Παραμονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, βρέθηκα στο Θεοτοκάκι του Πύργου, μια από τις παλαιότερες εκκλησίες της Σαντορίνης, η οποία πιστεύεται ότι έχει κτιστεί τον 10ο αιώνα Η λαογραφία αναφέρει ότι συντηρούν επί 15 ημέρες καντήλια αναμμένα για τις οικογένειες του Πύργου. Ύστερα από ειδική άδεια, ηχογράφησα το τελευταίο μέρος της Μικρής Παράκλησης. προς την Παναγία, στο οποίο συμμετέχουν μόνο γυναίκες του χωριού . Τρίτη 13 Αυγούστου 2013
Όταν οι Πυργιανές της Σαντορίνης υμνούν... ( Αύγουστος 2013)
Παραμονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, βρέθηκα στο Θεοτοκάκι του Πύργου, μια από τις παλαιότερες εκκλησίες της Σαντορίνης, η οποία πιστεύεται ότι έχει κτιστεί τον 10ο αιώνα Η λαογραφία αναφέρει ότι συντηρούν επί 15 ημέρες καντήλια αναμμένα για τις οικογένειες του Πύργου. Ύστερα από ειδική άδεια, ηχογράφησα το τελευταίο μέρος της Μικρής Παράκλησης. προς την Παναγία, στο οποίο συμμετέχουν μόνο γυναίκες του χωριού . Κυριακή 11 Αυγούστου 2013
Οι "σαρωνιές της Κάναβας" Μ. Γυφτογιάννη
…. «Oι σαρωνιές
![]() |
| φώτο: Αρτεμία Αργυρού |
Ο Ροβέρτος τα
τελευταία χρόνια είχε ανανεώσει στο μέσο αριστερό μέρος της κάναβας την
εγκατάσταση για απόσταξη για παραγωγή τσικουδιάς. Ένα δωμάτιο ολόκληρο ήταν το
μάγκανο. Ήταν μια κάναβα με τα όλα της. Με παράθυρα εξαερισμού με γούρνες
βαθίές έτοιμες για να πλένουν οι εργάτες τα πόδια τους πριν μπουν στο πατητήρι
αλλά αυτό που δεν καταλάβαινε η Δομινίκη ήταν οι τόσες σκούπες γύρω από τα
πατητήρια.
« Μπαρμπά
Βαγγέλη! Καλέ τι είναι όλες τούτες οι σκούπες» του φώναξε καθώς εκείνος
βρισκόταν στο μέσα δωμάτιο και καθάριζε το μάγκανο.
-
Τις σαρωνιές
με την αλιγαριά λες Δομινίκη μου; Της αποκρίθικε
-
Ναι. Τις
σκούπες , τις σαρωνιές που λες κι εσύ μπαρμπά –Βαγγέλη.
Εκείνος τότε πήγε
κοντά της, στρίβοντας το μουστάκι του με τα πλατιά του χέρια. Άναψε το σέρτικο
και άρχισε να τις μαθαίνει. ….
-
Τούτες
οι σαρωνιές παιδί μου είναι για να κάμομε αέρα σε αυτούς που πατούν τα σταφύλια
γιατι ο θυμός του μούστου τους ζαλίζει, οι αναθυμιάσεις είναι πολλές και όσα
παραθυράκια και αν ανοίξεις στις κάναβες ποτέ δεν είναι αρκετό για να
ανανεώσουν τον αέρα. Για τούτο το λόγο οι πατητάδες θα δες, ότι όπως δένουν το άσπρο μαντίλι στο κεφάλι τους για να
κρατούν τον ιδρώτα τους έτσι βάζουνε και στο αυτί τους ένα κλωνάρι βασιλικό για
να τον μυρίζουνε και να σπάνε τη μεθυστική μυρωδιά του μούστου. Αλλά δεν είναι
τίποτα τούτο, μπροστά στις βαριές και επικίνδυνες αναθυμιάσεις που είναι στο
βάθος στο λινό. Εκεί που λες περιστέρα μου, πέφτει ο μούστος από τα πατητήρια.
Όταν οι ληνοί γεμίζουν,, οι εργάτες ρίχνουν γκαζοντενεκέδες τους γεμίζουν με
μούστο και τον ρίχνουνε σε τούτα τα τεράστια βαρέλια που βλέπεις τις αφούρες. Αυτός
όμως που πρέπει να κατέβει στο τέλος στον πάτο του ληνού για να ανέβάσει με τη σκάλα ντενέκε ντενέκε τον τελευταίο μούστο
και να καθαρίσει το ληνό, πρέπει να είναι δυνατός, γιατί ήδη ο μούστος έχει
αρχίσει και βράζει και οι αναθυμιάσεις γίνονται επικίνδυνες. …Όλα αυτά θα τα
δεις και θα τα καταλάβεις σε τρεις μέρες που θα αρχίσουμε τη βεντέμα….»
Μαίρη Γυφτογιάννη: Δομινίκη Η Ζωή της από λάβα και Αλμύρα
Η Βεντέμα της Σαντορίνης - Μ. Αβέρκιου Ρούσσος
βαρέλια χωρητικότητος τεσσάρων βουτσών). Σε συνέχεια σκουπίζανε τις πεζούλες όπου θα απλώνανε τα σταφύλια που θα πατούσανε για το βυσάντo. Όλες αυτές οι δουλειές γινόταν καθ' όλην την διάρκειαν του Αυγούστου σε όλες τις κάναβες της Σαντορίνης.
Την 1ην Σεπτεμβρίου τα βέργινα κοφίνια φρεσκοπλιμένα περίμεναν στις μεγάλες λιθόστρωτες αυλές έτοιμα να φορτωθούν στα γεροδεμένα μουλάρια και να μεταφερθούν στα αμπέλια για το πρώτο κοφίνιασμα. Οι αγωγιάτες στόλιζαν τα ζώα τους κρεμόντας ολόγυρα στο λαιμό τους γαλάζιες χάνδρες, κογχύλια, κουδούνια, φυλακτά και πολύχρωμες φούντες. Το σύνθημα εδίδετο με το κτύπημα μεγάλης καμπάνας. Οι τρυγητάδες άνδρες, γυναίκες, κοπέλλες και παιδιά τρόχιζαν τα φερεντίνια τους πάνω στα πουριά ή στις μαυρόπετρες και με τραγούδια ξεκινούσαν με τα καλάθια περασμένα στα μπράτσα τους. Οι γυναίκες φορούσαν άσπρα μαντήλια δεμένα με τέτοιο τρόπο ώστε εφαίνοντο μόνο τα μάτια τους και πάνω από τα μαντήλια φορούσαν ένα σκιάδι, ήταν ξυπόλυτες αλλά τα πόδια τους ήταν σκεπασμένα με χονδρές κάλτσες πλεγμένες από τις ίδιες με καλτσοβελώνες. Οι άνδρες φορούσαν σκιάδια τραγιάσκες, και πλατύγυρα χρωματιστά ζωνάρια στη μέσηκαι φυσικά ήταν ξυπόλυτοι. Ο μπαλής (επιστάτης) ήταν για να επιβλέπη την διαλογή των σταφυλιών, χωριστά τα μαύρα μαντηλαριές, χωριστά τα άσπρα ασύρτικα και τα αηδάνια και ώριζε ένα τρυγητή για τα ξενόλοα = άθήρια, βουδόματα, εφτάκοιλα, μαυροτράνανα, αητονύχια, ποταμισές, βάφτρες, ασπροβουδόματα, κατσανιές, πλατάνια γλυκάδες και άλλα που θα πήγαιναν στις λιάστρες για σταφίδες.
Ο τρυγητός άρχιζε και οι τρυνητάδες σκυμμένοι πάνω στις αμπελιές γέμιζαν τα καλάθια τους τραγουδώντας κι όταν τα γέμιζαν τ’ άδειαζαν στα κοφίνια και ο μπαλής τα σκέπαζε με τα «χώσματα» δένοντάς τα ολόγυρα με αλιγαδούρα (ψιλό σχοινί). Από μακρυά ακουγόταν το τραγούδι του αγωγιάτη με τον γλυκό σκοπό της βεντέμας:
'Ωωωω Βεντέμα ήλθε βρε παιδιά
και πάρτε το χαμπάρι
θα πάρω την ψιλή κρανιά
να κάτσω στο μουλάρι.
Το γλυκό τραγούδι του αγωγιάτη, με την κρανιά και την κανάβινη χρωματιστή ποδιά στη μέση, έτσι που έκρυβε το πλατύ χρωματιστό ζωνάρι με τα κρόσια στην άκρη, ανωκατεύονταν με τα κουδουνίσματα των μουλαριών καθώς έτρεχαν αναλεκτά και σκόνιζαν το φούφουλο (μαλακό) χώμα του δρόμου. Από τ' αμπέλι οι τρυγητάδες απαντούσαν πάνω στον ίδιo σκοπό:
Mαvτηλαριά κι ασύρτικο
Βουδόματο κι αθύρι
επρόβαλε η αγάπη μου
από το παραθύρι
Σαν έφτανε στ' αμπέλι ο αγωγιάτης φώναζε τον μπαλή και εφόρτωναν μαζί τα γεμάτα κοφίνια πάνω στα ψηλά αράθυμα μουλάρια παίρνοντας πάλι το ριμίδι του γυρισμού στην .κάναβα, Αν ήταν λεύτερος κι αντωνιάριζε (αγαπούσε) καμμιά κοπέλλα που τρυγούσε στ' αμπέλι τότε πριν πη το «ντε λαξ ντε» στα φορτωμένα κτήματα ακουμπούσε επάνω στην κρανιά του με το ψηλό βέρδουλο στη άκρη και τραγουδούσε:
Μελαχροινή παρ' το σπαθί
και κόψε την κεφαλή μου
να πάψουνε τα βάσανα
κι οι αναστεναγμοί μου.
Αν η μελαχρoινή κοπέλλα δεν ανταποκρινόταν στην αγάπη του γιατί αγαπούσε κάποιον άλλον ή ήταν θυμωμένη μαζί του τότε του απαντούσε με τούτο το τραγούδι που την κάθε του στροφή τραγουδούσαν μαζί οι άλλοι τρυγητάδες με τον σκοπό της βεντέμας:
Δεν θέλω πια να μ' αγαπάς
να λες και το όνομά μου
γιατί ποτέ δεν ήκαμες
και με τα θέλημά μου
Τότε απογοητευμένος ο νεαρός ανωγιάτης με τον βασιλικό στ’ αυτί κεντούσε τα φορτωμένα μουλάρια του τραγουδώντας:
Δεν ημπορώ να κάνω αλλοιώς
να μη σε ζωγραφίσω
για να θωρώ την ζωγραφιά
να μη σ’ αλησμονήσω
Όταν έφθαναν στην κάναβα ξεφόρτωναν τα μουλάρια και μπατέρνανε τα κοφίνια στο πατητήρι από την «αφανιά» (άνοιγμα που ήταν στην ουρανιά του πατητηριού που συγκοινωνούσε με την ταράτσα ή την πεζούλα). Εδώ θα πρέπει να σημειώσωμε ότι οι περισσότερες κάναβες ήταν υπόσκαφες για νάχουνε «ανεδασιά» (υγρασία) κατάλληλες στην συντήρησι των κρασιών.
Πάνω 'στην παρασκιά του ρακιδιού ήταν ένα μεγάλο καζάνι και μια γυναίκα μαγείρευε το φαγητό των τρυγητάδων. Το καζάνι φορτωνόταν επάνω στο μουλάρι και μέσα σ' ένα κοφίνι έβαζαν τα σκουτελικά και τις κρίθινες κουλούρες σουρωμένες από νωρίς, ώστε να είναι έτοιμα όλα την ώραν που θα 'ρχότανε ο αγωγιάτης για να πάη στ' αμπέλι. Συνήθως το φαγητό ήταν μπακαλιάρος με πατάτες ή φάβα με λαρδί για το μεσημέρι και μανέστρα της βεντέμας, όπως την έλεγαν, για το βράδυ. Ξέχασα όμως το κολατσό που ήταν πάντα μια κουλούρα κι ένα κομμάτι τυρί. Απόντου 12 η ώρα κτυπούσε η καμπάνα του Αη Λιά και οι τρυγητάδες άφηναν τα καλάθια τους πάνω στην ντάνα ή στο έργουλο όπως το λέγανε τότε και πήγαιναν κάτω απ' την πιο κοντινή συκιά που ο αγωγιάτης είχε ξεφορτώσει το φαγητό τους. Εάν δεν υπήρχε συκιά τότε οι τρυγητάδες τρώγανε καταμεσίς του αμπελιού κάτω από τον καφτερό ήλιο. Μετά το φαγητό που ήταν νοστιμότατο, ξάπλωναν για να ξαποστάσουν μέχρι νάρθη το μερέντι. Η λέξις μερέντι έχει δύο σημασίες η κυρία της έννοια είναι απόγευμα, αλλά για τους Μποργιανούς εργάτες του κάμπου είναι ένα σημείον στο κοίλωµα της Κατεφιανής που όταν φωτισθή από μια αχτίνα του ήλιου α πρέπει να σηκωθούν για ν' αρχίσουν την απογευματινή δουλειά τους.
Ο τρυγητός συνεχιζόταν μέχρι το βασίλεμα του ήλιου και τότε τραγουδούσαν όλοι μαζί στο σκοπό της βεντέμας:
Βασίλεψε και σήμερα
πάει και τούτη η μέρα
δεν είδα την αγάπη μου
να πάρη ο νους μου αγέρα
***
Όμορφη πούσαι αγάπη μου
κι' ο ήλιος ζηλεύγει
Κι όταν γυρίσει και σε δει
πάει και βασιλέγει.
Κουρασμένοι γύριζαν στη κάναβα και εκεί πάνω στην πεζούλα ή στην λιθόστρωτη αυλή καθόταν κατάχαμα αρέγκου --ρέγκου = τριγύρω στο «τραπέζι». Στη μέση ήταν μια μεγάλη σκουτέλα του ζυμωτού γεμάτη μανέστρα και μια γυναίκα γέμιζε τα γάστρινα σκουτέλια των τρυγητάδων. Στους άνδρες έδιναν και από ένα τσίρο ή ξελουριστόν μπακαλιάρον για να πιούν το κρασί τους κα να ευχηθούν στο αφεντικό και στην αρχόντισσα «καλά κρασά» ή κάθε αμπελιά χίλιες ρόες». Πολλές φορές οι κάναβες γειτονεύανε κι οι νέοι και οι κοπελλιές αρχίζανε τα τραγούδια με λύρες ή τσαμπούνες και ολάκερο το χωριό γλεντούσε χόρευε και τραγουδούσε τραγούδια και παινέματα στα αφεντικά και στις αρχόντισσες:
Σταφύλια κόβγουνε παιδιά
πάμε στα πατητήρια
μας κερνούν τ' αφεντικά
και σπούμε τα ποτήρια.
***
Μέσα σ’ αμπέλια που τρυούν
πέντ' έξε κομπανία
μας λέει το αφεντικό
να παίξουμε τη λύρα.
***
Κι οι άνθρωποι που τραγουδούν
μπράβο αφεντικό μας
θε να σου βγάλουμε δουλεία
πούναι καλό δικό μας
Κι' από την άλλη κάναβα ακούγεται η φωνή του μπαλή που παινεύει το αφεντικό του τον Δελένδα:
Ποιανού τρυάτε βρέ παιδιά
τρυούμε του Ντελέντα
για τούτο ήλθαμε και μεις
πούναι καλή βεντέμα
Πιο πέρα ένας άλλος τραγουδεί:
Το τρυγητό ή άρχισε
Και κόβγουνε σταφύλια
κι' όντες αποτρυήσουμε
θα πάμε στην Αθήνα
Αλλά και τα τραγούδια της αγάπης έχουν την πρώτη σειρά στο σκοπόν της βεντέμας με την συνοδεία των τοπικών οργάνων (λύρα, τσαμπούνας ή μούζικας). Έτσι ένας ερωτευμένος τρυγητής τα βάζει με την κεφαλή του επειδή αγάπησε πολύ.
Ανάθεμά σε κεφαλή
σπάσιμο θέλεις πάλι
στα βάσανα που βαλες
πάσκισε να με βγάλης.
Κάποιος άλλος που έχασε την αγάπη του γιατί αυτή αγάπησε κάποιον άλλον τραγουδά:
Κατάλαβα τα λόγια σου
πως είναι μπερδεμένα
κι' αν αγαπήσης άλλονε
δεν είναι σαν .κι εμένα.
Δεν νταγιαντίζω μάτια μου
με τα πεισματικά σου
μ' έκαψες και με φλόγισες
με τα καμώματά σου.
***
Για δες πως με κατάντησες
και δεν μεταλαβαίνω
κι από το χέρι του παπά
αντίδωρο δεν παίρνω
Το δείπνο στην κάναβα συνεχιζόταν μέχρι αργά και οι τρυγητάδες κουρασμένοι αλλά ευχαριστημένοι πήγαιναν να κοιμηθούν για να σηκωθούν πάλι τα χαράματα κι αυτό γινόταν καθημερινώς.
Πηγή: ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ
Μάρκου Αβερκίου Ρούσσου
Αθήνα 1971
Κυριακή 21 Ιουλίου 2013
Αναδίφηση στη ψηφιακή Σαντορίνη : Πανδέκτης και Ηλιος
Αναδίφηση στη Ψηφιακή Σαντορίνη – 2) Πανδέκτης : Ψηφιακός
Θησαυρός Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού
Ο ΠΑΝΔΕΚΤΗΣ περιλαμβάνει
σημαντικές ψηφιακές συλλογές ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού του Εθνικού
Ιδρύματος Ερευνών. Πρόκειται για συλλογές από τα Ινστιτούτα Νεοελληνικών
Ερευνών, Βυζαντινών Ερευνών, και Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητας, που
ψηφιοποιήθηκαν και διατίθενται ψηφιακά από το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης..
Στην αναζήτηση του Πανδέκτη μπορείτε να βρείτε http://pandektis.ekt.gr/pandektis/history.jsp
:
1.
Φωτογραφίες
και μικρό ιστορικό των Ιγνάτιου Μοσχάκη Πέτρου, Ζάνου, Ιωσήφ Δεκιγάλλα, Βλάχου
Νικόλαου Νομικού Σπύρου, κ.α.
2.
Φωτογραφίες
με επεξηγηματικό χαρακτήρα από τα εργοστάσια Ντομάτας, από Κάναβες, από παλιό
επιπλοποιό στα Φηρά, ( Ελ. Μελιχούρτη) μέσα από την Ενότητα «Βιομηχανίες και
Βιοτεχνικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο»
3.
Κάποιες
μορφές Δασκάλων Σαντορινιών (Ακύλα Βίκτωρ, Βελώνια Μαρία, Τσιγάλα
Αντώνιο,) μέσα από την Ενότητα οι
Λειτουργοί της Ανώτατης, Μέσης και Δημοτικής Εκπαίδευσης.
4.
Εικόνες
και σχέδια από τη Σαντορίνη του 18ου αιώνα μέσα από την Ενότητα
Ταξιδιωτική Γραμματεία
5.
Κάποια
μοναστηριακά αρχεία όπως « Αφιέρωση στη
μονή Ξηροποτάμου της εκκλησίας των Αγίων Πάντων στη Σαντορίνη από το Βαρδάλαχο
Πολίτη και τη σύζυγό του Μαρία» κ.α.
Αναδίφηση στη Ψηφιακή Σαντορίνη:
3) ΗΛΙΟΣ – Αποθετήριο Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών
Ενδεικτική Αναφορά
1.
Εγγεια
ιδιοκτησία και φορολογική απαίτηση στη Σαντορίνη το 17ο αιώνα
2.
Άμπελος
και οίνος: η έρευνα στην Ελλάδα (1990-2006)
3.
Το
κρασί στους οθωμανικούς χρόνους
4.
Αστικές
λειτουργίες στις νησιωτικές κοινωνίες των Κυκλάδων (17ος – αρχές 19ου αιώνα)
5.
Δόμηση
και κοινοτική παρέμβαση στα νησιά του Αιγαίου, 17ος - αρχές 19ου αι.
6.
Πληθυσμοί
και οικισμοί του ελληνικού χώρου: ιστορικά μελετήματα
7.
Τεχνολογία
του μετάλλου στην προϊστορική κοινωνία του Ακρωτηρίου Θήρας
8.
Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και
της νεολαίας (20ος αιώνας)
9.
Η
Τυπογραφία στο Νέο Ελληνικό Κράτος (1828-1884)
10. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων
και παραλλαγών ΑΤ 500-559
Αφιέρωμα στη Σαντορίνη – Ηλίας Βενέζης
Αφιέρωμα στη Σαντορίνη – Ηλίας
Βενέζης
Περιοδικό Νέα Εστία τεύχος 698
σελ 1031
Του φίλου μου κ. Αντώνη Δελένδα,
που τον μάτωσε ο σεισμός του νησιού .
Πάει και η Σαντορίνη! Καθώς ο
ήλιος του Αιγαίου δέρνει τα ερείπια, καθώς τα δάκτυλα των ρημαγμένων ανθρώπων
ποτίζουν την άνυδρη γη της Σαντορίνης, εμείς που τη λατρέψαμε προσπαθούμε να
την κρατήσουμε μέσα μας έτσι όπως ήταν
πριν από το σεισμό , έτσι που θέλουμε να μείνει… Ανοίγουμε τις σελίδες
ενός οδοιπορικού, η μνήμη ξαναζωντανεύει την αίσθηση όλα είναι όπως πριν από το
σεισμό:
«…Ακινητεί ο ήλιος, λουφάζει κύματα, πύκνα, ύλη ανένδοτη, φως τρομερό
στους άγριους βράχους της Σαντορίνης, τους γυμνούς, στο πιο μοναδικό το πιο
εξαίσιο τόπιο του Αιγαίου Πουθενά του κόσμου ο ταξιδιώτης δεν θα το αισθανθεί αυτό,
δεν θα το αισθανθεί τόσο: το φως να μην είναι στοιχείο που ενώνεται με την ύλη-
με τη γη , με το νερό- ερχόμενο απ’ έξω. Αλλά να είναι ουσία οργανική της ίδιας
της ύλης, του νερού της γης. Αναβλύζει το φως της Σαντορίνης από τα ενδον, από
το νερό, από το χώμα και δυναστεύει τα πάντα. Δυναστεύει ψηλά, στην κορφή των
βράχων, τα κρεμασμένα άσπρα σπίτια των ανθρώπων. Στα στρώματα της γης, που την
έκοψε άγρια το ηφαίστειο και ένα μέρος της το καταπόντισε στο βυθό, δυναστεύει τους
βράχους. Δυναστεύει κάτω, χαμηλά τα σκοτεινά νερά τα «συστήματα των υδάτων». Δυναστεύει
το μαύρο, θαλάσσιο ασάλευτο τέρας που ύψωσε ο πόντος από τα έγκατά του, τη Νέα
Καμμένη. Και δυναστεύει προπάντων τα πρόσωπα, την καρδιά των ανθρώπων. Ω τα
ήμερα χαμογελαστά καλοσυνάτα πρόσωπα των ανθρώπων της Σαντορίνης! Η γη τους είναι
ξερή και άνυδρη. Πίνουν νερό της βροχής κι έρχονται χρονιές που μήτε το νερό της
βροχής δεν θα πέσει από το σύννεφο. Η θάλασσα τους είναι δύσκολη και τα γυμνά,
μικρά βουνά τους δεν βγάζουν τίποτα άλλο από πέτρα άσπρη, αλαφρόπετρα. Πείνουν
και βασανίζονται. Κολλημένοι εκεί γερά σα στρείδια, δεμένοι κρεμασμένοι από το
βράχο τους. Κάθε τόσα χρόνια το ηφαίστειο κάτω από τα πόδια τους σείει τα
έγκατα, αναταράζει τις άσπρες φωλιές τους τινάζει φλόγες. Μες στους τόσους
αιώνες των δυναστών του Αιγαίου, των Φράγκων και των Βενετσιάνων και των Σαρακηνών
και των κουρσάρων, οι άνθρωποι του νησιού υπέφεραν τα πάνδεινα, μαρτυρήσανε.
Και τώρα ξεκομμένοι από την άλλη Ελλάδα, τριγυρισμένοι από το πέλαγός τους,
χωρίς λλιμάνι ζουνε τη ζωή τους δύσκολα. Θα πρεπε να τους είχε γονατίσει τόσο
παρελθόν σκληρό, τόσος κίνδυνος τόση αγωνία τόση ξερή γη. Κι όμως τίποτα από
αυτά δε μένει στην καρδιά τους. Μένει μονάχα αυτό η δύναμη της Σαντορίνης η
οριστική: το φως.
Η κυρούλα με το τυραννισμένο
διψασμένο πρόσωπο, χάθηκε μες στο άσπρο φως στα μονοπάτια του Μεροβιγλίου. Κι
εμείς ενώ το φως δυνάστευε τη Σαντορίνη αρχίσαμε να χαμηλώνουμε κατεβαίνοντας
το δύσκολο μονοπάτι του βράχου γυρεύοντας να πατήσουμε το κάστρο της Φιορέντζας…..[…]
Άξαφνα ψίθυρος σιγονότατος,
ψαλμωδία κατανυκτική, φωνή ικέτις, μπερδεύοντας με τη φωνή της ερημίας και της
θαλάσσης, έφτασε στ' αυτιά μας. Xείλη γυναικεία έψελναν ύμνους χριστιανικούς.
Kάτω απ' τα ερείπια του κάστρου των Φράγκων, η ταπεινή μελωδία της Oρθοδοξίας,
βεβαίωση της συνέχειας, τι συγκίνηση που ήταν!
Σαν να μας έσεισε αγέρας βίαιος.
Kάμαμε ακόμα λίγα βήματα. Kαι τότε πρόβαλε μπρος στα μάτια μας, όραμα
θαμπωτικό, αλησμόνητο για πάντα, άσπρο, πάλλευκο: η "Θεοσκέπαστη".
Πάνω απ' τα κρεμαστά νερά, στον άγριο βράχο, πάνω απ' το ηφαίστειο.
Oι ύμνοι τώρα έρχονται πιο
καθαροί. Προχωρήσαμε, μπήκαμε στη Θεοσκέπαστη. Κατακάθαρο, γυμνό, κατάγυμνο
ήταν το ξωκκλήσι, καθώς όλα τα ξωκκλήσια των Eλλήνων. Mονάχα ένα ξυλόγλυπτο,
παλιό, παμπάλαιο τέμπλο. Kαι μπρος στο Iερό, κάτω απ' το φαγωμένο τέμπλο,
γονατισμένες πάνω στις πλάκες, με σκυφτό κεφάλι, αποτραβηγμένες στη δέησή τους,
μονάχες με τον εαυτό τους και με το Θεό, ξιπόλυτες, οι μαυροφορεμένες γυναίκες,
που είχαμε δει από μακριά, έψελναν. H μια διάβαζε τα τροπάρια απ' τη Σύνοψη, οι
άλλες, οι αγράμματες, μουρμούριζαν μαζί της. Eίχαν ανάψει τα καντήλια, έξω ήταν
το πέλαγο, τα "συστήματα των υδάτων" όλα ήταν κατάνυξη κ' ερημιά. Oι
γυναίκες λέγαν την Aκολουθία του Mικρού Παρακλητικού Kανόνος:
"Προστασίαν και σκέπην ζωής
εμής τίθημι σε, Θεογεννήτορ Πάρθενε, συ με κυβέρνησον προς τον λιμένα
σου". "Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου, Θεοτόκε, ότι πάντες
μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν".
Άκουσον τα βήματά μας, μα ήταν σα
να μην είμαστε, μήτε καν γύρισαν προς τα εμάς. Έτσι πάντα:σκυφτές,
γονατισμένες, πνιγμένες στα μαύρα, ικέτιδες.
Mας συνεπήρε κ' εμάς το μυστήριο,
η κατάνυξη, γινήκαμε σε λίγο μαζί τους ένα, προσευχηθήκαμε κ' εμείς για ό,τι
αγαπούμε και για τους ανθρώπους.
Σαν τέλειωσε η παράκληση κ' οι
γυναίκες σηκωθήκαν απ' τις πλάκες, ωχρές, γαλήνη ήταν στο πρόσωπό τους πολλή.
Mας τριγυρίσανε, είπαν τα δικά τους, είπαμε τα δικά μας. H μια είχε παιδί
σκοτωμένο στον πόλεμο, η άλλη έχει γιο στο στρατό, η άλλη έχει γιο που
ταξιδεύει στη θάλασσα. Kάθε χρονιά έχουνε τάμα να πάρουν βόλτα όλο το νησί, με
τα πόδια, ν' ανάψουν τα καντήλια στα ξωκκλήσια. Έτσι ξεκινήσανε και φέτος. Mε
τα χαράματα πέσαν στο δρόμο απ' τον Πύργο, ξιπόλυτες, κ' η σκόνη σκέπαζε τα
σκληρά, τυραγνισμένα πόδια τους. Tώρα, ύστερα απ' τη χάρη της, μετά τη
Θεοσκέπαστη, θ' ανηφορίζαν για τ' άλλα τα ξωκκλήσια, κατά τα δυτικά.
Bγάλανε απ' το μπογαλάκι τους το
γιόμα τους, ψωμί σταρένιο, τις μικροσκοπικές ντομάτες της Σαντορίνης, ψαράκια
της τράτας τηγανητά. "Ήντλησαν" νερό απ' τη μικρή στέρνα, νερό
βρόχινο, μας φιλέψαν νερό και ψωμί. Δε θέλαμε να τους το στερήσουμε που το
είχαν λιγοστό - το ψωμί και το νερό. Mα επιμένανε να το πάρουμε κοιτάζοντάς μας
παρακαλεστικά μες στα μάτια, σαν να το γυρεύαν για χάρη.
"Tώρα μας ένωσε η
Θεοσκέπαστη", είπαν.
Αποχαιρετιστήκαμε. Εμείς μείναμε
να ζήσουμε λίγο ακόμα τη Θεοσκέπαστη , μια ακόμα ελληνική ώρα. Καθώς έβλεπα να
ανηφορίζουνε το σκαλισμένο στο βράχο μονοπάτι του Σκάρου, οι μαυροφορεμένες
ξυπόλητες γυναίκες της Σαντορίνης πηγαίνοντας να ανάψουν τα καντήλια στα άλλα
ξωκκλήσια, ικέτιδες για τα παιδιά τους, πεινασμένες, διψασμένες στην άνυδρη γη τους
– θυμήθηκα απότομα την μακρινή μεγάλη πόλη την πρωτεύουσα των Ελλήνων. Ω τι
ξένη πόλη, ξεκομμένη από τονκορμό της Ελλάδας, απληροφόρητη για τα βάσανα της για
την πικρία και την καρτερία της ,αδιάφορη και αλάζων αυτή η πόλη των Αθηνών.
Ηλίας Βενέζης
Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013
" Του σεισμού πρωτόλεια" της Μαρίας Αρβανίτη Σωτηροπούλου
Κλονίστηκαν τα σκοτεινά λαγόνια,
τα σπίτια έρεψαν,
οι δρόμοι ερήμωσαν,
ζωές πετάξανε
κι ολούθε φάνταζες
δρακόντου στόμα.
Εσείστης
και βουνά σαν ώμους αδιάφορα τα κίνησες,
όγκους νερών ανάβλυσες,
τα σπίτια τσαλαπάτησες,
κι η γης μαράζωσε σ’ αιώνων χάδι.
Εσείστης
κι όλα μοιάζαν νεκρά,
Πετρωμένα, υπόγεια.
Όλα βγάζαν καπνούς,
όλα δείχναν χαμένα.
Μα ξανά χαμογέλασες
κι όλα ανθίσαν με βιάση.
Πορφυρά και μαβιά και γαλάζια και κίτρινα,
η ζωή πυροτέχνημα απ’ την πέτρινη αγκάλη.
Μα ξανά χαμογέλασες
και τα σπίτια σαν κρίνα φυτρώσαν,
τα αμπέλια το χώμα αγκάλιασαν,
με ντομάτες οι δρόμοι ματώσαν
και ξανά η χαρά μια ανάγκη.
Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου
πηγή εδώ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)
Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...
-
Έχοντας ως βάση το ανεκτίμητης αξίας βιβλιο « Η Σαντορίνη που χάνεται όπως τη βλέπουν οι μαθητές της Α Γυμνασίου 1985 - 1986" και προσ...
-
Μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές στα έθιμα του Πάσχα στο νησί, είναι και αυτό που γίνεται κατά βάση σήμερα το βράδυ Μετά το Χριστός Ανέ...
-
το πρωί της Πρωτοχρονιάς υπήρχε ένα παλιό έθιμο που οι ρίζες του φθάνουνε στους βυζαντινούς χρόνους. Όλα τα παιδιά του δημοτικού σχολείου ...





