  τη  Μεγαλόχαρη.
Αυτή  ήταν  η  αρχή. Σε  δύο  μήνες  28  Οκτωβρίου, οι  Ιταλοί  κήρυξαν  επίσημα  τον  πόλεμο  εναντίον  της  Ελλάδας  μετά  το  γενναίο  ΟΧΙ  του  Ιωάννη  Μεταξά.
Ημουν  10 χρονών  και  θυμάμαι  καλά  αυτή την  μέρα, γιατί  έβλεπα  τον  πατέρα  μου  ανήσυχο, την  μητέρα  μου  να  κλαίει. Πόλεμος  με  τους Ιταλούς,  έλεγαν. Ξαφνικά  η  μητέρα  μου  άρχισε  να  φωνάζει «τα  παιδιά  , τι  θα  γίνει  με τα παιδιά  ». ΄Ημουν μόνος  στην   Σαντορίνη με  τον  μικρότερο  αδερφό  μου. Τά  δύο  μεγαλύτερα  αδέλφια μου  ο Νίκος  και  η  Ειρήνη  ήταν  στην  Νάξο  . Είχαν  φύγει  πρίν  ένα  μήνα, ο  Νίκος οικότροφος  σε  φιλικό  σπίτι  και  η Ειρήνη  στη  σχολή  Ουρσουλινών. Πήγαν  στη   Νάξο  για  να παρακολουθήσουν  μαθήματα  του   Γυμνασίου,  γιατί  στην  Σαντορίνη  δεν  υπήρχαν  αυτές  οι  τάξεις.
Με  την  κήρυξη του  πολέμου τα  σχολεία  έκλεισαν, και  έτσι αναγκάστηκαν  να   γυρίσουν.
Ο  πατέρας  μου   Ανθυπολοχαγός Στέφανος Κοκκαλάκης ήταν  τότε  42 χρονών. ΄Ηταν  εξοικειωμένος   με  πολεμικές  επιχειρήσεις, γιατί από το  1917 μέχρι  το   1923 υπηρέτησε την  πατρίδα  στον  Α΄ Παγκόσμιο  πόλεμο.
΄Ελαβε  μέρος  και  στην  εκστρατεία  της  Μικράς  Ασίας και  ήταν  για  ένα  χρόνο αιχμάλωτος  των  Τούρκων.
Στις  17  Νοεμβρίου   1940    έφυγε  για  το  μέτωπο. Σκληρές  στιγμές  του  αποχωρισμού. Η γυναίκα  του  με  δάκρυα στα  μάτια τον  αποχαιρετά . «Να  γυρίσεις  γρήγορα,  με την  νίκη γερός  και  δυνατός».
΄Εφθασε  μέχρι  την  Κορυτσά.  Και  ήρθαν   τα  Χριστούγεννα  1940. Τα  πρώτα  Χριστούγεννα  χωρίς  τον  πατέρα  μας. Είμαστε  όλο  αγωνία  , γιατί  είχαμε  καιρό  να  λάβουμε  γράμμα  του .  Και  το  γράμμα  ήρθε.  Μας  γράφει  τις  ευχές  του  και  καταλήγει «Η μόνη  ευχή  που  έχω  να  δώσω  εις  όλους  σας  είναι  να  βοηθήσει  ο  καλός  Θεός για  την  νίκη  του  στρατού   μας και  να  επανέλθωμεν  νικηταί και  μόνο  στα  σπίτια  μας.  Αυτή  πρέπει  να  είναι  η  ευχή  όλων  μας».
Και  γύρισε  στην  Σαντορίνη ,  με  την  βοήθεια  του  Θεού  στις  20  Απριλίου 1941, Νικητής Εναντίον  των  Ιταλών ΝΑΙ, των  Γερμανών  ΟΧΙ. 
Δεν  πέρασε  ούτε  ένας  μήνας  και  στα  μέσα  Μαίου κατέφθασαν  οι  Ιταλοί  στην  Σαντορίνη. 
Θα  σας  διηγηθώ  και   ένα  περιστατικό. Οι  Ιταλοί  αποβιβάσθηκαν  στον  Μονόλιθο, ΄Αρχισαν  να  ανηφορίζουν  στα  Φηρά, όταν   άκουσαν μία  ομοβροντία  και  είδαν  καπνούς  στον  ορίζοντα. Φοβήθηκαν  πολύ  και  το  έβαλαν στα  πόδια  επιστρέφοντας   στο  Μονόλιθο. «Τι   συμβαίνει,  βρέ  παιδιά,  έχουμε  αντίσταση;» Ναι  τους  λένε «το  ηφαίστειο  δεν  χάρηκε  με  την   άφιξή  σας ». Το  ηφαίστειο  ήταν  εν   ενεργεία   από  τον  Αύγουστο  1939. Η  έκρηξη  αυτή  διήρκεσε μέχρι  τον  Ιούλιο  1941.
Στην  Σαντορίνη  ήρθαν  πάρα  πολλοί  Ιταλοί και  διασκορπίστηκαν  σ΄   όλο  το   νησί.  Το Διοικητήριο  ήταν  στα Φηρά, σε  ένα  μεγάλο  σπίτι  ιδιοκτησίας  Σαρπάκη, πενήντα  μέτρα  από  το  σπίτι   μας.  Πρώτος   Διοικητης ο   Εμμανουέλε  Μπρούνο. 
Τον  Σεπτέμβριο 1943  ήρθαν  και  οι  Γερμανοί.
Κατά  την  περίοδο  της  κατοχής, στην  Σαντορίνη, δεν λειτουργούσε  κανένα   κατάστημα  . Δεν  υπήρχε ούτε  μπακάλικο,  ούτε  ψωμάδικο,  ούτε  μαναβικο. Μόνο κανένα  ταβερνάκι με  Σαντορινιό  κρασάκι  και  κανένα  τσίρο. Υπήρχαν  ένα  δύο  καφενεία  με  κριθαροκαφέ.
Οσοι  είχαν  αμπέλια  η  χωράφια, έδιναν  το  κρασί  και  την  τομάτα και  έπαιρναν  άλλα  τρόφιμα.  Το  κριθαράκι  ήταν  πολύτιμο  το  αλέθανε στους  αλευρόμυλους και  έφτιαχναν κουλούρες(μεγάλα  κουλούρια ), τα  ψήναμε  στους  φούρνους  των  σπιτίων  μας  και  τα  τρώγαμε   για  ψωμί.
Θυμάμαι  μια  μέρα, ένα  μεσημέρι  όταν  κάθισα  στο  τραπέζι  και  έκαμα  μια  μπουκιά  ένα  αυγό  τηγανιτό, την  μητέρα  μου   να  μου  λέγει  «μια  μπουκια  το  έκανες  παιδί  μου, αυτό  είναι  όλο  σου  το  φαγητό».
Ένα   αυγό  και  μισή  κουλούρα  ήταν  το  μεσημεριανό  μας. Κατά  καιρούς, οι  Ιταλοί  μας  μοίραζαν  χαρούπια και  καλαμποκάλευρο (  μπομπότα  ).
Η έλλειψη  τροφίμων, και  επομένως  η  πείνα,  άρχισε  από  τις  πρώτες  ημερες  που  μπήκαν  οι  Γερμανοί  στην  Ελλάδα. Οι  Ιταλοί, σε  μας  τα  παιδια  ,  μας  υποχρέωναν  να παρακολουθούμε  μαθήματα  της  Ιταλικής  γλώσσας. Πηγαίναμε  ευχαρίστως ,  όχι  για  να  μάθωμε  την  γλώσσα, αλλά  γιατί  όποιος    έγραφε  καλά  στην  ορθογραφία  του  έδιναν  μια  οκά  σταφίδες.  Εμείς,  που  ξέραμε λίγα  γαλλικά  είμαστε  πάντα  πρώτοι  και  τις  σταφίδες τις  είχαμε  σίγουρα.
Από  τον  χειμώνα  του  41  άρχισαν τα  λαικά  συσσίτια  με  τρόφιμα  που  έστελναν  από  το  εξωτερικό , κυρίως  ο  Ερυθρός  Σταυρός.
Στην  Σαντορίνη  υπήρχε  επιτροπή  επισιτισμού  αποτελούμενη  από  τον    Πρόεδρο  της  Κοινότητας,  τον  δάσκαλο  και  τον  παπά  της  ενορίας.  Γραμματέας   ήταν  ο  πατέρας  μου  Στέφανος  Κοκκαλάκης  .
Στις  26  Φεβρουαρίου  1944  διορίστηκε   ΄Επαρχος  Θήρας  ο  Ιωάννης   Κουτσογιαννόπουλος, γνωστός  Συμβολαιογράφος  στην  Αθήνα. ΄Ανοιξε το  Επαρχείο  σε   ένα  μεγάλο  σπίτι  των  Φηρών, με  μεγάλη  αυλή  και  μεγάλη  κάναβα, ιδιοκτησίας  Γεωργίου   Κουτσογιαννόπουλου και  ύψωσε  την  Ελληνική  σημαία  .  ΄Ηταν  το  μόνο  κτίριο  που  κυμάτιζε  η  Ελληνική  σημαία. Η  κάναβα  ήταν  αρκετά  μεγάλη, κατάλληλη για  αποθήκη τροφίμων  και  ρουχισμού. Πήρε  στην  υπηρεσία  του  τον  Στέφανο Κοκκαλάκη, ως   Δ/ντή   Επισιτισμού  με  βοηθούς την  Λίζα  Πατηνιώτη, Μάνια  Συρίγου και  την  Βιργινία Εφφέ.
Η  ορκωμοσία  τους  έγινε  στις  2  Απριλίου  1944. Κάλεσε  αμέσως  όλους  τους  Προέδρους  των  Κοινοτήτων  και  έφτιαξε  επισιτιστικές  Επιτροπές.
Επειδή  το  σπίτι  του  το είχαν  επιτάξει οι  Ιταλοί  ,  τον  φιλοξενούσε  ο  Δόν  Ζαχαρίας.  Είχε  ένα  τρόπο  να  επιβάλλεται στον  Γερμανό  Διοικητή, ο  οποίος  τον  σεβόταν και  τον  άκουγε  πάντα  με  προσοχή,  σπάνια  του   αρνιόταν   κάτι.
Στις  24  Οκτωβρίου 1944  αρρώστησε  και   έμεινε  στο  κρεβάτι  αρκετό  καιρό.
Τον  Νοέμβριο  1944  η  κατάσταση  της  υγείας  του  επιδεινώθηκε  και   αναγκάστηκε  να  παραιτηθεί   .  Τον  αντικατέστησε ο  Ηλίας  Καμπίτσης,  εξαιρετικός  νομικός.
Στην            Σαντορίνη  σωθήκαμε  από  την  πείνα όταν  άρχισαν  να  έρχονται  τρόφιμα  του  Ερυθρού  Σταυρού και  της  Αγγλικής  αποστολής  ΕΜΕΛ (συμμαχική  περίθαλψη  για  την  Ελλάδα).  Από τον  Δεκέμβριο  1944, τον  Ερυθρό  Σταυρό  αντικατέστησε  η  UNRA.....[....]

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Κατοχή στο Μύλο του Εμπορείου



«Λευτέρης  ξύπνα παιδί μου». 
«Ναι, ναι».
Μουρμούρισε ο μικρός Λευτέρης μέσα στο βαθύ ύπνο του.
«Έλα παιδάκι μου, σήκω».
 Ο Λευτέρης έπαιξε τα μάτια του και κοίταξε γύρω του για να δει που βρίσκετε. Ήταν όνειρο, ήταν αλήθεια, δεν ήξερε.   Σκέφτηκε και κοίταξε γύρω του
« Μα που βρίσκομαι » Μουρμούρισε.
 Φοβόταν, μα βλέποντας το πατέρα του να σολογάει αισθάνθηκε σιγουριά. Ένιωθε το σώμα του  πιασμένο, πονεμένο και τα γόνατα του τον πόναγαν τώρα θυμήθηκε την προηγούμενη μέρα που είχε πέσει κάτω, όταν τον είχε  κυνηγήσει ένας γερμανός να του πάρει το ψωμί που κρατούσε κάτω από τη μασχάλη του, όμως εκείνος κατάφερε να του ξεφύγει όταν πέρασε μέσα από ένα μικρό άνοιγμα που είχε ένα βομβαρδισμένο σπίτι .
Μια σκηνή με ένα κήπο με ένα κοριτσάκι με χρυσά μαλλιά μπερδευόταν και ερχόταν στο μυαλό του. Ο μικρός Λευτέρης τώρα δεν ήξερε ποια είναι η αλήθεια, και ποιο είναι το όνειρο.
Κοίταξε τα γόνατα του το αίμα είχε ξεραθεί και το δέρμα του τον τράβαγε. Είχε την αίσθηση ότι είχε ξυπνήσει σε μια άλλη ζωή. Χασμουρήθηκε και έξυσε το κεφάλι του, τα μαλλιά του, του φάνηκαν αφύσικα κοντά. Τώρα θυμήθηκε όταν χτες η μάνα του, του τα είχε πάρει με τη ψιλή για να γλυτώσουν από τις ψείρες. ===
«Τι έγινε πατέρα, θα αλέσουμε;»
Ρώτησε,
Ο πατέρας του, τον  λυπόταν που τον ξύπνησε αλλά η πείνα δε του άφηνε περιθώρια για στοργικές εκδηλώσεις.
«Ναι, έλα πριν ξυπνήσουν». Τον προέτρεψε με μια θέρμη στο τόνο της φωνής του και συμπλήρωσε. «Θα κοιμηθείς αύριο όσο θέλεις. Θα πω στη μάνα σου να μη σε ξυπνήσει».
Αν και ήξεραν ότι αυτό ήταν ψέμα, μα είχαν ανάγκη να το πιστέψουν και οι δυο.
Ο μικρός  Λευτέρης κάθισε πάνω στα σακιά πήρε μια βαθιά ανάσα για να συνέρθει και προσπαθώντας να δει καλύτερα μέσα από  το αδύνατο φως μιας λάμπας που ήταν στερεωμένη στο τοίχο.  Δίπλα του υπήρχε ένα φαναράκι από καρπούζι, το είχε φτιάξει μαζί με τα αδέρφια του χτες βράδυ. Το δικό του ήταν το καλύτερο, είχε ένα πρόσωπο χαμογελαστό και δυο τρίγωνα ματάκια.  Το έπιασε και το ακούμπησε πιο κει για να μη το σκουντήξει και του χαλάσει.
Για μια στιγμή το κοίταξε. Και μπρος τα παιδικά ματάκια του πέρασαν εικόνες με τραπέζια γεμάτα λιχουδιές μέχρι χαρούμενα χαχανητά του φάνηκε ότι άκουσε.
« Πατέρα». Μουρμούρισε, τεντώνοντας ψηλά τα χέρια του να ξεμουδιάσει. «Είδα ένα περίεργο όνειρο, με πολλά φαγιά».
Ο πατέρας του χαμογέλασε και του είπε γελώντας.
«Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται. Άντε. Έλα να τελειώνουμε. Του φώναξε, που τώρα ανέβαινε τα απότομα σκαλιά του μύλου. Έλεγξα τον καιρό είναι μαΐστρος και άνοιξα τα αντιμόνια.  Ο κούντονας* κοιτάζει τον καιρό.  Είπε σαν να του έκανε μάθημα. Τράβα ρίξε νερό στα μούτρα σου και τρέξε στα σακιά».
O μικρός Λευτέρης παραμέρισε τη κουρελιασμένη κουβέρτα που ήταν σκεπασμένος, σηκώθηκε και τεντώθηκε.
Ο μύλος έτριξε και τα ξάρτια του άρχισαν να γυρίζουν, στη αρχή αργά αλλά έπειτα με δύναμη. Τράνταζε ολόκληρος με ένα υπόκωφο ήχο που κάτω στο χωριό έφτανε σαν μουγκρητό  βγαλμένο από τα έγκατα της γης.  Έπειτα από λίγο το αλεύρι αλεσμένο έπεφτε στο κασάκι* και μέσα από τη μάνικα έπεφτε στο σακί αφού πρώτα οι μυλόπετρες είχαν θρυμματίσει το σιτάρι κάνοντας το πούδρα.
Ο Αντώνης πάνω στη κουκούλα του Μύλου κοίταζε από τα τέσσερα παράθυρα έχοντας το νου του για καμιά σπιλιάδα*. Κάτω ο επτάχρονος  Λευτέρης γέμιζε τα σακιά με αλεύρι και τροφοδοτούσε από το ποταμό* τις μυλόπετρες με κριθάρι με μηχανικές κινήσει .
Έπειτα από μια ώρα ο μικρός Λευτέρης  φώναξε με όλη του τη δύναμη για να τον ακούσει ο πατέρας του.
«Πατέρα να αδειάσω και το άλλο τσουβάλι».
Ο  Αντώνης άκουσε αλλά δεν απάντησε αμέσως. Δεν ήξερε τι να κάνει. Να αλέσει και τα άλλα σακιά ή να σταματήσει να αλέθει, μη και ξυπνήσουν  οι ιταλοί και του βάλουν ποινή.
Κοίταξε κάτω στο χωριό. Ησυχία. Πάνε τώρα δυο χρόνια που κάθε βράδυ τέσσερις Φινάτσα* καραμπινιέριδες* επιλεγμένοι αξιωματικοί  έρχονταν εδώ σταλμένοι από  το διοικητής των ιταλών να ξεμένουν τα βράδια για να προσέχουν μη δουλέψει ο μύλος κρυφά χωρίς την έγκρισή τους.
Εκείνο το βράδυ οι ιταλοί είχαν έρθει από νωρίς  από το καζέρμα* το φυλάκιο των ιταλών έχοντας μαζί τους τη κουραμάνα τους και το φαγητό τους όπως κάθε βράδυ.
Ο Αντώνης είχε βγάλει πρόγραμμα από νωρίς ότι απόψε θα άλεθε. Η γυναίκα του η Ζαμπιό είχε ετοιμάσει τηγανιτά ψάρια και ο Αντώνης είχε στη γωνία  έτοιμη τη νταμιτζάνα με το κρασί. Αφού  τάισαν και πότισαν τους ιταλούς μέχρι σκασμού η Ζαμπιό έπιασε τη μούζικα* και άρχιζε να παίζει ιταλική πόρκα.
Οι ιταλοί το ‘ ριξαν στο χορό πάνω στο ντράλικα* του μύλου και γύρω στις 9 έπεσαν ξεροί για ύπνο αποκαμωμένοι από το χορό και ζαλισμένοι από το μεθύσι. Το ίδιο ζαλισμένος ένιωθε και ο Αντώνης αφού κάθε φορά έπινε μαζί τους για να μην υποψιαστούν κάτι οι ιταλοί.
Ο Αντώνης μαζί με τη γυναίκα του, τους έβαλαν σε μια αποθήκη, έπειτα ήπιε ένα δυνατό, πικρό καφέ για να συνέρθει και πήγε γραμμή στο μύλο για να αλέσει. Είχαν μέρες να αλέσουν και όλο το χωριό υπέφερε. Πέρα από τη δική του φαμίλια  με δέκα παιδιά ο Αντώνης επωμιζόταν και τη τύχη όλων των συγχωριανών του.
Τώρα εδώ πάνω στη κουκούλα του μύλου κοιτάζοντας κάτω το χωριό αισθανόταν υπεύθυνος για τη ζωή τους.
«Ρίξε και το άλλο» φώναξε.
«Πατέρα κι αν έρθουν».
«Μη φοβάσαι. Δε θα έρθουν». Είπε με σιγουριά για να τον ενθαρρύνει αν και μέσα του κάθε φορά που το έκανε έτρεμε από το φόβο. Ο αέρας δυνάμωνε και τώρα τα ξάρτια του μύλου γύριζαν ακόμα πιο δυνατά τρίζοντας και αγκομαχώντας.
Η καρδιά του Αντώνη άρχιζε να σφίγγει  από αγωνία, η ώρα είχε πάει μία.
Έκανε το σταυρό του.
« Έλα Αι μου Μερκούρη».
Ψέλλισε και κοίταξε κάτω τη πλαγιά, στο τέλος του ορίζοντα το φεγγάρι καθρεφτιζόταν  μέσα στη θάλασσα λούζοντας το χωριό που κοιμόταν  με ένα χρυσό χρώμα . Αύριο ξημερώματα θα έφταναν οι συγχωριανοί του για αλεύρι. Απόψε που άκουγαν το μύλο να δουλεύει ο Αντώνης ήταν σίγουρος ότι θα προσεύχονταν και αυτοί μαζί με εκείνον να τη γλυτώσει και αυτή τη νύχτα από τους ιταλούς. Ο Αντώνης άνθρωπος τίμιος και πονόψυχος είχε γλυτώσει πολύ κόσμο από βέβαιο θάνατο. Μα οι ιταλοί αν τον έπιαναν απόψε δε θα τη γλύτωνε εύκολα.
Ξάφνου κάτι κινήθηκε στο μονοπάτι που οδηγούσε στο μύλο. Ξανακοίταξε να δει καλύτερα.
«Λευτέρης, βάλε το σοκάρο».
Φώναξε με όλη του τη δύναμη, αλλά ο μικρός  Λευτέρης είχε απορροφηθεί στη δουλειά. Κοιτάζοντας το αλεύρι να πέφτει στα σακιά φανταζόταν την άμμο της θάλασσας
Αύριο όταν θα έλειπε η μάνα του θα πήγαινε με τους φίλους του για μπάνιο.
Ξάφνου η ξύλινη πόρτα του μύλου άνοιξε διάπλατα  από μια δυνατή κλωτσιά. Μια μαύρη σκονισμένη μπότα φάνηκε και έπειτα τέσσερις ιταλοί βρίσκονταν μέσα στο μύλο να βρίζουν στα ιταλικά και να κλωτσάνε ότι έβρισκαν μπροστά τους. Μέσα από αυτή τη μανία δε γλύτωσε το φαναράκι του  Λευτέρης που κόλλησε στο τοίχο. Ο ένας ιταλός έβαλε το σόκαρο* το φρένο του μύλου και ο μύλος  άρχισε σιγά- σιγά να φρενάρει ώσπου στο τέλος σταμάτησε και το μόνο που ακουγόταν ήταν το φύσημα του αέρα πάνω στα ανοιγμένα πανιά του μύλου. Ο Αντώνης κατέβηκε από τη κουκούλα του μύλου και είδε τους ιταλούς παραζαλισμένους σα κοτόπουλα να χτυπάνε με μια μαγκούρα σα λυσσασμένα σκυλιά ότι υπήρχε τριγύρω. Ένας ιταλός είχε στριμώξει το μικρό Λευτέρης στη γωνία και τον χτύπαγε.
  «Μη-μη το παιδί». Τους φώναξε ο Αντώνης τρομοκρατημένος γιατί ήξερε πόσο αδίσταχτοι γίνονταν όταν κάτι δε πήγαινε καλά, και στη δική του περίπτωση τα αντίποινα μπορεί να ήταν πολύ σκληρά. .
Ένας ιταλός τον πλησίασε του πέταξε κάποιες βρισιές στα ιταλικά και έπειτα με μια απότομη κίνηση του ξερίζωσε το μουστάκι. Ένας άλλος τον έπιασε από το μπράτσο και τον έσυρε έξω.
Ο μικρός Λευτέρης έκλαιγε.
«Όχι το παιδί τους φώναξε».
Δυο ιταλοί τώρα τον κρατούσαν από τα μπράτσα και τον έσερναν προς το αρχηγείο τους.
Οι άλλοι δυο ιταλοί έμειναν πίσω. Έδεσαν το μικρό  Λευτέρης από τη μέση και με το ίδιο σκοινί όπως ήταν δεμένος τον σήκωσαν ψηλά με το μακαρά. Ο μικρός κούναγε τα πόδια του στο αέρα και έκλαιγε. Ο ένας ιταλός του έπιασε τα πόδια και ο άλλος άρχισε να του βγάζει τις τρίχες από τα τρυφερά πόδια του εφτάχρονου Λευτέρης που έκλαιγε από το πόνο, ώσπου στο τέλος οι φωνές των ιταλών έφταναν στα αυτιά του σαν μελωδικό νανούρισμα. Τώρα δεν άκουγε τίποτα. Μια γλυκιά παραζάλη τον πήρε και χάθηκε σε ένα λήθαργο. Με τα λόγια των ιταλών να φτάνουν στα αυτιά του σαν γλυκό τραγούδι.
« Έλα σήκω. Σήκω.»
Ο μικρός Λευτέρης έπαιξε τα βλέφαρά του, σήκωσε το κεφάλι του και είδε να στέκονται από πάνω του δυο ιταλοί να τον κλωτσάνε μαλακά με τις σκονισμένες μπότες τους. Το δέρμα των ποδιών του τον πόναγε. Μέσα στη ζάλη του και τον φόβο του θυμήθηκε τι είχε συμβεί. Με μια απότομη κίνηση πετάχτηκε όρθιος και στάθηκε με τη πλάτη στο τοίχο κοιτάζοντας τους ιταλούς με τα κόκκινα από το κλάμα μάτια του, τρέμοντας από το φόβο. Οι  ιταλοί του γύρισαν τη πλάτη και βγήκαν έξω στο ντράλικα του μύλου μουρμουρίζοντας κάτι στα ιταλικά. Ο μικρός Λευτέρη πετάχτηκε έξω και έτρεξε για το σπίτι του που ήταν λίγο πιο κάτω.
« Μάνα, άνοιξέ μου.»
Χτύπαγε τη πόρτα με τα δυο του χέρια και φώναζε. « μάνα…» Η Ζαμπιό άνοιξε τη πόρτα και ο μικρός τρύπωσε μέσα και έκλεισε πίσω του τη πόρτα.
« Μας καταλάβανε μάνα οι ιταλοί» είπε με κομμένη την ανάσα από το τρέξιμο και από το κλάμα. « Ο πατέρας σου που είναι ;» τον ρώτησε η Ζαπμιό έντρομη.
« Δε ξέρω. Τον πήρανε μάλλον θα τον πήγανε στο καζέρμα*.
Στο ισχνό φως της λάμπας η Ζαμπιό  είδε τα πόδια του μικρού Λευτέρη.
« Τι  έπαθαν τα πόδια σου;»
 Τον ρώτησε και γονάτισε για να δει καλύτερα.  Ο μικρός Λευτέρης κοίταξε τα πόδια του και έμπηξε τα κλάματα.
« Οι ιταλοί μουρμούρισε»
 Η Ζαμπιό κατάλαβε τι είχε συμβεί άνοιξε τα χέρια της και τον πήρε αγκαλιά.
«Έλα, έλα να σου βάλω λίγο λαδάκι από το καντήλι και θα σου περάσει»
 Είπε με θάρρος, μα μέσα της έκλαιγε και πόναγε πιο πολύ από το μικρό Λευτέρη.  Η καρδιά της έτρεμε από φόβο για τη τύχη του άντρα της χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι.
Αληθινή ιστορία
Τα ονόματα και τα γεγονότα αντιπροσωπεύουν την αλήθεια.
Αντωνία  Δρόσου  Βελισσαράτου

http://www.topmelodyfm.gr/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CF%85%CE%BB%CE%BF-%CF%84%CE%BFy-%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%85.html

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...