Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Μνήμη του σεισμού της Σαντορίνης

6 η ώρα το πρωί, μας ξύπνησαν οι καμπάνες. Αλαφιασμένες, παράφωνες, τρομαχτικές δίχως την λαμπρή αρμονία, που χαρακτηρίζει το γιορταστικό κάλεσμα ή την πένθιμη εγκαρτέρηση των αγγελμάτων θανάτου. Δίχως την άμιλλα της τεχνικής από εκκλησιά σε εκκλησιά που ανέδειξε το μικρό μας χωριό σαν αρχιμάστορες καμπανολόους.
 9 Ιουλίου η επέτειος του μεγάλου πρόσφατου σεισμού (1956) στο νησί μας. Ενας σεισμός ότι τόσο φονικός, όσο άλλοι που ακολούθησαν στην Ελλάδα, αλλά που ισοπέδωσε χωριά -στην Απάνω μεριά (Οία) ολάκερες γειτονιές έπεσαν στα γκρεμνά της Καλντέρας και τα μόνα που διασώθηκαν ήταν οι τυφλές τρύπες από τα υπόσκαφα- και σημάδεψε τη συλλογική μνήμη. Στη Μέσα γωνιά όλο το χωριό καταστράφηκε τόσο που αναγκάστηκαν να μετατοπίσουν τους κατοίκους στο νεόχτιστο Καμάρι, όπου η έμφυτη ευλάβεια των καμαριωτών έχτισε σε περίβλεπτο τόπο το εκκλησάκι του αγίου Παγκρατίου, που τιμάται σήμερα με λαμπρή πανήγυρη και που θεωρείται σωτήρας της ζωής τους από την θεομηνία.
Παρ' ότι οι τουρίστες παραξενεύονται ή και δυστροπούν με το αγριευτικό ξύπνημα, είναι νομίζω καλό σημάδι ότι σήμερα -την εποχή που η ευμάρεια επιμένει παρά την οικονομική κρίση- υπάρχουν κάποιοι, που επιμένουν κυριολεκτικά να κρούουν κάθε τέτοια μέρα τον κώδωνα του κινδύνου, για το αναπότρεπτο της ανθρώπινης ασημαντότητας.
Λίγην ώρα μετά ήχησε ξανά το γιορταστικό κάλεσμα από την Παναγιά το Μεγαλοχωριού για τη λειτουργία. Ο Πύργος ανταπάντησε και το ξεχωριστό μήνυμα φτερούγισε από χωριό σε χωριό χαϊδεύοντας τις ουλές της μνήμης.
 Δεν ξέρω πόσο διδάσκει η υπόμνηση της καταστροφής. Στην αφράτη γη της Καλντέρας στη θέση των κατεστραμένων γειτονιών παντού χτίστηκαν στο φρύδι των γκρεμνών όχι απλά περίτεχνα οικήματα αλλά και εντυπωσιακές πισίνες γνωστές στους επιστήμονες για την επικινδυνότητα που προσθέτουν σε οποιοδήποτε κτίσμα σε περίπτωση σεισμού.
Περνάμε μια περίοδο μακαριότητας απολαμβάνοντας το οφέλη από την εκμετάλευση της εκπληκτικής ομορφιάς, που θεμελιώνεται στον κίνδυνο. Αυτό το νησί ανθίζει μέσα από επανειλημένες καταστροφές. Δεν ξέρω πόσοι το αντιλαμβάνονται. Απολαμβάνουμε τη στιγμή της ευτυχίας ρουφώντας άπληστα την ελάχιστη γουλιά ζωής που μας αναλογεί. Η άνθηση που φέρνει όλο και περισσότερους επισκέπτες μεγαλώνει τον κίνδυνο για μια χειρότερη καταστροφή, αλλά προς το παρόν ο κίνδυνος ακούγεται μακρινός σαν τα διαψευδόμενα σημάδια της Αποκάλυψης.

Οι τρομαχτικές καμπάνες της 9 Ιουλίου μάλλον δε συνετίζουν κανένα. Και ίσως έτσι είναι το σωστό. Η ανθρωπότητα προοδεύει γιατί ξεχνά τον τελικό θρίαμβο του θανάτου και συμπεριφέρεται σα να είναι αιώνια.

της Μαρίας Αρβανίτη Σωτηροπούλου 

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

Τα ψηφιακά αρχεία της Σαντορίνης και ο τρόπος διαχείρισής τους

Πριν από λίγες μέρες, έγινε μια εκδήλωση στο νησί για την ψηφιοποίηση των αρχείων του πρώην Δήμου Πύργου Καλλίστης. Αν και προσωπικά διαφωνώ κάθετα με το περίβλημα της εκδήλωσης, θεωρώ ότι είναι άλλο ένα καλό λιθαράκι για την ανάδειξη της τοπικής ιστορίας και ας μου επιτραπεί να  βάλω το θέμα σε μία ευρύτερη συζήτηση.
Η διαμόρφωση μιας ευρύτερης φιλοσοφίας θα πρέπει να μας οδηγήσει ώστε να δούμε πολύ σοβαρά το θέμα της ανάδειξης της τοπικής ιστορίας. Η μικρή σε έκταση Σαντορίνη, μπορεί να εξελιχθεί σ ένα νησί – πρότυπο όχι μόνο με βάση την τουριστική της πλευρά, αλλά την ιστορική της  προσέγγιση . Τα ήδη υπάρχοντα βιβλία, σε συνδυασμό με την όσο το δυνατόν πιο γρήγορη καταγραφή της ζώσας παράδοσης από πλευράς παλαιότερων κατοίκων, και σε άμεση συνέργια με την εξ ολοκλήρου διάχυση των ψηφιακών αρχείων ανά τον κόσμο ως προς τη Σαντορίνη, είναι μερικά απ΄όσα μπορούν να θεωρηθούν ως βάση για την εξέλιξη του νησιού σε ένα πρότυπο ερευνητικό – επιστημονικό φορέων
Μέσα από τις διαδικτυακές ιστοσελίδες ποικίλων δράσεων, ο ερευνητής, ταξιδευτής ή οιοσδήποτε που επιθυμεί να μάθει, ή ακόμα να περάσει την ώρα του ψάχνοντας κάτι σχετικό με τη Σαντορίνη, μπορεί να το κάνει με αρκετά μεγάλη ευκολία. Σαν «καλλιστορώντας» είχαμε σαν σκοπό εδώ και καιρό να ξεκινήσουμε αυτή  τη βοήθεια και να αναδεικνύουμε εκείνες τις αναφορές, που εντοπίζονται διαδικτυακά  μέσα από το λήμμα « Σαντορίνη» ή τις όμμορες λέξεις του μέσα από τέτοιου είδους ιστοσελίδες.
Δύο βασικά παραδείγματα  για την ώρα μπορούν να αναδείξουν το εύρος της απίστευτα μεγάλης γνώσης που μπορεί να προσφέρει η σωστή αξιοποίηση των ψηφιακών αρχείων. Από το ίδρυμα της Βουλής και στην ιστοσελίδα http://paligenesia.parliament.gr/ με μία πρώτη αναζήτηση με το λήμμα «Σαντορίνη» μπορούμε ενδεικτικά ιστορικά στοιχεία – κάποια γνωστά κάποια άγνωστα για την περίοδο  πριν και μετά την Ελληνική Επανάσταση στο νησί. Από αναφορά κάποιας Μαρουλίδης Μπαρμπαρίγου η οποία ζητάει  να βρεθεί ο φονευς του γιου της,  (τόμος 9 σελ 212) μέχρι και άλλα δημογραφικά στοιχεία για π.χ. οι  χριστιανοί στο  νησί μέχρι και το 1821 έφθαναν τους 17.000 ( τόμος 4. Σελ 248). [1]
Ένα άλλο εξίσου σημαντικό παράδειγμα είναι οι αναφορές για τη Σαντορίνη που προκύπτουν από το  Ίδρυμα Ελ Βενιζέλου http://www.venizelosarchives.gr. Εκεί υπάρχουν επιστολές για τοπικούς άρχοντες της εποχής και την επιρροή που είχαν ως προς τις εκλογές, επιστολές που αφορούν την προεκλογική περίοδο του 1916 στο νησί σαν ενημέρωση προς τον Βενιζέλο, αποσπάσματα εφημερίδων κ.ο.κ.
Αν λάβουμε υπόψη μας  το πόσο χρήσιμες μπορούν να γίνουν οι πληροφορίες για την κοινωνίκη ζωή δυο χρονικά αντίθετων περιόδων για το νησί, μπορούμε να αναλογιστούμε πόσα θετικά αποτελέσματα μπορούν να επιφέρουν για την εν γένει γνωριμία με την ιστορία της Σαντορίνης.
Από την άλλη πλευρά, στη Σαντορίνη θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα ίδρυμα που θα ξεκινήσει να καταγράφει, αξιολογεί, διαμορφώνει, παρουσιάζει κάθε είδους αρχείο, το οποίο θα είναι προσβάσιμα ελεύθερα στο κοινό . Σαν μια «Ακαδημία της Σαντορίνης», στην οποία για π.χ. :
  • Θα μαζευτούν και θα συγκεντρωθούν όλα τα βιβλία στο πρωτότυπο ή σε φωτοτυπίες ξενόγλωσσα και ελληνικά τα οποία αναφέρονται στη Σαντορίνη
  • Θα μπορούσε να γίνει μια απίστευτα οργανωμένη βάση δεδομένων ανοιχτή για το κοινό μέσω μιας αίθουσας υπολογιστών στην οποία ο καθένας που επιθυμεί με την καθοδήγηση ειδικών, θα μπορεί να αναζητήσει πάσης φύσεως υλικό από τις ήδη υπάρχουσες ηλεκτρονικές  βιβλιοθήκες.
  • Θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν πρωτότυπα ή και αντίγραφα όσο των δυνατών  επίσης περισσότερων ψηφιακών αρχείων  πρώην δήμων της Σαντορίνης, τα οποία θα είναι ανοιχτά για το ευρύ κοινό.
Ουσιαστικά με τον όρο «Ακαδημία της Σαντορίνης», μπορεί να υποδηλωθεί μία βάση στην οποία οι εντός και εκτός Σαντορίνης θα έχουν τουλάχιστον την ευχέρεια να αναζητήσουν ερευνητικά θέματα γύρω και από τη Σαντορίνη.
Σαν εγχείρημα η ¨Ακαδημία¨είναι εντελώς παράτολμη κυρίως λόγω της οικονομικής μα και συνάμα κρίσης αξιών. Δυνατότητες προσωπικά κρίνω ότι υπάρχουν έστω και σε πρωτόλεια βάση για τη δημιουργία ενός τέτοιου ερευνητικού φορέα ( Πρόταση με την κατάλληλη υποστήριξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση  επεξηγώντας το πλήρες πλαίσιο  διαμόρφωσης του θεσμού αυτού κ.ο.κ.)

Εν τούτοις , είμαι στη θέση να γνωρίζω ότι υπάρχουν αρκετοί που από μόνοι τους είτε λόγω τρέλλας είτε άλλου ενδιαφέροντος, αναζητούν μέσω του προσωπικού τους υπολογιστή ψηφιοποημένα αρχεία της Σαντορίνης. Κρίνω σκόπιμο ότι και στο πολύ κοντινό μέλλον πριν καν τη δημιουργία αυτού του είδους της Ακαδημίας, άνθρωποι από όλες τις ηλικιακές ομάδες μπορούν να συναντηθούν με βασικό σκοπό τη συζήτηση αυτού του θέματος. Διαμόρφωση και ανάδειξη της τοπικής Ιστορίας του νησιού . Μέσα από την κουβέντα αυτή, η οποία , το τονίζω δεν πρέπει να γίνει με σκοπό την αυτοπροβολή κανενός, θα μπορούσε να γίνει μια άτυπη βάση δεδομένων από πλευράς ψηφιακών αρχείων, ώστε να μπορεί ο καθένας, ελεύθερα και άμεσα να ερευνήσει την απίστευτη  και πολύπλευρη ιστορία του νησιού.
Ότι και αν γίνει πάνω στο θέμα αυτό οφείλει να έχει τα εξής κριτήρια: Εθελοντισμό, Μεράκι, Σεβασμό προς την Ιστορία, Ελευθερία και Διάχυση της Γνώσης στους κατοίκους και μη.
Σαν πρώτο πλάνο μπορεί να σταθεί μια τέτοια μεγάλη δραστηριότητα για τον πολιτισμό της Σαντορίνης και θα μπορούσα να περιγράψω και άλλες τέτοιες δράσεις:
  • Ψηφιοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων αρχείων των πρώην δήμων του νησιού ή άλλων φορέων – ιδρυμάτων κ.ο,.κ.
  • Διαμόρφωση εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τους νέους πάνω στα πλαίσια της γνωριμίας με την τοπική ιστορία και τα αρχεία
  • Προβολή πλείστων όσων φωτογραφικών αρχείων ανά χωριό στις οποίες θα γίνεται η όσο το δυνατόν λεπτομερή καταγραφή  των στοιχείων
Η ¨Ακαδημία της Σαντορίνης¨ μπορεί να οδηγήσει το νησί σε μία άκρως ενδιαφέρουσα αλλά και προκλητική συνύπαρξη: του Χθες με το Σήμερα Όχι όμως αποκομμένα το ένα από το άλλο. Σαν μια κλωστή που ενώνει την Ιστορία και τον Πολιτισμό  με τον Τουρισμό και την Προβολή, τη Ζώσα Παράδοση με την άεναη (sic) – ίσως και άναρχη ανάπτυξη της. Τη γνωριμία με την Πέτρα αλλά και την εμπέδωση της σημερινής κατάστασης του νησιού. Τη σχέση Φιλωτέρας με τη Σαντορίνη και τη Θήρα με την Καλλίστη!



[1] Ενδεικτική παραπομπή σε ανάρτηση του καλλιστορώντας (http://kallistorwntas.blogspot.gr/2011/10/t.html)

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Θυμήθηκα τον Αχιλλέα Παράσχο.....


του Νίκου Σαραντάκου 


Ο Αχιλλέας Παράσχος (1838-1895), γεννημένος στο Ναύπλιο από χιώτικη οικογένεια που μετοίκησε εκεί μετά την καταστροφή του νησιού από τους Τούρκους, ήταν ο πρώτος “εθνικός ποιητής” του νεοελληνικού κράτους -ο τίτλος βέβαια είναι άτυπος, και αξίζει να δούμε ποιοι άλλοι έχουν χαρακτηριστεί έτσι, αλλά αυτό είναι θέμα για άλλη συζήτηση. Ο Παράσχος ήταν ρομαντικός ποιητής της Α’ Αθηναϊκής σχολής, εξαιρετικά δημοφιλής όσο ζούσε· ήταν ο πρώτος ποιητής που μπορούσε να βιοπορίζεται από την πέννα του: η έκδοση των ποιημάτων του σε τρεις τόμους το 1881 λέγεται ότι του απέφερε έσοδα 50.000 δρχ., που πρέπει να ήταν πολύ μεγάλο ποσό, που όμως κατάφερε να το σπαταλήσει και να βρεθεί στην ανάγκη να ζητάει βοήθεια από φίλους του. Η κηδεία του ήταν πάνδημη, με είκοσι επικήδειους και με την παρουσία του βασιλιά Γεώργιου Α’, αλλά η ποίησή του γρήγορα ξεπεράστηκε, οι λεκτικές του και άλλες υπερβολές, ανεκτές στην εποχή του, άρχισαν να φαντάζουν κωμικές, κι έτσι τα ποιήματά του έγιναν αντικείμενο παρωδίας και διακωμώδησης. Παρ’ όλ’ αυτά, οι παλιότεροι από τους νεότερους (Παλαμάς, Ξενόπουλος κτλ.) εξακολουθούσαν να εκφράζονται με επαινετικά λόγια για τον Αχιλλέα Παράσχο.

Σήμερα ο Παράσχος έχει ξεχαστεί, φαντάζομαι, αν και πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια ο Πάνος Θεοδωρίδης παρουσίασε σε έναν τόμο μιαν ανθολογία από το έργο του με τίτλο Ερώτων λείψανα. Δεν το έχω δει το βιβλίο, αλλά ανθολογία χρειάζεται ο Παράσχος, διότι δεν έγραφε και λίγο. Οι τρεις τόμοι που ανάφερα πιο πάνω πιάνουν πάνω από 1000 σελίδες, ενώ μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησαν άλλοι δυο τόμοι με 600 ακόμα σελίδες (όλα αυτά μπορείτε να τα βρείτε ονλάιν στην Ανέμη, εδώ μαζί με τα ποιήματα του αδελφού του Γ. Παράσχου και ένα βιβλίο του απλώς συνώνυμου Κλέωνα Παράσχου). Εκτός αυτού, όπως συνηθίζεται με τους ρομαντικούς, τα ποιήματά του είναι πολύστιχα, πολυσέλιδα, φορτωμένα επαναλήψεις -και με όχι σπάνια τα τεχνικά ελαττώματα, αλλά και όχι χωρίς ταλέντο. Η γλώσσα άλλοτε είναι καθαρεύουσα, άλλοτε έχει παραχωρήσεις προς τη δημοτική.

Τον Παράσχο τον ήξερα από μικρός, διότι στίχους του συνήθιζε να απαγγέλλει -και να κοροϊδεύει- ο παππούς μου, ο οποίος, γεννημένος το 1903, ανήκε ακριβώς στη γενιά που έπαψε να σέβεται τον ρομαντικό ποιητή, αν και τον διάβαζε, έστω και μόνο στο σχολείο. Και σε σκίτσα του Μποστ (δεκαπέντε χρόνια νεότερος από τον παππού μου) έχουμε δει αναφορές σε στίχους του Παράσχου. Και βέβαια, οι αναφορές, ακόμα και οι ειρωνικές, ακόμα και η κοροϊδία, είναι ένδειξη κάποιας εκτίμησης -οι νεότεροι ούτε τον άκουσαν ούτε τον ξέρουν τον Παράσχο, αν και πολλοί θα έχουν ψιθυρίσει έναν στίχο του. Ούτε κι εγώ έχω ποτέ ασχοληθεί με τον ξεχασμένο ποιητή. Τις τελευταίες όμως μέρες, κατά περίεργο τρόπο, έτυχε να αναφερθώ πεντέξι φορές στο πρόσωπό του, τη μια επειδή έπεσε στα χέρια μου μια ανθολογία με μερικά ποιήματά του, την άλλη επειδή είχαμε την κουβέντα του με τον φίλο Γ. Ζεβελάκη, ώσπου προχτές, ψάχνοντας κάτι άλλο σε μια παλιά εφημερίδα βρήκα ένα κείμενο που αναφερόταν στον Παράσχο, κάτι αναμνήσεις του Μπάμπη Άννινου, οπότε το θεώρησα σημαδιακό και είπα να γράψω πεντέξι λόγια.

Για να πάρετε μια ιδέα, αντιγράφω ένα απόσπασμα από το κείμενο “Οι δυο Παράσχοι” του Μπ. Άννινου, δημοσιευμένο στο Νέον Άστυ τον Αύγουστο του 1906. Δυστυχώς σε καθαρεύουσα, που παρά το πνεύμα του Άννινου παραμένει ψυχρή (τη θέλει τη μετάφραση, θαρρώ). “Η ποίησις του Αχιλλέως Παράσχου ήτο υπέρ πάσαν άλλην ανταποκρινομένη εις τας ιδέας και τα αισθήματα της εποχής του. Όθεν και ο Αθηναίος ποιητής είχε τους περισσοτέρους θαυμαστάς και τους περισσοτέρους μιμητάς ποιητάς. Σχεδόν πάντες οι ως δόκιμοι εισερχόμενοι εις το τέμενος των Μουσών το ύφος αυτού εξέλεγον ως υπόδειγμα και ηκολούθουν τας ρομαντικάς παραφοράς του, συμμορφούμενοι ως και με αυτάς τας παραβάσεις των γραμματικών κανόνων, εις άς όχι σπανίως ησμενίζετο ο ποιητικός του οίστρος. Τότε εύρε πολιτογράφησιν εις πολλά λυρικά ποιήματα και η περίφημος μετοχή πεφιλμένος και πεφιλμένη, η προερχομένη από το στιχουργικόν εργοστάσιον του Αχιλλέως και μερικαί πτώσεις τριτοκλίτων ονομάτων ικαναί να εμβάλωσιν εις απελπισίαν και αυτούς τους μάλλον ανεξικάκους τών γραμματικών του κόσμου.”

Στη συνέχεια, ο Άννινος λέει ότι οι κριτικοί της εποχής επισήμαιναν τις ατέλειες του Παράσχου και ότι ο Βερναρδάκης είχε χαρακτηρίσει “γογγυρισμούς” (σικ) τις αλλόκοτα εμφαντικές εκφράσεις του, εννοώντας ότι θύμιζαν παρόμοια σχήματα του Ισπανού ποιητή Γκόγκορα. [Έβαλα "σικ" επειδή δεν ξέρω αν είναι σωστά μεταφερμένο, και μήπως ήθελε να πει "γογγορισμούς", αλλά μάλλον το "γογγυρισμός" του Βερναρδάκη είναι και λίγο ειρωνικό για να θυμίζει το "γογγυσμός"].  Συνεχίζει ο Άννινος λέγοντας ότι από τότε οι σατιρικοί είχαν βάλει στο στόχαστρο τον Παράσχο. Ας πούμε, λέει, ο Γ. Μαυρομιχάλης, εκδότης του “Τραμπούκου” (έχουμε αναφερθεί σε αυτή την εφημερίδα), είχε παρωδήσει το πασίγνωστο τότε δίστιχο του Παράσχου, που ήταν γεμάτο επαναλήψεις:
Γνωρίζει, δεν το αγνοεί, γνωρίζει πάσα Φρύνη
ότι εκείνη η γραμμή, ότ’ η γραμμή εκείνη

ως εξής:
Ήγουν, τουτέστι, δηλαδή, με άλλα λόγια, ήτοι
η Αφροδίτη είσαι συ, εσ’ είσ’ η Αφροδίτη.

Η παρωδία είναι εξαιρετική… αλλά το παρωδούμενο δίστιχο δεν είναι έτσι! Παρόλο που ο Άννινος το έχει αναφέρει και σε βιβλίο του, ο πραγματικός στίχος του Παράσχου έχει πολύ λιγότερες επαναλήψεις. Θα παραθέσω μερικά τετράστιχα από το ποίημα (που πιάνει καμιά δεκαριά σελίδες), που λέγεται “Πέντε Απριλίου” για να πάρετε μια γεύση του ποιητή. Όπως και σε όλα τα επόμενα παραθέματα, έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία. Ο Παράσχος μιλάει για ένα θανατερό ραβασάκι:

ΠΕΝΤΕ ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Ούτω λοιπόν! Μία γραμμή επί του χάρτου μονη
ως του Θεού ο κεραυνός χτυπά και θανατώνει!
Ως του Θεού! Και του Θεού πλειότερον ισχύει
αφού ό,τι συνήνωσεν Εκείνος διαλύει.

Μία γραμμή -απλή γραμμή- γραφείσα χωρίς πόνον
εις φύλλον χάρτου, και ουχί τι άλλο, τούτο μόνον.
Μόνον αυτό, έν αίσθημα βαθύ ως την θρησκείαν
να εκριζώσει δύναται με τόσην ευκολίαν!

Ω μόνον, μόνον η γυνή τοιαύτα πέμπει βέλη·
γραμμάς τοιαύτας δύναται να γράψει όσας θέλει…
Και ως τυχαίον γνώριμον ευκόλως αποβάλλει
εκείνον, όν ακόμη χθες θεόν της απεκάλει.

Μίαν αυγήν εγείρεται ψυχρά, καθώς η λήθη
και γράφει: “Είσ΄ ελεύθερος, λησμόνει με και ζήθι…”
και πέμπ’ εις φίλον παλαιόν, εις φίλον λατρευμένον
τον κεραυνόν εις φάκελον ευώδη κεκλεισμένον!

Ω αστασίας δύναμις, ω πόντος αναιδείας!
Την ύπαρξίν των αποσπούν εκ βάθους της καρδίας
χωρίς ουδέν να πάθωσι, μικρόν να ταραχθώσι,
ως μίαν εκ της κόμης των ταινίαν ν’ αποσπώσι…

Κι ηξεύρει, δεν το αγνοεί ποσώς εκάστη Φρύνη,
οπόσον η γραμμή αυτή η ελαφρά βαρύνει·
γνωρίζει ότι φίλου της τας φρένας θα σαλεύσει
και ότι ζώσαν δι’ αυτήν καρδίαν θα φονεύσει!

Το ποίημα δεν τελειώνει εδώ, ακολουθούν άλλες 11 τετράστιχες στροφές, αλλά νομίζω ότι και με τόσες χορτάσαμε. Το παρωδημένο δίστιχο είναι το πρώτο της τελευταίας στροφής -ο Άννινος τού χρεώνει πολύ περισσότερες επαναλήψεις, αλλά έτσι κι αλλιώς επαναλήψεις έχει αρκετές σε όλες τις προηγούμενες (και τις επόμενες) στροφές.

Λέγεται από πολλούς ότι οι παραπάνω στίχοι είναι γραμμένοι για κάποια Μαρία που τον χώρισε, για την οποία λένε ότι μετά τρελάθηκε αλλά ο Παράσχος δεν έπαψε να την αγαπάει. Μάλιστα, λένε πως ήταν σαντορινιά ή έμενε στη Σαντορίνη (βλ. π.χ. εδώ) και ότι γνωρίστηκαν όταν ο Παράσχος ήταν έπαρχος Θήρας. Αυτό το τελευταίο είναι ακριβές, αλλά για τα υπόλοιπα δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά. Λένε επίσης ότι για τη Μαρία είναι γραμμένο το περίφημο ποίημά του “Έρως” που περιέχει και τον ένα στίχο του Παράσχου που πολλοί έχουμε τραγουδήσει. Ολόκληρο το ποίημα το βρίσκετε εδώ, αλλά με λάθη. Αποσπώ την αρχή και διορθώνω:

Δεν θέλω κάλλος αύθαδες παρθένου αλαζόνος,
θρασείας εκ της καλλονής, ψυχράς εκ θωπευμάτων.
Βλέμμα δεν έρριψα ποτέ εις πτέρυγας ταώνος,
ουδ’ εις φιάλην στίλβουσαν, πλην στείραν αρωμάτων.
Δεν θέλω όψιν φλογεράν, δεν θέλω ρόδου στόμα·
είναι διέγερσις σαρκός το πορφυρώδες χρώμα.

Την θέλω ασθενή εγώ την φίλην μου ταχείαν,
ωχράν την θέλω και λευκήν ως νεκρικήν σινδόνην,
με είκοσι φθινόπωρα, με άνοιξιν καμίαν,
μ’ ολίγον σώμα – άνεμον σχεδόν – ολίγην κόνιν.
Την θέλω επιθάνατον μ’ αθανασίας μύρον,
κόρην και φάσμα, σάβανον αντί εσθήτος σύρον.

Ο στίχος αυτός, βέβαια, είναι το “με είκοσι φθινόπωρα με άνοιξιν καμίαν”, που το ξέρουμε επειδή το δανείστηκε ο Γκάτσος σαν πρώτο στίχο της “Προσευχής της παρθένου“, τραγουδιού που το μελοποίησε ο Χατζιδάκις και το τραγούδησε η Μελίνα Μερκούρη. Κι εδώ πάντως ειρωνικός είναι ο δανεισμός.

Αλλά ας γυρίσουμε στον Παράσχο. Θα προσέξατε το “την θέλω ασθενή εγώ την φίλην μου ταχείαν”, όπου το “ταχεία” είναι εντελώς ξεκρέμαστο. Δεν ξέρω τα ντεσού του ποιήματος, αλλά δεν αποκλείεται εδώ να κρύβεται γυναικείο όνομα (Μαρία, ας πούμε, όπως θέλει η διήγηση που είδαμε) που σκεπάστηκε τελευταία στιγμή.

Ένα άλλο ποίημα του Παράσχου που το έχουμε αναφέρει εδώ, έστω και παρεμπιπτόντως, είναι ο Μάιος, που και πάλι πιάνει το θέμα του ματαιωμένου έρωτα. Ολόκληρο εδώ, παραθέτω ένα απόσπασμα.

Ο ΜΑΪΟΣ

Δρέψατε πάλιν, ερασταί ευδαίμονες, ναρκίσσους
Eις του Mαΐου τους φαιδρούς κ’ ευώδεις παραδείσους,
Kαι την παρθένον στέψατε, ήτις ως άνθος κλίνει·
Eγώ δεν κόπτω, δι’ εμέ απέθανεν Eκείνη!

[...]
Kι εγώ ηγάπησα ποτέ, κι εγώ αντηγαπήθην,
Aλλά την ελησμόνησα, αλλά ελησμονήθην.
Δεν είναι ο βίος Mάιος αιώνια, δεν είναι·
Mαραίνονται κι αι ανθηραί του έρωτος μυρσίναι,
Kαι η νεότης μας πετά ως αστραπή ταχεία,
Ως ώρα σταθερότητος εις στήθη γυναικεία!…

Τον περίφημο στην εποχή του στίχο “Δεν είναι ο βίος Μάιος αιώνια, δεν είναι”, πολλοί τον απάγγελναν, ραμονικώς, “Δεν είναι ο βίος Μάιος, Ιούνιος δεν είναι”. Ο Μποστ, πάλι, όπως είδαμε σε παλιότερο άρθρο, τον είχε παρωδήσει “δεν είναι πτολεμάιοι, αιώνιοι δεν είναι”.

Για να κάνω ένα αντιποιητικό διάλειμμα, στο άρθρο του Άννινου που είδαμε παραπάνω βρήκα, με έκπληξη ομολογώ, να γράφεται, σε εφημερίδα του 1906, η συχνότερη ελληνική τρισύλλαβη λέξη. Λέει ο Άννινος ότι “Περί τα τέλη του βίου του [Παράσχου], κάποιος εκ των λογίων, δυσαρεστηθείς διά δυσμενή κρίσιν του Αχιλλέως περί τινος θεατρικού του έργου, τον απεκάλεσεν εν τη οργή του μαλάκαν.
– Εγώ μαλάκας! απήντησεν εξαφθείς ο ποιητής. Και μου το λέγεις συ, ο Παδισάχ της μαλάκας!…”
Παναπεί, και τότε έβριζαν οι ποιητές αλλά δεν είχαν Φέισμπουκ να διαδίδει τα ξεκατινιάσματά τους στο πανελλήνιο.

Ο Παράσχος, χάρη στις πολιτικές του φιλίες, είχε κατά καιρούς υπηρετήσει σε ελαφρώς αργόμισθες θέσεις της διοίκησης, όπως έπαρχος Θήρας ή πρόξενος στο Ταϊγάνι, αλλά ως ποιητική φύση που ήταν δεν στέριωνε για πολύ. Ποιητής και υπάλληλος δεν γίνεται, πίστευε, και το έγραψε και στον φίλο του τον επίσης ποιητή, τον Βασιλειάδη, που ήταν ειρηνοδίκης. (Ολόκληρο το ποίημα εδώ, βάζω το τέλος):

Την λύραν σου εκρέμασες εις ειρηνοδικείον
Βασιλειάδη δυστυχή, κι εγώ εις επαρχείον.
Έρχεσαι, φίλε, έρχεσαι καλήν τινά πρωίαν,
έν λάκτισμά μας δίδοντες εις την υπαλληλίαν,
τας απηγχονισμένας μας να λάβωμεν οπίσω;
Εγώ το απεφάσισα· την λύραν δεν θ’ αφήσω.
Και αν θα έχω την πικράν των δύο Σούτσων μοίραν
θα φέρω κι εις τον τάφον μου παρήγορον την λύραν.―

Ω, σας αφήνω· χαίρετε, πρωτόκολλα, γραφεία·
Διότι σβήνετ’ η πυρά εις του λουτρού το κρύα!

Το “εις του λουτρού ΤΟ κρύα”, παρότι ακούγεται λιγάκι σαν λόγια του Βεληγκέκα, δεν πρέπει να είναι  τυπογραφικό λάθος, διότι επαναλαμβάνεται σε όλο το ποίημα (τσεκάρισα και το πρωτότυπο). Μπορεί να είναι ιδιωματισμός της τότε Σαντορίνης, δεν ξέρω, όποιος ξέρει κάτι ανάλογο ας μας πει.

Στο Ταϊγάνι ήταν πρόξενος ο Παράσχος επειδή σε αυτή την πόλη της νότιας Ρωσίας (Ταγκανρόγκ στα ρώσικα) υπήρχε ακμαιότατη ελληνική παροικία (έδρασε εκεί και ο Βαρβάκης). Το Ταϊγάνι είναι και η γενέτειρα του μέγιστου Τσέχοφ, που βασανίστηκε με τα αρχαία στο ελληνικό σχολείο όπου φοίτησε, και έχει γράψει για το πώς το σαντορινιό γλυκό κρασί (την εποχή εκείνη αυτά τα κρασιά ταξίδευαν καλά) είχε αποκτηνώσει τους συμπατριώτες του. Ο Παράσχος πάντως δεν αγάπησε τη Ρωσία με το κρύο της (φανταστείτε να τον είχαν στείλει σε καμιά Μόσχα!). Την αποκαλούσε ‘Σκυθία’, και έχει γράψει ένα περίφημο ποίημα στο οποίο συνομιλεί με στίχους με έναν φίλο του, εγκατεστημένον εκεί, που προσπαθεί να τον πείσει να επιστρέψει στην Ελλάδα. Παραθέτω μόνο το τελευταίο τετράστιχο -πιάνει και καμιά εκατοστή στίχους:

Έλα· μια μέρα, μια στιγμή, στην γη αυτή μη χάνεις
σε περιμένουν αδελφοί, λουλούδια, ήλιος, δρόσος.
Πάμε στην Μάνα, την καρδιά και πάλι να ζεστάνεις·
αν έλθεις, είσαι άνθρωπος· αν μείνεις, είσαι Ρώσος!
Ταϊγάνιον 1882

Ο τελευταίος στίχος, που υπονοεί πως οι Ρώσοι δεν είναι άνθρωποι, προκάλεσε σκάνδαλο στην εποχή του, λέει ο Άννινος στις αναμνήσεις που προαναφέραμε.

Προτιμώ να κρατήσω από τον Παράσχο ένα άλλο ποίημά του. Το έγραψε στα 23 του χρόνια, όταν είχε φυλακιστεί στον Μεντρεσέ, την παλιά φυλακή της Αθήνας που βρισκόταν στους Αέρηδες, για τη δράση του εναντίον του βασιλιά Όθωνα.Ο φυλακισμένος ποιητής απευθύνεται στον μεγάλο πλάτανο που δέσποζε καταμεσίς στην αυλή της φοβερής φυλακής (και στον οποίο πλάτανο πρέπει κάποτε να αναφερθούμε ξανά, διότι μερικοί υποστηρίζουν, αβάσιμα κατά τη γνώμη μου, ότι από εκεί προέρχεται η γνωστή έκφραση ‘χαιρέτα μου τον πλάτανο’). Ο Παράσχος θεωρεί τον πλάτανο σύμβολο της οθωνικής τυραννίας και του διωγμού των αγωνιστών του 21 επί βαβαροκρατίας. Παραθέτω αποσπάσματα:

ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΛΑΤΑΝΟΝ ΤΟΥ ΜΕΝΔΡΕΣΕ

Ω Πλάτανε! του Μενδρεσέ στοιχειό καταραμένο
της τυραννίας τρόπαιο στη φυλακή υψωμένο·
συμμάζωξε τα φύλλα σου τα δακρυραντισμένα,
να ιδώ κομμάτι ουρανό και τ’ άστρα τα καημένα….
Αν είσαι δένδρο σπλαχνικό, ανθρώπους μη μιμείσαι,
μη δεσμοφύλακας κι εσύ ωσάν εκείνους είσαι!

Ναι! άφησε καμιά φορά να βλέπ’ από δω πέρα
τον ασημένιο ουρανό, την άσπρη την ημέρα·
κανένα σύννεφο μικρό που φεύγει ν’ αντικρίσω,
κανένα ταξιδιάρικο πουλάκι να ρωτήσω.
Να στείλω χαιρετίσματα στη μάνα που με κλαίγει
κι εκείνης οπού μ’ αγαπά χωρίς να μου το λέγει.

[...]
Πόσα, αχ πόσα μάντρωσες λιοντάρια πληγωμένα
ακόμη από τον πόλεμο και τη φωτιά βγαλμένα·
πόσους αϊτούς της Αμπλιανής, πόσα παιδιά του Φλέσσα,
ωσάν μανούλα τα’βαλες στην αγκαλιά σου μέσα.
Μη σου τους φάγει ενοιάζοσουν το κρύο και η πείνα
για να τους στείλεις ζωντανούς στη μαύρη γκιλοτίνα.
[...]
‘Οχι, δεν είναι Πλάτανε, ελληνική η σπορά σου·
από λαγκάδι σκοτεινό κατάγετ’ η γενιά σου.
Από τη γη του Μπαβαρού εδώ φυτεύθης πάλι·
κόρακας μαύρος σ’ έφερε, καιρού ανεμοζάλη,
κι εφούντωσες στα χώματα τα μοσχομυρισμένα,
κι έχεις από τον ήλιο μας τα φύλλα χρυσωμένα.

[...]

Θα έρθ’ η ώρα, Πλάτανε, αλλόθρησκη Βαστιλλη,
που ξυλοκόπους η οργή του έθνους θα σου στείλει.
Και πέλεκυς στη ρίζα σου ελεύθερος θ’ αστράψει·
δεν θα σε φαν γεράματα· φωτιά θενά σε κάψει.
Και γύρω θα χορέψομε στη σκόνη σου την κρύα,
όταν ανοίξει το χορό Πατρίς κι Ελευθερία.

(Έγραφον εκ των φυλακών του Μενδρεσέ, 1861.)


Το γούστο είναι βέβαια υποκειμενικό, αλλά μου φαίνεται πως απ’ όσα του Παράσχου διαβάσαμε, το ποίημα τούτο έχει γεράσει λιγότερο -άλλωστε, το αίτημα της απαλλαγής από την τυραννία, άλλην βέβαια τώρα, το αίτημα της ελευθερίας παραμένει επίκαιρο. Κάποτε θα χορέψουμε γύρω από τη στάχτη των γκρεμισμένων συμβόλων της τυραννίας….


Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Δημητρίου Γλυνού: Μονόλογοι του Ερημίτη της Σαντορίνης

Διαβάζοντας ένα εντυπωσιακό αφιέρωμα στον τόσο πρωτοπόρο Παιδαγωγό και Στοχαστή του 20ου αιώνα το Δημήτριο Γλυνό από τον Δημήτρη Πράσσο: ( βλέπε εδώ) και σκεπτόμενος την προγενέστη μικρή αναφορά που είχαμε κάνει για τον Γλυνό: (βλέπε εδώ) μεταφέρω κείμενο του αφιερωμένο από την εξορία του στη Σαντορίνη:


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΛΗΝΟΣ

ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΕΡΗΜΙΤΗ ΤΗΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ

Τόσες μέρες φυσούσε ο βοριάς και ο πυρετός με είχε δεμένο στο κρεβάτι. Σήμερα βγήκε ο ήλιος και είμαι καλύτερα. Ας βγω να περπατήσω λίγο κατά το βουνό. Ίσως απαντήσω στους δρόμους του χωριού και καμιάν ανθρώπινη μορφή και ακούσω και καμιάν ανθρώπινη λαλιά εκτός από την ειρωνική φωνή της Μαρίας, που έρχεται κάθε μέρα και μου φέρνει το γάλα και μου σκουπίζει και κοιτάζει τι κάνω, για να τ’ αναφέρει σε κείνους που την έβαλαν να με υπηρετεί και να με κατασκοπεύει. Τα στενά δρομάκια του χωριού τα λιθόστρωτα, που ανηφοκατηφορίζουν, τα ρυμίδια όπως τα λέει η κυρα-Μαρία, πώς με κουράζουν! Σε κάθε πατησιά σκοντάφτω, γλιστρώ, πατώ με προσοχή. Μου φαίνεται πως θα πέσω, ερημιά, ψυχή στους δρόμους, στρίβω τις γωνιές, κοιτάζω τις αυλές. Μια φωνή παιδιακίσια ακούγεται σ’ ένα σπίτι, θα είναι ως εφτά χρονώ κοριτσάκι. Συρτή και τραγουδιστή και μονότονη σαν ψαλμωδία «ονομαστική ο, ο, ο γενική του, ου, ου, δοτική τω, ω, ω, αιτιατική τον, ον, ον, κλητική ω, ω, ω» και πάλι το ίδιο και πάλι το ίδιο. Είναι απομεσήμερο, η ώρα που τα παιδιά θα πάνε σκολειό. Η καμπάνα κτύπησε. Το παιδάκι διαβάζει το μάθημα, που θα πει σε λίγο. Άκουσα καλά – ξαφνιάζομαι, στήνω τ’ αυτί μου. «Δοτική τω, ω… ω…» λέει πάλι η φωνούλα, χαμογελώ. Α! πώς την έπαθες κύριε παιδαγωγέ! Τ’ άκουσες καλά; Αγωνίστηκες τριάντα χρόνια, για να λυτρώσεις το μυαλό του Ελληνόπουλου απ’ αυτό το αεροκοπάνισμα κι άκουσες τώρα τη μικρή χωριατοπούλα μέσα στη χαμοκέλα, που θα τρώει σ’ όλη της τη ζωή το κριθαρένιο μαύρο παξιμάδι, όταν το ’χει κι αυτό, να κλίνει ξεκόλλητο το άρθρο και με τη δοτική μάλιστα, όπως όταν ήσουνα και συ στην ίδια ηλικία. Καλά τα κατάφερες! Χαμογελάω πικρά για το θρίαμβο του αγώνα του «εκπαιδευτικού δημοτικισμού», της «Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης», της «νέας παιδαγωγικής» και του «νέου σχολείου εργασίας» στα 1938 και σκύβω το κεφάλι. Στην πόρτα κάθεται καταγής ένα γεροντάκι και λιάζεται. Μέσα είναι τρεις γυναίκες ακαθόριστης ηλικίας. Μεταξύ τριάντα και πενήντα χρονών, όλες οι γυναίκες είναι το ίδιο μισόγριες. Στο βάθος στέκεται πίσω από τον πάγκο ο κυρ-Αντώνης, ο μπακάλης, ως εξήντα χρονώ, αξούριστος, με μάτια μικρά και κόκκινα και πονηρά. Καθώς ζυγώνω όλοι με κοιτάζουνε. Μιλάνε σίγουρα για μένα σιγανά. Ο κακομοίρης! παίρνει τ’ αυτί μου. Χαιρετάω. «Αντίο σας» όλοι μ’ ένα στόμα. Προσπερνώ. Η ομιλία συνεχίζεται για μένα. Παρακάτω είναι το σκολειό. Τα παιδάκια είναι μαζεμένα στο δρόμο. Φωνάζουνε, πηδάνε, σπρώχνονται. Καθώς φτάνω κοντά τους σωπαίνουν όλα και παραμερίζουν. Με κοιτάζουνε με φόβο και απορία. Ένα κοριτσάκι με κίτρινο φουστάνι, ξυπόλητο, με κοιτάζει με τα μεγάλα του γαλανά μάτια και το ξανθό κεφαλάκι του σαν ένα στάχυ στην άκρη της καλαμιάς. Τα προσπερνώ. Η σιωπή τους κρατάει λίγο ακόμα και ύστερα ξαναρχίζουν οι χαρούμενες φωνές. Ανηφορίζει τώρα πάλι σιγά ο δρόμος του βουνού, κατά τον Προφήτη. Το μοναστήρι ασπρίζει στον ήλιο. Στο τριγωνικό καμπαναριό οι καμπάνες σχηματίζουνε μια πυραμίδα. Ο δρόμος είναι λιθόστρωτος και σκαλωτός. Οι χωριάτες έχουνε κάνει δουλειά παντού, γιατί οι βροχές παίρνουνε την κίσηρη και σκάβουν λαγούμια και σπηλιές. Βλέπω τώρα το νησί σχεδόν ολόγυρα. Κατά την ανατολή κατεβαίνουνε οι πλαγιές μαλακά μαλακά με τα πράσινα χωράφια τους. Τα χωριά ασπρίζουνε σαν να είναι στημένα εδώ κι εκεί, κοκαλάκια του ντόμινου απάνω σ’ ένα πράσινο τραπέζι. Η Μέσα Γωνιά, η Όξω Γωνιά, ο Βόθωνας, η Μεσαριά, ο Καρτεράδος. Στην ακροθαλασσιά κοντά ο Μονόλιθος και το λιμάνι που χτίζεται τριάντα χρόνια και είναι πάντα ατέλειωτο. Τα εργοστάσια της ντομάτας υψώνουνε τις καμινάδες τους. Πέρα κατά το βοριά σωριασμένα στ’ αχείλι της Καλδέρας του ηφαιστείου το Κοντοχώρι, τα Φηρά, το Φηροστεφάνι και ψηλότερα απ’ όλα το Μεροβίγλι και πάρα πέρα η Απάνω Μεριά. Κατά τη δύση γυαλίζει το πέλαγος με το στεφάνι τα νησιά, τη Θηρασιά, το Ασπρονήσι, τις Καμένες, ολόμαυρες από τη φωτιά του ηφαιστείου, και το πέταλο της Σαντορίνης με τις κρεμαστές και κοφτές πλευρές του. Στρώματα στρώματα πολύχρωμη η λάβα, μαύρη, γκρίζα σκούρα, κόκκινη, ασπριδερή και πάνω η ολόλευκη κίσηρη σαν χιόνι τριάντα οργιές ψηλό, που σκεπάζει σαν ακροστεφάνι όλο το μισοφέγγαρο. Το γαλάζιο σμάλτο της θάλασσας είναι χυμένο γύρω στο παιχνίδι αυτό το σκαλιστό, που πλαστούργησε η φωτιά τιναγμένη από τα έγκατα της γης. Ένα παιχνίδι οργιαστικής φαντασίας, άγριο και χαρωπό συνάμα, ειδύλλιο και τραγωδία, χαμόγελο απάνω στη λάβα, η Σαντορίνη. Και γαλήνη, γαλήνη παντού. Ανεβαίνω σιγά σιγά ολοένα ψηλότερα. Δεξιά στο δρόμο ένα χαλασμένο παλιό μοναστήρι. Μια εκκλησιά γκρεμισμένη. Οι μαρμαρένιοι σταυροί σκαλιστοί στα παραθύρια. Μπαίνω σε μιαν αυλή μεγάλη λιθόστρωτη. Γύρω γύρω κελιά, χωρίς στέγη. Οι τοίχοι στέκονται μοναχικοί και συλλογισμένοι. Κανένα σημάδι από την παλιά ζωή. Η ζωή αυτή έσβησε μέσα στη σιωπή. Οι ψαλμωδίες, οι καμπάνες, τα λιβάνια, τα ράσα, οι ωχρές μορφές και τα μαύρα πάθη, που όργωναν τις ψυχές. Όλα τελειώνουνε μέσα στη σιωπή. Έτσι και η δική σου θλίψη και τα πάθη, που σε καρφώσανε πάνω σε τούτο το νησί. Γιατί όμως εσένα σε βαραίνει τόσο η σιωπή; που αργά ή γρήγορα όλα θα τα σκεπάσει με τον πέπλο της. Ολοένα ο δρόμος ανηφορίζει. Τώρα ανοίγεται μπροστά σου ο κάμπος της νοτιάς. Τα πράσινα χωράφια σμίγουνε με το γαλάζιο σμάλτο σε μιαν ίσια γραμμή κατά τη νοτιά. Στο βάθος αχνοφέγγουνε σαν ένα θαμπό κρύσταλλο τα βουνά της Κρήτης. Κοίτα τώρα γύρω γύρω τα πελαγίσια μάκρη τα θαμπά κρύσταλλα, με τις απαλές ρόδινες και μενεξελιές και αχνογάλανες γραμμές τους, τα νησιά της Άσπρης θάλασσας, την Ανάφη, την Αστροπαλιά[1], την Αμοργό, τη Δονούσα, τη Νάξο, τη Νιο[2], τη Σίκινο, τη Φολέγαντρο, τη Μήλο.
Φτάνω σε μια κολώνα μ’ ένα σιδερένιο σταυρό. Κάθομαι στη βάση της. Λίγο παραπάνω φαίνεται η πόρτα του Προφήτη. Μα δε ζυγώνω. Πώς θα με ιδούν οι καλόγεροι; Δε θα κάνουνε ξόρκι εκεί που θα πατήσω τα βήματά μου, για να διώξουνε το Σατανά; Κάθουμαι στη βάση της κολώνας και ακουμπώ την πλάτη μου στην πέτρα. Μπροστά μου κατηφορίζουνε τα χωράφια ολόλευκα, το χώμα τους είναι σαν χιόνι. Σου έρχεται να γυμνωθείς και να κυλιστείς μέσα σ’ αυτό, για να βγεις καθαρότερος. Άσπρη γη σαν το κορμί νέας γυναίκας.
Από το μοναστήρι έρχεται ένας χωριάτης. Είναι λίγο κουτσός, στραβοπόδης, αδύνατος και γέρος. Έρχεται κοντά μου. Κοντοστέκεται, τόνε χαιρετώ. - «Αντίο, αφεντικό. Δώσε μου ένα τσιγάρο». Του δίνω. - «Σ’ αρέσει ο τόπος μας αφεντικό;» - «Ναι, πολύ μ’ αρέσει». – «Καλός είναι, μα φτώχεια. Δε βρέχει. Ανυδρία πέντε χρόνια, δεν έχουμε να ζήσουμε τα παιδιά μας. Θα πεθάνουμε όλοι της πείνας». – «Μα εφέτος βρέχει, όλα θα πάνε καλά». – «Ας μας λυπηθεί ο Θεός». Κατεβαίνει κουτσαίνοντας και χτυπάει το ραβδί του στο λιθόστρωτο.
Κατεβαίνω σιγά σιγά σέρνοντας πάντα μαζί μου μια βαριά μελαγχολία μέσα σε τούτη την ομορφιά και τη γαλήνη. Στο δρόμο με προσπερνάει ένας νέος χωριάτης ως τριάντα χρονώ καβάλα στο γαϊδουράκι. Γυρίζει, με κοιτάζει, μου χαμογελάει πρόσχαρα, βγάζει τον κούκο του, «Χαίρετε κ. καθηγητά!» Ξαφνιάζομαι. Τον κοιτάζω. Ποιος είναι τούτος που με προσφωνάει έτσι; τι ξέρει από μένα; τι σημαίνει αυτός ο χαιρετισμός του; Λες να ξέρει, να νιώθει; Το βήμα μου έγινε λίγο πιο λαφρύ, λίγο πιο σίγουρο. Περνάω πάλι τα έρημα δρομάκια του χωριού. Τα παιδιά τώρα είναι μέσα στο σκολειό. Όταν προσπερνώ η δασκάλα ξεπροβάλλει πίσω μου το κεφάλι της στην πόρτα και με κοιτάζει περίεργα για ώρα πολλή. Στο μπακάλικο είναι τώρα κι άλλοι, γριές και γέροι και η κυρα-Μαρία. Όλοι με κοιτάζουνε, με χαιρετάνε πρόσχαρα, «Αντίο σας! Καλώς ορίσατε!» Και πάλι σιγανομιλήματα πίσω μου, «Α! λέω μέσα μου. Τουλάχιστο με νιώθουνε, με συμπονούν οι άνθρωποι. Ξέρουν πως γι’ αυτούς βρίσκομαι εδώ. Πως τους έχω αφιερώσει τη ζωή μου» Πιο λαφρύς ακόμη στρίβω τα ρυμίδια, που με οδηγάνε στο κελί μου. Ο ήλιος γέρνει κατά το ηλιοβασίλεμα. Ας κλειστώ μέσα.
Σε λίγο φτάνει η κυρα-Μαρία. «Αφεντικό, για σένα μιλούσαν όλοι στο μπακάλικο» - «Και τι λέγανε, κυρα-Μαρία;» - «Να, λέγανε πολλά, ξέρω γω; και πού να τα θυμάμαι; και λέγανε μαθές γιατί σε φέρανε εδώ και γιατί σε παιδεύουνε και δε σε αφήνουνε να μιλήσεις με κανέναν άνθρωπο, μηδέ κανένας άνθρωπος να ζυγώσει στο σπίτι σου, μηδέ να σου πει κανείς καλά καλά μια καλημέρα. Οι ανθρώποι φοβούνται και δεν ξέρουνε τι να κάνουνε. Μα σε λυπούνται. Γιατί είσαι ξένος άνθρωπος και δεν έχεις κανένα δικό σου εδώ πέρα και είσαι και άρρωστος και γέρος και είναι χειμώνας βαρύς και σε συλλογούνται. Και δεν ξέρουνε και γιατί σε παιδεύγουνε μαθές» - «Και τι φαντάζονται, κυρα-Μαρία, για μένα, πως είμαι κανένας κακός άνθρωπος;» - «Μα ξέρω γω; Οι άνθρωποι δεν ξέρουνε. Να, ήταν η κερα-Καλιώ κι έλεγε πως θα ’χεις μαθές καμωμένα καμιά κακιά πράξη κι έπρεπε να σ’ έχουνε στη φυλακή και γιατί σε φέρανε εδώ και δε σε πήγανε στη φυλακή. Και η Πλουσώ του Φύτρου, η ξαδέρφη μου έλεγε πως άκουσε πως εσύ είσαι κακός άνθρωπος, να με συμπαθάς, δεν τα ξέρω και καλά πως τα λένε – κομμουνιστής θαρρώ πως είπε – και πως θέλεις να μας χαλάσεις τη θρησκεία και τι σου φταίει η θρησκεία και να μην πηγαίνουμε πια στην εκκλησία, να μην κάνουμε σαρακοστή – σάματις κάνουνε σαρακοστή οι πλούσιοι, οι κλεφταράδες - και να σου χαλάσει ο Θεός το κεφάλι, παρά να μας χαλάσεις τη θρησκεία. Μα το Ρηνιώ του Καραμολέγκου έλεγε πως άκουσε μαθές πως κάτι έχεις κάνει κακό στο σπιτικό σου, πως δηλαδής κάποια ατιμία – κι αυτή δεν κοιτάζει τις δικές της τις μπομπές, που έχει τρία παιδιά καμωμένα με τρεις άντρες αστεφάνωτη, δυο χωροφυλάκοι κι ένας στην Αθήνα, που ήτανε δούλα. Και ήρθε και ο Μανόλης ο Πασσαλιάς κι έλεγε πως εσύ είσαι μαθές καλός άνθρωπος και πονάς τσι φτωχοί και θέλεις να περάσουνε οι πλούσιοι τα έχει ντους στσι φτωχοί. Και είπανε οι γυναίκες πως μακάρι, και αυτό είναι καλό και είπε ο κυρ-Αντώνης, ο μπακάλης, πως θέλεις να μοιράσουνε και τσι γυναίκες και σε βρίζανε οι γυναίκες, κακό χρόνο να ’χεις και να μοιράσεις τη δική σου γυναίκα και τσι αδερφάδες σου και είπε ο Μανόλης ο Πασσαλιάς πως τότες καλά σου κάνουνε και είναι ντροπή εσύ ένας καθηγητής, ένας σπουδαγμένος άνθρωπος να θέλεις τέτοια πράγματα και ο καθένας έλεγε το δικό του και πού να τα θυμάμαι ούλα. Μα σε λυπούνται οι ανθρώποι, να το ξέρεις» - «Σ’ ευχαριστώ, κυρα-Μαρία, και τους ευχαριστώ όλους, είναι όλοι καλοί και σπλαχνικοί άνθρωποι και γω τους αγαπώ. Μα δεν ξέρουνε, γιατί βρίσκουμαι εδώ. Θ’ αργήσουνε πολύ να το καταλάβουνε».
Ο Μανόλης ο Πασσαλιάς ήτανε ο χωριάτης που με είχε χαιρετήσει «Χαίρετε κ. καθηγητά» και μου είχε κάνει ανάλαφρη την περπατησιά. Έμεινα συλλογισμένος στο μισοσκόταδο, χωρίς ν’ ανάψω τη λάμπα, όταν έφυγε η κυρα-Μαρία. «Λοιπόν αυτά ξέρει ο «λαός» για σένα κ. καθηγητά. Μα τουλάχιστο σε συμπονάει, γιατί βλέπει να υποφέρεις. Καλό κι αυτό. Ας διαβάσω τώρα λίγο, ώσπου να με πάρει ο ύπνος ο λυτρωτής.» Έσβησα τη λάμπα κατά τις έντεκα. Κοιμόμουνα βαριά. Άξαφνα τινάζουμαι, ακούω να χτυπάει η πόρτα μου, προσπαθούν να την ανοίξουνε. Ποιος να είναι; Εγώ έχω αμπαρώσει και την πόρτα της αυλής. Ποιοι είναι τέτοια ώρα; Φωνάζω: - «Ποιος είναι;» - «Ανοίξετε, η χωροφυλακή». Τι να τρέχει; στοχάζομαι. Σίγουρα θα ήρθε καμιά κακή είδηση από το σπίτι μου και ήρθανε να μου τη φέρουνε. Σηκώνουμαι. Ανάβω το φως. Μεσάνυχτα περασμένα. Ανοίγω την πόρτα. – «Τι τρέχει;» Ο χωροφύλακας με κοιτάζει με ανήσυχα μάτια μέσα από το σκοτάδι. Τεντώνει το κεφάλι του και κοιτάζει μέσα στην κάμαρα στο βάθος. – «Ήρθαμε να ιδούμε. Μας είπανε πως κάποιος είναι εδώ. Πως μιλάτε με κάποιον». – «Μα εγώ έχω αμπαρωμένη και την οξώπορτα και κοιμάμαι δυο ώρες τώρα». – «Ένας χωριάτης ήρθε και μας είπε πως είδε κάποιονε να μπαίνει εδώ, πως μιλάτε με κάποιον. Δεν ήτανε κανείς εδώ;» - «Ποιος θέλετε να είναι; Από νωρίς κατά τις έξη ήταν η κερα-Μαρία. Κανείς άλλος δε ζυγώνει εδώ πέρα». – «Μας συγχωρείτε, έτσι μας είπε ένας χωριάτης και ήρθαμε να ιδούμε τι συμβαίνει. Καληνύχτα σας». – «Μα σταθείτε να κλείσω την οξώπορτα». – «Δεν ήρθαμε από την οξώπορτα, μην ανησυχείτε». Είχαν έρθει από την ταράτσα, πηδώντας από το διπλανό σπίτι. Εκεί κάθεται, καθώς έμαθα την άλλη μέρα, ο Μανόλης ο Πασσαλιάς. Με άκουσε να διαβάζω δυνατά, καθώς φαίνεται, και ειδοποίησε την αστυνομία, πως κάποιος είναι μέσα και μου μιλάει.
Γιατί στριφογυρίζεις στο κρεβάτι και δε σε πιάνει ο ύπνος πια; Μα εσύ για να βγάλεις αυτό το λαό από το σκοτάδι και απ’ αυτή την ηθική σκλαβιά καθώς και από την πείνα, βρίσκεσαι εδώ. Γιατί λοιπόν τώρα πονείς τόσο πολύ;


http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/glhnos_peripatos.htm

[1] Η Αστυπάλαια
[2] Η Ίος


υ.γ. Καλλιστορώντας: Αλήθεια πόσο θα μπορούσαμε να έχουμε αξιοποιήσει την ήδη υπάρχουσα λογοτεχνική πένα αφιερωμένη στη Σαντορίνη; Αλλά.......

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Μια βεγγέρα για τσι γαδουρολάτες της Σαντορίνης (σε συνέχειες)

....« Σαν σίφουνας άρχισαν την ίδια ώρα , να κατηφορίζουν το δρόμο του γυαλού, για να παραλάβουν επιβάτες και επαγγέλματα, καμμιά εικοσαριά αχαμνά γαϊδουράκια και μουλαράκια, φόβος και τρόμος των ανίδεων πεζών, που κολούσαν   στο βράχο για να τους πάρει σβάρνα η ξέφρενη επέλαση…Έκαναν πολλές δουλειές οι συμπαθητικοί σύντροφοι των αγωγιάτηδων που προσπαθούσαν από φτώχεια, να τους συνηθίσουν να τρώνε λίγο….
Δεν ήταν τότε χαλικοστρωμένος ο δρόμος του γιαλού και δεν είχε ούτε ένα από τα διακόσια τόσα σημερινά σκαλιά του. Πλάκες από τα γκρεμνά ήταν η στρώση του. Και είχαν γίνει με τα χρόνια, τόσο γλυστερές που παίρνοντας φόρα σε κάθε στροφή του φιδίσιου δρόμου, φτάναμε, παιδιά, στο γιαλό, σε επτά λεπτά της ώρας, χαρά των παπουτσάδων…..» γράφει ο Ν.Δελένδας στο «Ανοιξιάτικο Πρωινό στα Φηρά Σαντορίνης» (Τόμος «Σαντορίνη 2001, - Ι.Μ.Δανέζης σελ 462 κ.εξ)
Αλήθεια τι να πρωτοπούμε για τους γαδουρολάτες όχι μόνο του λιμανιού αλλά και όλης της Σαντορίνης…Μου χε πει κάποτε κάποιος ότι πολλές φορές αναρωτιέσαι ποιος συνοδεύει ποιόν στη Σαντορίνη: Ο γάδαρος τα αφεντικό του ή ανάποδα; Και δεν είχε καθόλου άδικο….
Ας ξεκινήσουμε ένα σύντομο λοιπόν για αρχή παραμυθάκι για τους αγωγιάτες του λιμανιού των Φηρών εξ’ αιτίας της τόσο ιδιαίτερης επιζωγραφισμένης φωτογραφίας των αρχών του 20ου αιώνα που μας παρείχε ο Θ.Μεταλληνός Διευθυντής «Ιόνιο ΚΕΚ» στην Κέρκυρα.
Βασικός πυλώνας  η εκπληκτική για τα χρόνια εκείνα έρευνα του Γυμνασίου Θήρας : «η Σαντορίνη που χάνεται 1986- 1987» με υπεύθυνο Καθηγητή τον κ. Χριστόφορο Μηνδρινό:
 «….Αν ο επισκέπτης φτάσει με το πλοίο στο γιαλό των Φηρών ή στο λιμάνι της Οίας υπάρχει ένας πολύ γραφικός τρόπος για ν’ ανέβει τα εκατοντάδες σκαλιά που θα τον οδηγούσαν στα χωριά. Δεκάδες γαϊδούρια, μουλάρια και άλογα περιμένουν υπομονετικά να εκτελέσουν το αγώι τους ενώ οι αγωγιάτες μαλώνουν μεταξύ τους γιατί κάποιος «πήρε την κούρσα» με χαμηλότερη τιμή ή γιατί κάποιος δεν τήρησε τη σειρά προτεραιότητας. Σήμερα οι αγωγιάτες έχουν μπει στη υπηρεσία του τουρισμού. Παλαιότερα, όταν δεν υπήρχε το λιμάνι του «Αθηνιού» οι μόνες προσβάσεις ήταν τα λιμανάκια του γιαλού των Φηρών και της Οίας. Ακόμα και σήμερα δεν υπάρχει δρόμος που να οδηγεί στα χωριά παρά μόνο σκαλιά. Έτσι ο μοναδικός τρόπος μεταφοράς επιβατών και εμπορευμάτων ήταν τα ζώα.

        Η ετοιμασία των ζώων γίνεται στην εξώμαντρα. Ο αγωγιάτης βάζει στη ράχη του αλόγου ένα ή περισσότερα χαλιά για να μην το πονάει η απευθείας επαφή με τη σέλα. Η σέλα αποτελείται από την «πισιλίνα» που τοποθετείτε στην ουρά του αλόγου και από το «καπίστρι» που είναι το σκοινί που μπαίνει στο λαιμό του. Η σέλα στερεώνεται μ’ ένα λουρί κάτω από την κοιλιά του και λέγεται «νίγλα». Τα χαλινάρια είναι ένας σκελετός από λουριά που μπαίνουν στο κεφάλι του αλόγου και με τα οποία ο αγωγιάτης κουμαντάρει το ζώο.      Για να στολίσει και να ομορφύνει το ζώο, του κρεμάει στο λαιμό κουδουνάκια με χάντρες και στο μέτωπο του κρεμάει ένα φυλακτό.

       Αν το ζώο είναι γαϊδούρι η ετοιμασία είναι σχεδόν η ίδια. Η μόνη διαφορά είναι πως εκτός από τα χαλιά βάζουν στη ράχη του και τη «στρατούρα» που είναι ένα σακί με άχυρα, κάτι ηλαδή σαν πάλτωμα.    Όταν όλα είναι έτοιμα, ο αγωγιάτης παίρνει την κρανιά που αποτελείται από ξύλο οξίας και ένα λουρί και με την οποία κεντρίζει τα ζώα για να προχωράνε γρήγορα. Βγάζει τα ζώα από την εξώμαντρα και πηγαίνει για να βγάλει το μεροκάματο φωνάζοντας σ’ αυτά με ένα ιδιαίτερο λεξιλόγιο.

         Λεξιλόγιο του αγωγιάτη:

«ντε λαξο ντε»: Προχώρα, «ντε βέσα ντε»: Πήγαινε μέσα, «λα λα»: Ελα κοντά, «λα έξω»: Έλα έξω, «ντε βίσο ντε»: Πήγαινε πίσω, να ψου: Σταμάτα, να μωρή να: Σταμάτα για το θηλικό, «να πιέρα»: Φρόνιμα, «να βολά»: Άλλαξε δρόμο.¨»

Και έλεγε η Γουλιελμία Συρίγου σε κείμενο της για τη ντοπιολαλιά: " …Καμά αυτά τα πράγματα δεν είναι για μας τσικιουράνες…(εννοώντας το τελεφερίκ αφού οι κιουράνες της ιστορίας μετά από ταξίδι τους στην Αθήνα, δεν είχαν προλάβει τα γαδούρια από το λιμάνι μιας και τα είχαν οι τουρίστες), για τους τουρίστες μαθές και για τους προφεσόρους είναι τούτες οι πολυτέλειες!! "


Η «βεγγέρα για τους αγωγιάτες δεν θα σταματήσει εδώ…Ξεκινάμε ένα άλλο ταξίδι σε μια Σαντορίνη αγνή …

Ιστορικά τση φάβας

Ψάχνοντας όπως ήταν φυσικό για άλλο θέμα  έπεσε το μάτι μου σε μία αναφορά του Ιωσήφ Δεκιγάλλα η οποία μου "ανέστρεψε" την έρευνα. Εκτός από το ιδιαίτερα σημαντικό άρθρο της Νίκης Τσέκου για τoν Προμηθέα και τη φάβα Σαντορίνης ( βλ. εδώ ) καθώς και τις διάφορες άλλες αναφορές στην ομάδα μας για αυτό το μοναδικά ιστορικό φαγητό, πάμε να προσθέσουμε και μερικές άλλες πληροφορίες:
Γράφει, το λοιπός, ο Ιωσήφ Δεκιγάλλας: σε επιστολή του, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πανδώρα» πριν από 142 χρόνια: «Η γη των νήσων τούτων φαίνεται ευφορωτάτη και παντοίας φυτείας και σποράς επιδεκτική, μάλιστα η άσπα αυτών και ο σίτος αποσταλέντα παρ' εμού εις την έκθεσιν των ελληνικών προϊόντων, ηξιώθησαν βραβείου. Εν Θήρα, τη 13 Νοεμβρίου 1862». Μεταξύ των προϊόντων που είχε αποστείλει ο Δεκιγάλλας στην έκθεση «Ολύμπια» ήταν και «φάβα από αρακά οκάδες τέσσερις».
και από την άλλη πλευρά  Έχοντας ως βάση το ανεκτίμητης αξίας βιβλιο « Η Σαντορίνη που χάνεται όπως τη βλέπουν οι μαθητές της Α Γυμνασίου 1985 - 1986":
Ένα από τα γεωργικά προϊόντα της Σαντορίνης είναι και ξακουστή φάβα της. Καλλιεργούν αρακά στο ηφαιστιογενές έδαφος του νησιού και μετά από μια σειρά εργασιών, που εδώ και χρόνια εφαρμόζουν οι κάτοικοι του, παράγεται ο περιζήτητος καρπός της φάβας. Ο γεωργός δεν κάνει καμία ιδιαίτερη προετοιμασία στο έδαφος. Αρχίζει κατευθείαν να το φυτεύει στις 21 Δεκεμβρίου (κυρά-Ελεούσας ) .Το φύτεμα γίνεται με δύο τρόπους:
1)Σπέρνει το σπόρο του αρακά 2) Κάνει μικρούς λάκκους με την αξίνη, γεωργικό εργαλείο που στο κάτω μέρος του είναι μυτερό για να τραβάει το χώμα κι εκεί βάζει τους σπόρους.
       Αφού φυτέψουν τον αρακά μερικοί γεωργοί προτιμάνε να ρίξουν στο έδαφος φάρμακο για τα χόρτα-ζιζάνια.   Κατά τον Απρίλη ο αρακάς αρχίζει να βγάζει το «λουβί»(ανθό). Στη συνέχεια το λουβί ξεραίνεται και βγαίνει ο καρπός. Το διάστημα αυτό αρχίζουν και βγαίνουν ζιζάνια σε όσα χωράφια δεν έχει πέσει το σχετικό φάρμακο το Δεκέμβρη. Αν ο γεωργός αδιαφορήσει η σοδιά είναι χαμένη.      Εχθροί του σε όλο αυτό το διάστημα, είναι ο καυτός ήλιος και η «βουβάλα», έντομο που τρώει το φυτό. Χρειάζεται νερό και λίγο ήλιο.    Κατά τις αρχές του Μάη ο αρακάς έχει ξεραθεί πάνω στο φυτό. Τον μαζεύουν με την «ανεδοσά» (υγρασία) τις πρώτες πρωινές ώρες, ώσπου να βγει ο ήλιος για να μην θραύεται αργότερα με την παρουσία του. Το μάζεμα δεν έχει κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Όταν βρίσκεται και κανένας γλετζές αρχίζει το τραγούδι. Τον κάνουν δεμάτια και τον παραδίνουν στους «γαϊδουρολάτες», που για τη δουλειά που αναλαμβάνουν παίρνουν σαν αμοιβή τα άχυρα. Δουλειά του «γαϊδουρολάτη» είναι να πάει στο αλώνι και να τα αλωνίσει . Κατά το αλώνισμα ξεχωρίζουν τα άχυρα από τον αρακά.
               Στη συνέχεια τα λιχνίζει με το «διχάλι», ένα εργαλείο που μοιάζει με πιρούνα και που χρησιμεύει στο να βγάζει το χώμα και τα ψιλά άχυρα. Απαραίτητο για το λίχνισμα είναι το αεράκι για να βοηθήσει την κατάσταση. Η δουλειά του «γαϊδουρολάτη» τελειώνει εδώ.
            Ο γεωργός παίρνει τον αρακά και τον βάζει σε βαρέλια με φάρμακο. Εκεί τον διατηρεί περίπου ένα χρόνο για να μην ξεπουπουλιάσει δηλαδή να μην κουφαθεί. Αν τον αλέσουν νωρίτερα για θραυστεί.
           Όταν έρθει ο κατάλληλος καιρός γίνεται η αποφλοίωση με δύο τρόπους:
1)    Βρέχουν τον αρακά και τον βάζουν στο ήλιο.
2)    Τον βρέχουν και τον βάζουν στον ήλιο.

     Σειρά έχει τώρα το άλεσμα που και αυτό γίνεται με δύο τρόπους:

Α) Με τον παλιό χειρόμυλο. Αυτός αποτελείται από δύο στρογγυλές πέτρες τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη. Η επάνω πέτρα έχει μία τρύπα στ κέντρο και εκεί μπαίνει ένας άξονας ο οποίος συνδέει τις δύο πέτρες. Στην επάνω πέτρα υπάρχει επίσης ένα ξύλο το οποίο βοηθάει στην περιστροφή της, ενώ η κάτω παραμένει ακίνητη. Το προϊόν του αλέσματος το περνάνε στη συνέχεια από την «ντουμπανίστρα» και μετά το καθαρίζουν.
Β) Με την κοπτική μηχανή, ένα μηχάνημα που δουλεύει με ρεύμα. Στο επάνω μέρος έχει ένα χωνί όπου ρίχνουν τον αρακά. Μετά περνάει από έναν σωλήνα και τελικά καταλήγει αποφλοιωμένος και κομμένος. Μετά τον καθαρισμό η φάβα είναι έτοιμη.


φώτο: Κλέαρχος Καπούτσης

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...