Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

Τα «Ξόδια»και άλλα έθιμα λίγο πριν το Πάσχα στη Σαντορίνη

Την Μεγάλη Πέμπτη λέγανε παλαιότερα το παρακάτω ξόδι: [1]
Η Δέσποινα εκάθουνταν μόνη κι αμοναχη τζη,
Τη μπροσευχή τζη έκανε για το μονογενή τζη.
Γροικά βροντές, γροικά αστραπές και ταραχή μεγάλη,
Μπροβαίνει στα κατώφλια τζη θωρεί μια μπάντα κι άλλη,
Βλέπει τον ουρανό θαμπό και τ άστρι βουρκωμένο,
Το φεγγαράκι το λαμπρό, στο αίμα βουτημένο.
-έλα τ’ Αη Γιαννιού αδελφή και του Λαζάρου μάνα,
Να πάρω το ροδόσταμο να παμ οι τρεις αντάμα.
Και παίρνουν το στρατί στρατί, στρατί το μονοπάτι
Το μονοπάτι τσιβγαλε στ ατζίγανου τη μπόρτα.
-Άνοιξε βρε ατζίγγανε σκυλί μαγαρισμένο,
Κι η πόρτα από το φόβο τζη, άνοιξε μοναχή τζη.
-Για πες μου βρε ατζίγγανε, τι είναι αυτό που κάνεις;
-Καρφιά μου παραγγείλανε, οι φίλοι μου οι Οβραίοι.
Εκείνοι μου παν τέσσερα, κι εγώ τα κάνω πέντε.
Τα δυο ναναι στα χέρια Ντου, και τ άλλα δυο στα πόδια,
Το τρίτο το φαρμακερό, να ναι μες στην πλευρά του,
Να τρέξει αίμαι και νερό να πληγωθεί η καρδιά ντου.
-αμε και συ ατζίγγανε στάχτη να μη μποτάξεις
Και μέσα από το σακούλι σου, λεφτό να μην το πιάσεις.
Και παίρνουν το στρατί στρατί, στρατί το μονοπάτι,
Το μονοπάτι τση βγαλε στ Απίλατου τη μπόρτα,
Κι η μπόρτα από το Φόβο τζη, ήνοιξε μοναχη τζη.
Θωρεί δεξιά, θωρεί ζερβά, θωρεί μια μπάντα κι άλλη,
Άλλονε δεν ηγνώρισε παρά τον Αη Γιάννη.
-Αη μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιου μου,
Δείξε μου με το τέκνο μου κι εσέ το βαφτιστή σου.
-Δεν έχω πόδια να σταθώ γλώσσα να σου μιλήσω,
Δεν έχω γοργοδάχτυλα για να σου Τονεδείξω.
-Έχεις και πόδια να σταθείς και γλώσσα να μιλήσεις,
Έχεις και γοργοδάχτυλα για να μου Τονε δείξεις.
-θωρείς εκείνο το βουνό, το μαυραραχνιασμένο,
Εκεί είναι το τέκνο σου και τοχουν σταυρωμένο.
-Ω Γυιε μου γυιε μου γυιέ μου
Κύριε και Θεε μου,
Ω Γυιε μου , γυιε μου αφέντη που περπατείς ως φέγγει
Ω Γυιέ μου όντες σε γέννου κι όντες σε κοιλοπόνου,
Δεν είδα τέτοιους πόνους !!!
ποια κι άλλη κακομοίρα Σαν τη δική μου μοίρα ,
 τώρα όρφανή και χήρα.



Και ακολουθούσαν σαν συνέχεια του προηγούμενου τα της Μεγάλης Παρασκευής[2]:

Σήμερο είν Παρασκευή παράκληση του κόσμου, σήμερο βάλανε βουλή , οι άνομοι Οβραίοι, οι άνομοι και τα σκυλιά, οι τρισκατατηραμένοι,  να πιάσουν τον μονογενή να τονε μαρτυρήσουν,
να τονε βάλουν έπειτα εις το σταυρό απάνω,
και να τον στεφανώσουνε μ αγκάθινο στεφάνι. 
Κι η Δέσποινα ως τα άκουσε την Προσευχή της κάνει, ω Μάρθα κι ω Μαγδαληνη τ’ Αη Ιακώβου Μάνα, τ Αη Λαζάρου αδελφή, να πάμε οι τρεις αντάμα. ω Γιέ μου αφέντη, που προπατείς και φέγγεις όλη την οικουμένη,
Γιε, σαν πας στον Άδη, γρήγορα να γυρίσεις, να με παρηγορήσεις, να με παρηγορήσεις, τη μάνα την καμένη, την πολυπικραμένη, σταυρέ μου σταυρωμένε, Σταυρέ Χαριτωμένε, σταυρέ για κλίνε μπρος μου, ν αγκαλιαστώ το γιό μου,  τα μάθια και το φως μου.  ω Γιέ μου, όντας σε γέννου κι οντάς σε κοιλοπόνου, δεν είδα τέτοιους πόνους. Περικαλώ σε Γιέ μου Κύριε και Θέε μου,στον Άδη μην αργήσεις, γρήγορα να γυρίσεις να με παρηγορήσεις.
Να με παρηγορήσεις, τη μάνα την καμένη, την πολυπικραμένη και στον κόσμο ξακουσμένη…..

Και ένα άλλο:
Ποιος είναι αυτός ο ξένος, ο παραπομενεμένος στο ξύλο καρφωμένος; Και μα πας είναι ο Γιός μου, τα μάθια και το φως μου και η έλλειψη του κόσμου;
Ω γιέ μου! Ω Γιέ μου Κύριε και Θεεμου και Πλαστουργέ μου.
Ω Γιέ μου, Γιε μ αφέντη, που περπατείς και φέγγει όλη η οικουμένη.
ω Γιέ μου, όντας σε γέννου κι οντάς σε κοιλοπόνου, δεν είδα τέτοιους πόνους.Περικαλώ σε Γιέ μου Κύριε και Θέε μου,στον Άδη μην αργήσεις, γρήγορα να γυρίσεις να με παρηγορήσεις.

να με παρηγορήσεις, τη μάνα την καμένη, την πολυπικραμένη και στον κόσμο ξακουσμένη…..

Λυπήσου ντη τη μάνα, που σ έτρεφε το γάλα, ωσαν τη ματζουράνα.

ο Ήλιος Βασιλεύει και το φεγγάρι φεύγει, Γιέ μου από το καμό σου.

Σταυρέ μου σταυρωμένε , σταυρέ χαριτωμένε,

Σταυρέ για κλίνε μπρος μου, ν αγκαλιαστώ το γιό μου, τα μάθια και το φως μου.

Κανέλλα θα μασήσω, το Γιό μου να φιλήσω, το γιό μου να φιλήσω,

Μαστίχα θα μασήσω, το γιό μου να μυρίσω, το Γιό μου να μυρίσω

Γαρύφαλλα θα πιάσω, το Γιό μου να αγκαλιάσω, για να τονε χορτάσω…








«Τη Μεγαλη Παρασκευή μετά την αποκαθήλωση δεν ντρώαμε τίοτις μόνο πίναμε λίγο ξύδι . Την Μεγάλη Παρασκευή στο Εμπορείο δεν κτυπούσαν οι καμπάνες, μόνου κτυπούσανε τα σήμαντρα. Άνδρες και κοπελιάρηδες του χωριού γύριζανε τα σοκάκια, όπως και τώρα με σήμαντρα ( σίδερα  και πλατιά χοντρά ξύλα) που τα χτυπούσανε τέλεια όμορφα. Το βράδυ πααίνανε στο Πιτάφιο. Στο δεξιό ψαρτήρι ήταν οι κοπελλιάριδες και στο αριστερό οι κοπέλες. Από μέρες πιο μπροστά κάνανε δοκιμές για να πούνε το «Η Ζωή εν τάφω…».   
 Ακολουθούσε η Αποκαθήλωση, και το στόλισμα του Επιτάφιου. Το βράδυ γίνεται η περιφορά των Επιταφίων σε όλα τα χωριά. Ξακουστή είναι η περιφορά του Επιταφίου στον Πύργο. Τα δρομάκια φωτίζονται με ντενεκεδένια λυχναράκια και η περιφορά γίνεται σε κατανυκτική ατμόσφαιρα. Οι φωταψίες του Πύργου βασίζονται σε μια παλιά παράδοση των Φανών όταν τα σκάφη έφθαναν στο λιμάνι των Φηρών.   Το Μεγάλο Σάββατο σε πολλά χωριά ασχολούνται με το στήσιμο του “Ιούδα». : Ένα είδος σκιάχτρου, γεμισμένο με βαρελότα, το οποίο άναβαν μετά τον εσπερινό της Αγάπης και το άφηναν να λαμπαδιάσει και να σκάσει με θόρυβο. Εκείνη τη νύχτα, την αναστάσιμη, όλοι κρατούσαν από μία κουτσούνα και ένα κόκκινο αυγό και με ανυπομονησία περίμεναν το τέλος της λειτουργίας αλλά και της νηστείας για να πάνε στα σπίτια και να φάνε τα σγαρδούμια. « Είναι έθιμο της Σαντορίνης. Δεν καταλαβαίνουμε Λαμπρή χωρίς τα σγασδούμια.» αναφέρει ο Μάρκος Ρούσσος στο βιβλίο « Σαντορίνη: Ήθη Έθιμα και Παραδόσεις».
Ξεχωριστός είναι ο Επιτάφιος του Μεγάλου Χωριού με τα «θλιβερά» που ήταν φερμένα από τη Ρωσία. Δεξιά και αριστερά του παίρνουν τη θέση τους τα μεγάλα και σπάνιας ομορφιάς εικονίσματα, ο ¨Αγγελος και η Μαγδαληνή . Ενώ μετά την Ανάσταση τοποθετείται στο κέντρο ο Αναστημένος Χριστός. Τα κειμήλια αυτά είχαν έρθει από τη Ρωσία γύρω στο 1900. Ο Επιτάφιος θα μείνει έτσι στολισμένος μέχρι την παραμονή της Αναλήψεως.




[1] Μαρία Μαυρομμάτη: Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Πύργος, της επαρχίας Θήρας, του νομού Κυκλάδων (1969) http://pergamos.lib.uoa.gr/dl/navigation?pid=uoadl:8598&scheme=euDefaultView
[2] από το βιβλίο του Γ। Βενετσάνου « Λαογραφικά Σαντορίνης – Παραδόσεις» ( τόμος Δεύτερος)

Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017

η έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης το 1650 και η μεταφορά της είδησης στη Νάξο

Πηγή; Ορεινός αξιώτης ( http://orinosaxotis.blogspot.gr/2017/03/1650.html)
 

Μια από τις μεγαλύτερες εκρήξεις του ηφαιστείου της Σαντορίνης είναι αυτή που συνέβη το 1650 στη θέση ‘’Κουλούμβου’’ . Σχετικά με αυτή την έκρηξη υπάρχουν δύο επιστολές , μία από τους κατοίκους της Θήρας προς τους κατοίκους της Νάξου και μια , που ουσιαστικά είναι η απάντηση της πρώτης , από τη Νάξο  . Οι δύο αυτές επιστολές δημοσιεύθηκαν πρώτα στο περιοδικό ΘΗΡΑ το 1889 και αναδημοσιεύθηκαν στο περιοδικό ΕΣΤΙΑ από τον Μιχάλη Ιακ. Μαρκόπολις το 1891 . Χαρακτηριστικό της επιστολής από τη Σαντορίνη είναι η μεταφορά με απλά λόγια μια τεράστιας καταστροφής , ενώ χαρακτηριστικό της επιστολής από τη Νάξο είναι η ένδειξη αλληλεγγύης , οι Νάξιοι καλούν τους Σαντορινιούς να έρθουν να φιλοξενηθούν στην Νάξο .
Οι επιστολές αναφέρουν :
‘’Ευλαβέστατοι ιερείς και τίμιοι γέροντες της Χώρας και περιχώρων της νήσου Ναξίας .
Εμείς φτωχοί έρημοι και σκλάβοι οι πολλά χαμένοι από τις αμαρτίες μας απέ το νησί της Σαντορίνης δίνομε είδηση για το μυστήριο τούτο όπου μας συνέβη εις τον τόπο ετούτο τον οργισμένο από τον μεγαλοδύναμο Θεό . Κατέχετε πως απέ τις δέκα του Σεπτεμβρίου άρχισαν οι σεισμοί σε τούτο το νησί και έτρεμε σαν να τρέμει καλάμι και κάμαμε μερονυχτίς δεήσεις και στις 26 του ίδιου μήνα  άνοιξε μια φλέβα πύρινη και φωτιά με καπνό μέσα στη θάλασσα δύο μίλια μακριά από τον τόπο τον λεγόμενο Κουλούπου και σε τρεις μέρες πάλι άνοιξε η φλέβα με τον σεισμό και έβγαλε φωτιά με καπνό και αστραπές με βροντές με αστροπελέκια με σεισμό και με ταραχή μεγάλη και τρομακτική και χάλασε τα σπίτια μας και πλάκωσε ανθρώπους και όσοι άνθρωποι ήταν όξω πέθαναν και τα πετούμενα όλα ψοφήσανε και τα χοντρά ζώα χάθηκαν και ο αέρας τύφλωνε τους μικρούς ανθρώπους και η θάλασσα έφυγε από το τόπο της και πήρε τα χωράφια μας όλα και ‘έβγαινε τόση βρώμα που δεν μπορούμε να φάμε , το στόμα μας είναι γεμάτο διάφη και ακόμα έως τώρα έχομε περισσότερο φόβο και ο μεγαλοδύναμος Θεός να κάνει ελεημοσύνη σε εμάς και η θάλασσα έπηξε και δεν μπορεί πλεούμενο να περάσει και ο παντοδύναμος να μας λυτρώσει απέ τούτη τη δυστυχία όπου είμαστε .
1650 Οκτωβρίου 3

Οι ιερείς και πρόκριτοι της νήσου Σαντορίνης γράφομεν.’’

‘’Αιδεσιμότατοι παπάδες και πρόκριτοι της μεγαλειοτάτης κοινότητας Σαντορίνης   Με μεγάλο μας καημό και λύπηση των ψυχών μας πιάσαμε το γράμμα σας και διαβάσαμε τα κάζα και τη δυστυχία της αφεντιά σας και πρέπει πως ο πανέλεος Θεός θα να ριξε την κατάρα του απάνω σε τούτα τα δυστυχισμένα νησιά και στέκονται όλα κατατρεμένα από πάσα λογής κατατρέξιμο και δυστυχίες και αφανισμοί αμή και εδώ στη Ναξία πήραμε είδηση και ακούσαμε και το βουητό που έγινε στον ουρανό και στη γη και στη θάλασσα και τρέμαμε όλοι μικροί και μεγάλοι χωρίς να ξέρουμε αν θα ναι το τέλος του κόσμου και ύπνο ήσυχο δεν κοιμόμαστε απαντέχοντας ώρα την ώρα το χαλασμό του νησιού μας από τον σεισμό και από την θεϊκή οργή που ακολούθησε και σας γράφομε πως αν ορίζετε από εσάς να ξεκινήσετε για το νησί μας θα σας αποδεχτούμε ως είναι το μπορετό μας με τη πάσα καλή καρδιά ως για να γλυτώσει η αφεντιά σας από τα αστροπελέκια και την φλόγα όπου συντρέχει σε σας και απομείνομε έχοντας την αποθυμιά να ξέρουμε και πως επογινίκετε


Από Ναξία έτος 1650 εις Νοεμβρίου 17’’

Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

Το μεγαλείο της Σαντορίνης Βικέντιου Πίντου

Περιοδικό Κυκλαδικά Ιούλιος- Αύγουστος  1988
1780 - Santorin Thira Island Vulcano Greece Kupferstich
Το τουριστικό ταξίδι έχει εξελιχθεί σε μία από τις βασικές ανάγκες των μεταπολεμικών καιρών. Μια ανάγκη που γίνεται περισσότερο απαιτητική όταν ο άνθρωπος μπορεί να κλέψει λίγο ή πολύ καιρό από τις κάθε λογής έγνοιες και να τον διαθέσει για ψυχαγωγία  οι άνθρωποι επιζητούν την αλλαγή [...] ....  την καθαυτό ιστορία της Σαντορίνη  δεν τη μαντεύειες όπως αλλού ...τη  ζεις. Με την προσέγγιση κι όλας του καραβιού καταλαβαίνεις πως εδώ δε βρίσκεσαι σ ένα συνηθισμένο νησιωτικό όρμο. Η άγκυρα πέφτει  αλλά δε γατζώνει πουθενά. Αιωρείται ανίσχυρη. Καμία καδένα δε φτάνει στο τεράστιο βάθος. Και το καράβι λικνίζεται άβουλο πάνω από τη μεγαλοπρεπέστερη καλντέρα του κόσμου με μάκρος 11 χιλιόμετρα και πλάτος 7.5 ενώ δίπλα υψώνεται απόκρημνος κοφτός, ο τιτάνιος βράχος σε ύψος 300 μέτρα από τη θάλασσα, με τα Φηρά στο χείλος της κορυφής του. Βρίσκεσαι ήδη μέσα στη μεγάλη πληγή του νησιού. Το κυκλώπειο πέτρινο πέταλο που σε περιζώνει είναι το απομεινάρι ενός άλλου νησιού, συμπληρωμένου κάποτε σε στρογγυλό σχήμα με  πλούσια βλάστηση πάνω στο οποίο ανθούσε μια άλλη ζωή, άλλων ανθρώπων. Ήταν η ονομαστή Στρογγύλη ή Καλλίστη αυτή για την οποία  οι έρευνες του καθηγητή Γαλανόπουλου οδήγησαν στο συμπέρασμα πως ήταν η χαμένη Ατλαντίδα. Με αναπτυγμένο πολισιμό περνούσε τις μέρες της η Στρογγύλη. Οι άνθρωποι απορροφημένοι από τον εγωισμό τους έγραφαν την ιστορία τους.  Όταν κάποια μέρα θέλησε κι η φύση να συμπληρώσει δύο λέξεις στο κομμάτι αυτό της δημιουργίας. Το περισσότερο νησί τινάχτηκε στον αέρα...τεράστιο βάραθρο βάθους 1500 μέτρα ανοίχτηκε και η θάλασσα όρμηξε ζητώντας τα δίκια της. Όλα τα σχέδια, οι φιλοδοξίες, τα οράματα οι καημοί και οι κακίες των τότε κατοίκων σκορπίστηκαν, βούλιαξαν, αφανίστηκαν.  Η μεγάλη καταστροφή συνοψίστηκε σε δύο αράδες: «Συνέβη γύρω στα 1500 ή 1800 ή 2000 π.Χ. Εποχή Μινωική». Εϊναι όμως άγνωστο πότε ακριβώς συνέβη και καταπλακώθηκαν οι άλλοι κάτοικοι οι πολυ πριν της εποχής που σχηματίζοταν η Στρογγύλη και λείψανά τους βρίσκονται απολιθωμένα μέσα στη «Θηραϊκή γη», αυτή που ξεκόβουν σήμερα από το νησί, τη φορτώνουν σε καράβια και τη μεταφέρουν σε άλλους τόπους για να τη χρησιμοποιοήσουν σε μεγάλες οικοδομικές κατασκευες... Από την άλλη μεριά την ανατολική, το νησί χαμηλώνει μαλακά...ταπεινά. Λιμανάκια, αμμουδερές ακρογυαλιές αμπέλια κι άλλες καλλιέργειες συμπληρώνουν το δεύτερο «είναι» του ζωντανού αυτού κορμιού. Η γοητεία που διαδέχεται το δέος. Εδώ, όπου κι αν πλανηθεί το μάτι σου χορταίνει θέα κι ομορφιά: Απρόοπτη κι ενδιαφέρουσα. Τα σκόρπια χωριά με τα κάταστρπα σπίτια, τα γραφικά δρομάκια που φιδοσέρνουνται ανάμεσά τους, οι πολλές και περίκαλες εκκλησίες, ολοκληρώνουν τη σύνθεση της ασύγκριτης καλλονής του Αιγαιοπελαγίτικου νησιού.
Η μνήμη των αιώνων φέρνει διάφορες φυλές που κατά καιρούς πέρασαν από το νησί, αρχίζοντας από τους Κάρες, τους Φοίνικες, τους Πέρσες και στη συνέχεια τους Βυζαντινούς τους Τούρκους τους Φράγκους, τους Ενετούς κι όσους ξέρασε το μίσος, η βαρβαρότητα, η απληστία και η μανία «των εν ονόματι κάποιας πίστεως» επιδρομέων. Δεν έλειψαν και οι κατάδικοι εξόριστοι. Πόσο αταίριαστος ο βόγγος της συμπυκνωμένης εχθρότητας των ανθρώπων σε αυτό το μέρος.
Κι ενώ οι άνθρωποι συμπληρώνουν τις σελίδες τους, το ηφαίστειο δεν πήγαινε πίσω. Από έκρηξη σε έκρηξη έβγαζε στην επιφάνεια τα τριγύρω νησάκια, τις «Καμένες». Να πρόκειται άραγε για ανασχηματισμό της Στρογγύλης; Επιστροφή με δόσεις;
Τα χρόνια περνούν κι οι δύο ζωές του νησιού και των κατοίκων του, συνεχίζουν το δρόμο τους, η κάθε μια με το δικό της τρόπο...
Πολλά τα αξιοθέατα στη χώρα μας, άλλα για την ομορφιά τους, άλλα για την ιστορία τους άλλα και για τους δύο. Δεν είναι όμως υπερβολή να αναγνωρίσει κανείς στη Σαντορίνη τη θέση της μοναδικής. Τα λείψανα των πολιτισμών που διασταυρώθηκαν πάνω στην κοχλάζουσα γη της, η μεσογειακή γλύκα της, το ηφαίστειο με την επιβλητική παρουσία του και μαζί τους η άμετρη καλωσύνη των κατοίκων της, συνθέτουν μια εικόνα σπάνιας, μοναδικής ελκυστικότητας.

Αξίζει να τη γνωρίσει ο καθένας από κοντά....

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Οι «μακαρούνες» και τα «ζεμπίλια» της Οίας

Την Κυριακή της «Αποκρέω» στις 19 Φεβρουαρίου, στο Ενοριακό Πνευματικό Κέντρο της Οίας «Πανηγυρόσπιτο Αγ.Γεωργίου» με πρωτοβουλία του ιερέα της Οίας π.Νικολάου Πράσινου, συγκεντρώθηκαν οι Οιάτες προκειμένου να εορτάσουν όλοι μαζί την Κυριακή της Αποκριάς όπως γινόταν στην Απάνω Μεριά τα παλιά χρόνια. Οι Οιάτισσες νοικοκυρές έφτιαξαν παραδοσιακές παλιές συνταγές, φαγητά και εδέσματα, και στήθηκε ένα παραδοσιακό γλέντι με την συνοδεία οργάνων, τσαμπούνας και ντουμπί. Βλέποντας τις φωτογραφίες από την σελίδα του Πνευματικού Κέντρου στο facebook (www.facebook.com/pneumatiko.oias) σκέφτηκα να αναδείξουμε αυτές τις παλιές συνταγές της Οίας.





Μακαρούνες


Οι μακαρούνες είναι τα χειροποίητα ζυμαρικά που έφτιαχναν οι νοικοκυρές της Οίας τα παλιά χρόνια, πριν ακόμα εμφανιστούν στο εμπόριο τα έτοιμα βιομηχανοποιημένα προϊόντα. Τις έφτιαχναν κυρίως την Τσικνοπέμπτη και αυτό γιατί το κρεμμύδι που τις συνόδευε τσιγαριζόταν τόσο πολύ μέσα σε φρέσκο βούτυρο ώστε να αφήνει την αίσθηση της «τσίκνας» στο στόμα.  Τα υλικά απλά: νερό, αλεύρι, αλάτι και λίγη μαγιά,  με την δοσολογία των υλικών να εξαρτάται ανάλογα με το πόση ποσότητα μακαρονιών θέλουμε να φτιάξουμε.  Συνήθως για τις ανάγκες μιας τετραμελής οικογένειας η δοσολογία είναι 1 κιλό αλεύρι, 600 γραμμάρια νερό, λίγο αλάτι και μια κουταλιά μαγιά. Η ζύμη ζυμώνεται με όλα τα υλικά ανακατεμένα και κόβεται σε μακρόστενες λωρίδες, πλάθοντας το σχήμα των κλασσικών μακαρονιών. Τις βράζουμε σε ζεστό νερό όπως βράζουμε τα βιομηχανοποιημένα ζυμαρικά. Παράλληλα ετοιμάζεται το κρεμμύδι που τα συνοδεύει, το οποίο τσιγαρίζεται με  φρέσκο βούτυρο ώστε να καραμελώσει και περιχύνεται πάνω από τις μακαρούνες όταν τις σουρώσουμε, πασπαλίζοντας και μπόλικο τυρί. Προαιρετικά μπορούμε να βάλουμε και πελτέ μέσα στο τσιγαρισμένο κρεμμύδι ώστε να σερβιριστεί ως κόκκινη σάλτσα.



Ζεμπίλια (και ως Σιμπίλια)

Η λέξη «ζεμπίλι» προέρχεται από την τουρκική λέξη zembil και σημαίνει σάκος. Στην ορολογία των ναυτικών της Οίας, το ζεμπίλι ήταν ένας μεγάλος σάκος από χοντρό ύφασμα που χρησίμευε στην φορτοεκφόρτωση των προϊόντων στα πάλαι ποτέ ιστιοφόρα της Απάνω Μεριάς. Ζεμπίλι  όμως οι παλιές νοικοκυρές της Οίας ονόμαζαν και ένα είδος γλυκίσματος που συνήθιζαν να το φτιάχνουν την περίοδο του Τριωδίου. Ουσιαστικά πρόκειται για γλυκά μυζηθροπιτάκια που αποτελούσαν το αποκριάτικο «κλείσιμο» του γεύματος της Τυρινής, γιατί όπως έλεγαν  «με τυρί κλείνει το στόμα για την Αγία Σαρακοστή (μυζηθροπιτάκια), με τυρί θα ανοίξει στην Ανάσταση (μελιτίνια)». Το σχήμα τους μοιάζει σαν σακούλι και για αυτό το λόγο πήρε και την ονομασία ζεμπίλι, γιατί θυμίζει τα αντίστοιχα ζεμπίλια των ναυτικών.
Για την ζύμη (για οικογενειακή μερίδα) χρειάζονται μισό κιλό αλεύρι, 1 κούπα χλιαρό νερό, μισή κούπα λάδι, μισό κουταλάκι αλάτι. Για τη γέμιση 1 κιλό μυζήθρα 4-5 κουταλιές ζάχαρη, 1 μεγάλη κουταλιά κανέλλα σκόνη (προαιρετικά αν θέλουμε 1-2 αυγά). Πλάθουμε τη ζύμη ανακατεύοντας όλα τα υλικά, την ανοίγουμε σε λεπτά φύλλα και κόβουμε με την βοήθεια ενός μικρού πιατέλου κυκλικά πιτάκια. Από νωρίς έχουμε ήδη ετοιμάσει την γέμιση ανακατεύοντας τα υλικά και με ένα κουτάλι βάζουμε στο κέντρο του κάθε κύκλου μια κουταλιά από την γέμιση. Κλείνουμε το πιτάκι, πιέζοντας τις άκρες με ένα πιρούνι για να μην ανοίξει και το τηγανίζουμε σε καυτό λάδι.  Προαιρετικά -αν θέλουμε- μπορούμε να τα σερβίρουμε είτε με μέλι, είτε με αχνοζάχαρη.

 Ευχαριστώ τον ιερέα της Οίας π.Νικόλαο Πράσινο που μου επέτρεψε να χρησιμοποιήσω τις φωτογραφίες από τη σελίδα στο facebook.

  

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Της Αποκριάς και της Σαρακοστής στη Σαντορίνη ( 2017)

« Μετά από τα αποκριάτικα γλέντια, τα τραγούδια και τους χορούς στην πλατεία του χωριού, οι χωρικοί ετοιμάζανε τα δισάκια τους για να γιορτάσουνε την Καθαρή Δευτέρα στα εξωκκλήσια της Σαντορίνης. Τούτη η έξοδος ήτανε ομαδική. Άλλοι με καβάλες και άλλοι με τα πόδια ξεκινούσανε την αυγή της Καθαρής Δευτέρας διαβαίνοντας τα ριμίδια του κάμπου και ποζεύοντας σε κάποιο ερημοκκλήσι. Εκεί, αφού ανάβανε τα αγιοκάνδηλα και θυμιάζανε με μοσχολίβανο ή καμμιά φορά με αλυφασκιά, σαν δεν εύρισκαν λιβάνι, στρώνανε τις πετσέτες τους στη πέτρινη αυλή και καθίζανε γύρω γύρω κατάχαμε άλλοι σταυροπόδι και άλλοι ανεκούρκουδα. Στη μέση του «τραπεζιού» ήτανε μια τσουκάλα με φάβα από το οποίο κένωνε μία από τις γυναίκες. Πολλές φορές τη φάβα την μαγειρεύανε επιτόπου με ξερά φρύγανα και ασπάλαθοι. Κοντά στο τσουκάλι έβαζαν μία γαβάθα με καπαρόκουμπα και μία τσάσκα με ξύδι για να βουτούνε τις αρακιές και την αρίανη. Ολόγυρα αρέγκου- αρέγκου, βάζανε τα χοντρά γάστρινα σκουτέλια με τα σαρακοστιανά, ενώ στο μπουτί της μικρής εκκλησίας ήτανε τα φλασκιά  και τα κουκουμάρια γεμάτα μπρούσκο κρασί. Το κεραστάρι καμωμένο από κέρατο βουδιού, ήτανε αναποδογυρισμένο στο λαιμό ενός τετραγωνου παγουριού, ενθύμιο ποιός ξέρει από ποιον πόλεμο. Σε πολλές παρέες δεν έλειπε ο λυράρης ή ο τσαμπουνιέρης. Το φαγητό άρχιζε με την ευχή:
Αγία μου Σαρακοστή με την αρίανη σου,
Να μ αξιώσει η Χάρη Σου  και στην Αναστάσή σου.
Ενώ τρώγανε το κεραστάρι γέμιζε κι άδειαζε ντάιμα χωρίς σταματημό από χέρι σε χέρι και ξαφνικά κάποιος από τη συντροφιά σηκωνότανε όλορθος και μ ένα γνέψιμο στο λυράρη άρχιζε να χορεύει  όμορφα και ο λυράρης με το δοξάρι στο χέρι και τη λύρα ακουμπισμένηη στο γόνατο έπαιζε ένα γλυκό σκοπό. Τον πρώτο χορευτή τον ακολουθούσανε και άλλοι και άλλοι και το γλέντι άναβε η λύρα αγρίευε  να παίζει και ο λυράρης τραγουδούσε όμορφα δίστιχα τραγούδια και ρίμες που μιλούυσανε για την αγάπη, τους καυμούς και οι χορευτάδες χορεύανε, χόρευαν ξεστήθωτοι   με τα ζωνάρια κρεμασμένα ως κατάχαμα σφύριζαν δυνατά  σήκωναν τα χέρια κι έσκυβαν πότε μπροστά και πότε στα πλάγια και κτυπούσανε με την ανάστρεφή του χεριού τους τα μπλαντούγια τους. Ο ιδρώτας έτρεχε από το κούτελό τους μα εκείνοι χόρευαν χόρευαν χωρίς σταματημό πάνω στη πέτρινη αυλή της μικρής εκκλησίας ή πάνω στα αγριολούλουδα του χωραφιού.
Τούτο το γλέντι καταλάγιαζε σαν έρχονταν μερέντι. Τότε οι γυναίκες μαζεύανε τα σκουτελικά και ετοιμάζανε τα δυσάκια για το γυρισμό. Έπρεπε σαν κτυπούσε η καμπάνια να πάνε να ακούσουνε το «Κύριε των δυνάμεων μεθ ημών γενού»[1]. 

Ενώ η παράδοση αυτή συνεχίζονταν και στους Θηραίους της Αθήνας  « Πρώτος ο πατέρας έσερνε το χορό «στης ακριβειας τον καιρό επαντρέφτηκα κι εγώ», ακολουθούσε ο αστείος χορός « του πιπεριού» κι ένα άλλο χορευτικό τραγούδι που είχε σαν επωδό : « τουτη η γης που την πατούμε όλοι μέσα θε να μπούμε» κτυπώντας με κέφι τα πόδια τους στο πάτωμα. Ύστερα η πιο καλλίφωνη άρχιζε το τραγούδι και ακολουθούσαν οι άλλοι με άφθονα πρίμα και σεκόντα « σε αυτό το σπίτι που ρθαμε πέτρα να μην ραίσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει» και η βραδιά έκλεινε με τον εθνικό ύμνο του Μεγαλοχωρίου, δλδ με το κοντάκιο των Αγίων Αναργύρων»[2].
Τα αποκρηανά τραγούδια που ακουγόντουσαν ήταν :Ρίχνω τα αγκιστράκι μου,, Δάφνης μου πήρες κλωνάρι, Αφουγκραστέίτε να σας πω, Εγώ είμαι ενός ψαρά παιδί κ.ο.κ.
Ενώ τα «τσακίσματα»της Σαντορίνης γι αυτή την περίοδο ήταν:
Ήλθανε κι οι αποκριές με γέλια και τραγούδια, ήλθε και η Σαρακοστή μ ελιές και με μαρούλια
Στον ποταμό τα αλιγαριές σε φίλησα μα δεν το λες
Τούτες οι μέρες τόχουνε τούτες οι εβδομάδες, να τραγουδούνε τα παιδιά να χαίρονται οι μανάδες
Στ Ακρωτήρι βγαίνει η κάπαρι, τα λόγια σου είναι ζάχαρη
Στον Πύργο το πια το νερό, ηβραχνιασα και δεν μπορώ....

Τότε ακούγεται και το παρακάτω- ξεχασμένο ξόδι της Μεγάλης Σαρακοστής[3]:


 Τώρα είναι Αγιά Σαρακοστή, τώρα είναι Άγιες ημέρες

που λειτουργούν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες

και λεν το Κύριε ελέησον και το Άγιο το Βαγγέλιο.

Όποιος το λέει σώζεται κι όποιος το πει Αγιάζει

κι όποιος το καλοαφκριστεί παράδεισο θα λάβει.

Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο.

Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της

την προσευχή της έκανε για τον μονογενή της.

Κι’ εκεί που προσευχότανε, κι’ εκεί που παρεκάλει

ακού βροντές και αστραπές και ταραχή μεγάλη.

Βγαίνει στην πόρτα της να δει, βγαίνει στην γειτονιά της.

Βλέπει τον ουρανό θολό και τ’ άστρα βουρκωμένα,

το φεγγαράκι το λαμπρό στο αίμα βουτηγμένο.

Βλέπει τον Γιάννη κι έρχονταν γδαρμένο, σκοτωμένο.


- Τι έχεις Γιάννη μου και κλαις και βαριαναστενάζεις;

- Δεν έχω στόμα να στο πω , χείλη να στο μιλήσω,

ούτε η καρδιά μου το βαστά να σου το μολογήσω.

Το δάσκαλο μου πιάσανε οι άνομοι Εβραίοι

οι άνομοι και τα σκυλιά κ’ οι τρεις καταραμένοι.

Σαν κλέφτη τον επιάσανε, και σαν ληστή τον πάνε,

και στου Πιλάτου τα σκαλιά, εκεί τον τυραννάνε.

Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθη

σταμνιά νερό την περεχούν, τρία κανάτια μόσχο,

και τέσσερα ροδόσταμο ώσπου να συνεφέρει.

Και σαν την συνεφέρανε τούτο το λόγο λέει:

-Ας έλθει η Μάρθα και η Μαριά κι άλλη η Ελισάβα,

και του Λαζάρου η αδελφή και του Προδρόμου η μάννα.

Να πάμε να τον εύρουμε πριν μας τον εσταυρώσουν,

πριχού του βάλουν τα καρφιά και τόνε θανατώσουν!

-Βλέπεις εκείνο το βουνό το υψηλό το μέγα

που ’χει την πράσινη κορφή την θαλασσιά παντιέρα;

Εκεί πάνω τον έχουνε , και τόνε τυραννάνε.

Επήραν το στρατί – στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί τις έβγαλε στ΄ ατσίγγανου την πόρτα.

-Ώρα καλή σου ατσίγγανε και τ΄ είναι αυτά που κάνεις;

-Καρφιά μου παραγγείλανε οι φίλοι μου οι Εβραίοι.

Εκείνοι μου παν τέσσερα μα γω τους κάνω πέντε.

Τα δυο στα δυο του γόνατα, τα δυο στα δυο του χέρια,

το πέμπτο το φαρμακερό να μπει μες την καρδιά του.

Να τρέξει αίμα και χολή από τα σωθικά του.

Η Παναγιά σαν τ΄ άκουσε έπεσε και λιγώθη.

Σταμνιά νερό την περεχούν ώσπου να συνεφέρει.

Και σαν τη συνεφέρανε τούτο το λόγο λέει:

- Άντε κ΄ εσύ ατσίγγανε, ψωμί να μην χορτάσεις,

μόνο αχυλιές και κάρβουνα, πάντα σου να μαλάζεις.

Ούτε η τραχηλίτσα σου πουκάμισο να βάλει

ούτε και τη γυναίκα σου σε σπίτι να τη βάλεις!

Παίρνουνε το στρατί – στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί τις έβγαλε εις του ληστή την πόρτα.

Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.

Κ’ η πόρτα απ’ τον φόβον της άνοιξε μοναχή της.

Κοιτά δεξιά, κοιτά ξερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,

κοιτά και δεξιότερα βλέπει τον Άγιο Γιάννη.

Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γιου μου

μην είδες το γιουκάκι μου και συ τον δάσκαλο σου;

-Δεν έχω στόμα να στο πω, χείλη να στο μιλήσω,

ούτε και χειροπάλαμο για να σου τον εδείξω.

Βλέπεις εκείνον τον γυμνό τον παραπονεμένο,

όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;


Αυτός είναι ο γιόκας σου και με ο δάσκαλος μου.

 -Επήραν το στρατί – στρατί , στρατί το μονοπάτι.

Το μονοπάτι τις έβγαλε μπροστά στον σταυρωμένο.

-Γιε μου , που είναι τα κάλλη σου και πουν η λεβεντιά σου,

και τα σγουρά σου τα μαλλιά και η παλικαριά σου;

Δεν μου μιλείς μιλίτσα μου δεν μου μιλείς μιλιά μου;

-Πάρτο μάνα απόφαση σαν που το πήραν κιάλλες,

το πήραν μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες.

Το πήραν κι οι καλόπαντρες, για τους καλούς τους άντρες!

Άντε μάνα στο σπίτι σου και στο νοικοκυριό σου

στρώσε τραπέζι θλιβερό μ’ αφράτο παξιμάδι

και πίνε και γλυκό κρασί, να σου περνά η ζάλη.

Πάει η μάνα στο σπίτι της πάει στα γονικά της

βάζει κρασί στον μαστραπά κι’ αφράτο παξιμάδι.

Πέρασε κ’ η Άγια Καλή κιαυτό το λόγο λέγει:

-Ποιος είδε γιο εις τον σταυρό και μάνα στο τραπέζι;

-Άντε και συ Άγια Καλή ποτέ σου μην γιορτάσεις

ποτέ τ’ ονοματάκι σου στην εκκλησιά μην ψάλεις!

-Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι’ όποιος το πει αγιάζει

και όποιος το καλοαφκριστεί, παράδεισο θα λάβει.

Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο.






Τώρα ειν Άγια Σαρακοστή, τώρα ειν’ Άγιες μέρες

που λειτουργούν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες

και λεν το Κυρ ελέησον και τα’ άγιο το Βαγγέλιο!



-          Τούτη είναι η στερνή αχαλασά μας, για τούτως λεβέρετε τους κάβους και τ απογρίπια, αβαράρετε τη βάρκα στο σκέρο, σύρετε τα φαλάγγια και τα κουπιά και βάλτες την άγκουρα στο χωμάτισμα... Αύριο μπαίνει η Τρανή Σαρακοστή
Αυτές τις κουβέντες είπε ο καπετάνιος, ο γερο Βουρκάνος[4], στο τσούρμο του κι έβγαλε την καπνοσακκούλα του να στρίψει το τσιγάρο....
Αύριο μπαίνει η τρανή Σαρακοστή... Αυτά τα λόγια του γερο καπετάνιου, αγγίξανε τις πιο λεπτές χορδες της ψυχής των αγαθών ψαράδων και ήτανε για αυτούς σαν θεία επιταγή που ερχότανε ολοίσια από το Θεό. Ξέρανε οι ανθρώποι εκείνοι της θάλασσας πως αν δεν πάνε στο γυαλό, θα πεινάσουν και αυτοί και τα παιδιά τους. Όμως έτσι έπρεπε να γίνει, γιατί έμπαινε η Σαρακοστή και ολάκερο το νησί θα νήστευε. Ακόμα και οι άρρωστοι νήστευαν και δεν έτρωγαν ούτε λάδι, ενώ οι λοχώνες ετρέφοντο σαράντα μέρες με χυλό και σισαμόλαδο. Αν καμμία φορ η ανάγκη το επέβαλλε να φάνε λάδι, η λοχού κατέβαζε το τσιμπινίκι της και έκλεινε την κρεβατοκάμαρα να να μην την βλέπουν την ώρα που έτρωγε, αλλά η γυναίκα που θα μαγείρευε το φαγητό της έπρεπε να κάμει σαράντα μετάνοιες για να  εξιλεωθεί.
Έτσι κυλούσαν οι μέρες της Τρανής Σαρακοστής,  μέσα σε μία πραγματικά κατανυκτική προσευχή και νηστεία, για να τη διακόψουνε μονάχα του Ευαγγελισμού και των Βαϊων, περιμένοντας με θρησκευτική χαρά να φάνε μόνο ψάρι που κι αυτό σπάνια το εύρισκαν εξ αιτίας της φουρτούνας όπως έλεγαν « Του Ευαγγελισμού και των Βαγιών» παίρνει ο φράρος το γιαλό». Ναι κείνοι οι άνθρωποι νήστευαν και πίστευαν με μία αληθινή πίστη που ξεπερνούσε τα γήινα όρια και έφθανε μπροστά στα κατώφλια του παραδείσου.
Ναι κείνοι οι άνθρωποι νήστευαν και πίστευαν σε μία αληθινή πίστη, που ξεπερνούσε τα γήινα όρια και έφθανε μπροστα στα κατώφλια του παραδείσου. Ζούσανε στο δικό τους κόσμο καμωμένο από όορφα ιδανικά και αισθήματα. Τον δρόμο αυτό έπρεπε να τον διαβούν με πεντακάθαρη καρδιά για να είναι άξιοι να μετάσχουν στη χαρά της Αναστασης
Έτσι γινότανε εκείνα τα χρόνια και οι άνθρωποι ήταν μονοιασμένοι και ευτυχισμένοι. Την ευτυχία τους την θεμελίωνανε στη γρανιτένια πίστη με το καθαρό νόημά τους. Οι γνώσεις ήταν φτωχές αλλά από την αγραμμματοσύνη και την αγαθότητα τους πήγαζε η Αγάπη, που είναι η τέλεια πραγματική έκφραση και φτάνει στην αγνότητα της ψυχής.
Ο συγχωρεμένος ο παπα Μαρκάκης Δεναξάς μου έλεγε ότι «οσο πιο πολύ τρέχει ο άνθρωπος με τις γνώσεις του, τόσο πιο γρήγορα θα κομματιάσει το σώμα  του στους βράχους της αμαρτίας.»
Οι παλαιοί ανθρώποι του νησιού ζόυσαν σε ένα δικό τους μυστικό χώρο ονείρου, που μας το όνειρο αυτό δεν υπάρχει μα ούτε και πρόκειται καν να το ονειρευτούμε ποτέ, αφού το έσβυσε από το νου μας των  «μοντέρνων ανθρώπων» η εξυπνάδα.
Τώρα δεν θα βρεθούνε  γέροι καπετάνιοι να δέσουν τις βάρκες τους και να τραβήξουν τα απογρίπια, μα ούτε θα ακουστή η κουβέντα του γερού Ρουσσέτου του Βρουκάνου: « Τούτη είναι η στερνή αχαλασά μας, λεβάρετε τους κάβους και δέστε την αγκουρα γερα....γιατί αύριο μπαίνει η τρανή Σαρακοστή» .


Και αν θέλουμε να παραφράσουμε τη φράση που υπάρχει στον Ιερό ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στα Φηρά " Παρθενεύων είσελθε τον νου ενθάδε... Ναός γαρ εστι Ιωάννου Παρθένου..." άνετα θα μπορούσαμε να σκεφτούμε και να αναλογιστούμε όσο το δυνατόν το «... Παρθενέυων είσελθε....εις την Αγία Σαρακοστή» ......







[1] Μ.Ρούσσος, Σαντορίνη Ήθη Έθιμα και Παραδόσεις Αθήνα 1979.
[2] Γ.Συρίγου Μονιούδη, Η Σαντορίνη μου, Αθήνα 1998
[3] Μαρία Μαυρομμάτη: Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Πύργος, της επαρχίας Θήρας, του νομού Κυκλάδων (1969) http://pergamos.lib.uoa.gr/dl/navigation?pid=uoadl:8598&scheme=euDefaultView
[4] Μ.Ρούσσος Λαογραφικά της Σαντορίνης, Αθήνα 1971

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

Η φάβα της Σαντορίνης - Μια κυκλαδίτικη νοστιμιά

Σχέδιο Νίκος Νομικός 
Η φάβα της Σαντορίνης - Μια κυκλαδίτικη νοστιμιά
Του Φίλιππα Κατσίπη
Πηγή: Περιοδικό Κυκλαδικά Θέματα, τόμος Δ’ τεύχος 23, Αθήνα 1987
Σε κανένα μέρος του κόσμου δεν έχει ακουστεί η ληστρική εκμετάλλευση της γης που γινότανε στη Σαντρίνη. Αφού κατά κανόνα τη μία χρονιά σπέρνανε τα χωράφια τους με κριθάρι (το σιτάρι δεν ευδοκιμούσε) και την άλλη φυτεύανε ντομάτες. Βέβαια τα ανεγέρνανε, τα σκάβανε βαθιά και τα κοπρίζανε. Η γης όμως δεν έπαιρνε την ανάσα της, να ξεκουραστεί. Άσε που πολλές φορές μερικοί μερικοί μόλις θερίζανε το κριθάρι φυτεύανε αμέσως ντομάτα. Γι αυτό και η απόδοση ήταν μικρή σε σύγκριση με άλλα μέρη. Μα η φτώχεια δεν έχει νόμους και η ανάγκη τα πάντα κατεργάζεται.
Για τούτο ακόμα και τα αμπέλια τα σπέρνανε πότε με κριθάρι, πότε με φακή πότε με φασόλια (μαυρομάτικα) και ιδίως με αρακά. Κι ας έγραφε ο μακαρίτης ο Βαρβαρρήγος στη «Σαντορίνη» : «ουδαμού του κόσμου συμβαίνει να σπείρωσιν εις τους αμπελώνας». Κι από τον αρακά κάνανε τη φημισμένη Σαντορινιά φάβα. Νοέμβρη με Δεκέμβρη σπέρνανε τον αρακά στα αμπέλια και Μάη με Ιούνη τον θερίζανε. Επειδή όμως τα χώματα του νησιού μας είναι φάφουλα ( ελαφρά), τόσο το κριθάρι όσο και τα άλλα φυτά, τον καιρό του θερισμού τα ανεσπούσανε (τα εκριζώνανε) με τα χέρια κι ουδέποτε μεταχειριζόντουσαν δρεπάνι. Για τούτο κι ο θερισμός γινόταν τις πολύ πρωινές ώρες που είχε ανεπαλαγιά ( υγρασιά) για να μη θρυμματίζονται τα φυτά καθώς τα ξερριζώνανε. Ακόμα και το κουβάλημα του αρακά από τα αμπέλια στα αλώνια γινότανε πάλι την αυγή, προτού να τονε χτυπήσει ο ήλιος και θραύσει. Τα’ αλώνια ήτανε πέτρινα και τα περισσότερα ήτανε σε υψώματα κοντά στο χωριό. Μα ούτε για κουβάλημα του κριθαριού και του αρακά, ούτε για το αλώνισμα παίρνανε οι γαδουρολάτες (οι αγωγιάτες) αγώι. Γιατί δικαιωματικά παίρνανε τα μισά άχερα κι αυτή ήταν η πληρωμή τους. Ντάλα μεσημέρι κι όταν ήταν κοψά (ζεστή μέρα, για να αλωνίζονται εύκολα τα στάχυα) ζεύανε τα μουλάρια στα αλώνι. Κι όταν τελειώνε ο αλωνισμός, πιάνανε τα διχάλια (ξύλινα και σιδερένια  λιχνιστήρια) κι αρχίζανε το λίχνισμα. Γρήγορα, με το φύσημα του αγέρα, γινότανε ο χωρισμός του αρακά απ τα άχερα κι ύστερα με το αρηό δρομόνι (μεγάλο σιδερένιο κόσκινο) δρομονίζανε τον αρακά για να φύγουν τα άχερα, οι πέτρες και οι κοπριές. Κατόπιν τον σακκιάζανε και τον κουβαλούσανε στο σπίτι του νοικοκύρη.  Σε μεγάλες ξύλινες κασέλες τον αποθηκεύανε κι από κει τον έπαιρνε η νοικοκυρά για να τον αλέσει στο χερόμυλο. Πριν όμως αρχίσει το άλεσμα του καθαριζε καλά από τις πετρούλες και μετά καθόταν μπροστά στο χερόμυλο.
Από δύο πέτρες ήταν ο χερόμυλος: η κάτω λεγότανε καταριά κι η απάνω απαναριά ή απανάρι, που είχε μία τρύπα κι έμπαινε το καρφί της κάτω πέτρας και είχε στην άκρη ένα ξύλινο χερούλι για να το γυρίζει. Από την τρύπα του καρφιού έρριχνε τον αρακά με το ένα της χέρι και με το άλλο γύριζε το απανάρι κι έτσι κοβότανε ο αρακάς  και γινότανε η φάβα. Μετά μ ένα ντούμπανο (μικρό κόσκινο χωρίς τρύπες) το ντουμπάνιζε για να φύγουν τα φλούδια (τα φλύδια) του αρακά κι έμενε καθαρή η φάβα. Μα πάλι την καθαρίζανε σε πιάτα, για να μην έχει μικρά φλύδια και πέτρες κι έτσι την είχαν έτοιμη για πούλημα ή για το σπίτι.

Σε πήλινο τσουκάλι τη μαγειρεύανε με σιγανή φωτιά και μέσα βάζανε κομμένο κρεμμύδι και  λάδι και βράζανε όλα μαζί. Κι αν θέλετε δοκιμάζετε κι εσείς αυτή τη συνταγή. Μα μην ξεχάσετε το κρεμμυδι, γιατί καθώς λέει η παροιμία «φάβα χωρίς κρομύδι, γάμος χωρίς βιολί». 

Το Μεγαλοχώρι της Αθήνας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΚAI ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ Τὸ Μεγαλοχῶρι τῆς Ἀθήνας Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ παλιὲς συνοικίες τῆς Ἀθήνας, τὸ Μεταξουργεῖο, ἦλθαν οἱ Μεγαλοχωριανοὶ...