Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Η Κόρη μιας,.."λασπωμένης" Αγάπης

Εξ αφορμής του γεγονότος ότι τη Δευτέρα, 21/10/13 το Μουσείο Προϊστορικής Θήρας θα είναι ανοιχτό για να θαυμάσουν έστω για μερικές ώρες τη "Κόρη" του Χαράλαμπου Σιγάλα...η Θάλεια Καραμολέγκου ...μας ταξιδεύει με τον τρόπο της:

"..." Κοίτα πάνω", ούρλιαξε "πάντα πάνω" επανέλαβε. Δυο τρεις περαστικοί σταμάτησαν το βηματισμό τους και κοίταξαν προς τα 'κει. Ένας μεσήλικας άντρας στη μέση του δρόμου, στη διαχωριστική λωρίδα κοιτούσε, μία δεξιά μία αριστερά. Μονάχος του, δεν είχε κανένα κοντά του, τουλάχιστον κάποιο έμβιο ον. "Είστε τρελός άνθρωπέ μου; Φύγετε από τη μέση"... Πηγαδάκια συζητήσεων παντού..."Θα σκοτωθεί, έτσι όπως πάει", "Γέμισε ο κόσμος τρελούς"....

  Νύχτωσε.... Η Αθήνα, ένα περιδέραιο, που ξεχάστηκε από κάποιο χέρι ευγενούς κυρίας, οι δρόμοι άδειασαν, τα αμάξια αύξησαν ταχύτητα, οι άνθρωποι λιγόστεψαν, τα φώτα άναψαν, τόσες αλλαγές, μα αυτός εκεί, στην ίδια ακριβώς ευθεία με τη διαχωριστική λωρίδα, καθισμένος οκλαδόν κοιτούσε ψηλά. Τον κοίταξα, φοβήθηκα να πλησιάσω, ο κόσμος έλεγε πολλά και το χρώμα της νύχτας ήταν επικίνδυνο, σκοτάδι. Κουνήθηκα δεξιά δήθεν πως περπατάω, μα το βλέμμα μου όλο ξέφευγε προς τα κει. Δεν ξέρω τι έφταιγε περισσότερο, πως μια ζωή ό,τι μου λέγαν με έπειθε για το αντίθετο, πως από μικρή ήμουν μια περίεργη νεαρά μα πήγα από πάνω του, το βλέμμα μου συναντήθηκε με το δικό του και το χέρι μου έκανε μια διστακτική κίνηση χειραψίας και τσουπ γύρισα απ' την άλλη. "Τι έκανα Θέε μου", ήταν αργά όμως για συνείδηση και αυτοκριτικές.
  "Τι θες ξένε;" Το σώμα του ήταν όλο στραμμένο προς εμένα, δηλαδή όχι ακριβώς όλο, το κεφάλι συνέχιζε να κοιτά ψηλά. 
"Τίποτα, κατά λάθος, συγγνώμη." Η γλυκύτητα της φωνής μου θαρρείς έβγαιναν ζαχαρωτά από το στόμα μου και το πόδι μου, που έκανε αυτόματα ένα πίσω βήμα να απομακρυνθεί, με πρόδωσαν. Δεν ήμουν τίποτα παραπάνω από ένα δειλό κοριτσάκι στη μέση της πρωτεύουσας. Πείσμωσα. Τι θα μου έκανε μέσα στη μέση της πόλης;  Πίεσα το πόδι μου να κάνει ένα βήμα μπρος και με σύμμαχο το ρυθμό του τζαζ από ένα γειτονικό μαγαζί πήρα θάρρος για τη συνέχεια.  
"Σας βλέπω μέρες τώρα στη μέση αυτού του δρόμου και πάντα κοιτάτε ψηλά. Δε φοβάστε....;" Η φωνή μου δίστασε να τελειώσει την φράση. 
"Ψάχνω" απάντησε κοφτά.
"Εδώ; Στο ίδιο μέρος; Κάθε μέρα; Τι; το θάνατο;" Ήξερα ότι έγινα επιθετική, μα δεν μπόρεσα να το ελέγξω.
"Ναι ψάχνω. Τη μάνα, τη γυναίκα και την κόρη μου." 
"Μάλιστα" αποκρίθηκα, χωρίς να τον αφήσω να συνεχίσει. "Και πού είναι όλες αυτές;"
"Μια είναι δεν καταλαβαίνεις; Μια φυλακισμένη την έχουν και δε μ' αφήνουν να τη δω. Θα πεθάνω, δεν το βλέπεις, θα σκοτωθώ αν δεν την βρω..." Ο τόνος του δυνάμωσε, μα το βλέμμα του δε χαμήλωνε καθόλου.... 
"Κι εκεί ψηλά τι είναι; Γιατί δεν αλλάζετε ματιά........."
"Η θέση της" με διέκοψε "εκεί, που θα έπρεπε να είναι... Είναι κάτι τέτοιες νύχτες" μ' ακούμπησε " που της μιλάω, την καθοδηγώ, την ενθαρρύνω, τη γεμίζω ελπίδες πως θα μονοιάσουμε. Και μ' ακούει ξέρεις, το νιώθω" με έσφιξε, ανατρίχιασα και προσπάθησα διακριτικά να απομακρυνθώ. 
"Καταλαβαίνω" ψέλλισα με σχεδόν τρεμάμενη φωνή, μα δεν σταμάτησα εκεί "τι έκανε και τη φυλάκισαν;"
Το σώμα του κουνήθηκε αδέξια να ξεμουδιάσει "Ήταν υπερ πολύτιμη για αυτούς, δεν μπορούσαν να φαίνεται και την κλείδωσαν μέσα σε ένα υπόγειο. Μα εγώ της λέω πως θα έρθει η μέρα, που θα δει το φως και τότε θα λάμψει η γυναίκα μου, θα ζηλέψει η μαμά μου και θα υψωθεί η κόρη μου. Να μη φοβάται, της το λέω."
" Άρα είναι τρεις , όχι μια, θέλω να πω...."
"Μία είναι σου λέω" κραύγασε και το δάχτυλο του χεριού του υψώθηκε για να μου το τονίσει ακόμα περισσότερο. "Μία και σαν κι αυτή δεν υπήρξε άλλη καμία."
"Και πώς τη λένε;" ρώτησα περίεργη....
"Μάνα γυναίκα κόρη" ξεστόμισε αποφασισμένα, καθώς κοίταζε τα εναπομείναντα αστέρια που φωτίζουν σε έναν ουρανό γεμάτο καυσαέρια.
  Ήμουν πλέον σίγουρη πως μιλούσα με έναν παλαβό στα μυαλά του άνθρωπο, τον καληνύχτισα δήθεν ότι άφησα μια δουλειά στη μέση και απομακρύνθηκα. Η γαλάζια μου μπλούζα γέμισε από χώμα, όπως είχα σκύψει να του μιλήσω, την τίναξα και επιβιβάστηκα στο λεωφορείο. 
  Μέρες ακόμα, καθώς περνούσα από κει τον έβλεπα, στο ίδιο μέρος, τα ίδια ρούχα, το ίδιο σκηνικό, το ίδιο σύνθημα "Κοίτα ψηλά". Το χαιρετούσα που και που με ένα συμπονετικό χαμόγελο, απ' αυτά που σκέφτεται αυτομάτως το μυαλό σου "Τον καημένο", μα δε με έβλεπε ποτέ ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. 
  Κι έφτασε εκείνη η αποφράς Δευτέρα, που πήγαινα στη δουλειά. Στο σημείο του υπήρχε μόνο ένα ασθενοφόρο, κάποιος έκανε το λάθος και τον πάτησε. "Μα ήταν μες στη μέση για ώρα" μουρμούριζαν οι περαστικοί. Έσπρωξα τους μπροστινούς μου και χώθηκα στο πλήθος, στο απέναντι πεζοδρόμιο, εκεί, που του είχα μιλήσει είχε ένα πράσινο μπουφάν. Δεν άντεξα, το σήκωσα, στην τσέπη του ήταν ένα γράμμα με τίτλο "για σένα". Το άρπαξα βιαστικά μαζί με το πράσινο πανωφόρι του και απομακρύνθηκα.
   Το βράδυ πια, όταν ο ήλιος είχε τελειώσει το ωράριό του στην πρωτεύουσα και το φεγγάρι ξυπνούσε δυναμικά να εκπληρώσει τη βάρδιά του, μόνη μου στην απέναντι καφετέρια, αγκαλιά με το μπουφάν του άνοιξα το γράμμα... Δεν ήταν πάνω από μια παράγραφος. 
                                                      ΓΙΑ ΣΕΝΑ...
Για σένα μικρή μου, που γεννήθηκες τεράστια και σε μικραίνουν, για σένα, που τα βράδια μου σκέφτομαι και νοσταλγώ, για σένα, που σε υποβάθμισαν και σε έβαλαν φυλακή, μεγάλη μου μάνα, γυναίκα της ζωής μου, ελπιδοφόρα κόρη. Δεν μπορώ να ζω πια δίχως σου. Εγώ, που σε γνώρισα ένα βράδυ σαν κι αυτό, σε μια επίσκεψη παράνομη στο υπόγειό σου και σε είδα, εγώ, που σε ερωτεύτηκα παράλογα από κείνη την στιγμή, εγώ, που σε εκείνο το βροντονήσι γνώρισα την ψυχική μου γαλήνη, εσένα, εγώ, εδώ, ταπεινός σου θαυμαστής δηλώνω... Και το πάλεψα να ξέρεις να βγεις από κει, πήγα σε ημερίδες, με γιατρούς σου ξέρεις να σε βγάλουν, μα θα καταστραφείς, μου παν αν βγεις, θα σε θάψουν. Μα έμαθα θα σου ανοίξουν την πόρτα για μια μέρα, για κάποιες ώρες να σε δουν κι άλλοι. Μην τρομάξεις γυναίκα μου. Έρχομαι να σε βρω τώρα, μα δεν έχω άλλον τρόπο.Θα φύγω απ' το σώμα μου γιατί μου 'παν είναι ελεύθερη η ψυχή, όταν πια φεύγεις και πάει όπου η καρδιά σου επιθυμεί. Κι εγώ εκεί δίπλα σου θα έρθω τώρα. Κόρη μου κοίτα ψηλά και έρχομαι. Μόνο ψηλά.
Τα μάτια μου γουρλωμένα κοιτούσαν το σκίτσο από κάτω από τα γράμματα. Σαν ένας χάρτης μιας νήσου, φλεγόμενης, της Σαντορίνης και ένα βελάκι να δείχνει προς τα 'κει. Μια μάνα, γυναίκα, κόρη φυλακισμένη. Έβγαλα το κινητό και αναζήτησα. Το άγαλμα στην αποθήκη του μουσείου. Σκάλωσα. Έψαξα το μπουφάν του και τα δάχτυλά μου κάτι ανίχνευσαν. Το έβγαλαν με προσοχή προς τα έξω. Ένα αγαλματάκι από χαρτοπετσέτες προσπαθούσε να κρατηθεί ακέραιο, μα διάλυσε στα χέρια μου και μια εξ'΄αυτών χύθηκε στο πάτωμα. Γύρισα να την κοιτάξω και πάνω της κάτι έγραφε. Πλησίασα.....
"21/10 σου έρχομαι γλυκιά μου μάνα παρελθόν μου, πικρή γυναίκα το παρόν μου και στερνή μου κόρη, κοντινό μου μέλλον. Να κοιτάς πάνω. Μόνο πάνω. Εκεί, που είναι οι αξίες."....
 http://eulegein.blogspot.gr/2013/10/blog-post.html

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Νησιώτικα τραγούδια με τον Νίκο Φύτρο - γεμέλη

Μια μοναδική παλιά φωνή της Σαντορίνης. Ο Νίκος Φύτρος- Γεμέλης μέσα από το δίσκο "Νησιώτικα τραγούδια" αλλά και από άλλες καταγραφές...Απολαύστε τον.....

Listen Music - Listen Audio - 02 KURA DASKALA- NIKOS FUTRO...
Listen Music - Free Audio - 07 SULIVRIANO -FUTROS



Listen Music Files - Audio File Hosting - 06 MANES ME GEMELH -FUTRO



























Tα παραμύθια της Θήρας



 
 Καταγραφή -- έρευνα Στέλλα Κοντογιάννη - ερευνήτρια λαογραφίας


(Αφηγείται η Καλίτση Μαυρομάτη )
Ο Μυλωνάς κι ο Βασιλιάς
Μια φορά κι ένα καιρό ήτανε ένας βασιλιάς . μια μέρα κάλεσε το δέσποτα του τόπου του και του λέει :Δέσποτα θα σου βάλω τρία αινίγματα κι αν μου τα λύσεις σε τρεις μέρες θα σου πάρω τη κεφαλή σου . Του λέει τα αινίγματα . Μα βασιλέα μου ίντα σου φταίω εγώ και μου βάζεις αυτή τη θηλεία ; Αυτό που σου λέω , δεσπότη μου . Ο δεσπότης καταστενοχωρημένος πήε στο σπίτι του και τον έτρωε η συλλο(γ)ή . Οι μέρες περνούσανε και ο μυλωνάς , ο γείτονάς του, που το μυαλό ντου έκοβε , λέει του δεσπότη. Έ(γ)νοια σου , δέσποτά μου , κι εγώ θα σου το κανονίσω το βασιλιά , μόνο να με λύσεις δεσπότη και θα πάω να του τα εξηγήσω . Την άλλη μέρα μια και δυο , ο καλός σου , πάει στο βασιλιά : Τα αινίγματα που έδωσε ο βασιλιάς ήταν1) Να μετρήσεις πόσα μέτρα είναι η γης από τον ουρανό ; 2) Ποια είναι η ισχή μου ;  3)Τι έχω στο μυαλό μου;
Βασιλιά μου, έλα να σου πω ότι θέλεις . Κάτσανε , το λοιπός, και αρχινά ο ψευτοδεσπότης . Θέλεις να σου πω , βασιλέα μου πόσο είναι από τη γης ως τον ουρανό , έφερα απ’ όξω από το παλάτι σου τα μέτρα και τα ‘χω μέσα στο κάρο , μπορείς να τα μετρήσεις κι ανι λάθος θα το βρεις .Για το δεύτερο αίνιγμα «ποια είναι η ισχύς σου» σου εξηγώ ότι πρώτα είναι η δύναμη του Χριστού κι ύστερα η δική σου, βασιλιά μου. Και όσο για το τρίτο αίνιγμα «Τι έχεις μέσα στο μυαλό σου» είμαι βέβαιος ότι αυτή τη στιγμή βλέπεις μπροστά σου το δεσπότη. Και αμέσως γδύνεται και παρουσιάζεται ο πονηρός μυλωνάς. Έτσι ο δεσπότης γλύτωσε τη κεφαλή του.


(Αφηγείται η Καλίτση Ραΐση κατέγραψε η ίδια )Το κείμενο αυτό ανήκει στις ευτράπελες διηγήσεις ή και στα παροιμιώδη ανέκδοτα.

Μια φτωχιά
Ήτανε μια φτωχιά και την αγάπησε ένας φτωχός και ντεμπέλης . Οι αδερφές του αφού το μάθανε του λένε μα αυτηδά θα πάς να πάρεις που είναι φτωχιά και δεν έχει πράμα . Η κοπέλα τόμαθε και αφού συναντηθήκανε του λέει ένα τραούδι . Ήμαθα πως δε με θέλεις γιατί γρόσα δεν κρατώ , δάνεισέ μας απ’ τα δικά σου και με είκοσι τοις εκατό κι έτσι τα χαλάσανε.








Παραμύθι (αφηγείται η Κυριακάκη Δαμασκινού)
Ο κόκκορας και η κότα

Ήτανε ένας γέρος με μια γριά αντρόϋνο και είχανε ένα κοκκορα και μια κότα . Ήρθε ένας καιρός που η γριά δεν ήθελε το γέρο και χωρίσανε . Συμφωνήσανε και πήρε ο γέρος το πετεινό και η γριά , πιο πονηρή , πήρε τη κότα , για να τση κάνει τ’ αυγό.
Αφού ηχώρισε , ο γέρος δεν είχε φαγιά για να τρώει ο κόκκορας . Ησκέφτηκε ο κόκκορας , να πάρει δρόμο να πάει να βρεί φαϊ
Στο δρόμο που ηπήαινε του παντήχτει ένα ποτάμι . Ησκέβουντα ίντα να κάμει . Λέει στον εαυτό ντου . «Τρώε λάρουκα (=λάρυγγα) ποτάμι , τρώε λάρουκα ποτάμι» . Στο τέλος ήπιε όλο το ποτάμι.
Έτσι συνέχισε το δρόμο ντου. Εκεί που ηπήαινε του παντήχτει μια φωθιά.
Τι να κάνει; τι να κάνει ; Σκέβεται και λέει : «Τρώε λάρουκα φωθιά , τρώε λάρουκα φωθιά»
Να μη ντα πολυλέμε , ήφαε όλη  τη φωθιά.
Μετά πάει μεσ’ στη Χώρα και βγαίνει σ’ ένα ψηλό μέρος και ηαρχίνισε να βρύζει το βεζύρη τον ίδιο και τσοι κόρες του , τη πρώτη , τη δεύτερη και τη τρίτη τη κοκκινομαγουλάτη.
Ως τα άκουσε ο βεζύρης ρωτά: Ποιος τα λέει  αυτά ;
Λένε ένας κόκκορας
Αμέσως διατάζει : Πιάστε τονε και ανάψετε φωθιά να τονε κάψετε .
Όπως ηδιάταξε ο βεζύρης , τονε βάλανε στη φωθιά .
Να ο κόκκορας όμως και βγάζει το νερό . Βγάζει - βγάζει ίσαμε που έσβυσε τη φωθιά.
Δε σου χάνει ο κοκκορας καιρό και βγαίνει πάλι στα ψηλά και ηάρχισε να βρύζει .
Ε, μα δεν είχει υποφερμό , λέει ο βεζύρης . Πιάστε τονε και βάλετονε στη κάσα μου με τα λεφτά , καλά κλειδωμένο και άστε τόνε εκεί να ψοφήσει . Έτσι κι έγινε .
Ο κόκκορας τότε λέει «Τρώε λάρουκα λεφτά , τρώε λάρουκα λεφτά.» Ίσαμε που τα ήφαε όλα τα λεφτά
Μετά λέει ο κόκκορας : «Βγάζε , λαρουκα ,φωθιά . Βγάζε λάρουκα φωθιά». Ίσαμε που ηκάηκε η κάσα  .Και τότες , δρόμο ο κόκκοραςς και πάει στου γέρου.
Και λέει του γέρου : «Στρώσε μου καλά- καλά και χτύπα μου απαλά , απαλά»
Και άρχισε ο κόκκορας να βγάζει τσοι λίρες . Μότι είδε ο γέρος τσοι λίρες , αμέσως πάει κι αγοράζει φαγιά .
Ν’ αφήκουμε τώρα το γέρο με το κόκκορα και να πιάσομε τη γριά .
Η γριά μότι είδε αυταδά τα πράματα , λέει του γέρου . «Κα , ω γέρο, που τα βρήκεες αυταδά όλα τα λεφτά;»
«Ε, να τι να σου πω, πήε ο κόκκορας και μου ‘φερε τα λεφτά .»
Και τότες ησκέφθηκε η γριά . Να στείλω κι εγώ τη κότα μου να μου φέρει λεφτά.
Για να μη τα πολυλέμε , βγαίνει η κότα στο δρόμο και βρίσκει μια λίρα που είχε πέσει του κόκκορα. Τρώει τη λίρα . Αφού δεν έβρισκε άλλη λίρα , γύρισε στο σπίτι και λέει τση γριάς.
«Στρώσε μου καλά- καλά και χτύπα μου απαλά- απαλά»
Στρώνει , το λοιπός, η γριά το παπλωμα και ήρχισε να χτυπα τη κότα . Η κότα ήβγαλε τη λίρα , μετά ήβγαλε κουστουλιές. Ήβγαζε , ήβγαζε ώσα με που ηγέμισε το πάπλωμα κουτσουλιές.
Η γριά ίντα να κάμει , πάει και βρίσκει το γέρο κι αγαπήσανε και περνούνε καλά κι εμείς καλύτερα. 

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Νομικός Π. Ευάγγελος «Ο ευεργέτης της Σαντορίνης»

Η προσφορά του Ευάγγελου Νομικού προς την αγαπημένη του Σαντορίνη υπήρξε απεριόριστη. Ο Ευάγγελος Νομικός διέθετε μια απίθανη έκτη αίσθηση για τη ναυτιλία και δεν έβγαινε ποτέ λανθασμένος. Το όνομά του ταυτίστηκε με την φερεγγυότητα στο χώρο της ναυτιλίας, ενώ απολάμβανε βαθιά εκτίμηση στο διεθνή εφοπλιστικό κόσμο αλλά και γενικά στην κοινωνία.
«Βιογραφικά Στοιχεία»
Ο Ευάγγελος Νομικός γεννήθηκε στη Μεσαριά Σαντορίνης το 1902. Έμοιαζε να ήταν ένα λεπτό, κλεισμένο στον εαυτό του παιδί αφού δεν έκανε εύκολα φίλους. Ο καραβοκύρης πατέρας του Πέτρος, έδειχνε μάλλον περισσότερη αδυναμία στον μεγαλύτερο αδελφό του Mάρκο ο οποίος έμελλε να γίνει ο πρώτος βουλευτής των Κυκλάδων στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.
Ο Ευάγγελος σπούδασε χημικός μα ποτέ δεν εξάσκησε το επάγγελμα αυτό. Η αγάπη του για τη θάλασσα τον οδηγούσε σε μακρινά ταξίδια στην Αγγλία, στην Ολλανδία, στο Βέλγιο και σε άλλα μεγάλα ναυτιλιακά κέντρα. Πάντα όμως γύρναγε στο νησί γεμάτος όνειρα και ιδέες για βαπόρια, ταξίδια μακρινά και μεγάλα φορτία.
Ο μπάρμπα-Πέτρος πλησιάζοντας στη δύση της ζωής του αποφάσισε να δώσει και στους δύο γιους του ένα σημαντικό χρηματικό ποσό για την εποχή εκείνη μαζί με την ευχή του ώστε να το επενδύσει ο καθένας όπως νόμιζε καλύτερα. Και έτσι ξεκίνησε η ιστορία του μεγάλου Ευάγγελου Νομικού ως εφοπλιστή.
Την εποχή του Μεσοπολέμου το ελληνικό δημόσιο έβγαλε σε πλειστηριασμό δύο μισοβυθισμένα καράβια. Το ένα ήταν το «Πύλαρος» και το άλλο ένα φορτηγό περί τους 3.000 τόνους. Ο Ευάγγελος ξεκίνησε παίρνοντας το ρίσκο να επισκευάσει το φορτηγό που του έδωσε το όνομα «Παναγιώτης». Το «Παναγιώτης» υπήρξε τυχερό και κερδοφόρο γιατί έβγαλε όλον τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο σώο και αβλαβές.
Μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα ο Ευάγγελος με όλη του την οικογένεια κατέφυγε στην Αίγυπτο. Επειδή όμως και εκεί η κατάσταση ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη, αποφάσισε να εγκατασταθεί στο Γιοχάνεσμπουργκ της Νοτίου Αφρικής όπου αγόρασε μία φάρμα. Ενώ τα υπόλοιπα πλοία του βούλιαζαν σε βομβαρδισμούς ή από υποβρύχια, το «Παναγιώτης» παρέμενε άτρωτο. Το μυστικό του ήταν η μικρή του ταχύτητα, 6 μίλια την ώρα. Τα αεροπλάνα και τα υποβρύχια κυνηγούσαν πάντα τις νηοπομπές που πήγαιναν με ταχύτητα άνω των 8 μιλίων ανά ώρα.
Στο τέλος του πολέμου ο Ευάγγελος ευνοήθηκε πάρα πολύ από τη νοτιοαφρικανική υπηκοότητα που απέκτησε. Ο λόγος ήταν ο εξής: οι Αμερικάνοι διέθεταν τεράστιο στόλο κυρίως με πλοία Liberty και δεξαμενόπλοιων. Κάθε πλοιοκτήτης με υπηκοότητα συμμαχικού προς την Αμερική κράτους είχε την ευκαιρία να αγοράσει Λύμπερτυς σε αριθμό ίσο με τα βαπόρια που άνηκαν στον πλοιοκτήτη πριν από τον πόλεμο. Ο Ευάγγελος σαν νοτιοαφρικανός υπήκοος είχε μεγάλη προτεραιότητα μιας και δεν υπήρχαν άλλοι εφοπλιστές με την ίδια υπηκοότητα. Έτσι διάλεξε και απέκτησε τέσσερα Λύμπερτυς και δύο δεξαμενόπλοια που αποτέλεσαν τον πυρήνα της μεταπολεμικής εφοπλιστικής του δραστηριότητας.
Μετά το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ευάγγελος ήταν από τους πρώτους έλληνες εφοπλιστές που έσπευσαν να αγοράσουν επιβατηγά πλοία. Ο Θηραίος εφοπλιστής αγόρασε τον Ιούλιο του 1945 τρία μικρά σουηδικά ατμόπλοια 300-400 τόνων, με σκοπό να τα δρομολογήσει στις ακτοπλοϊκές γραμμές. Τα πλοία ήταν το «Ronneby», «Sodern» και «Blekinge», τα οποία μετονομάστηκαν σε «Έφη», «Μεσσαριά» και «Θήρα» αντίστοιχα και η παράδοσή τους πραγματοποιήθηκε από το Τρέλεμποργκ της Σουηδίας στα τέλη του 1945. Εντούτοις, μόνο τα δύο πρώτα έμελλε να καταπλεύσουν στην Ελλάδα αφού στις 10 Ιανουαρίου του 1946, το «Θήρα» ναυάγησε μια ώρα μετά τον απόπλου από το λιμάνι του Ηνωμένου Βασιλείου με προορισμό τον Πειραιά.
Οι επιχειρήσεις τα χρόνια που ακολούθησαν πήγαν τόσο καλά ώστε ο Ευάγγελος ήταν εις θέση να παραγγέλνει συνεχώς νεότευκτα πλοία. Ήταν ο πρώτος που προέβλεψε ότι η Ιαπωνία θα γινόταν ένας καινούριος ναυπηγικός πόλος. Το 1953 έδωσε την πρώτη ελληνική παραγγελία εκεί για 2 φορτηγά πλοία 14.000 τόνων πρωτοποριακά για την εποχή τους.
Το 1955 παντρεύει την κόρη του Μαριέτα με τον Αλέκο Γουλανδρή, γιο του Νικόλαου Γουλανδρή και έκτοτε βασίζεται στο ναυπηγικό πρόγραμμα του γαμπρού του. Αγοράζει το δεύτερο καράβι κάθε σειράς πλοίων που χτίζουν οι αδελφοί Γουλανδρή στην Ιαπωνία. Το 1958 αποκτά το «Mary Lou» 48.000 τόνων, το 1960 το «Linda» 22.000 τόνων και το 1965 το «Φαίδρα» 25.000 τόνων. Μέχρι το 1982 ο Ευάγγελος Νομικός χτίζει πάνω από 20 καινούρια καράβια παντός τύπου από 40 ως 125 χιλιάδων τόνων.
Οι επενδύσεις του πάντοτε βασίζονταν σε ίδια κεφάλαια. Ποτέ δεν δανειζόταν χρήματα. Είχε μια φυσική απέχθεια προς τους τραπεζίτες. Και όταν πήγαιναν στο γραφείο του διάφοροι τραπεζίτες με σκοπό να του προτείνουν δάνεια με ελκυστικούς όρους, τους έλεγε ορθά κοφτά ότι αν θέλουν εκείνοι να δανειστούν από αυτόν έχει καλώς, ειδάλλως απλά έχαναν τον καιρό τους. Όταν ερωτήθηκε από συνεργάτη του γιατί δεν ήθελε να επεκταθεί χρησιμοποιώντας ξένα κεφάλαια όπως έκαναν τότε όλοι οι μεγάλοι Έλληνες εφοπλιστές, η απάντησή του ήταν πως ήθελε να κοιμάται ήσυχος και να μην χρωστά σε κανέναν.
Ο Ευάγγελος παντρεύτηκε δύο φορές. Με την πρώτη σύζυγό του, Έλσα Χατζηαργύρη απέκτησε έναν γιο, τον Απόστολο. Με τη δεύτερη σύζυγό του, Λούλα, απέκτησε δύο κόρες. Η Λούλα Νομικού που πέθανε ξαφνικά το 1976 πήρε μαζί της και ένα μεγάλο κομμάτι της καρδιάς και του είναι του Ευάγγελου Νομικού.
«Ο ευεργέτης Ευάγγελος Νομικός»
Ο Ευάγγελος Νομικός υπήρξε ασφαλώς παθιασμένος για το νησί του. Αν και πάντα συναντούσε εμπόδια από το ίδιο το κράτος το οποίο προσπαθούσε να βοηθήσει, δεν σταμάτησε να δίνει ότι μπορούσε περισσότερο για αυτό. Πολλές φορές μάλιστα έπρεπε να αγνοήσει και τις ανθρώπινες κακές αδυναμίες πολλών συντοπιτών του που λόγω φθόνου και ζήλιας τον αντιμετώπιζαν με ιδιαίτερη ψυχρότητα. Όμως ο ίδιος σχεδόν αφιέρωσε τη ζωή του στην εξυπηρέτηση της γενέτειράς του, ιδιαίτερα από το 1953 και έπειτα.
Κατασκεύασε στα Φηρά το ξενοδοχείο «Ατλαντίς» το οποίο συνετέλεσε τα μέγιστα στην τουριστική ανάπτυξη του νησιού, κυρίως κατά τη διάρκεια των πρώτων ανασκαφών στο Ακρωτήρι από τον καθηγητή Μαρινάτο, καθώς χρησιμοποιήθηκε ως συνεδριακό κέντρο. Δεν υπήρξε δωρεά, αλλά υπήρξε η πρώτη σοβαρή τουριστική επένδυση στη Σαντορίνη σε μια προσπάθεια προσέλκυσης ξένων τουριστών. Επιπρόσθετα, λειτούργησε και ως σχολή τουριστικών επαγγελμάτων μέχρι το 1966, αποτελώντας λίκνο εκπαίδευσης ξενοδοχειακού και τουριστικού δυναμικού στις Κυκλάδες.
Το 1971 δώρισε οικόπεδο 1,9 στρεμμάτων στο κέντρο των Φηρών για την ανέγερση νέου αρχαιολογικού μουσείου που στεγάζει και κρατά μέχρι σήμερα στον τόπο μας τα ευρήματα των ανασκαφών του Ακρωτηρίου.
Το 1978 ασχολήθηκε με δική του πρωτοβουλία με τα υγειονομικά προβλήματα του νησιού και άρχισε να μεριμνά για την υγειονομική περίθαλψη των κατοίκων του. Έτσι το 1979 το Νομίκειο Τουριστικό Ξενοδοχείο προσφέρει στον Υγειονομικό Σταθμό σύγχρονο μηχανολογικό εξοπλισμό σημαντικής αξίας και τελευταίας τεχνολογίας. Το 1980 ο Ευάγγελος Νομικός ανέλαβε τη δαπάνη για την κατασκευή τοίχου αντιστήριξης και προστασίας του λιμένος Φηρών, αξίας 5 εκατομμυρίων δραχμών. Τον ίδιο χρόνο χάρισε στις κοινότητες μηχανήματα αξίας 1,5 εκατομμυρίων δραχμών. Εκτός από όλα αυτά ο Ευάγγελος Νομικός ενίσχυε εκκλησίες, το γηροκομείο, το οικοτροφείο της Ιεράς Μητρόπολης, τον υγειονομικό σταθμό, αλλά και κάθε συνάνθρωπό του που του ζητούσε τη βοήθειά του.
Η μεγαλύτερη όμως προσφορά του υπήρξε το τελεφερίκ της Σαντορίνης, ένα από τα πιο μεγάλα και αναπτυξιακά έργα του νομού Κυκλάδων.
«Το τελεφερίκ των Φηρών»
Με τη μεγάλη αύξηση του τουριστικού ρεύματος προς τη Σαντορίνη και κυρίως του αριθμού των κρουαζιερόπλοιων που προσέγγιζαν το νησί, καταφάνηκε η ανάγκη για γρήγορη και ασφαλή μεταφορά των τουριστών από το λιμάνι στην πόλη των Φηρών. Η άνοδος αυτή μέχρι τότε εξυπηρετείτο με γαϊδούρια. Ήταν όμως απαγορευτική για ηλικιωμένα άτομα. Πέραν τούτου, ο αριθμός των ζώων ήταν ανεπαρκής ώστε να καλύψει τις ανάγκες λόγω του μικρού χρόνου παραμονής των κρουαζιερόπλοιων και του μεγάλου αριθμού επισκεπτών.
Στα μέσα του 1978, ο μεγάλος αυτός εφοπλιστής ανακοίνωσε την πρόθεση του να αναλάβει εξ ολοκλήρου όλες τις δαπάνες για την αγορά και εγκατάσταση ενός εναέριου αναβατήρα. Ποιος θα φανταζόταν πως η απόφασή του αυτή θα έκανε το επίπεδο ευμάρειας και διαβίωσης στο νησί να υπερβεί κάθε προσδοκία για τα επόμενα χρόνια. Έτσι, ο Ευάγγελος Νομικός σύστησε με την υπ’ αριθμόν 25959/21.3.1979 συμβολαιογραφική πράξη το ίδρυμα «Λούλας και Ευαγγέλου Νομικού» και διέθεσε όλο το απαραίτητο ποσό για την κατασκευή ενός υπερσύγχρονου τελεφερίκ. Το έργο ξεκίνησε το φθινόπωρο του 1980 και αποπερατώθηκε τον Ιούλιο του 1982. Η δαπάνη ανήλθε στο αστρονομικό για την εποχή ποσό των 130 εκατομμυρίων δραχμών. Τα χρήματα αυτά υπερέβησαν ολόκληρο τον προϋπολογισμό της νομαρχίας Κυκλάδων για δημόσια έργα σε όλα τα νησιά!
Αν και ο Ευάγγελος Νομικός προγραμμάτιζε κι άλλα δύο μεγαλεπήβολα έργα για το νησί, την κατασκευή λιμένα στο Μονόλιθο και την κατασκευή εργοστασίου αφαλάτωσης, τα δύο έργα παρέμειναν ανεκτέλεστα γιατί ο μεγάλος αυτός ευεργέτης έκλεισε τα μάτια του στις 29 Σεπτεμβρίου του 1985. Όμως το έργο του το συνέχισε και το συνεχίζει με ιδιαίτερη επιτυχία το ίδρυμα «Λούλας και Ευαγγέλου Νομικού», ίσως το πιο επιτυχημένο παράδειγμα αυτοδιαχείρισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε όλη την Ελλάδα. Αυτό άλλωστε αποτυπώνεται και στον οικονομικό απολογισμό του ιδρύματος για το 2012 όπου φαίνεται να διατηρεί 8.000.000 περίπου ευρώ καταθέσεις προθεσμίας σε τράπεζες. Τα έσοδα του ιδρύματος διανέμονται όλα αυτά τα χρόνια στις κοινότητες του νησιού για κοινωφελή έργα και σκοπούς.
Μόνο για τα πρώτα 16 χρόνια λειτουργίας του τελεφερίκ υπολογίζεται ότι εισέπραξε 3 περίπου δισεκατομμύρια δραχμές. Τουλάχιστον το ένα τρίτο των εσόδων αυτών, δηλαδή ποσό άνω του ενός δις, διατέθηκε στο νησί την περίοδο 1982-1998. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως το 20% των ακαθάριστων εισπράξεων του τελεφερίκ παραχωρείται ανελλιπώς κάθε χρόνο στο Σωματείο Ημιονηγών Θήρας, προκειμένου το Ίδρυμα να ενισχύει τους ημιονηγούς (αγωγιάτες) στη διατήρηση και του παραδοσιακού τρόπου μεταφοράς των επισκεπτών. Με βάση το άρθρο 23β’ του καταστατικού του ιδρύματος δόθηκαν στο Σωματείο 407.021,04€ μόνο μέσα στο 2012.
Το 1996 το ίδρυμα αγόρασε ένα μικρό ιδιωτικό αεροσκάφος, το οποίο διαμόρφωσε εσωτερικά σε ασθενοφόρο, με αποκλειστικό σκοπό τη δωρεάν αεροδιακομιδή επειγόντων ιατρικών περιστατικών σε νοσοκομεία της Αθήνας και της Κρήτης. Συνέβαλε έτσι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και στην αναβάθμιση της ιατρικής περίθαλψης των κατοίκων και των επισκεπτών της Σαντορίνης. Το μικρό αυτό πτητικό μέσο πραγματοποιεί τουλάχιστον 200 διακομιδές ασθενών ετησίως.
Αυτή ήταν λοιπόν η ιστορία και το έργο του Ευάγγελου Νομικού, ενός έλληνα εφοπλιστή που μπορεί να μην έγινε ποτέ τόσο γνωστός όσο ο Ωνάσης ή ο Νιάρχος, πρόσφερε όμως τόσα πολλά στον τόπο μας που αναδείχθηκε δικαίως σε έναν από τους μεγαλύτερους εθνικούς μας ευεργέτες. Η προσωπική του προβολή και η δόξα δεν τον απασχόλησαν ποτέ, παρά μόνο η προσφορά για την πατρίδα του και τον συνάνθρωπο.
ΤΟΥ ΜΠΟΥΤΑΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ*
Ευχαριστώ βαθιά την κ. Αντωνία Ε. Γύζη, διευθύντρια του ξενοδοχείου Ατλαντίς, για τις πολύτιμες πληροφορίες που μου παρείχε.
* Επιχειρηματίας, αντιπρόεδρος Δ.Σ. της DMN A.E., κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στο Μάνατζμεντ και στη Στρατηγική Επιχειρήσεων από το LSE


Πηγή:www.reporter.gr

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Η Σαντορίνη της Σίφνου ……



Φεύγουμε λοιπόν για τη Σίφνο, για να γνωρίσουμε μια ΘηραΪκή μορφή της τοπικής Ιστορίας του νησιού, έστω και πολύ συνοπτικά μιας και δεν έχουν εντοπιστεί παραπάνω πληροφορίες. Αναφέρομαι στον πρώτο Αρχιεπίσκοπο Σίφνου Αθανάσιο Μαρμαρά. (1646-1679). Η Αρχιεπισκοπή Σίφνου (1646- 1797)περιελάμβανε τα νησιά: Μύκονο, Σέριφο, Μήλο, Κίμωλο, Σίκινο, Φολέγανδρο, Ίο, Ηρακλειά, Αμοργό, Ανάφη και Αστυπάλαια.  Ο Αθανάσιος ήταν από την Σαντορίνη ιερομόναχος της Μονής Χοζοβιωτίσσης . Η ίδρυση του πρώτου Σχολείου στη Σίφνου στα μέσα του 17ου αιώ σχετίστηκε με τη φροντίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Αρχιεπισκόπου Αθανασίου, ο οποίος προπάθησε να αντιμετωπίσει την καθολική προπαγάνδα στη Σίφνο και να διατηρήσει την ορθόδοξη πίστη ανέπαφη.
Παράλληλα δε, στο μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας υπάρχει και το παρακάτω παραχωρητήριο του Αθανασίου για ενοικίαση κάποιων αμπελιών:  «…1659 απριλίου 26. Την σήμερο εις την Αμοργώ μέσα εις το μοναστήρι εις την υπεραγία Θεοτόκο την Χοζοβιώτισσα ήλθε ο πανιερώτατος ημών αυθέντης και δεσπότη αρχιεπίσκοπος Σίφνουκαι επροσκύνησε την υπεραγία Θεοτόκο κύριος Αθανάσιος και εζήτησέ μας να του δώσωμε τα περιβόλια του Βαρσαμίτη και τα δύο τα απάνω και το κάτω δια να τα πακτώση να τα έχη ζώντας του δια ρεάλια 100 ήγουν εκατό, και έστοντας να έχη την μετάνοιάν του από παιδιόθεν εδώ εις το άγιον μοναστήρι και να τον κάμωμεν και καλόγερον να είναι ένας αδελφός μετ' εμάς κατά το καλογερικό. Εθελήσαμε όλοι οι πατέρες κοινώς βουλή και γνώμη ο τε καθηγούμενος και οι γέροντες με όλη την σύναξι ιερομόναχοι και μοναχοί και εδώσαμέν του τα δια ρεάλια 100 ήγουν εκατό και το χωράφι των Καμινίω απάνω ως καθώς ελάβαμεν το πάκτος τα εκατό ρεγάλια, με τούτο να τα έχη έως την ζωήν του και αποθανόντας στο πάλι να στρέφου εις το άγιο μοναστήρι, κααι ό,τι κόποι ους ήθελε κάμει μέσα εις του μοναστηρίου τοις τόπους ει ..»..


Πηγές: Ν. Προμπονάς: Η Παιδεία στη Σίφνο, Αθήνα, 2009
               www.gistor.gr

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...