Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

Λουκάς Ν. Νομικός ( 1886 - 1969) ... ο Πειραιώτης



Σίγουρα πολλοί θα απορήσουν διαβάζοντας τον τίτλο «μα αφού ο Λουκάς Νομικός ήταν Σαντορινιός, πως τον χαρακτηρίζουν Πειραιώτη;». Αδιαμφισβήτητα, ο Λουκάς Νομικός ήταν ένας από τους πιο καταξιωμένους Σαντορινιούς εφοπλιστές και η προσφορά του στην Ελληνική Ναυτιλία είναι γνωστή σε όλους. Ουδέποτε ξέχασε το νησί και ειδικά την γενέτειρα του Οία την οποία βοήθησε πολλάκις και το όνομα του έχει δοθεί πλέον σε ένα από τους κεντρικότερους δρόμους του χωριού.
Όμως όπως  οι Οιάτες είναι περήφανοι για τον Λουκά Νομικό, το ίδιο εξίσου περήφανοι είναι για αυτόν και οι Πειραιώτες. Και όταν λέμε «Πειραιώτες» δεν εννοούμε μόνο τους Σαντορινιούς στην καταγωγή που έχουν εγκατασταθεί στον Πειραιά.
Θα κάνουμε λοιπόν ένα μικρό ταξίδι στο πρώτο λιμάνι της χώρας για να γνωρίσουμε μια άγνωστη -για εμάς εδώ στην Σαντορίνη- πτυχή της ζωής του Λουκά Νομικού: την ζωή και την δράση του στον Πειραιά. Όχι όμως σαν εφοπλιστής, αλλά σαν δημότης, πολίτης και μόνιμος κάτοικος αυτής της πόλης.

Ο Λουκάς Νομικός γεννήθηκε στην Οία το 1886, γόνος καραβακυραίων του χωριού καθώς πατέρας του ήταν ο καπετάνιος Νικόλας Νομικός και εξαδέλφη του η μετέπειτα εφοπλίστρια Καδιώ Νομικού-Σιγάλα.  Ακολουθώντας την ναυτική παράδοση της οικογένειας του, σε εφηβική ηλικία έφυγε από την Οία στα τέλη του 19ου αιώνα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στον Πειραιά όπου δραστηριοποιήθηκε στην νεόφερτη τότε ποντοπόρο ναυτιλία. Μέσα σε σύντομο διάστημα είχε αναδειχθεί ένας από τους πιο γνωστούς Έλληνες εφοπλιστές της εποχής αλλά και ένα από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα πρόσωπα της Πειραϊκής κοινωνίας.


Η σχέση του με τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα

Κατοικούσε στο κέντρο του Πειραιά πολύ κοντά στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στην ενορία του οποίου ανήκε πλέον ως δημότης,  ενορίτης,  μέλος του εκκλησιαστικού συμβουλίου για πολλά χρόνια αλλά κυρίως μέγας ευεργέτης του ναού καθώς είχε συμβάλει οικονομικά πάρα πολλές φορές σε αναστυλώσεις.  Το εκκλησιαστικό συμβούλιο του ναού έχει τιμήσει εδώ και πολλά χρόνια τον ενορίτη του Λουκά Νομικό για τις οικονομικές του ευεργεσίες και την μακροχρόνια προσφορά του στον Άγιο Σπυρίδωνα με το όνομα του να κοσμεί πρώτο, εδώ και δεκαετίες, τη λίστα των «Μεγάλων Ευεργετών» του ναού στην μεγάλη μαρμάρινη πλάκα δεξιά της εισόδου σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, τιμής και αναγνώρισης στο πρόσωπο του.  Και παρότι έχουν περάσει σχεδόν 50 χρόνια από τον θάνατο του, οι δεσμοί της οικογένειας Νομικού με τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα συνεχίζουν σαν αέναο σκοινί που συνδέει το παρελθόν με το παρόν της. Πρόσφατο γεγονός στις 29 Δεκεμβρίου 2015 όπου τελέστηκε στον ναό η νεκρώσιμος ακολουθία του γιου του, Δημήτρη Νομικού σε ηλικία 91 ετών.

Και κάτι που οι νεότεροι στην Οία ίσως αγνοούν: ως γνωστόν ο Λ.Ν. υπήρξε ο ιδρυτής του συλλόγου των Οιατών στον Πειραιά το 1919 και πρόεδρος μέχρι και το θάνατο του. Τα γραφεία του συλλόγου στεγάζονταν στην οδό Καραΐσκου, εντός των ορίων της ενορίας του Αγίου Σπυρίδωνα. Την εποχή εκείνη λοιπόν το τότε εκκλησιαστικό συμβούλιο του Αγίου Σπυρίδωνα –σε ένδειξη τιμής στο πρόσωπο του Λ.Ν- φύλαγε  τιμητικά την σημαία-λάβαρο του συλλόγου των Οιατών του Πειραιά ολοχρονίς μέσα στο ναό για πάνω από τέσσερις δεκαετίες, γεγονός που το αναφέρει και η Καδιώ Κολυμβα στο βιβλίο της «Οία, τόπος και ιστορία»:  «…Οι παλιότεροι Οιάτες θυμούνται πως την παραμονή της εορτής (Πάσχα) έφτανε με το βαπόρι στην Αρμένη η σημαία του συλλόγου που φυλασσόταν στον Άγιο Σπυρίδωνα του Πειραιά. Εκεί εκκλησιάζονταν οι Οιάτες του Πειραιά. Εκείνη την ημέρα όλο το χωριό κατέβαινε στην Αρμένη για να υποδεχτεί τη σημαία…».

Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Πειραιά

Αλήθεια, πόσοι γνωρίζετε ότι ο Λουκάς Νομικός  -ανά περιόδους-  από το 1925 έως το 1959 είχε διατελέσει  Δημοτικός Σύμβουλος στο Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Πειραιά; Στο site   http://dimitriskrasonikolakis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_27.html  διαβάζουμε:



«Θεοφάνεια 1959. Μπροστά από το Ρολόι. Ήταν όλοι δημοτικοί σύμβουλοι επί δημαρχίας Δημητρίου Σαπουνάκη από Μάρτη του 1955 έως Ιούνιο του 1959. Από αριστερά στα δεξιά βλέπουμε το Δημήτριο Παινέζη (συνταξιούχο Σ.Ε.Κ., δημοτικό σύμβουλο και μετά τις εκλογές (11.5.1958) ανεξάρτητο βουλευτή Ε.Δ.Α. Α΄ Πειραιά την περίοδο 1958 - 1961), τον Κωνσταντίνο Αντωνάκο (δικηγόρο, δημοτικό σύμβουλο), το Θεοφάνη Κωνσταντινίδη (δικηγόρο, δημοτικό σύμβουλο), τον Παναγιώτη Λεούση (γιατρό ουρολόγο, δημοτικό σύμβουλο αλλά την περίοδο εκείνη ασκούσε καθήκοντα δημάρχου λόγω της τρίμηνης αργίας του Σαπουνάκη), το Λουκά Νομικό (εφοπλιστή, δημοτικό σύμβουλο), τον Εμμανουήλ Ρουσσάκη (δημοτικό σύμβουλο) και τον Κωνσταντίνο Αθανασιάδη (δικηγόρο, δημοτικό σύμβουλο και ανεξάρτητο βουλευτή Ε.Δ.Α. Α΄ Πειραιά στα 1958 - 1961)»

Η συνέχεια σε Β μέρος….

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

Σεπτέμβριος στη Σαντορίνη

Του Αντώνη Σιγάλα 
 Μικρό παιδάκι πέρασα ένα Σεπτέμβριο στη Σαντορίνη. Είχαμε πάει να δούμε την προγιαγιά, τη μία και μόνη φορά που την είδα. Βγήκε στην πόρτα του μεγάλου σπιτιού της στην Οία, δίπλα από την Παναγιά την Πλατσανή, ντυμένη στα μαύρα, και μας κοίταζε ενώ η μάνα μου προσπαθούσε να της εξηγήσει ποιος ήμουνα. Μερικές τρίχες στο πηγούνι της, από αυτές που χαρακτηρίζουνε τους γέρους, και μερικά σπόρια από ντομάτα στην ποδιά της είναι αυτά που μου τη θυμίζουν κάθε φορά που προσπαθώ να φέρω την εικόνα της μπροστά μου.
Είχε ένα απέραντο φως εκείνος ο Σεπτέμβριος, αλλά και ένα σκοτάδι που με γέμιζε τρόμο. Το αεροδρόμιο ακόμα δεν είχε γίνει, ενώ η μεριά της Καλντέρας ήταν γεμάτη από χαλάσματα από το μεγάλο σεισμό του 1956 που ισοπέδωσε το χωριό.
Κάθε πρωί παίρναμε το κεντρικό μονοπάτι για να κατεβούμε κάτω στην Αρμένη, το λιμάνι που κάναμε «τα μπάνια». Το Αμμούδι ακόμα δεν υπήρχε στο χάρτη, δεν υπήρχε δρόμος αμαξωτός και εγώ πιασμένος από το χέρι της μάνας μου παρατηρούσα τα μεγάλα πέτρινα σκαλοπάτια, τα γεμάτα με τις καβαλίνες των γαϊδάρων που ανεβοκατέβαιναν όλη την ημέρα, και τρόμαζα από τη μεγάλη διαφορά της κλίμακας σε σχέση με το δικό μου μικρό μέγεθος.
Παντού έβλεπες φραγκοσυκιές να κρέμονται. Τα «φαραόσυκα», γεμάτα χυμό, ήταν ο λόγος που μιαν άλλη φορά, όταν ακόμα ήμουνα ακόμα πιο μικράκι, πέρασα ένα ολόκληρο βράδυ με τη γιαγιά μου στο σπίτι της Αθήνας να καθαρίζουμε από τ’ αγκάθια μια ολόκληρη σακούλα από δαύτα που μας έστειλε πεσκέσι η θεια μου η Μαριγούλα, η αδερφή του πατέρα μου. Η γιαγιά μου ακούραστη και παλιάς σχολής, καταγινόταν με δουλειές του σπιτιού όλη την ημέρα, κι όταν δεν είχε τι να κάνει, έπαιρνε τις σακούλες του αυγουλά, αυτές τις χάρτινες που βάζαμε μέσα τα αυγά, και τις δίπλωνε σχολαστικά, τις έβαζε κάτω από το μαξιλάρι της καρέκλας που καθόταν στην κουζίνα, μια καρέκλα παλιά σαντορινιά ξύλινη τοποθετημένη σε δεσπόζουσα θέση στο κέντρο της κουζίνας έτσι ώστε να δείχνει ποια ήταν η κυρία του σπιτιού, και τα έκανε «κωλοσίδερο». Δηλαδή καθόταν πάνω στο μαξιλάρι και αφού σηκωνόταν, συνήθως μετά από πολλές ώρες, οι σακούλες του αυγουλά ήταν ίσιες σαν καινούργιες. Τις έπαιρνε μετά και τις χρησιμοποιούσε για άλλα πράγματα, ή… δεν τις χρησιμοποιούσε ποτέ, ήταν απλώς το φετίχ της. Για μήνες μετά βρίσκαμε κάτω από τις καρέκλες ισιωμένες χαρτοσακούλες. Τα φαραόσυκα πάντως από το πεσκέσι της θειας μου ήταν άνοστα. Δοκίμασα μια φορά και μπήκαν τα αγκάθια τους στο πρόσωπό μου και έβαλα τα κλάμματα. Δεν ξαναδοκίμασα έκτοτε.
Οι μυρωδιές εκείνου του Σεπτεμβρίου ήταν μια μεγάλη εμπειρία. Μυρίζανε τα πάντα. Πρώτα πρώτα μύριζαν τα σπίτια. Η υγρασία της Οίας πότιζε την ελαφρόπετρα, που χρησιμοποιούνταν τότε ως οικοδομικό υλικό και υπήρχε ενσωματωμένη σε όλους τους τοίχους, ενώ αργότερα, με την επικράτηση του τσιμέντου έγινε το υλικό με το οποίο κύριοι και κυρίες ξύνουνε τις φτέρνες των ποδιών τους όταν ξεραίνονται από τη θάλασσα. Οι τοίχοι μύριζαν αρμύρα και η ζέστη μέσα στα σπίτια ήταν αφόρητη από το πορώδες υλικό.
Ζούσαμε μέσα σε ένα σπίτι που έδινε την εντύπωση από τη μυρωδιά και μόνο, ότι τις νύχτες έπλεε μεσοπέλαγα, παρέα με τις τράτες που έβγαιναν για ψάρεμα, ανάμεσα στην Καλντέρα και τη Θηρασά. Ιδρώναμε στον ύπνο μας και για να πάρουμε λίγο αέρα βγαίναμε έξω στο «δροσό», να μας χτυπήσει η βραδινή αύρα.
Έπειτα μυρίζανε τα σταφύλια. Πάνω στα κοφίνια, μέσα στην πιατέλα, μέσα στη γυάλα που είχανε γίνει γλυκό, ή ακόμα και στις κάναβες, τα μεγάλα πατητήρια όπου καταλήγανε τα κοφίνια με τα πράσινα και μαύρα σταφύλια για να τα πατήσουν και να γίνουν κρασί, το σαντορινιό κρασί, που μετά ταξίδευε ως εμπόρευμα σε ολόκληρο το κόσμο.
Ακόμα μύριζε η θάλασσα, απέραντη και γαλάζια μας περιέβαλλε και μας καθόριζε. Μια φορά με το μπαμπά μου βγήκαμε για ψάρεμα. Από το πρωί μέχρι το απόγευμα πιάσαμε λίγα ψαράκια, τόσο λίγα που δεν γέμιζαν ούτε ένα τηγάνι για να φάμε για μεσημέρι. Μπροστά στην ήττα της ανεπάρκειάς του ως ψαρρά, ο πατέρας μου, αθεράπευτος τσιγκούνης παρόλα αυτά, αποφάσισε να τα πετάξει πίσω στη θάλασσα να τα φάνε τα άλλα ψάρια. Έτσι έκανε την καλή του πράξη προς τη φύση κι ας μείναμε το μεσημέρι νηστικοί, δεν πείραζε. Ψάρια δεν ήθελες; Ψάρια θα σε πάω να φας. Και πήγαμε και φάγαμε στην ταβέρνα του Θεοδόση, πάνω στην Καλντέρα, που είχε λίγο τσιμπημένες τιμές, γιατί όπως λέμε καμιά φορά «αν δεν κλέψουμε και τους συγγενείς δεν κάνουμε δουλειά», αλλά εμείς φάγαμε μαρίδες και τη βγάλαμε φτηνά.
Κάποια στιγμή έκανε ένα σεισμό. Ξεκίνησε με βουητό και μετά άρχισε να κουνάει, εγώ δεν κατάλαβα και πολλά, αλλά οι άλλοι κουνηθήκανε φαίνεται πολύ, γιατί άρχισαν να τρέχουνε στα χωράφια. Ο κόσμος είχε ακόμα νωπές τις μνήμες από την καταστροφή του 1956 και με το παραμικρό ήταν ικανός να παρατήσει το βιος του για να γλυτώσει. Η πλατεία μπροστά από την Παναγιά είχε γεμίσει κόσμο κι εγώ καθόμουνα και παρατηρούσα τα αλλόκοτα φουστάνια των γυναικών, που μερικές είχανε βγει με την ποδιά που φορούσαν όταν έκαναν δουλειές στο σπίτι και με τα χέρια γεμάτα λάδια ή υπολείμματα από τρόφιμα, καθώς ήταν η ώρα που μαγείρευαν για το μεσημεριανό φαγητό. Αρνιόμουν να το κουνήσω ρούπι. Έβαλα τα κλάμματα γιατί μου άρεσε να μείνω εκεί και τελικά η επιθυμία μου εισακούστηκε. Κάτσαμε μπροστά από την Καλντέρα, όταν όλοι οι άλλοι είχαν φύγει και απολαμβάναμε μεσημεριάτικα τη σιωπή σε ένα ερημωμένο χωριό, που θύμιζε φάντασμα.
Ο Σεπτέμβριος στη Σαντορίνη είναι μήνας γιορτής. Μια ο Άγιος Σώστης, μια η κυρά Παναγιά, που γιορτάζουν κολλητά, 7 και 8 Σεπτεμβρίου, δίνουνε χαρά στους θρησκευόμενους και στις κουτσομπόλες, που πάνε και στέκονται από νωρίς έξω ή μέσα στο ναό και σχολιάζουν στα μουλωχτά κάθε γνωστό ή άγνωστο μέχρι τελικής πτώσεως. Συνήθως είναι δυο μαζί, η μια κόβει η άλλη ράβει. Από την πολλή τους την πρεμούρα να μάθουνε και να σχολιάσουνε αλλά να μην τις πάρουνε χαμπάρι, πιάνεται το χέρι τους να σταυροκοπιούνται μέσα στην εκκλησία, γιατί πάνω από όλα είναι η υπόληψη της θεοσεβούμενης.
Εμένα με είχανε βάλει να κάνω το παπαδάκι, πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή μου. Με ντύσανε με κάτι μακριά ράσα, μαύρα κι άραχλα και μου δώσανε ένα μεγάλο κοντάρι να κρατάω, που πάνω είχε ένα σχέδιο. Μόνο που δεν ήξερα τι να κάνω, δεν το είχα ξανακάνει ποτέ και κανείς δε μου έδωσε οδηγίες. Μπροστά στο να γίνω ρεζίλι στον κόσμο που κοιτούσε, αποφάσισα να κάνω ό,τι κάνανε κάτι κωλοπετσωμένα μούλικα που τα είχανε βάλει κι αυτά. Δεξιά πηγαίνανε αυτά, δεξιά κι εγώ. Ζερβά αυτά, ζερβά κι εγώ. Κάποια στιγμή τα είδα να πηγαίνουν και να στέκονται γύρω από το μεγάλο τραπέζι, την Αγία Τράπεζα, (όλα αυτά συνέβαιναν μέσα στο ιερό αλλά φαινόμασταν από την ανοιχτή πόρτα) και να μετακινούνται κρατώντας τα κοντάρια τους κυκλικά.
Άρχισα κι εγώ να κάνω το ίδιο. Πήγα και στάθηκα ανάμεσά τους και αρχίσαμε να κινούμαστε σαν τους δείκτες του ρολογιού προς τα δεξιά. Κάποια στιγμή φαίνεται ότι εγώ αφαιρέθηκα και δε μετακινήθηκα, γιατί αμέσως μετά κοπάνησα το κοντάρι μου με το κοντάρι ενός αντιπαθέστατου σκατού που από την αρχή με κοίταζε στραβά και σκάλιζε τη μύτη του. Ακούστηκε ένα δυνατό γκουπ και μετά πέσαμε επάνω στον παπά που κρατούσε το θυμιατό και γίναμε χάλια από τις στάχτες. Θυμάμαι το οργισμένο βλέμμα του όταν του σπάσαμε το θυμιατό. Συνέχιζε να ψέλνει, γιατί πάνω από όλα σημασία έχει η παράσταση και να μην καταλάβει τίποτα ο κόσμος, όπως κατάλαβα αργότερα όταν ασχολήθηκα με το θέατρο. την παράσταση ό,τι και να γίνει, δεν τη σταματάς. Βρήκε μια παύση μόνο και μου ψυθίρισε «θα σε ακοτώσω»! Μετά βγήκε έξω σα να μη συνέβαινε τίποτα και συνέχισε να ψέλνει τον εξάψαλμο. Εγώ από τη ντροπή μου εκείνο το βράδυ δεν έφαγα και είχα μονίμως κατεβασμένο το κεφάλι.
Την άλλη μέρα φύγαμε για την Αθήνα με το πλοίο. Τότε το πλοίο έπιανε και στην Οία και στα Φηρά, ακόμα το λιμάνι του Αθηνιού δεν είχε γίνει. Κατέβαζε τον κόσμο με τις λάντζες και τους ανεβάζανε με τα γαϊδούρια από το μονοπάτι. Μόνο σαν μακρινή ανάμνηση θυμάμαι ότι περιμένανε πώς και πώς να τελείωνε η κατασκευή του αεροδρομίου που άρχισε να λειτουργεί την επόμενη χρονιά και θα έφερνε «τσι τουρίστες». Στη Σαντορίνη έκανα 17 χρόνια να ξαναπάω

Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2017

Προσκύνημα στην Περίσσα



Είναι πολλά που έχουν γραφτεί για την πανσεβάσμια εκκλησία του Τιμίου Σταυρού της Περίσσας Τι για το όραμα του Γεράσιμου Βαιλα το 1836 όπου βρήκε στο χωράφι του τις δύο εικόνες και μάρμαρα απο παλαιό ναό, τι για τον περίφημο πρωτομάστορα της Περίσσας Μπατζάνη , τι για την κλεψιά της εικόνας  της Παναγιάς τι για το μέχρι και σήμερα ξεχωριστό πανηγύρι της, τι για το σχήμα  της που  μοιάζει με τη γούρνα του αγιασμού της Μονής του Προφήτη  και τόσα άλλα.
Σήμερα όμως λίγο πριν το πανθηραϊκό  προσκύνημα θα σταθώ και θα σας μεταφέρω σε δύο περιγραφές  της πίστης των κατοίκων για τον ναό αυτό. Και όχι μόνο για την εορτή της υψώσεως  του Τιμίου Σταυρού αλλά και για την εορτή της Ζωοδόχου Πηγής .
Για την εορτή του Σταυρού γράφει ο Φίλιππας Κατσίπης στο «Χρονικό της Περίσσας»,:  ... [...] Καματερη και σκόλη προσκυνητές από όλο το νησί κατεβαίνανε στην Περίσσα να προσκυνήσουνε κι απ όλα τα χωριά και γύρω νησιά ακόμη φέρνανε ασθενείς στη Χάρη Της . οι πιότεροι πάλι από τους προσκυνητές είταν οι απανωμερίτες που κατεβαίνανε με τις καβάλλες από την άλλη άκρηα του νησιού αποβραδίς και  ξεμονεύανε.  Μπαίνανε στο επιτροπικό και στα κελλάκια με τις κουμπάνιες τους κι αφου συσταμονίζανε τα πράματα τους και κανονίζανε τα του ύπνου τους ένας ένας τους πήγαινε  στον παπά να ξαορευτεί. Την ταχυνή αγροικούσανε τη λειτουργιά και μεταλαβαίνανε. Κι ύστερις μπλάζανε στον άμμο και περνούσανε την μέρα τους με χαρές και τραγούδια.

Ενώ συμπληρώνει ο Μάρκος Αβ. Ρούσσος στα «Λαογραφικά της Σαντορίνης».... Το  ηλιόβγαλμα  μας  πρόκαμε   μπροστά    στην  εκκλησιά  που   πηγαίναμε  προσκυνητές  στην  μεγάλη  γιορτή της. ΄Ένα  ασκέρι  από  καβαλλάρηδες   και  πεζούς  τραβούσαν  το  δρόμο  που  έβγαινε στην  πεντάτρουλλη  Περίσσας. Σ΄ αυτή  την  ιερή   γωνιά  της   Σαντορίνης   φτάνανε  ντάιμα  απ΄ όλα  τα  χωριά  οι   προσκυνητάδες,   γέροι ,  νιοι  και  μωρομάννες   μετα   λοχόνια   στην   αγκαλιά   τους  αρρωστημένοι  και   μισεροί  ,  που    όλοι   πήγαιναν  να  λουστούνε  στα  θεία   νάματα  της  Ζωοδόχου  Πηγής  της.   Χωρικοί   δουλευτάδες  του  κάμπου,  άνθρωποι  σπουδασμένοι  και  αφεντάδες  γινότανε  μιάδι  και   μπροστά   στο  Αγίασμα  περίμεναν  την  σειρά  τους   για  να  πιούνε  από  το   ίδιο κεχριμπαρένιο  αγλιστήρι  το  θαυματουργό     νερό   που  ανάβλυζε  από  την  πηγή  της.  Ατέλειωτη  η   βιβλική  πορεία  κατηφόριζε  από  τον  παληό   δρόμο  για  να   βρεθή  στο  μεγάλο   πανηγύρι. Κοπέλλες  με  αραχνούφαντα    ρένια  στο  κεφάλι  και   άλλες   με  λουλακιές  κορδέλλες  στα μαλλιά  τους    ερχόταν    καβαλλάρισες πάνω  σε  ψηλά  μουλάρια   στολισμένα  με  πολύχρωμα  χράμια  ,   αστραφτερά  κουδούνια   και   χάνδρες  με   κοχύλια   του  γιαλού, φούντες  γαλάζιες   κόκκινες, κίτρινες, γαρυφαλλένιες   και   λογής  - λογής  στολίδια   , ενώ  ξοπίσω  τις  συνόδευαν οι   νιοί  ντυμένοι  με  τις  πεντακάθαρες ντρίλινες  φορεσιές   τους.  Από  μεσαρικά  και  από  ρυμίδια  ακλουθούσαν  οι  γρηές  και  οι  σακάτηδες  που   δεν  πρπλάβανε  και  πάνε  αποβραδύς  στα  σπερνά,  για  να   ξεμονέψουν  χάρι  Της  πλάι  στο  κόνισμά  Της. Σαν  έμπαινες  μέσα  στην  εκκλησιά  της  Περίσσας  έβλεπες  την  παρουσία  του  Θεού  ολόφωτη  και  ολαλήθινη. Οι  εικόνες  της Ζωοδόχου  και  του   Σταυρού  ήτανε σκεπασμένες  από  ασημικά  και  μλάματα  και  πλάι  σ΄ ένα  μακρόστενο  ύφασμα  εκρέμονταν   παμπάλαια  ασημένια   πόδια, χέρια,  μάτια  και   άλλα  τάματα  των  πιστών  που  παρίσταναν  αρρωστημένα  μέλη  προσώπων   της  αγαπημένης   τους  φαμελιάς, η  ακόμη  έβλεπες  ασημένια στρατιωτάκια, που  τα  είχανε  τάξει  οι  μανάδες  στη  χάρη Της, για  να  γυρίσουν  τα  παιδιά  τους   από    τους   πολέμους.  Δύο   χονδροπάτηρα  κονδύλια  έκαιαν  ακοίμητα   το  ένα   μπροστα  στην  εικόνα  του  Σταυρού  και τ΄    άλλο  της  Ζωοδόχου   και   το   φώς  τους   ανάκατο   με  το  φώς   των  κεριών  έκανε  τα  χρυσαφικά   και τα΄ ασήμια  ν΄ αστράφτουν  μέσα  στο   σύθαμπο   της   ευρύχωρης  εκκλησιάς  .
Εκείνο   το   Θρησκευτικό  πανηγύρι   της  Ζωοδόχου  Πηγής  της   Περίσσας  ήταν  μια   ιδέα  ένας  ύμνος   μία  πρωτόγνωρη  πίστη  μια   μουσική  που  έβγαινε  από  τις  παλλόμενες  από   ευλάβεια   χορδές  της  ψυχής  εκείνων  των  αγιασμένων  ανθρώπων. ΄Εσκιζε  τον  αγέρα  και  ανέβαινε  ολοίσια  στους  αιθέρας  για  να  φθάση  σαν   ευχαριστήριος  ύμνος   αρωματισμένος  με  το   μοσχολίβανο  της   θυσίας  στο  θρόνο  του  Πλάστη. Είμαι  βέβαιος  πως  εκείνοι  οι  άνθρωποι  έφυγαν  από  αυτόν  τον  κόσμο  αγιασμένοι  καθαροί  άκακοι  και   ούτε  τα  όργανα   όπως  πιστεύουν  μερικοί μήτε  ο  ταβλάς  του γλυκατζή    που  πουλούσε  ζαχαρωτά  στα  βρέφη  τους  έφραξε   τον   δρόμο  του  παραδείσου. Αλλά  οι  άνθρωποι  έρχονται  και   φεύγουν  όμως  το  πανηγυρι  της  Ζωοδόχου  Πηγής της  Περίσσας  και  κάθε  άλλο  πανηγύρι  θα  παραμείνη  και  θα  γιορτάζεται  αιώνια, όπως   το  θέλει  η  παράδοσις  όπως  το   απαιτεί  η   ιστορία   της  Σαντορίνης   όπως  το  γράφει  η  διαθήκη   των  προγόνων  μας  όπως   μας  το  έδωσαν  οι  αιώνες 

Και του Χρόνου !! η εκκλησία αυτή δεν είναι μόνο ένα μνημείο πίστης... είναι ένα μνημείο ξεχωριστής  ιστορίας 

Για το σχέδιο της Περίσσας διαβάστε εδώ 

Δευτέρα 14 Αυγούστου 2017

"Πολλοίς συνεχόμενοις πειρασμοίς...."


 
«Πολλοίς συνεχόμενοις πειρασμοίς...» οι γεροι ψαλτάδες με τις βιβλικές μορφές, σκυμμένοι με μεγάλη αφοσίωση πάνω στο ψαλτήρι γέμιζαν την ευρύχωρη εκκλησιά με τις γλυκές ψαλμω δίες τους προς την Παρθένο και οι μελωδίες αντιλαλούσαν στους θόλους και έβγαιναν από τους χρωματιστούς φεγγίτες κάτω από τον τον Παντοκράτορα για να τις πάρουν οι αιθέρες ψηλά στα ουράνια " ... γράφει ο Μάρκος Αβέρκιος Ρούσσος. Και πως να μην πάρουν οι αιθέρες τις μελωδίες όταν σε όλη τη Σαντορίνη τιμάμε ξεχωριστά την Κοίμησή Της: από την Κερα - Πισκοπή μέχρι και την Παναγιά στο Ακρωτήρι, και από το Άγιο Θεοτοκάκι μέχρι την Κοίμηση στο Μεγαλοχώρι και τη Μεσανή στο Εμπορείο, από τις 4 Παναγιές αφιερωμένες στην Κοίμηση στην Οία ( μέσα, έξω Παναιδάκι, και του Αγγελάκη), από την Παναγιά του Καλού που τόσο ευλαβικά στέκεται σιμά στο ηφαίστειο του Κολούμπου, μέχρι και την Παναγιά των Αγίων Θεοδώρων ( καθολική) αλλά και την Παναγιά την Κόκκινη και φυσικά την Παναγιά τη Τρυπητή της Θηρασιάςή Κερά Παναγιά, το άγνωστο μοναστήρι αλλά και τόσες άλλες.  Κάθε ναός και μία ιστορία κάθε γλέντι και μια ξεβάρεση ... . Και του Χρόνου

Πέμπτη 3 Αυγούστου 2017

Ο Τρύγος στη Σαντορίνη

Του Ανδρέα Νομικού
Περιοδικό Κυκλαδικά – Τεύχος 3 Μάιος  - Αϋγουστος 1956
Ο τρύγος, η λεγόμενη βεντέμα, μπορεί να πει κανείς πως άρχιζε στις 6 Αυγούστου, εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Την ημέρα αυτήν κόβονταν τα ώριμα πια σταφύλια και μέσα σε καλάθια τα έφερναν στην εκκλησία για να ευλογηθούν.  [...] άλλοτε ήτο κανονισμένη η ημέρα του τρυγυτού, η επομένη της εορτής της Παναγιάς.  Αν και τότε τα σταφύλια δεν είναι ωριμα, αποφασίζεται κατόπιν κοινής συσκέψεως Αγρονόμου και Προέδρων των Κοινοτήτων, η ημέρα του τρυγητού να ποικίλει από χρόνο σε χρόνο και απο χωριό σε χωριό ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και την τοποθεσία του χωριού.
[...] συνήθως το μέρος όπου φυλάσσονται τα βαρέλια με τα κρασιά , οι κάναβες είναι υπόσκαφα διαμερίσματα. Στη μία πλευρά σε ειδική θέση είναι η στίβα με τα βαρέλια, τις άφουρες για το κρασί. Στο βάθος ή απέναντι είναι τα πατητήρια και οι ληνοί. Χωριστό πατητήρι και λινός για τα άσπρα και μικρότερο για τα μαύρα. [...] η κάναβα θα ασπρισθεί, τα πατητήρια και οι ληνοί θα πλυθούν καλά, θα βγάλουν τα βαρέλια, τις άφουρες στην αυλή για να τα πλύνουν. Δεν τις ξεφουντώνουν. Τις τοποθετούν πάνω σε ένα στρώμα από τσίκουδιες,  [...] και τις κυλούν . βάζουν μέσα λίγο νερό και μια χοντρή αλυσίδα την ταπώνουν κι αρχίζουν να την ανασηκώνουν. Ανασηκώνοντάς την, φροντίζουν λίγο λίγο να την γυρίζουν. Έτσι το βαρύ σίδερο  χτυπώντας τα πλευρά του βαρελιού τα καθαρίζει . το πρώτο νερο βγαίνει μαύρο και πηχτό. Είναι το φετσόνερο ... ύστερα από λίγα πλυσιματα βγαίνει πεντακάθαρο.  [..] όταν τοποθετούν την άφουρα στη στίβα την απολυμαίνουν . ανάβουν ένα φυτίλι ποτισμένο με θειάφι το κρεμούν μέσα στη βαρέλα και την ταπώνουν. Ύστερα από λίγες ημέρες, το βούλωμα αερίζεται και είναι έτοιμη να δεχτή τον αγνό χυμό του σταφυλιού.



[...] όταν έρθει η κατάλληλη εποχή από την παραμονή το βράδυ θα μεταφέρουν στο αμπέλι τα κοφίνια  που θα τα γεμίσουν με σταφύλια. Είναι το λεγόμενο κοφίνιασμα. Το πρωί της επομένης με το γλυκοχάραμα αρχίζει ο τρύγος. [...] στο αμπέλι οι άντρες , γυναίκες και τα παιδιά, οι τρυγητάδες κόβουν τα γλυκόχυμα σταφύλια μέσα σε γέλια, τραγούδια και πειράγματα. Οι άντρες φορούν το «σκειάδι» ή τον «κούκο» και για να έχουν περισσότερη δροσιά έχουν στο κεφάλι πλεγμένο στεφάνι από κληματόφυλλα. Οι γυναίκες, ιδίως οι κοπέλλες με το πρόσωπο σκεπασμένο με ένα μαντίλι και στο κεφάλι ψάθινο καπέλλο.
Οι Θηραίοι γεωργοί έχουν ένα ιδιόρρυθμο μαχαίρι εγχώριου κατασκευής τη «φερεντίνα» κατάλληλο για τις γεωργικές τους δουλειές μα κι απαραίτητο για κάθε χρήσι. Η φερεντίνα κατασκευάζεται στη Θήρα. Το λεπίδι του μαχαιριού από φτηνό μεταλλο έχει σχήμα μισοφέγγαρο σαν μικρό δρεπάνι. [...] το μεσημέρι με το άκουσμα της καμπάνας του Μοναστηριού του Προφήτη Ηλία, σταματούν τη δουλειά τους σ ένα απόσκειο ή κάτω από μια συκιά για να αρχίσουν το φαγητό.  [...] το φαγητό της βεντέμας ήταν μπακαλιάρος με πατάτες , πατάτες γιαχνί, σκορδομακάρονα, λαδομανέστρα ( ζυμαρικό, συνήθως τα τρίματα των μακαρονιών, χοντρά ψιλά, όλα μαζί βρασμένα σε τσιγαρισμένα κρεμμύδια) , φάβα ελιές κ.λ.π.
Το βράδυ μετά το ηλιοβασίλεμα οι τρυγυτάδες γυρίζουν στο χωριό. Μένουν μερικοί στο αμπέλι για να φυλάγουν τα κοφίνια και για να ετοιμασουν το πρώτο φόρτωμα. Οι άλλοι γύρίζουν στο χωριό. Είναι εύθυμοι γιατί θα ξεκουραστούν στο σπιτικό τους . [..] περνώντας από τους δρόμους του χωριού σκορπίζουν την ευθυμία και τη χαρά.
Εκείνοι που θα μείνουν στο αμπέλι, ύστερα από το φαγητό και το κρασί , αρχίζουν το τραγούδι. Θα βρεθεί κάποιος που θα ξέρει σουραύλι, κλαρίνο ή τσαμπούνα κι αρχίζει η ξεφάντωση κάτω από το αυγουστιάτικο φεγγάρι και τον εναστρο ουρανό .
Γραφικοί τύποι του τρυγητού είναι οι «καμπανολοοι» πρόκειται για παιδιά φτωχά μα και μεγάλα που όταν πια το αμπέλι τρυγηθεί και μείνει ξέφραγο, μπαίνουν και ψάχνουν τα κλήματα ελπίζοντας να βρουν κανένα σταφύλι ξεχασμένο καθως το χουν σκεπάσει τα φύλλα. Τρέχουν μέσα στο αμπέλι  χώνονται μέσα στις αμπελιές και με προσοχή και μανία παραμερίζουν κλαδιά και φύλλα για να βρουν το μικρό τσαμπί κι όταν το δουν και το κόψουν βγάζουν φωνές χαράς. [...]
Τα σταφύλια πια έχουν ήδη μεταφερθεί στην κάναβα. Αλλα είναι ένας λόφος μέσα στο πατητήρι  κι άλλα είναι απλωμένα στις λιάστρες να ψηθούν λίγο για να βγάλουν το γλυκό κρασί το βισάντο της Θήρας.
Θα ήταν άδικο να μην πούμε και μερικα λόγια το πάτημα των σταφυλιών. Η εντατικότης της δουλειας μεταφέρεται στην κάναβα όπου στα πατητήρια στιβασγμένα σε σωρούς τα σταφύλια, περιμένουν τους πατητές. Άλλη πάλη ιεροτελεστία αυτή με το πάτημα των σταφυλιών. Οι πατητάδες με καθαροπλυμένα πόδια σκουπισμένα κι ανασηκωμένα τα μπατζάκια των παντελονιών ρυθμικά με το χέρι πίσω στις πλάτες τους πατουν τον καρπό του αμπελιού. [...] ανάλογα με τον τρόπο κατασκευής το πάτημα και το ανάμιγμα των σταφυλιών βγαίνουν οι διάφορες ποικιλίες των πασίγνωστων κρασιών που περιμένουμε με ανυπομονησία να πιούμε να ευθυμίσουμε και ν
α ξεχασουμε προσωρινα τα βάσανα του κόσμου και του νησιού μας, τις καταστροφές του νησιού που αλοίμονο παρ ολες τις φιλότιμες προσπάθειες δεν προκειται να ξαναχτιστεί όπως ήτανε πριν, όμορφο χαρούμενο και εξωτικά συνάμα



Σάββατο 22 Ιουλίου 2017

Διάσημοι Θηραίοι ...αγνώστων Ηρώων : Οία

Ας συνεχίσουμε το ταξίδι μας  μετά τον Πύργο, τα Φηρά (ενα από όλα)  , το Μεγαλοχώρι  ( εδώ )  αλλά και στη Μεσαριά (εδώ) στα Ηρώα της Σαντορίνης και ας κατευθυνθούμε στην Οία. Το μνημείο αφιερώθηκε από τον Ματθαίο Γ Μαυρομάτη το 1930  και αναφέρει τα παρακάτω ονόματα Πεσόντες εν πολέμω : Αντ.Ν. Παπαζουγλος, Αντ. Αλ. Παράβαλος , Αντ. Ν. Καρρας, Βασίλ Γ. Μαυρομάτης, Γεώργιος Δ. Συρίγος, Γεώργ. Ι. Νομικός, Γεώργιος Δ. Πλατής, Εμμανουήλ Ν. Ποθητός, Εμμανουήλ Μ. Βλάχος Ζώρζης Δ. Χάλαρης, Ζώρζης Ν. Μπαλόπητος, Ιωάννης Π. Σιγάλας, Ιωάννης Ν. Συρίγος, Ιωάννης Ν. Συρίγος  Μαρίνος Ε. Δεωνάς, Μιχαήλ Α. Βλάχος, Νικόλαος Ι. Πιτσικάλης, Νικόλαος Ιακ. Συρίγος, Νικόλαος Π. Καίλας, Πέτρος Ε. Αρβανίτης, Σπύρος Ν. Παπάζουγλος, Τομάζος Γ. Νομικος,  Λουδάρος Ν. Καρράς, Αντώνης Ι. Χαλαρης, Γεώργιος Α. Χάλαρης, Ιωάνη Ν. Πελέκης, Ευάγγελος Μ. Κατζιλιέρης, Ειρηνικός Μ. Αλαφούζος ( 5/8/48).
Αφιερωτής Ματθαίος Γ. Μαυρομμάτης 1930
Ενθύμιον των Οιατών η στήλη αυτή εστήθη που προσεφερον στας μαχας τα πανένδοξά των στήθη.
Αν το σώμα των εχάθει η ψυχή των όμως μένει, και αθάνατον το όνομα αυτών θα παραμένη.
Επολέμεισαν γεναίως εναντίον των βαρβάρων και έπεσαν μαχόμενοι κατά τούρκων και βουλγάρων.

 Αλήθεια τι ξέρουμε για όλους αυτούς που βρίσκονται στα Ηρώα του νησιού ... το ταξίδι συνεχίζεται .... 

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...