Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

Η Θήρα...στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών

Μια ιδιαίτερη στάση δεν θα μπορούσε να μη γίνει στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, όπου εκτός από την ειδική αίθουσα με τα ευρήματα από τις ανασκαφές του Ακρωτηρίου, σε 2-3 άλλα σημεία εντοπίζεις σημεία του Θηραϊκού Πολιτισμού. 


Η Ειδική όμως  Αίθουσα της Θήρας ελκύει τον επισκέπτη κυρίως με τις περίφημες τοιχογραφίες, αυτή της Άνοιξης με τα χελιδόνια και τα κρίνα, των νεαρών πυγμάχων και των αντιλοπών. Οι εξαίρετες πρόχοι με τις εικονιστικές παραστάσεις των λιονταριών, των δελφινιών και των πτηνών εμπνέονται επίσης τα θέματα τους από τη μεγάλη ζωγραφική. Η ηφαιστειακή καταστροφή του οικισμού διέσωσε στην αιωνιότητα μοναδικά τεκμήρια, όπως τα «αποτυπώματα» της ξύλινης κλίνης, όπου διακρίνονται στο γύψινο εκμαγείο ακόμη και τα ίχνη των σχοινιών που στερέωναν το στρώμα. Οι ενεπίγραφοι αμφορείς με σημεία της Μινωικής Γραμμικής Α γραφής και τα μολύβδινα βάρη που ακολουθούν το μετρικό σύστημα της μινωικής Κρήτης, προσφέρουν στοιχεία μεταξύ άλλων για τις εμπορικές επαφές αλλά και την διοικητική οργάνωση του οικισμού ενώ οι πήλινες τριποδικές χύτρες ή η βάση πήλινου αγγείου με σαλιγκάρια στο εσωτερικό προσφέρουν μία κλεφτή ματιά στην κουζίνα της Θηραίας γυναίκας.

Βέβαια εγώ θα μείνω με την απορία: Η τοιχογραφία του Ψαρά που βρίσκεται; στην Αθήνα μου είπαν Σαντορίνη, στη Σαντορίνη Αθήνα... μήπως κάνει παρέα στον Μέλη και στον Χάρικλη;
'Ένα μικρό  απόσπασμα από βίντεο που "παίζει" εκπαιδευτικά μέσα στην αίθουσα 


Ενώ ενδεικτικές φώτογραφίες ακολουθούν:








οι υπόλοιπες φωτογραφίες:  https://www.facebook.com/kallistorwntas/media_set?set=a.688897564505738.1073741830.100001565022618&type=3

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Καλλιστορώντας Μαγειρικά: Πουτίγκα Σαντορίνης


¾ του κιλού ζάχαρη,
2 κιλά γάλα,
½ κιλό σιμιγδαλι χοντρό,
7 αυγά (χτυπημένα με 1 κουταλιά βούτυρο),
Ψυχα, αμυγδαλο ασπρισμενη
ξυσμένο πορτοκαλί,
1 ½   κουταλιά σούπας κανέλλα.
Βουτυρώνουμε το ταψί με λίγο σιμιγδάλι για να μην κολλήσει και το ψήνουμε σε προθερμασμένο, φούρνο στους 200 βαθμούς για μία ώρα.  
 υ.γ.:  Ευχαριστώ θερμά την κ. Ευαγγελία Κορωνιού, για τη συνταγή της Πουτίγκας.

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Ένα ξεχασμένο Ξόδι της Καθαράς Δευτέρας στη Σαντορίνη



Καθαρά Δευτέρα στη Σαντορίνη
Είναι η πρώτη μέρα της μεγάλης Σαρακοστής. Τη μέρα αυτή, νηστεύουμε και το λάδι.Τρώμε φάβα, χαλβα, ελιές, ταραμά, κρόμμυδα, και λαγάνες. Αχινούς, πατελίδες, ξερά χταπόδια που τα ψήνουν στη χόβολη
Ο περισσότερος κόσμος βγαίνει στα χωράφια ή στη θάλασσα .Όσοι μένουνε στα σπίτια, βγάζουνε το τραπέζι στην αυλή και το στρώνε χωρίς τραπεζομάντηλο με τα «νηστίσιμα» επάνω.  Τρώνε και διασκεδάζουν με διάφορα τραγούδια όπως: «Ήφυαν οι απόκριες και οι παλιομασκαράδες και ήλθε η Σαρακοστή με ελιές και ταραμάδες».
Τότε ακούγεται και το παρακάτω- ξεχασμένο ξόδι της Μεγάλης Σαρακοστής:


Ξόδι της Μεγάλης Σαρακοστής


Τώρα είναι Αγιά Σαρακοστή, τώρα είναι Άγιες ημέρες

που λειτουργούν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες

και λεν το Κύριε ελέησον και το Άγιο το Βαγγέλιο.

Όποιος το λέει σώζεται κι όποιος το πει Αγιάζει

κι όποιος το καλοαφκριστεί παράδεισο θα λάβει.

Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο.

Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της

την προσευχή της έκανε για τον μονογενή της.

Κι’ εκεί που προσευχότανε, κι’ εκεί που παρεκάλει

ακού βροντές και αστραπές και ταραχή μεγάλη.

Βγαίνει στην πόρτα της να δει, βγαίνει στην γειτονιά της.

Βλέπει τον ουρανό θολό και τ’ άστρα βουρκωμένα,

το φεγγαράκι το λαμπρό στο αίμα βουτηγμένο.

Βλέπει τον Γιάννη κι έρχονταν γδαρμένο, σκοτωμένο.


- Τι έχεις Γιάννη μου και κλαις και βαριαναστενάζεις;

- Δεν έχω στόμα να στο πω , χείλη να στο μιλήσω,

ούτε η καρδιά μου το βαστά να σου το μολογήσω.

Το δάσκαλο μου πιάσανε οι άνομοι Εβραίοι

οι άνομοι και τα σκυλιά κ’ οι τρεις καταραμένοι.

Σαν κλέφτη τον επιάσανε, και σαν ληστή τον πάνε,

και στου Πιλάτου τα σκαλιά, εκεί τον τυραννάνε.

Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθη

σταμνιά νερό την περεχούν, τρία κανάτια μόσχο,

και τέσσερα ροδόσταμο ώσπου να συνεφέρει.

Και σαν την συνεφέρανε τούτο το λόγο λέει:

-Ας έλθει η Μάρθα και η Μαριά κι άλλη η Ελισάβα,

και του Λαζάρου η αδελφή και του Προδρόμου η μάννα.

Να πάμε να τον εύρουμε πριν μας τον εσταυρώσουν,

πριχού του βάλουν τα καρφιά και τόνε θανατώσουν!

-Βλέπεις εκείνο το βουνό το υψηλό το μέγα

που ’χει την πράσινη κορφή την θαλασσιά παντιέρα;

Εκεί πάνω τον έχουνε , και τόνε τυραννάνε.

Επήραν το στρατί – στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί τις έβγαλε στ΄ ατσίγγανου την πόρτα.

-Ώρα καλή σου ατσίγγανε και τ΄ είναι αυτά που κάνεις;

-Καρφιά μου παραγγείλανε οι φίλοι μου οι Εβραίοι.

Εκείνοι μου παν τέσσερα μα γω τους κάνω πέντε.

Τα δυο στα δυο του γόνατα, τα δυο στα δυο του χέρια,

το πέμπτο το φαρμακερό να μπει μες την καρδιά του.

Να τρέξει αίμα και χολή από τα σωθικά του.

Η Παναγιά σαν τ΄ άκουσε έπεσε και λιγώθη.

Σταμνιά νερό την περεχούν ώσπου να συνεφέρει.

Και σαν τη συνεφέρανε τούτο το λόγο λέει:

- Άντε κ΄ εσύ ατσίγγανε, ψωμί να μην χορτάσεις,

μόνο αχυλιές και κάρβουνα, πάντα σου να μαλάζεις.

Ούτε η τραχηλίτσα σου πουκάμισο να βάλει

ούτε και τη γυναίκα σου σε σπίτι να τη βάλεις!

Παίρνουνε το στρατί – στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί τις έβγαλε εις του ληστή την πόρτα.

Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.

Κ’ η πόρτα απ’ τον φόβον της άνοιξε μοναχή της.

Κοιτά δεξιά, κοιτά ξερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,

κοιτά και δεξιότερα βλέπει τον Άγιο Γιάννη.

Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γιου μου

μην είδες το γιουκάκι μου και συ τον δάσκαλο σου;

-Δεν έχω στόμα να στο πω, χείλη να στο μιλήσω,

ούτε και χειροπάλαμο για να σου τον εδείξω.

Βλέπεις εκείνον τον γυμνό τον παραπονεμένο,

όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;

Αυτός είναι ο γιόκας σου και με ο δάσκαλος μου.

Εργο του Μιχάλη Καριάμη

-Επήραν το στρατί – στρατί , στρατί το μονοπάτι.

Το μονοπάτι τις έβγαλε μπροστά στον σταυρωμένο.

-Γιε μου , που είναι τα κάλλη σου και πουν η λεβεντιά σου,

και τα σγουρά σου τα μαλλιά και η παλικαριά σου;

Δεν μου μιλείς μιλίτσα μου δεν μου μιλείς μιλιά μου;

-Πάρτο μάνα απόφαση σαν που το πήραν κιάλλες,

το πήραν μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες.

Το πήραν κι οι καλόπαντρες, για τους καλούς τους άντρες!

Άντε μάνα στο σπίτι σου και στο νοικοκυριό σου

στρώσε τραπέζι θλιβερό μ’ αφράτο παξιμάδι

και πίνε και γλυκό κρασί, να σου περνά η ζάλη.

Πάει η μάνα στο σπίτι της πάει στα γονικά της

βάζει κρασί στον μαστραπά κι’ αφράτο παξιμάδι.

Πέρασε κ’ η Άγια Καλή κιαυτό το λόγο λέγει:

-Ποιος είδε γιο εις τον σταυρό και μάνα στο τραπέζι;

-Άντε και συ Άγια Καλή ποτέ σου μην γιορτάσεις

ποτέ τ’ ονοματάκι σου στην εκκλησιά μην ψάλεις!

-Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι’ όποιος το πει αγιάζει

και όποιος το καλοαφκριστεί, παράδεισο θα λάβει.

Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο.


Τώρα ειν Άγια Σαρακοστή, τώρα ειν’ Άγιες μέρες

που λειτουργούν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες

και λεν το Κυρ ελέησον και τα’ άγιο το Βαγγέλιο!













Πηγές:
·        Μαρία Μαυρομμάτη: Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Πύργος, της επαρχίας Θήρας, του νομού Κυκλάδων (1969) http://pergamos.lib.uoa.gr/dl/navigation?pid=uoadl:8598&scheme=euDefaultView






Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Ο Πολιτισμός μας……στην Υπαίθρο


 Σε δύο σημεία της Σαντορίνης , θα σταθώ σήμερα. Σε δύο σημεία στην ύπαιθρο στα οποία βρίσκονται σημεία της Ιστορίας μας…χωρίς Προστασία από τις καιρικές μεταβολές. Από τη μία πλευρά στον Περίβολα της Οίας, όλοι μας θα έχουμε παρατηρήσει την «ρόδα» αυτή. Αλήθεια ξέρετε από τι είναι; Μπορεί να είναι από Μύλο, μπορεί να είναι από Πλοίο μπορεί να είναι από οτιδήποτε. Ουσιαστικά είναι ένα από τα δείγματα χειρωνακτικής Ιστορίας. Απ ότι μ ενημέρωσαν βέβαια θεωρείται η βάρκα αυτή μια εικαστική κίνηση ώστε τόσο εκεί όσο και σε άλλα σημεία της Οίας και της Φοινικιάς να φαίνεται μέρος του παλιου τρόπου ζωής του χωριού  και όχι μέρος της εγκατάλειψης..Βέβαια αυτό για μένα προσωπικά δεν αντιβαίνει της ευρύτερης φιλοσοφίας  της ανάρτησης αυτής η οποία έχει ως βασκό σκοπό την προστασία κα προάσπιση της κληρονομίας της Σαντορίνης.
Ίσως η δεύτερη εικόνα να είναι ακόμα πιο χαρακτηριστική. Η ζυγαριά αυτή, που πάνω της πέρασαν τόνοι σταφυλιού και πάρα πολλά βαρέλια Οίνου, βρίσκεται στο κλειστό (πρώην;;;) Οινοποιείο Αντωνίου, στην παλιά Κάναβα του Βενετσάνου στο Μεγαλοχώρι. Αλήθεια πως και δεν την εντάξαμε και αυτή σαν θέαμα στο Έτος Γαστρονομίας που έληξε πριν από 1 μήνα; Δεν προλάβαμε μήπως; Είναι ποτέ δυνατόν να παραμένει ένα τέτοιο εργαλείο πάνω στο οποίο υπάρχει σκαλιστή επιγραφή του Αντωνίου Βενετσάνου ( πατέρα του Γιώργου Βενετσάνου) έτσι αφημένη ; Είναι ωραίο θέαμα;
Γιατί δεν μπορούμε να τα μαζέψουμε όλα αυτά και να τα συντηρήσουμε και να μπουν σ ένα Μουσείο Νεότερης Ιστορίας του Νησιού: Και τι θα περιλαμβάνει ένα τέτοιο μουσείο; Απειροελάχιστα Ψήγματα του 20ου αιώνα από τη Σαντορίνη:  Φωτογραφίες και αντικείμενα από τους Ορυχοεργάτες, Φωτογραφίες κ.ο.κ. από το σεισμό της Σαντορίνης, την Ανάπτυξη η μη του πρωτογενους τομέα της Σαντορίνης ( αγροτικά εργαλεία ή μη ) και οτιδήποτε μπορεί να ενταχθεί θα είναι χρήσιμο για εμάς, για τα παιδιά μας και μετά για τους τουρίστες….!
Μπορούμε να κάνουμε τη Σαντορίνη έναν Πυλώνα Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς …αλλά μάλλον και με αυτό το σημερινό Παράδειγμα….Δεν θέλουμε!!

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Η Σαντορίνη μέσα από το φακό του Herbert List

Ένας ιδιαίτερα χαρισματικός για την εποχή του φωτογράφος ήταν και ο Herbert List (1903-1975). Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά ( Vogue, Life κ.α.) Η φωτογραφική του αποτύπωση γινόταν κυρίως μέσα από τη τεχνική του ασπρόμαυρου τοπίου. Ενώ έμεινε επίσης γνωστός για την καλλιτεχνική αποτύπωση του αντρικού γυμνού σε τοπία της Ιταλίας και της Ελλάδος. Δεν θα μπορούσε να μην υπάρχει στο portfolio του , ένα ταξίδι στη Σαντορίνη. Ας τον ακολουθήσουμε λοιπόν:


kallistorwntas's Herbert List album on Photobucket

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

H τοιχογραφία του Ψαρά ….στις Βρυξέλλες


Αυτές τις ημέρες υλοποιείται ξεκίνησε στο Μουσείο Καλών Τεχνών των Βρυξελλών η Έκθεση : «Ναυτίλος- Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα», στα πλαίσια της Ελληνικής Προεδρίας της Ε.Ε. Η έκθεση έχει κεντρικό θέμα τη θάλασσα, τη Μεσόγειο και το Αιγαίο. Την «παρ' ημίν θάλασσα», σύμφωνα με τον Πλάτωνα.
Δεν θα μπορούσε να μην υπάρχει δείγμα του πολιτισμού του Ακρωτηρίου, και αυτό δεν είναι άλλο από την Τοιχογραφία του Ψαρά. …. Ας ανατρέξουμε λοιπόν στην Ιστορία μέσα από ένα παραμύθι:
«…Μια φορά κι έναν καιρό, τα πολύ παλιά χρόνια, τόσο παλιά που χρειάζονται ειδικοί επιστήμονες, οι αρχαιολόγοι, για να μάθουμε τι γινόταν, ήταν ένα πανέμορφο κορίτσι που το φωνάζαν όλοι Μικρή Κροκοσυλλέκτρια. Γιατί της άρεσε να τριγυρνά όλη μέρα στα λιβάδια και στα βουνά και να μαζεύει εκείνα τα μικρά, άλλοτε λευκά κι άλλοτε κίτρινα ή μωβ λουλουδάκια, που τα ονομάζουνε κρόκο. Ήταν πολύ ευτυχισμένη να κάνει μπουκετάκια από τα όμορφα ανθάκια κι ύστερα να φτιάχνει από αυτά χρώμα πορτοκαλί, για να βάφει τα φορέματα της. Ωραία, εφαρμοστά, μακριά φορέματα όλο χάρη και κομψότητα. Έτρεχε στους αγρούς, σκαρφάλωνε στις βουνοπλαγιές και θρόιζε το μακρύ κομψό της φουστάνι και ηχούσαν τα βραχιόλια της, καθώς έσκυβε να κόψει τα ανθάκια, τους κρόκους και κουνιούνταν πέρα δώθε τα μεγάλα της σκουλαρίκια και η κατάμαυρη αλογοουρά της. Και γελούσε και τραγουδούσε και απολάμβανε τις ηλιαχτίδες του πρωινού και ανάσαινε βαθιά το δροσερό ευωδιαστό αεράκι και δεν ευχόταν παρά σε όλη της τη ζωή να μπορεί να τρέχει έτσι ξέγνοιαστη στα λιβάδια και να μαζεύει τα άσπρα, κίτρινα και μωβ λουλούδια, που χρησιμοποιούσε η μαμά της, για να χρωματίζει πορτοκαλιά τα όμορφά της ρούχα. Μεταξύ μας, δεν την ένοιαζε τόσο για τη βαφή των φορεμάτων της, όσο να τριγυρνάει και να τραγουδάει στους αγρούς και να στολίζει τα μαλλιά της με τα χρωματιστά ανθάκια.

 Λίγο παρακεί, στην ακτή ζούσε ένα όμορφο αγόρι, που όλοι τον έλεγαν Νεαρό Ψαρά, γιατί δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να πλατσουρίζει στην ακροθαλασσιά και να ψαρεύει. Έπειτα έκανε αρμαθιές τα ψάρια του, άρπαζε από μια αρμαθιά στο κάθε χέρι και έτρεχε στην αγορά να τα πουλήσει. Το γυμνό κορμάκι του ήταν καψαλισμένο από τον ήλιο, αφού όλη μέρα, είτε κολυμπούσε, είτε έρριχνε τα δίχτυα του, είτε σεργιάνιζε στην παραλία και μάζευε πλακουτσωτά βότσαλα, που πάσχιζε να τα κάνει να αναπηδούν στα κυματάκια της θάλασσας, όσο γινόταν πιο πολλές φορές. Καμμιά φορά εκεί που πλατσούριζε στα ρηχά, μάζευε πεταλίδες που πολύ του αρέσαν. Μια άλλη φορά τις ατέλειωτες ώρες που κολυμπούσε, έγινε φίλος με ένα μικρούλι χταποδάκι κι ένα καλαμαράκι. Από τότε οι δυο μικροί θαλασσινοί φίλοι του στόλιζαν το ξυρισμένο του γαλαζωπό κεφάλι και τον ακολoυθούσαν όπου πήγαινε, ακόμα και στην αγορά που πουλούσε τα ψάρια του! Κι όταν τον ρώτησαν το χταποδάκι και το καλαμαράκι γιατί δεν άφηνε τα μαλλιά του να μακρύνουν, εκείνος τους απάντησε πως έτσι το έχουν μόδα οι άνθρωποι στον τόπο του, τα νεαρά αγόρια σαν κι αυτόν να μην αφήνουν καθόλου μαλλιά στο κεφάλι τους. Μόνο να το αφήνουν γυμνό να γυαλίζει και να στραφτοκοπά γαλάζιο στον ήλιο. Έτσι ο Νεαρός Ψαράς ζούσε πολύ-πολύ ευτυχισμένος και δε ζητούσε τίποτε άλλο παρά σε όλη του τη ζωή να πλατσουρίζει στη θάλασσα, να ψαρεύει, να έχει στολίδια στο κεφάλι τουτο χταποδάκι και το καλαμαράκι και να τον σιγοψήνει ο ήλιος, που του έδινε εκείνο το υπέροχο σοκολατένιο χρώμα.

Ένα πρωινό ξεκίνησε ο Νεαρός Ψαράς, όπως έκανε κάθε μέρα, να πάει στην αγορά να πουλήσει τα ψάρια του. Δε σκεπτόταν, αν θα πιάσουν καλή τιμή. Δεν τον ένοιαζε. Εκείνος το μόνο που ήθελε ήταν να ξεμπερδεύει και να γυρίσει τρέχοντας στη θάλασσά του. «Άσε τους εμπόρους της αγοράς να περνούν όλη τους τη ζωή με καβγάδες για τις τιμές των ψαριών και τα χρήματα. Εμένα δε με νοιάζουν όλα αυτά. Μου αρκεί που κολυμπώ και που ψαρεύω», σκέφτηκε και πούλησε τα ψάρια του όσο-όσο στον πρώτο έμπορο που συνάντησε. Κι ήταν τόσο όμορφος και ξέγνοιαστος, που μόνο οι πέτρες δε θα τον θαύμαζαν και οι έμποροι της αγοράς και οι πελάτες τους, που ήταν πολύ απασχολημένοι με τα ψάρια, τα μπιχλιμπίδια και τις άλλες πραμάτειες στους πάγκους και τα μικρομάγαζα.

Μια και δυο λοιπόν κινάει χαρούμενος να επιστρέψει στην παραλία του. Τότε μένει ακίνητος, αποσβολωμένος με τα μάτια ορθάνοιχτα, άλαλος! «Ω Μητέρα Θεά, τι ομορφιά είναι αυτή, τι χάρη!» ψιθύρισε χωρίς να μπορεί να ξεκολλήσει τα μεγάλα καστανά μάτια του από πάνω της. Η Μικρή Κροκοσυλλέκτρια διέσχιζε την αγορά κρατώντας δυο μπουκέτα, ένα με κίτρινα ανθάκια κι ένα με μωβ, ενώ πίσω από κάθε της αυτάκι είχε στολίσει από ένα λευκό λουλουδάκι. Γύριζε στο σπίτι της μετά από μία μεγάλη βόλτα στην εξοχή. Χαμογελούσε και σιγοτραγουδούσε κι ένιωθε τόσο ευτυχισμένη κι ανάλαφρη που νόμιζε πως πετούσε! Οι έμποροι και οι πελάτες που τσακώνονταν με τους εμπόρους, ήταν πολύ απασχολημένοι με την πραμάτειά τους και τα χρήματα, για να την προσέξουν. Όμως ο Νεαρός Ψαράς, που δε νοιαζόταν για τέτοια πράγματα, κατάλαβε αμέσως πως το κορίτσι ήταν τόσο χαρούμενο κι ευτυχισμένο, που πράγματι πετούσε! Είδε πως τα όμορφα ποδαράκια της ίσα-ίσα που άγγιζαν που και που τον πλακόστρωτο δρόμο!

Τότε η Μικρή Κροκοσυλλέκτρια τον διέκρινε ανάμεσα στο πλήθος. Και πώς θα μπορούσε να μην τον προσέξει έτσι ωραίος και ηλιοκαμένος που ήταν! «Ω θεοί της πατρίδας μου», ψιθύρισε και στάθηκε καταμεσής του δρόμου να την σκουντάνε οι αδιάφοροι διαβάτες, «τι όμορφο γαλάζιο κεφάλι, γαλάζιο σαν το πιο γαλάζιο του ουρανού την ώρα της αυγής!» Ανοιγόκλεισε κατάπληκτη τα τεράστια μαύρα μάτια της κι έμεινε να στέκεται λίγο πάνω από τις πλάκες του δρόμου να θαυμάζει το Νεαρό Ψαρά, που είχε για στολίδια στο γαλάζιο γυμνό του κεφάλι το χταποδάκι και το καλαμαράκι. Το αγόρι όμως ήταν μακριά της. Πλήθος πολύ, που φώναζαν, χειρονομούσαν, γελούσαν δυνατά, έμπαινε ανάμεσα τους, ώσπου η Μικρή Κροκοσυλλέκτρια δεν μπορούσε να βλέπει πια το Νεαρό Ψαρά, ούτε αυτός το λαμπερό, στολισμένο με ανθάκια κορίτσι.

Περίλυπο το αγόρι επέστρεψε στη θάλασσά του. Κάθισε στην αμμουδιά, πήρε ένα κοχυλάκι που βρέθηκε εκεί δίπλα και προσπάθησε να σχεδιάσει με αυτό στην άμμο το όμορφο κορίτσι. «Αχ», αναστέναξε, «πώς θα συνεχίσω να ζω χωρίς την ομορφιά;» «Και η θάλασσα, τα ψάρια, οι πεταλίδες, το κολύμπι;» του ψιθύρισαν στο αυτάκι το χταποδάκι και το καλαμαράκι. Κούνησε θλιμμένος το κεφάλι του. Όλα πια του φαίνονταν αδιάφορα και λίγα χωρίς αυτήν, το κορίτσι με τα ανθάκια. Δεν είχε όρεξη ούτε να ψαρέψει, ούτε να κάνει τα πλακουτσωτά βότσαλα να χοροπηδάνε πάνω στα κυματάκια της θάλασσας, ούτε να λιάζεται στην αμμουδιά. Για τίποτα, για τίποτα δεν είχε πια κέφι. Γύρισε σπίτι του με βήματα βαριά και πεσμένους ώμους και κλείστηκε στο δωμάτιο του. Και τότε κατάλαβε πως τίποτα πια δεν είχε αξία, αν είναι μόνος του. Τίποτα πια δεν έχει νόημα, αν δεν το μοιράζεται με το κορίτσι με τα ανθάκια. Κι απόμεινε με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι να την ονειρεύεται.

Η Μικρή Κροκοσυλλέκτρια, αφού δεν έβλεπε πια το αγόρι με το γαλάζιο κεφάλι, έπαψε να χαμογελά και να σιγοτραγουδά. Δεν ένιωθε καθόλου ανάλαφρη. Βαριά τα πόδια της πατούσαν πάνω στη γη. Κλείστηκε στην κάμαρή της κι όσο για τα μπουκέτα με τα μωβ και κίτρινα ανθάκια, τα άφησε αφηρημένη στο τραπέζι να μαραίνονται. Δεν την ένοιαζαν πια οι κρόκοι, ούτε να τριγυρνά στους αγρούς. Ξάφνου ένιωσε πολύ μόνη. Ήθελε να μοιραστεί τα άνθη, τις βόλτες, τα τραγούδια με το αγόρι με το γαλάζιο κεφάλι. Αλλιώς δεν της έκανε πια κέφι για τίποτε από όλα αυτά, που μέχρι πριν λίγο λάτρευε.

Οι γονείς τους ανησύχησαν. «Τι έχεις παιδί μου;» ρωτούσε τρομαγμένη η μητέρα του Μικρού Ψαρά. «Μα τι έπαθες κόρη μου;» απορούσε ο πατέρας της Μικρής Κροκοσυλλέκτριας και πετάριζε τα βλέφαρα ανήσυχος. Ο Νεαρός Ψαράς αναστέναζε και σιωπούσε. Η Μικρή Κροκοσυλλέκτρια βούρκωνε.

Ώσπου ένα πρωινό το κορίτσι, που κάποτε του αρκούσε να μαζεύει ανθάκια, σφούγγισε τα μάτια της από τα δάκρυα και μονολόγησε: «Θα πάω να τον βρω. Και να του πω πως δε θέλω να είμαι πια μόνη μου, ούτε με νοιάζει να μαζεύω λουλούδια. Θέλω μονάχα να είμαστε μαζί και να ψαρεύουμε». Μια και δυο λοιπόν κίνησε να τον βρει. «Μα πού θα τον βρω;» αναρωτήθηκε. «Μα στην ακροθαλασσιά βέβαια, αφού είναι ψαράς!» Και τρέχει χαρούμενη να συναντήσει το αγόρι με το γαλάζιο κεφάλι και να του πει πως δε θέλει να κάνει τίποτε άλλο στη ζωή της παρά να ψαρεύουν μαζί.

Το ίδιο πρωί ο Νεαρός Ψαράς, που από τη θλίψη το γαλάζιο του όμορφο κεφάλι άρχισε να γίνεται γκρίζο, έπαψε να αναστενάζει. «Μα τι κάνω; Κάθομαι και κλαίω τη μοίρα μου; Θα πάω να τη βρω και να της πω πως δε με νοιάζει πια να ψαρεύω, ούτε να κολυμπώ. Θέλω μόνο να μαζεύω λουλουδάκια μαζί της σαν κι αυτά που κρέμονταν πίσω από τα αυτιά της!» σκέφτηκε και άρχισε επιτέλους να χαμογελά. Πετάγεται πάνω και τρέχει γρήγορα προς τους αγρούς. Τόσο γρήγορα, που το χταποδάκι και το καλαμαράκι δεν πρόλαβαν να πηδήξουν στο κεφάλι του, που άρχισε πάλι να γίνεται γαλάζιο σαν το πιο γαλάζιο της θάλασσας του πρωινού.

Καθώς έτρεχε προς την ακτή η Μικρή Κροκοσυλλέκτρια, βλέπει από μακριά να πλησιάζει μια γαλάζια λάμψη, τόσο γαλάζια σαν το πιο γαλάζιο του ουρανού την ώρα της αυγής. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. «Να είναι άραγε εκείνος;» αναρωτήθηκε και το κάτω της χειλάκι τρεμόπαιξε λιγάκι. Εκεί που πήγαινε τρέχοντας προς τους αγρούς ο Νεαρός Ψαράς, βλέπει να πλησιάζει προς το μέρος του μια κοπέλα τόσο ανάλαφρη, που βάδιζε σχεδόν χωρίς τα πόδια της να αγγίζουν το χώμα. «Ονειρεύομαι ή είναι το κορίτσι με τα ανθάκια μπροστά μου;» μονολόγησε και ταράχθηκε τόσο, που φοβήθηκε πως θα γλιστρήσουν από το γαλάζιο του κεφάλι το χταποδάκι και το καλαμαράκι. Δεν είχε από τη βιασύνη του καταλάβει πως οι φίλοι του είχαν μείνει σπίτι.

Απόμειναν να κοιτούν ο ένας τον άλλο ώρα πολύ. Δε χρειάστηκαν λόγια. Τα δυο παιδιά άγγιξαν δειλά-δειλά ο ένας το πρόσωπο του άλλου. Ύστερα πιάστηκαν χέρι-χέρι και πήγαν να μαζέψουν λευκά και κίτρινα και μωβ λουλουδάκια πάνω στα βράχια της θάλασσας. Γιατί φύτρωναν κι εκεί. Και μετά κολύμπησαν και μάζεψαν πεταλίδες. Κι ήταν ευτυχισμένοι. Τόσο ευτυχισμένοι, που νόμιζαν ότι θα σκάσουν από την πολύ ευτυχία, λες και είναι φαγητό που παράφαγαν. Δεν ήταν πια ο καθένας μόνος του, ήταν μαζί! Η Μικρή Κροκοσυλλέκτρια έβαφε πορτοκαλιά τα ρούχα του Νεαρού Ψαρά -γιατί μόνο πορτοκαλιά φορούσε πια- με το χρώμα που έφτιαχνε από τα λουλούδια που της μάζευε το αγόρι. Κι ο Νεαρός Ψαράς έψηνε τόσο ωραία, όσο κανείς, τα ψάρια που έπιανε η Μικρή Κροκοσυλλέκτρια. Γιατί την είχε μάθει βέβαια να ψαρεύει.

Κι έτσι περνούσε ο καιρός, ώσπου τα δυο παιδιά σκέφτηκαν: «Δε θέλουμε να μείνουμε ποτέ ξανά μόνος του ο καθένας». «Θέλω να είμαι για πάντα μαζί σου», είπε στην κοπέλα το αγόρι. «Θέλω να είμαι για πάντα μαζί σου», είπε το αγόρι στην κοπέλα. «Και πώς θα το πετύχουμε αυτό;» ρώτησε ο Νεαρός Ψαράς. «Να ζητήσουμε από έναν ζωγράφο να μας ζωγραφίσει μαζί». «Μπράβο!» είπε το αγόρι και πετάχτηκαν και οι δυο πάνω να βρουν το ζωγράφο. «Εγώ θα σας ζωγραφίσω», είπε ο καλός κι ευαίσθητος ζωγράφος, «και θα σώσω έτσι την ομορφιά σας για πάντα. Αλλά δεν μπορώ να σας ζωγραφίσω μαζί. Γιατί οι άνθρωποι γεννιούνται και πεθαίνουν μόνοι και δεν μπορώ εγώ να αλλάξω αυτόν τον κανόνα. Μπορείτε όμως να παρηγοριέστε και να ελπίζετε πως κάπου, κάποτε, έτσι όπως θα συνεχίσετε να ζείτε ο καθένας μόνος του στις τοιχογραφίες μου, θα βρεθείτε πάλι μαζί». Στην αρχή τα δυο παιδιά στενοχωρήθηκαν. Έπειτα όμως χαμογέλασαν και πάλι, γιατί σκέφτηκαν πως τώρα που ξέρουν πως ίσως να μην είναι πάντα μαζί, θα χαρούνε διπλά και τρίδιπλα το χρόνο τους. Ύστερα, πού ξέρεις, ίσως να βρεθεί τρόπος κάπου, κάποτε, να ξανασμίξουν, καθώς τους είπε ο καλός και ευαίσθητος ζωγράφος, που του άρεσε να ζωγραφίζει τοίχους και για αυτό τις ζωγραφιές του τις έλεγαν τοιχογραφίες.

Πέρασε καιρός, πολύς καιρός, τόσος πολύς που φτάσαμε στο σήμερα. Η Μικρή Κροκοσυλλέκτρια είναι πάντα όμορφη και μαζεύει τα ανθάκια της στην τοιχογραφία. Ο Νεαρός Ψαράς έχει πάντα γαλάζιο κεφάλι και το καλαμαράκι και το χταποδάκι στολίδια στο κεφάλι του στη δική του τοιχογραφία. Και μπορούν να κλείνουν το βράδυ, όταν το μουσείο αδειάζει, το μάτι ο ένας στον άλλο πανευτυχείς, που κατάφεραν να είναι τελικά μαζί αντικριστά σε μια αίθουσα του μουσείου. Και να καμαρώνουν ο ένας τον άλλο, όπως την πρώτη εκείνη μέρα που συναντήθηκαν στην αγορά, κάπου, κάποτε, τα πολύ παλιά χρόνια, τόσο παλιά, που τα λέμε αρχαιότητα….»



Υ.γ. Καλλιστορώντας: Είδατε πόσοι τρόποι ανάδειξης της ιστορίας της Σαντορίνης υπάρχουν;

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...