Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Η Παναγιά η Κερά ή Τρυπητή στη Θηρασιά

Και του χρόνου της Παναγιάς! Φέτος το "καλλιστορώντας" βρέθηκε μέσω της Αρτεμίας Αργυρού στη Θηρασιά να τιμήσει τη χάρη της Κοιμήσεώς Της! Στη Θηρασιά της Ιστορίας, της Λήθης...στη Θηρασιά της Απλότητας και της διαφορετικής Μυσταγωγίας. Το μοναστήρι βρίσκεται πάνω στο ακρωτήρι Τρυπητή και οφείλει το όνομα σε μια σπηλιά, που βρίσκεται στη βάση του βράχου και είναι ανοικτή και από τις δύο πλευρές. Οι βάρκες περνούν μέσα από αυτό το άνοιγμα, την Τρύπα δηλαδή, που έδωσε την επωνυμία στην περιοχή. Το μοναστήρι είναι πια έρημο. Εντυπωσιακό και πασίγνωστο είναι το ρώσικο ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού.
 Τα κελιά διατηρούνται σε άριστη κατάσταση και πλέον χρησιμοποιούνται ως τόπος ολιγοήμερης παραθεριστικής διαμονής για τους ντόπιους. \
Οι φωtoγραφίες είναι άκρως ενδεικτικές μιας άλλης εποχής.....της Εποχής της Θηρασιάς! 







Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

Από το Μονοπάτι του Πύργου προς το Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία

Ένα από τα πιο άγνωστα μονοπάτια είναι και αυτό από τον Πύργο προς τη Μονή του Προφήτη Ηλία. Μερικές από τις στιγμές...κατά την άνοδο μου στην Μονή.













Κυριακή 5 Αυγούστου 2012

Όταν φταίνε τα βράχια της Σαντορίνης ....


Όταν φταίνε τα βράχια….της Σαντορίνης
Ανήμερα της εορτής των Αγίων Εφτά Παίδων ( και της Αγίας Ίας), ξεκίνησαμε για καλλιστορικό προσκήνυμα στο πάνσεπτο εκκλησάκι αυτό. Αλλά μόνο αυτό δεν ήθελαν οι Άγιοι….Χάσαμε την πρώτη λάτζα οπότε αποφασίσαμε περπάτημα και όλο και κάτι θα έβγαινε  Και όπως  ξεκίνησαμε, άρχισαν τα πρώτα συναίσθηματα:Από την πλευρά του μονοπατιού προς τον Περαματάρη ενώ υπάρχει απαγορευτική σήμανση και τάχα μου κλειστή πόρτα , οι φωτογραφίες  λένε πολλά:  Απίστευτες πτώσεις βράχων…..ρωγμές έτοιμες προς κατάρρευση  από τη μία…..Ψαράδες να ψαρεύουν στο συγκεκριμένο σημείο και τουρίστες να είναι «καθοδηγούμενοι»από τα ξενοδοχεία της Οίας να κάνουν jogging στην περιοχή αυτή…. Και στη μέση ο Άγιος Νικόλαος ο Περαματάρης να περιμένει και να ευελπιστεί….















Δεν έχουμε μάλλον συνειδητοποίησει τη σοβαρότητα της κατάστασης. Δήμαρχε και όλοι οι υπεύθυνοι πάρτε μια βάρκα και πηγαίνετε από εκεί να τα δείτε….. Πρώτα και κύρια πρέπει να απαγορευτεί ολοκληρωτικά η είσοδος από την τελευταία ταβέρνα μέχρι και τον Περαματάρη….. Μην περιμένουμε να θρηνήσουμε και άλλα θύματα…… Όλοι οι κάτοικοι, μέτοικοι πρώτα της Οίας και ύστερα όλοι όσοι διαβάζουν την ανάρτηση αυτή πρέπει να εξηγήσουν στους τουρίστες –και κάποιος να τους εξηγήσει και σε αυτούς τη σοβαρότητα της καταστάσης…. Η Γεωμορφολογία έχει αλλάξει επικίνδυνα…. Τα πράγματα είναι πολύ μα πολύ άσχημα…..Οι ρωγμές αυτές θα επιφέρουν αλυσιδωτές αντιδράσεις ….Δεν θέλω να γίνω μάντης κακών οιωνών αλλά αν πάτε από εκεί θα τα δείτε…. Δεν είναι μόνο το «βάρος»του Εκμαυλισμού της Οίας για το οποίο θα σηκώσουν οι βράχοι της Σαντορίνης κα όχι οι άνθρωποι…..αλλά είναι πολλά….. Το σημείο εκεί είναι πολύ μα πολύ επικίνδυνο….Ας σοβαρευτούμε……Δεν ξέρω πόσο θα αντέχει και θα παραμεινει το ίδιο. Οι πρώτες βροχές πλησιάζουν….
Στο λιμανάκι των 7 παίδων μάθαμε ότι υπήρχαν άνθρωποι που κατέβηκαν από το μονοπάτι της Αρμένης… Γιατί;; η μυρωδιά του νεκρού γαϊδάρου έφυγε?? Ή μήπως ο άτυχος τουρίστας δεν είναι εκεί περιμένοντας να ανέβει στην Οία…
Όταν επιτέλους –λόγω και της ανοργανοσιάς, αξιωθήκαμε να προσκυνήσουμε το εκκλησάκι… και κυρίως στην επιστροφή προς το Αμμούδι, μείναμε έκπληκτοι…Η Άναρχη δόμηση συνεχίζεται ...η πανέμορφη Απάνω Μεριά…καταντάει βορά στα πορτοφόλια του χρήματος…. Οι πλεονέκτες του χρήματος βιάζουν και την Οία με βασικό σκοπό τι ; 10 μέρες με θέα την καλδέρα και το Jacuzzi…. Το’χανε και στον Απόπατο  λέω εγώ…. Ντροπή και Αίσχος… Πρέπει να σοβαρευτούμε! Δεν θα μας αντέξει άλλο η γη της Σαντορίνης όπως την πονάμε...θα ξεσπάσει…με άσχημα αποτελέσματα…..
Πρέπει να γίνει κάτι ώστε να σταματήσει η άναρχη δόμηση στη Σαντορίνη. Η Γενική Πολεοδομική διεύθυνση του Υπουργείου πρέπει να εγκατασταθεί Σαντορίνη και να χτυπάει πρόστιμα το ένα μετά το άλλο… Πρόστιμα και κατεδάφση…μπας και γλυτώσουμε κάτι …Μπας και καταφέρουμε να δουν τίποτα τα παιδιά μας….Μπας και ….






φωτογραφίες: Αρτεμία Αργυρού 


Παρασκευή 3 Αυγούστου 2012

Η Πλούσια Καλλίστη του Χθες ...η Φτωχή Θήρα του σήμερα

της Θάλειας Καραμολέγκου

http://eulegein.blogspot.gr/2011/08/blog-post.html



…H πόρτα του πλοίου άνοιξε αφήνοντας να αποκαλυφθεί η ηλιόλουστη και γεμάτη ομορφιές στεριά του νησιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, λάμποντας από ευτυχία, κρατούσε με το δεξί της χέρι μια μικρή βαλίτσα με ροδάκια και με τ’ άλλο μια μαγκούρα ξύλινη, γυριστή, ό, τι χρειαζόταν για να διαθέτει την αυτονομία της. 55 χρόνια είχε να πατήσει στη Σαντορίνη και το αίσθημα που μόλις ένιωσε όταν το πόδι της πάτησε την στεριά δεν το είχε φανταστεί μήτε στα πιο ελπιδοφόρα όνειρά της. Ήταν το έτος 1956 και ήταν ένας καταστροφικός σεισμός, που την ανάγκασε να ξενιτευτεί από ετούτο το μικρό παράδεισο, που τώρα στα 90 της έτη ξανά αντικρίζει. Δεν είχε οικογένεια, μόνο οι παιδικές της φίλες βρίσκονταν εν ζωή και διέμεναν στο νησί, μα ούτε εκείνες ακόμα γνώριζαν ότι είχε έρθει. « Όπα, όπα κυρία μου τη βαλίτσα σας δώστε τη σε μένα να την τακτοποιήσω κι εσείς ανεβείτε στο λεωφορείο. Πίσω πίσω έχει μείνει μια θέση, αν βιαστείτε…»  Η ηλικιωμένη κούνησε το κεφάλι της θετικά, ανέβηκε τις σκάλες του πούλμαν και κατευθύνθηκε στη μοναδική άδεια θέση που βρήκε. « Κάθεται κανείς;» ρώτησε τη διπλανή της , μια όμορφη νεαρή κοπέλα «Excuse me?». Η 90χρονη δε συνέχισε την κουβέντα στην ξένη τουρίστρια και ακουμπώντας τη μαγκούρα δεξιά της χύθηκε κυριολεκτικά στο κάθισμα… Τα μάτια της εξέταζαν το γύρω χώρο, έψαχναν κάποιον που να γνωρίζει, ντόπιο, μα μάταια κανείς. Γεμάτο το λεωφορείο ξένους που αποτύπωναν την κάθε στιγμή με μία φωτογραφική μηχανή στο χέρι, ενώ η γιαγιά μονάχη εκεί ανυπομονούσε να δει ξανά τα χώματα που γεννήθηκε, εκείνα που μεγάλωσε, εκείνα που βίωσε τις δικές της μοναδικές εμπειρίες, τα χώματά της και τους ανθρώπους της.

Ο οδηγός σιγά σιγά απομακρυνόταν από τη θέα του δράκου χωνόταν μες στα κτίρια, τους δρόμους, τα ανθρώπινα επιτεύγματα. Μα το βλέμμα της επεξεργαζόταν την κάθε διαφορετική κουκκίδα δίπλα της, προσπαθώντας να βρει κάτι που να θυμίζει το τότε, κάποιο σπίτι, κάποιο χωράφι… Αδίκως… Κάτι καινούριες οικοδομές ανάμεσα σε τελειωμένα κτίρια εμπόδιζαν το κοίταγμα στη φύση. «Τίποτα παραπάνω δε θα δω για να πειστώ ότι ο τόπος αυτός άλλαξε», συλλογίστηκε. Κι όμως είχαν ακόμα πολλά να δουν τα κουρασμένα απ ΄ το ταξίδι μάτια της.  Το πούλμαν έφτασε στο κέντρο του νησιού. Η ηλικιωμένη κρατώντας με το ένα χέρι τη μαγκούρα και με το άλλο τη βαλίτσα της, ανύψωσε τους οφθαλμούς της και χάθηκε. Ήταν τόσο απλό. Παντού τριγύρω οικοδομήματα, κτίρια, ξενοδοχεία, μαγαζιά τουριστικά. Πουθενά δεν έβλεπε χωράφι τριγύρω της, μήτε τον τόπο που θυμότανε παλιά. Πάρα πολύς κόσμος, συνωστισμός, τρεχαλητά, γέλια παντού, ξένοι προ πάντως ξένοι, αλλά γενικώς τουρίστες. Αμάξια, κίνηση, κυκλοφοριακό χάος. Εκεί που κάποτε ήταν οι δικοί της κι ήταν τόσο ήρεμα. Εκεί τώρα δέσποζαν εκείνοι. Δεξιά της ένα περίπτερο, πλησίασε… «-Καλησπέρα, προς τα πού να τραβήξω για να ξανοιήσω (=δω)…» Η ηλικιωμένη του είπε δεκαπέντε ονόματα που έμεναν εκεί χωρίς υπερβολές, έδωσε ονοματεπώνυμα, ψευδώνυμα, ηλικίες, τα πάντα. Ο περιπτεράς τακτοποιώντας το ταμείο του, σήκωσε το κεφάλι « -Τι λέτε κυρία μου; Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Ιδέα δεν έχω.» Απογοητευμένη έσυρε το κορμί της, κουρασμένη απ ΄ την ταλαιπωρία, σε ένα παγκάκι και παρέδωσε το σώμα της στο ξύλινο αυτό καθιστικό. Δύο ώρες εκεί μόνη της, ατενίζοντας τα γύρω της χαμογελαστά πρόσωπα των ξένων, την φριχτή κίνηση των αυτοκινήτων και πάνω από όλα το αλλιώτικο τοπίο, που αντίκριζε. Ενώ η μνήμη της τα παλιά κι ένα άλλο εντελώς διαφορετικό, φυσικό τοπίο ζωντάνευε μπροστά της. Κανείς γνωστός ώσπου…
 «-Μαργαρίτη, κα (=καλέ) βρε Μαργαρίτη εσύ είσαι;» φώναξε μία κυρία πίσω της, όμοιας ηλικίας, κουνώντας το χέρι της δεξιόστροφα κι αριστερόστροφα πλησιάζοντας την.
«-Εγώ είμαι.» φώναξε η γιαγιά και σπίθες ελπίδας κατέκλυσαν το πρόσωπό της
«-Ήρθες Μαργαρίτη μου, ήρθες; Αμεδά (=απίστευτο!) αλάλιασα (=έμεινα άναυδη)! Μη σε θαρμίσω(=ματιάσω) για τα χρόνια σου μια χαρά βαστιέσαι (=κρατιέσαι). Η Ανεζίνη είμαι. Κα (=Καλέ) με ανηορεύγεσαι (=θυμάσαι);» και η παλάμη της ακούμπησε απαλά πάνω στον ώμο της 90χρονης.
 «-Βεβαίως και σε ανηορεύγομαι (=θυμάμαι), μος (=μόλις) ήρθα και διαμπλάσσω (=περιφέρομαι)… Τόσα χρόνια σε ξένο τόπο.»  
  «- Ίντα (=Τι) κάνεις; Πώς είναι η Αθήνα;»
  «-Καλά» αποκρίθηκε «Χαμός κι εδωδά (=εδώ), όμως, ξανοίω (=βλέπω), αλλάξατε.»
   «-Ναι, χτίσαμε ξενοδοχεία, εστιατόρια, μαγαζιά, αποκτήσαμε ρεάλια (=λεφτά), τα παιδιά μου βρήκαν δουλειά- ένα ξενοδοχείο το καθένα έχει- και έρχονται κι άλλοι τοσαβιά (=πολλοί), ξέρεις, να μείνουν εδώ μόνιμα, να χτίσουν…  Και Μαργαρίτη μου εγώ δεν ξέρω απ ΄ αυτά, αλλά, λένε, το νησί μας βούκινο (=πασίγνωστοι) έγινε σε όλο τον κόσμο… Έρχονται από παντού εδωδά(=εδώ) για διακοπές… Κι εμείς πλουτίζουμε τα καλοκαίρια και φτιάχνουμε ακόμη περισσότερα χτίρια για να κερδίσουμε πιο πολλά.» Και το στόμα της δε σταματούσε να περιγράφει…
«Χαθήκατε, όμως, παντού αρύφνους (= αγνώστους) ξανοίω (=βλέπω)…» τη διέκοψε η ηλικιωμένη, «…Δε μονιάζετε (=βρίσκεστε) πια όπως εμείς παλιά, δε μιλάτε… Τα παιδιά σου καλά είναι;» Η Ανεζίνη γύρισε το βλέμμα της δεξιά κι αριστερά, εξετάζοντας μήπως κάποιος την παρακολουθεί και αφού σιγουρεύτηκε πως όχι γύρισε στη Μαργαρίτη και χαμηλώνοντας το βλέμμα αναφώνησε:
«- Όχι, τους ‘φάγαν οι επιχειρήσεις τσακώθηκαν μεταξύ τους για τα ξενοδοχεία, θα τα βρούνε όμως το πιστεύω.» Η Μαργαρίτη θέλησε να αλλάξει το θέμα, μην τυχόν τη φέρει σε δύσκολη θέση. «-Εσύ μιλάς με τις άλλες, την παλιά παρέα μας;»
 «-Σπάνια, τρέχουμε τώρα, τουρισμός αυτούς τους μήνες και όπως μπορείς, βοηθάς τα παιδιά σου. Εσύ που πας τώρα;»
 «-Το σπίτι μου ήθελα να δω αλλά χάθηκα, δεν ξέρω πώς να  πάω εδωδά (=εδώ) μες στο σαματά (=στη φασαρία) του κόσμου. Μ’ έπιασε σαλαβατίσι (= ζαλάδα) με όλα αυτά τα κτίρια που ξανοίω (=βλέπω) .Μπας κι εσύ ξέρεις απέκειο (= τι απέγινε)  το σπίτι; »
 «Έλα να σου δείξω, πάμε μαζί!»
Η μαγκούρα περνούσε ανάμεσα στα πόδια των περαστικών με μια ατμόσφαιρα πολύ ασφυκτική από τους τουρίστες, σαν να τις κύκλωνε στη μέση. «- Να κα (=καλέ) εδωδά (=εδώ) στάσου» φώναξε η Ανεζίνη και σήκωσε τη  μαγκούρα της ψηλά θέλοντας να τονίσει κάτι. Εκεί μπροστά τους μια χαραμάδα φωτός μεταξύ δύο ξενοδοχείων έδειχνε ένα τοίχο μισογκρεμισμένο, φαίνονταν μερικά συντρίμμια  κάτω στο χώμα, ενώ τα ξενοδοχεία και τα κτίρια ενοικιαζόμενων δωματίων υψώνονταν επιβλητικά τριγύρω. « Δεν μπορούμε να πάμε πιο κοντά , έχει κυκλωθεί από χτίρια και το ρυμίδι (=δρομάκι) που είχε, χάθηκε μέσα στις  φαραοσυκιές. Θα γιομίσουμε (=γεμίσουμε) αγκίλια(=αγκάθια) αν τις πλησιάσουμε.» Το σώμα της γιαγιάς Μαργαρίτης ακούμπησε πίσω στον τοίχο, σκύβοντας το κεφάλι της. Ίσως δεν πίστευε, ίσως ήταν κάτι που δεν είχε φανταστεί να δει ποτέ της, ούτε στους χειρότερους εφιάλτες της.  Η Ανεζίνη ακούμπησε τον ώμο της ηλικιωμένης  φίλης της και αναφώνησε «Θα συνηθίσεις. Μεταξύ μας, ούτε εμένα μου αρέσει, αλλά τι να κάνουμε φέρνει  πολλά ρεάλια (=χρήματα) και μεγάλη ανάπτυξη». Μετά από ώρα σιωπής ατενίζοντας μέσα από τη χαραμάδα η 90χρονη γύρισε το βλέμμα προς την παιδική της φίλη, «-Ανηορεύγεις (=θυμάσαι) ίντα (=τι) δουλειές κάναμε στα χωράφια; Ίντα (=τι) παιχνίδια όντες(=όταν) ήμασταν παιδιά; Πάμε να κάτσουμε εκειδά (=εκεί).»
«-Το χωράφι αυτό δεν υπάρχει πια, το πούλησα, έγινε ξενοδοχείο και γενικά δεν πολύ ασχολούμαστε τώρα τόσο με την αγροτιά. Με τη βεντέμα (= τον τρύγο), με τα χωράφια, όσο μπορούμε, ό, τι κάνουμε  εμείς οι μεγαλύτεροι. Δεν βγάζει ρεάλια (=χρήματα) λένε», τόνισε με ένα φανερό ύφος δυσαρέσκειας και τα χέρια της σφιγμένα γύρω από τη μαγκούρα.
 «-Ναι αλλά έτσι χάνουμε τις παραδόσεις μας. Πρέπει όλοι μαζί να αλληκοντεύσουμε (=εμποδίσουμε) να γίνει αυτό. » απάντησε η Μαργαρίτη, αγνοώντας έναν επίμονο περαστικό που θέλησε να τους τραβήξει την προσοχή προβάλλοντάς τες το χαμόγελό του.   «- Άστα αυτά, μην τα αναιχασκίζεις (= αναφέρεις) και γογγύζεις (= δυσανασχετείς). Κα (=Καλέ) τώρα πού θα μείνεις και πόσο; Αν το αραθυμείς (=επιθυμείς πολύ) έλα μαζί να μείνουμε για όσο θες γιατί δουλιώ (=φοβάμαι) πως θα σε χάσω πάλι.. Και εγώ μόνη μου είμαι στο σπίτι, να έχω έναν άνθρωπο δικό μου να ξαραθυμώ (=ευχαριστιέμαι)και να ξεβαριούμαι (=διασκεδάζω). Πάμε!».
Η Μαργαρίτη έγνεψε καταφατικά και ακολούθησε τη φίλη της. «-Για όσο με θέλει η Παναγιά να έχω ζήσι (=ζωή), θα μείνω. Ήρθα να περάσω τα γεραθειά (=γεράματά) μου. Εδωδά (=εδώ) μεγάλωσα, εδωδά (=εδώ) αναπτύχθηκαν οι ελπίδες και τα όνειρα μου, πώς να φύω (=φύγω);»
Ο καναπές η νησιώτικη ατμόσφαιρα ενός  παραδοσιακού οικισμού, παλιού έκαναν την ελπίδα και πάλι να ζωντανέψει στα μάτια της. Η φίλη της, αφού την καλωσόρισε στην οικία της, της προσέφερε ένα ζεστό ρόφημα στο τραπέζι και λίγους ξηρούς καρπούς. Το βλέμμα της Μαργαρίτης γύρισε δεξιά. Πάνω σε ένα μικρό τραπεζάκι απλωνόταν ανοιχτή μια εφημερίδα. Πάνω πάνω ο τίτλος στη σελίδα εκείνη έγραφε…. «Υποκλίθηκε όλος ο κόσμος στην ομορφιά της. Πρώτη σε όλο τον κόσμο η Σαντορίνη…»   Ας μην την καταστρέψουμε ,όμως ,σκέφτηκε, να υπάρχουν σύνορα αναπτυξιακής πολιτικής. Αξίζει όχι μόνο να ‘ναι πρώτη για αυτούς, αλλά και πρώτη για μας, πρώτη στις καρδιές μας… Η σκέψη της κινούνταν μες στη μηχανή του χρόνου ερχόμενη μπροστά σε ιστορίες, σε χρόνια αλησμόνητα, σε χωράφια και σπίτια, σε γειτονιές γεμάτες γνωστούς, χαμόγελα και αγάπη. Μα δεν μπορεί να χάθηκαν όλα αυτά; Υπάρχουν, σίγουρα υπάρχουν, αρκεί κάποιος  να τους προσφέρει την αφορμή να τα αναδείξουν και πάλι. Αρκεί μια ζεστή αγκαλά για να έρθουν μετά χίλιες. Αρκεί μια ανθρωπιά για να γίνουμε πολλοί. Αρκεί μια γλυκιά κουβέντα και πάλι για να ενώσει τους ανθρώπους. Αρκεί ένα χαμόγελο για να φέρει την ελπίδα σε όσους σε κοιτάζουν. Αρκεί…
Τα μάτια της χαμένα έξω από το παράθυρο κοιτάζοντας τόσο κόσμο να περνάει. Ξένο. Μα φταίνε αυτοί; Όχι βέβαια μήτε ο τουρισμός φταίει, παρά μόνο η τεράστια και η γρήγορη ανάπτυξη του από μας χωρίς όρια και χωρίς φραγμούς. «…Αχ  να υπήρχε εκείνο το χωράφι που μεγάλωσα, αχ εκείνες οι πλατείες οι απλές με χώμα που γεύτηκα το παιχνίδι, τη φιλία, τον πρώτο έρωτα. Αχ  να μπορούσε να  μπει στις ψυχές των νέων η ίδια αγάπη σαν και αυτή που εγώ βίωσα από τους γύρω μου, εκείνη η αληθινή. Αχ να γινόμασταν εμείς οι ντόπιοι και πάλι πρωταγωνιστές του νησιού μας και να παίρναμε το σκήπτρο από τους τουρίστες. Για εμάς να γινόταν η ανάπτυξη και όχι για εκείνους. Αχ να τοποθετούσαμε όρια να μη χαθεί η  γιγάντια ανθρωπιά που έχουμε. Στον κόσμο αυτό της μοναξιάς που ζούμε. Αχ…» αναπολούσε και έπινε το ρόφημα αμίλητη.
Αν το βάλουμε σκοπό δεν θα απομακρυνθούμε, θα μείνουμε ενωμένοι με αγάπη, όλοι πρωταγωνιστές του τόπου μας, δεμένοι. Αν το βάλουμε σκοπό, λίγο όριο χρειάζεται. Αν το βάλουμε σκοπό, μπορούμε, μπορούμε να μείνουμε νησιώτες, συγχωριανοί, άνθρωποι. Αν το βάλουμε μονάχα για σκοπό μας…

Σάββατο 28 Ιουλίου 2012

Η Μηχανή του Χρόνου.....στη Σαντορίνη


Η Μηχανή του Χρόνου ταξιδεύει στην προϊστορική Θήρα, παρουσιάζει το μύθο της χαμένης Ατλαντίδας, εξερευνά τα μυστήρια του ηφαίστειου και ανακαλύπτει την δύναμη των ανθρώπων, που μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1956 έχτισαν τη φήμη της Σαντορίνης στα πέρατα του κόσμου.
Οι περισσότεροι γνωρίζουντο νησί των Κυκλάδων με την τεράστια τουριστική κίνηση, το μαγευτικό ηλιοβασίλεμα και το ανεπανάληπτο φυσικό τοπίο. Λίγοι όμως γνωρίζουν τα γεωλογικά φαινόμενα που δημιούργησαν την μορφολογία της, τον πολιτισμό που ανέπτυξε αλλά και τους μύθους που συνοδεύουν το όνομά της.
Το 1600 π.Χ., 11 αιώνες πριν από την εποχή του Περικλή, οι κάτοικοι της αρχαίας Θήρας κατοικούσαν σε τριώροφα σπίτια, είχαν λιθόστρωτους δρόμους, πλατείες ακόμα και αποχετευτικό δίκτυο.
Ο πολιτισμός αυτός καταστράφηκε από την Μινωική έκρηξη, την μεγαλύτερη έκρηξη που έχει δει η ανθρωπότητα τα τελευταία 10.000 χρόνια. Δισεκατομμύρια τόνοι ηφαιστειακής τέφρας εκτοξεύτηκαν μέχρι την στρατόσφαιρα, η μέση θερμοκρασία της γης έπεσε 6 βαθμούς Κελσίου για 3 χρόνια και ένα τσουνάμι ύψους 35 μέτρων συνέβαλε στην παρακμή του Μινωικού πολιτισμού και έφτασε μέχρι την Αίγυπτο.
Η Μηχανή του Χρόνου αναδεικνύει όλους τους σημαντικούς σταθμούς στην ιστορία της Σαντορίνης. Ταξιδεύει στις σύγχρονες εκρήξεις του ηφαιστείου το 1925 και το 1939, αλλά και στον σεισμό του 1956 που αποδείχθηκε «σωσμός», σύμφωνα με μια προφητική ρήση του Κων/νου Καραμανλή. Ξεδιπλώνει την καθημερινότητα των κατοίκων πριν από την τουριστική… έκρηξη της δεκαετίας του 70, την φτώχεια και τον καθημερινό τους μόχθο για επιβίωση.
Το ηφαίστειο υπήρξε ο μεγαλύτερος σύμμαχος των Σαντορινιών. Σε αυτό χρωστούν τα μοναδικά και περιζήτητα προϊόντα του νησιού σε ολόκληρο τον κόσμο, όπως τα ντοματάκια, η φάβα και το περίφημο κρασί Βινσάντο. Εξαιτίας του ηφαιστείου ο αρχαίος οικισμός στο Ακρωτήρι έμεινε ανέπαφος για 3.700 χρόνια και σήμερα είναι μοναδικός στην Ευρώπη. Στο ηφαίστειο όμως οφείλεται και η ύπαρξη της μαγευτικής καλντέρας για την οποία εκατομμύρια επισκέπτες κάθε χρόνο από όλο τον κόσμο επισκέπτονται τη χώρα μας.
Ανάμεσα στις εικόνες που ξεχωρίζουν είναι:
* Πλάνα απο την έκρηξη του ηφαιστείου στην Καμμένη το 1925.
* Πλάνα απο το σεισμό του 1956 , τις κατασροφές στη Θήρα και την Οία και την κινηματογραφημένη περιοδεία Κ.Καραμανλή στο νησί.
* Πλάνα απο τον αρχαιολογικό χώρο του προϊστορικού οικισμού στο Ακρωτήρι με το νέο βιοκλιματικό στέγαστρο, που καλύπτει 14 στρέμματα ανασκαφής.

Η περίφημη αλλά ενδιαφέρουσα εκπομπή 

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...