Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Τα….«χρυσά κόλλυβα» της Πεντηκοστής στην Οία.

Εννέα μέρες μετά την Ανάληψη του Χριστού, δηλαδή το Σάββατο πριν την Κυριακή της Πεντηκοστής η Εκκλησία μνημονεύει όλους τούς κεκοιμημένους από τον Αδάμ μέχρι σήμερα. 
Στην Οία -όπως και σε πολλά μέρη της Ελλάδας- τα κόλλυβα της Πεντηκοστής είναι τα «χρυσά κόλλυβα» δηλαδή το πιο σπουδαίο και σημαντικό ψυχοσάββατο υπέρ ανάπαυσης των ψυχών. 
Η παράδοση και οι θρύλοι στην Οία αναφέρει πως ο Χριστός το βράδυ της Αναστάσεως δίνει στις ψυχές την ελευθερία να «σεργιανίσουν» στη γη. Ομως το Σάββατο πριν την Κυριακή της Πεντηκοστής η ελευθερία τους τελειώνει και οι ψυχές πρέπει να επιστρέψουν στις θέσεις τους στον ουρανό και μάλιστα...χορτάτες!
Οι συγγενείς την παραμονή (δηλαδή την Παρασκευή) το πρωί φτιάχνουν τα κόλλυβα τα οποία πηγαίνουν στην εκκλησία το απόγευμα να τα διαβάσει ο ιερέας, ώστε οι ψυχές των νεκρών τους να «φάνε» και να επιστρέψουν στον ουρανό χορτασμένες από το συχώριο που θα τους δίνει ο κόσμος («Θεός σχωρές τον») στο μοίρασμα. 
Εκείνη τη στιγμή, οι ψυχές έχουν συγκεντρωθεί και η μια ρωτάει την άλλη: «εσύ έχεις κόλλυβο να φας;;». Όποια ψυχή δεν έχει κόλλυβο, είτε γιατί την ξέχασαν οι συγγενείς, είτε γιατί δεν έχει κανέναν να την θυμηθεί, οι άλλες ψυχές της δίνουν να «φάει» από το δικό τους για να μην επιστρέψει «ξερή» όπως λένε στην Οία, δηλαδή πεινασμένη.
Ο θρύλος αυτός της Οίας που η μια ψυχή μοιράζεται το κόλλυβο της με την άλλη, έχει τη βάση του στην γενική σημασία που δίνει η Εκκλησία σχετικά με τα κόλλυβα της Πεντηκοστής όπου μνημονεύονται όλοι οι νεκροί που για διάφορους λόγους δεν είχαν την ευκαιρία να τύχουν της ωφελείας των μνημοσύνων.
Όπως και να ΄χει τα κόλλυβα είναι μέρος της παράδοσης μας, της θρησκείας μας αλλά και το πιο υγιεινό...γλυκό!
Τα υλικά πρέπει να είναι 9 γιατί 9 είναι τα τάγματα των αγγέλων. Το κάθε υλικό έχει το δικό του συμβολισμό. 
1. Σιτάρι: οι νεκροί (το γήινο στοιχείο)
2. Ζάχαρη: η γλυκύτητα του Παραδείσου
3. Σταφίδες: η Άμπελος (ο Χριστός)
4. Μαϊντανός: η ανάπαυση «εν τόπω χλοερώ»
5. Φρυγανιά τριμμένη ή σουσάμι: το χώμα («..ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει..»)
6. Ρόδι: τα ελέη του Παραδείσου, η λαμπρότητα
7. Κανέλλα: η ευωδία, τα αρώματα («..αρώμασι εν μνήματι κηδεύσας απέθετο..», «..μύραναν τον τάφο αι μυροφόροι μύρα..»)
8. Αμύγδαλα: η ευγονία, η ζωή που διαιωνίζεται με τους απογόνους (αντί για αμύγδαλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν καρύδια)
9. Κουφέτα (ασημένια και λευκά): τα οστά που μένουν αναλλοίωτα καθώς το σώμα φθείρεται
Μουλιάζουμε το σιτάρι σε νερό από βραδύς και αφού το σουρώσουμε, το καθαρίζουμε από τις φλούδες που απέβαλε. Κατόπιν το βράζουμε ανάλογα πόσο μαλακό το θέλουμε. Σε κανονική κατσαρόλα ένα καλό βράσιμο διαρκεί 2-3 ώρες, ενώ σε χύτρα περίπου 1 ώρα. Όταν βράσει, το ραντίζουμε με δροσερό νερό λέγοντας «δροσιά και έλεος να έχουν οι ψυχές των….» λέγοντας τα ονόματα των νεκρών που θέλουμε να μνημονεύσουμε και το απλώνουμε πάνω σε πετσέτα βαμβακερή για να στεγνώσει. Το ανακατεύουμε με τις σταφίδες, τον ψιλοκομμένο μαϊντανό, το ρόδι, την κανέλα, τα αμύγδαλα και το στρώνουμε στην πιατέλα. Πάνω από το σιτάρι βάζουμε μια στρώση με τη θρυμματισμένη φρυγανιά ή το σουσάμι και στο τέλος την στρώση από ζάχαρη. Με ένα καθαρό χαρτί πιέζουμε την επιφάνεια να γίνει ίσια. Στο τέλος με τα κουφέτα σχηματίζουμε το σχήμα του σταυρού και διάφορα σχέδια, ανάλογα με την πείρα και την φαντασία που έχει η κάθε νοικοκυρά ώστε να το στολίσει. 
Και κάτι ιδιαίτερο που οι γιαγιάδες μας στην Οία το τονίζουν με μεγάλη ευλάβεια: 
1. Όση ώρα ετοιμάζουμε τα κόλλυβα πρέπει να είναι αναμμένο το καντήλι και το θυμιατό.
2. Το νερό με το οποίο βράζουμε και ξεπλένουμε το σιτάρι, ΔΕΝ το χύνουμε στο νεροχύτη ώστε να καταλήξει μαζί με τα βρώμικα νερά στις αποχετεύσεις. Το ρίχνουμε ή στην θάλασσα ή σε χώμα (π.χ. γλάστρα ή χωράφι).

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Ασκηταριά: Ένας τόπος σύμβολο μιας χαμένης πολιτείας…ενός άλυτου μυστηρίου….



 Της Θάλειας Καραμολέγκου


"Περπάτα. Μη διστάζεις. Προχώρα. Τι κόβεις τον βηματισμό;" Το πρόσωπό του τρομαγμένο κοιτούσε πίσω του. Τέντωσε το δεξί του χέρι και έσπρωξε τον μπροστινό του, που μήτε μιλιά έβγαζε μήτε ιδρώτα. Παγωμένος έσερνε ένα καρότσι υλικά και υπάκουε, απλά υπάκουε. "Πιο γρήγορα, πιο γοργά, μπορείς! Θα μας φτάσουν, δεν καταλαβαίνεις. Σε λίγο ξημερώνει και θα μας προδώσει το φως".

               Ο ήλιος ίσα που ξεπρόβαλε από την άκρη του πελάγους όταν έφτασαν μπροστά από τη μύτη ενός βουνού. Ανακουφισμένοι έκατσαν στην άκρη του κύματος και αγναντεύοντας λιγάκι την ανατολή σχεδίαζαν την ανάβασή τους. Πώς θα ήταν καλύτερο, πιο βολικό, λιγότερο επίπονο με τόσα υλικά, που κουβαλούσαν. Δεν ήταν από τούτο τον τόπο ούτε πολλοί, μονάχα πέντε, μα ήταν αρκετοί να μοιραστούν το βάρος. Ο γηραιότερος έφτιαχνε με  τις πέτρες σπίτια και άρχισε να διηγείται μια ιστορία στους υπόλοιπους. Θα περίμεναν λίγο ακόμα να ξεκουραστούν κι έπειτα θα έπαιρναν το δρομάρι για τα απάτητα χώματα του βουνού μπροστά τους. Ήταν μακρύς ο δρόμος από τον Μονόλιθο και ο Άη Γιάννης ήταν βοηθός τους, πίστευαν κι έλεγαν κι έπαιρναν θάρρος.
Μήτε μια ώρα δεν πρόλαβαν να μετρήσουν οι δείκτες, όταν μία δάδα αναμμένη πλησίαζε προς το μέρος τους. "Ποιος είναι εκεί;" Τσίριξε ο ένας, μα ο διπλανός του, του βούλωσε το στόμα. "-Πέτρο, σστ" ψιθύρισε και με απαλές κινήσεις έκανε νεύμα στους άλλους να ετοιμαστούν. Είχε φτάσει η ώρα, η ώρα της ανάβασης. Έπιασαν με μια κίνηση όσα υλικά μπορούσαν, κάποια πετάχτγτηκαν στην άμμο, κάποια διασκορπίστηκαν, μα δε γύρισαν να τα μαζέψουν. Με έναν ταχύ βηματισμό κρύφτηκαν στο βουνό.


         Τρεχαλητά ακούστηκαν στο σημείο, που κάθονταν πριν. Πλήθος κόσμου κρατούσε μια δάδα αναμμένη, μα ανάμεσά τους ένας, ο Παύλος, που σαν ψυχαναγκαστικά να τους ακολουθούσε  φώναξε: " Ορίστε! Δεν είναι εδώ, λάθος κάνατε πάλι". Σύσσωμοι κινήθηκαν προς τα πίσω, δίχως να ψάξουν για στοιχεία. Μονάχα εκείνος που φώναξε, όταν πλέον οι άλλοι είχαν απομακρυνθεί αρκετά γύρισε το κεφάλι του στις πέτρες, είδε ένα αυτοσχέδιο σπιτάκι και με μια γρήγορη κίνηση του ποδιού του το γκρέμισε. Σήκωσε το βλέμμα του  και κοίταξε το βουνό, ένα κρυφό χαμόγελο ίσα που φάνηκε στα μάτια του και γύρισε ακολουθώντας το πλήθος. Ήταν σίγουρος πως ήταν καλά και αυτό του έφτανε. Θ

αρρείς πως υπήρχαν στιγμές, ναι στιγμές, που άκουγες χτυπήματα στον βράχο, σαν να χτίζονται οικίες στο βουνό. Θαρρείς πως αν πήγαινες κοντά εκείνες τις μέρες άκουγες προσευχές και τραγούδια χαμηλά, φωνές να μιλάνε μεταξύ τους και λιγοστά γέλια τα βράδια και το πρωί πάλι σιωπή. Πρόσεχαν πολύ, να μην τους δει, να μην τους ακούσει ανθρώπου μάτι. Δεν ήταν και καθημερινοί άνθρωποι,είχαν συγκεκριμένο πρόγραμμα, μια άλλη ζωή, ήταν μοναχοί, ω μα τι λέω όχι, ήταν ασκητές. Ω ναι, ήταν εκεί στα ασκηταριά, όπως ο κόσμος το ονόμαζε και είχαν φτιάξει πολιτεία. Λίγοι από τους ανθρώπους ήθελαν να πλησιάσουν, οι περισσότεροι ήθελαν να τους διώξουν. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η ιστορία. Πέντε μόνοι ασκητές σε ένα έρημο μέρος. Κυνηγημένοι να προσπαθούν να επιβιώσουν και να ευζωίσουν.

           Ο Πέτρος τα σκεφτόταν συχνά και στενοχωριόταν, απορούσε και φοβόταν. Μήτε μην τους κυνηγήσουν πάλι οι ντόπιοι, μήτε μην τους διώξουν. Μονάχα μην τον ανακαλύψουν οι δικοί του και οι άλλοι πως έδινε λεφτά, πως βοηθούσε έναν κάτοικο εκεί. Τον Παύλο. Του είχε πει πως αν μιλήσει στους συγχωριανούς του δε θα του ξαναδώσει τίποτα. Μα είχε μέρες να φανεί και μήνες. Και εκείνος προσευχόταν και προσευχόταν μη γίνει αυτό ακριβώς που δεν ήθελε. Μήπως αυτομόλησε με τους άλλους; Ρωτούσε και το Θεό και τη θάλασσα ακόμα, περιμένοντας κάποιο σήμα του... Μα τίποτα. Μονάχα στο όνειρό του έβλεπε την σκιά του Παύλου να τον πλησιάζει επιθετικά και μετά ξυπνούσε.

            Εκείνη την ημέρα δεν ήθελε να ξημερώσει, δεν ήθελε να αντικρίσει τους άλλους για ακόμα μια φορά με τις τύψεις του, επειδή συναναστράφηκε με έναν κάτοικο. Ήταν απαράβατος όρος και αυτός με ευκολία τον καταπάτησε. Όπως και να είχε δικαιολογηθεί στον εαυτό του ότι ο Παύλος πεινούσε και τον βοήθησε, τίποτα δεν ανακούφιζε την σκέψη του. Πήρε μια μεγάλη ανάσα και την κράτησε. Ένιωθε ολοένα και πιο αδύναμος, ήξερε πως είχε φτάσει η ώρα, είχε τη διαίσθηση. Έκανε τον σταυρό του και περίμενε.
Φωνές άρχισαν να ακούγονται στο μονοπάτι, που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει. Φωτιά σπινθήριζε στον ουρανό, οι εναπομείναντες εκεί άρχισαν να μαζεύουν τα πράγματά τους και πήδηξαν σε μια βάρκα. Σίγουροι πως τους είχαν ανακαλύψει έφευγαν άτακτα και άφηναν πίσω ό,τι δεν μπορούσαν ταχέως να μεταφέρουν ή το ξεχνούσαν. Ένας όχλος έφτασε στο μέρος σε μερικά λεπτά, δεν τους πρόλαβαν, μονάχα κάτι απομεινάρια βρήκαν. Μεταξύ αυτούς και ο Παύλος κρατούσε ένα κερί αναμμένο και έψαχνε σημάδια από τον παλιό του φίλο.
 "-Παύλο φεύγουμε εμείς, έλα"
"-Πηγαίντε και έρχομαι" τους είπε "δε θα αργήσω".
                       
                 Ο κόσμος ίσα που διακρινόταν πια από την στροφή του βουνού, όταν εκείνος έμπαινε σε μία σπηλιά. Στον τοίχο της ήταν χαραγμένος ένας στρατιώτης. Τρόμαξε, πέταξε το κερί κάτω και το πάτησε να μην πάρει φωτιά. Αυτός στον τοίχο ήταν εκείνος. Η μορφή του του ταίριαζε απόλυτα. Η κάθε λεπτομέρεια. Έκανε ένα βήμα πίσω και έστριψε το κεφάλι του. Ήταν εκεί. Ήταν εκεί ο παλιός του φίλος. Ξαπλωμένος πάνω σε ένα ξύλινο κρεβάτι με διπλωμένα τα χέρια του και τα μάτια του κλειστά. Το ύφος του γαλήνιο και το πνεύμα του σε άλλες πολιτείες πλέον ταξίδευε. Ή ήταν κοντά του; Με βουρκωμένα μάτια τον πλησίασε. Δεν είχε σφυγμούς.
Με μια απότομη κίνηση έσκυψε το κεφάλι του από πάνω του. Ένιωθε την αύρα του να τον κατακλύζει, τα δάκρυα κυλούσαν αδιάκοπα και άρχισε μονάχος του να ψιθυρίζει "Συγγνώμη, που τους οδήγησα εδώ, συγγνώμη που δε σε άκουσα, συγγνώμη... Εσύ με βοήθησες κι εγώ... Συγγνώμη. Με πίεσαν". Ένα γλυκό αεράκι κύλησε από πάνω του, σαν να του' χε δοθεί η συγχώρεση, σηκώθηκε του φίλησε το χέρι και απομακρύνθηκε κοιτώντας τη θάλασσα. "Θα ξαναρθω" του είπε, σύντομα, "μην ανησυχείς, δε θα σ' αφήσω έτσι. Θα ξαναφτάσω στα ασκηταριά και τότε όλα θα διορθωθούν". Το βήμα του επιταχυνόταν "Στο υπόσχομαι", είπε έντονα, "στην τιμιότητα και στη ζωή μου" και κατέβηκε γοργά τον βράχο κλαίγοντας.

              "Μεγάλο μυστήριο θα' ναι πάντα αυτό το μέρος. Τα ασκηταριά χωριανοί και ποιος ξέρει πόσο καλοί άνθρωποι να' ταν" διαλαλούσε και έλεγε όπου περνούσε και όποιον κι αν έβλεπε. Τι κι αν τον περνούσαν για τρελό, σα μυστήριο πέρασε στις γενιές αυτός ο τόπος και οι άνθρωποί του.
Δύσκολα πλέον τα φτάνεις, πιο δύσκολα τα περπατάς, μα ακατόρθωτο να νιώσεις την ιστορία τους. Τα Ασκηταριά.  Μη φανταστείς! Εκείνα τα βράχια του αρχαίου βασιλιά Θήρα, όπως ο Παύλος προλόγησε, κρυφά θα κρατήσουν τα μυστικά τους εις έτι των αιώνων. Κοίταξα μία το βουνό και μία τη θάλασσα και έκλεισα τα μάτια. Ποιος ξέρει τι άλλα μυστικά μας κρύβει αυτός ο τόπος;



 Πηγή Φωτογραφιών: Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιιτούτο 1896 & Συλλογή Εμμ. Λιγνού

Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

Θαύμα στη Σαντορίνη: Ορθόδοξοι, Καθολικοί και Ιησουίτες κατά την ηφαιστειακή έκρηξη τον 17ο αιώ.



Της Ίρις Τζαχίλη
Το 1650 έγινε μια μεγάλη και οδυνηρή ηφαιστειακή έκρηξη στη Σαντορίνη με καταστροφές και ανθρώπινα θύματα που κράτησε περισσότερο από δύο μήνες, από τα μέσα Σεπτεμβρίου έως τις αρχές Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Η έκρηξη είχε χαρακτηριστικά διαφορετικά από αυτά των προηγούμενων και γι αυτό θεωρήθηκε ιδιαίτερα επίφοβη.
Το επίκεντρο της ηφαιστειακής δραστηριότητας βρισκόταν στα βορειανατολικά του νησιού. Συνοδεύτηκε από φοβερούς σεισμούς και κρότους και εκδηλώθηκε με τις κολόνες του ατμού που πετάγονταν με τεράστια ορμή στους αιθέρες καθώς και με το χρωματισμό και τις υψηλές θερμοκρασίες των θαλασσίων υδάτων, καυτών από τα αέρια που εκλύονταν. Ένα μυστηριώδες λευκό νησί ανεδύθη έξω από το μικρό ακρωτήρι του Κουλούμπου και τα ηφαιστειακά υλικά που εκτινάσσονταν έκρυβαν τον ήλιο απλώνοντας κρύο ημίφως. Αυτό που κυρίως τρόμαζε τους κατοίκους ήταν τα μεγάλλα παλιρροϊκά κύματα που σάρωναν τις εξωτερικές ακτές του νησιού, κατέκλυαν εκτάσεις γης, ξέθαβαν αρχαία νεκροταφεία και έπνιγαν δρόμους και εκκλησίες. Ωστόσο, το πιο επικίνδυνο και οδυνηρό ήταν τα δηλητηριώδη αέρια που έπνιγαν ψάρια, πουλιά και ζώα, έφερναν λιποθυμίες, έντονο κάψιμο και προσωρινή τύφλωση στους ανθρώπους. Σε μερικές περιπτώσεις έφερε και θάνατο. Αναφέρονται περίπου 60 νεκροί αριθμός που δεν μαρτυρείται για άλλες γνωστές ιστορικές εκρήξεις.
Για την έκρηξη αυτή υπάρχουν πολλές μαρτυρίες. […] Φαίνεται ότι είχε δημιουργηθεί κάτι σαν παράδοση στο νησί και στην περιοχή, διότι διηγήσεις έχουμε και για την επόμενη ηφαιστειακή έκρηξη αυτή του 1707.
[…] Όλο το Αιγαίο από τη Ρόδο έως τη Χίο και από τον Πειραιά έως τα Δαρδανέλια αντιλαλούσε από τις βροντές του ηφαιστείου και γέμιζε από τις τέφρες που εκτινάσσονταν και την κίσσηρη που έπλεε στη θάλασσα. [….] Ένα πλοίο από την Αμοργό που βρέθηκε κοντά στο σημείο της έκρηξης στις 2 Οκτωβρίου 1650 έμεινε ακυβέρνητο να πλέει στον άνεμο με τους εννέα ναύτες νεκρούς, γεγονός που έκανε τεράστια εντύπωση στα γύρω νησιά.
Η γενική σύγχυση συνοδεύτηκε από έκρηξη θρησκευτικότητας. Ορθόδοξοι και καθολικοί πίστεψαν ότι ο Θεός τους τιμωρεί για τις αμαρτίες τους. Γι αυτό οι κάτοικοι συνέρρεαν στις εκκλησίες και πολλαπλασιάστηκαν οι λιτανείες, οι παρακλήσεις οι ολονυκτίες, οι συγγνώμες και οι προσευχές.
Μεσα σε αυτό το κλίμα του τρόμου , μαθαίνουμε ότι στις 28 και στις 29 Σεπτεμβρίου τις πρώτες μέρες του φαινομένου , έγινε ένα θαύμα.
Οι δύο αυτές ημέρες ήταν από  τις χειρότερες. Ειτε έξω στην ύπαιθρο  είτε μέσα στα σπ΄΄ιτια, υπόγειες εκκωφαντικές βροντές συντάραζαν τους ανθρώπους ...

[…]στην εκκλησία των Ιησουίτων που υπήρχε στο Σκάρο, όπου έμεναν σχεδόν μόνο καθολικοί , βρίσκονταν συγκεντρωμένοι αρκετοί πιστοί και προσεύχονταν. Μόλις είχαν επιστρέψει από μία λιτανεία κοινή καθολικών και ορθοδόξων μέσα στην τάραχή και τη συγκίνηση ο πατήρ Rossier μετά τη λειτουργεία έκανε ένα θερμό κήρυγμα, ζητώντας τη βοήθεια της Παναγίας .
Την ώρα του κηρύγματος, σύμφωνα με τις διηγήσεις των Ιησουίτων, από το στήθος ενός εσταυρωένου ξεπήδησαν μεγάλες φλόγες τρεις φορές. Αμέσως μετά μία θεία ευωδία απλώθηκε για λίγο στο νησί. Αυτό χαρακτηρίστηκε ως θαύμα και σημάδι ότι ο Θεός απαντά στις ικεσίες τους.
Υπάρχει και η ορθόδοξη παραλλαγή αυτών των γεγονότων. Σύμφωνα με τη μεταγενέστερη διήγηση από τον ίδιο μάρτυρα η φλόγα ξεπήδησε από την εικόνα του Ευαγγελισμού, κατευθύνθηκε προς τον Εσταυρωμένο, πράγμα που ερμηνεύτηκε ως Παράκληση της Παναγίας προς τον Υιό Της. Βεβαίως αμέσως μόλις πέρασε το μικρό αυτό χρονικό διάστημα, η καταστροφή συνεχίστηκε. […]
[..] Οι φυσικές καταστροφές δεν έχουν συνέχεια προβλεπόμενη, άρα δεν υπάρχει ούτε εξέλιξη ούτε ρήξη ούτε παράδοση. Δύσκολα, μπορεί να καταγραφεί μια αυτοτελής ιστορία του ηφαιστείου. Πρόκειται μόνο για μία διακεκομμένη σειρά παροξυσμικών καταστάσεων που βιώνονται και αντιμετωπίζονται ανάλογα με την ιστορική στιγμή, τις αντιλήψεις τις γνώσεις και τις κοινωνικές καταστάσεις. Μόνο ως τμήμα της γενικής ιστορίας μπορεί να μελετηθεί. Ασφαλώς κάθε ηφαίστειο ως φυσικό φαινόμενο έχει τη δική του δυναμική που φαίνεται από τη διαδοχή των εκρήξεων και που αποτελεί τμήμα της γεωλογικής ιστορίας.
Με βάση τις ιστορικά καθορισμένες προσλήψεις καταρτίζουν οι γεωλόγοι το «ουδέτερο» γεωλογικό ιστορικό. …..

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

Σύντομη Ιστορία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στη Σαντορίνη από το 1830 έως σήμερα



·       1834: «περί του σχηματισμού των Δήμων το νομού Κυκλάδων» σχηματίσθηκαν διοικητικά οι περισσότεροι δήμοι της Σαντορίνης: « η επαρχία Θήρας συγκείμενη εκ των νήσων Θηρασίας, Ίου, Ανάφης, Αμοργού και των ερημονήσων Ιεράς (Μεγάλης Καμένης), Θείας ( Μικράς Καμένης), Αυτόματης, Αναφίδας (Αναφοπούλας), Αμοργίδος (Αμοργοπούλας) και Ασκανίας  (Χριστιανά) και περιέχει τους Δήμους: Θήρας, Καλλίστης, Εμπορίου, Οίας, Θηρασίας, ΄Ιου, Ανάφης, Αμοργού».
·        1840: « περί συγχωνεύσεως των δήμων» ορισμένων επαρχιών Στον νέο Δήμο Θήρας με έδρα τα Φηρά έχουμε τις περιφέρειες του πρώην Δήμου Οίας και του Πρώην Δήμου Θήρας ( Επάνω Μερέα – Μανελαίς,  Ημεροβίγλιον, Φηρά, Βουρβούλο, Κοντοχώριο, Καρτεράδον), ενώ  ο νέος Δήμος Καλλίστης έχει συγχωνεύσει τις κοινότητες του πρώην Δήμου Εμπορείου ( Ακρωτήρι, Εμπορείο, Μεγαλοχώρι) και του πρώην Δήμου Καλλίστης ( Πύργος, Μεσαριά, Βόθων, Γωνιά).
·        1850: και πάλι 4 Δήμοι (Καλλίστης, Οίας, Θήρας, Εμπορείου συμπεριλαμβανομένη και της Θηρασιάς)
·        1912: Κοινότητες στη Σαντορίνη: Θήρα Ημεροβίγλι, Καρτεράδο, Εμπορείο, Ακρωτήρι, Μεγαλοχώρι, Μεσαριά, Μέσα Γωνιά Έξω Γωνιά, Πύργο, Βόθωνα, Οία. Οι συνοικισμοί Κοντοχώρι, Φηροστεφάνι, όλες οι καθολικές Μονές και η Δυτική Επισκοπή, ανήκουν πια στην κοινότητα Φηρών. . Οι συνοικισμοί Βουρβούλος και Μονή Αγίου Νικολάου υπήχθησαν   στην κοινότητα Ημεροβιγλίου. Ο συνοικισμός της Μονής Προφήτη Ηλία ( του πρώην Δήμου Καλλίστης) στην   κοινότητα Πύργου˙. Οι συνοικισμοί Αγριλιά και Ποταμός στον Μανωλά Θηρασιάς, ενώ οι οικισμοί Θόλος και Περίβολος στην κοινότητα Οίας.
·        Το 1997  ψηφίζεται για την πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση. ο νόμος 2539/ 1997 γνωστότερος ως «Ιωάννης Καποδίστριας». Οι οργανισμοί επανακοθορίζονται πληθυσμιακά και χωροταξικά. Στη Σαντορίνη και στη Θηρασιά, έχουμε την επαναδημιουργία του δήμου Σαντoρίνης με τις πρώην κοινότητες να περιλαμβάνονται στο Δήμο Θήρας, εκτός από την Κοινότητα Οίας- Θηρασιάς η οποία για ιστορικούς –αρχιτεκτονικούς λόγους κράτησε την αυτοδυναμία της.
·       Τελευταία διοικητική αλλαγή έγινε το 2010 με τον Ν. 3852 ή αλλιώς με τον «Νόμο Καλλικράτη». Σημαντικό σημείο του σχεδίου είναι η διοικητική μεταρρύθμιση της αυτοδιοίκησης με την μείωσης του αριθμού φορέων τόσο σε πρωτοβάθμιο επίπεδο (Συνένωση πρώην Δήμου Θήρας με Κοινότητα Οίας – Θηρασιάς και δημιουργία ενός νέου Δήμου Θήρας- Σαντορίνης), όσο και σε δευτεροβάθμιο (υπαγωγή της Νομαρχίας Κυκλάδων και της Νομαρχίας Δωδεκανήσων σε Νέα Περιφερειακή Δομή).

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Πάμε σαν άλλοτε ....στην Μουσική Ιστορία της Σαντορίνης

Ενα ταξίδι στο χθες είναι η φωτογραφία που μας παραχώρησε με ιδιαιτερη τιμη η Ειρήνη Πρέκα - Φαρισαίου.
Η φωτογραφία είναι από πανηγύρι στον Άγιο Αρτέμη στο Βουρβούλο. Διακρίνονται από αριστερά προς δεξιά: "Ρομπος" Μάρκος, βιολί και είχε και μαγαζί με σύρμα και κόρδες στα Φηρά., "Κύκλωπας"- Βάλβης Γιάκωβος, "Μποσίνης"- λαούτο, ο Αντώνης Πρέκας - Φαρισαίος οι κόρες του Τούσα  (έπαιζε Σαντούρι) και η Ειρήνη δεξιά, ενώ ανάμεσα ο Ανδρέας ο "Καφετζής" από το Ημεροβίγλι .

Άλλη μια φωτογραφία από το χθές...για το σήμερα; .
υ.γ. Για ψάξτε και εσείς παλιές φωτογραφίες - Θησαυροί θα βγουν.!

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Παρα-ιστορικό της Ίδρυσης του Αρχαιολογικού Μουσείου Θήρας



 Βρισκόμαστε το έτος 1900, και μέσα από την «Εφημερίς» - 21/03/1900 διαβάζουμε για τον Βουλευτή Θήρας Βασίλειο Μαρκεζίνη (1862-1942) :
«Άρχεται η συζήτησις επί του προϋπολογισμού του υπουργείου της Παιδείας. Μαρκεζίνης. Η επί του προϋπολογισμού επιτροπή εκφράζει την ευχήν όπως αναγραφή πίστωσις δια την ανέγερσιν Αρχαιολογικού Μουσείου εν Θήρα. Παρακαλεί την Βουλήν να πραγματοποιήση την ευχήν ταύτην. Θεοτόκης. Μα δεν δυνάμεθα να κάμνωμεν τόσας δαπάνας; Μαρκεζίνης. Φρονώ κύριε Πρόεδρε ότι επιβάλλεται εις την Κυβέρνησιν να ιδρύση εν Θήρα Μουσείον. Παρακαλώ να ερωτηθή η Βουλή εάν αποδέχεται την πρότασίν μου. Τίθεται αύτη εις ψηφοφορίαν και η Βουλή την απορρίπτει δι’ ανατάσεως.»
Και σήμερα τι γίνεται; Μήπως πάλι δι ανατάσεως απορρίπτεται η χρηματοδότηση της επιβίωσης του Αρχαιολογικού Μουσείου;

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...