Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2019

Η "τσιλαδιά" της μάνας μου, της Νίκης Τσέκου

Τσικνοπέμπτη σήμερα και θυμήθηκα ότι η μάνα μου σαν σήμερα έβγαζε στο τραπέζι και τσιλαδιά.
Στο Καμάρι της Σαντορίνης θυμάμαι , παλιά , οι νοικοκυρές σαν σήμερα «τσούκνωναν» το φαγητό. Το άφηναν δηλαδή, να πιάσει λίγο στον πάτο της κατσαρόλας, να  κολλήσει , να καεί λίγο για να μυρίσει τσίκνα. Συνήθως ”τσούκνωναν το φάβα».
Η μάνα μου φάβα τσούκνωνε .
Αν  είχαν σφάξει το γουρούνι λίγες μέρες πριν τις απόκριες, η μάνα μου έβγαζε στο τραπέζι μαζί με την τσουκνωμένη φάβα και τσιλαδιά.
Τσιλαδιά λέμε στη Σαντορίνη την πηχτή . Φάβα ξέρουν και οι τωρινές νοικοκυρές να φτιάχνουν. Τσιλαδιά όμως, πόσες ξέρουν να φτιάχνουν; Θα μου πείτε ότι στο ίντερνετ υπάρχουν πολλές συνταγές για πηχτή και μάλιστα σε διάφορες παραλλαγές.
Εγώ όμως θυμάμαι την τσιλαδιά της μάνας μου. Στα γεράματά της, επειδή δεν έβρισκε κεφάλι γουρουνιού για να τη φτιάξει, την έφτιαχνε από  μπούτι με κότσι και πέτσα που αγόραζε.
Παλιά, από το γουρούνι που έσφαζαν τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Έπαιρνε το καλοξυρισμένο κεφάλι του χοίρου το έβαζε σε μεγάλη κατσαρόλα με χλιαρό νερό και αλάτι για να καθαριστεί από το αίμα που ίσως είχε απομείνει και αφού το ξέπλενε το έβραζε με μπόλικο νερό . Χρειαζόταν πολύ βράσιμο . Φανταστείτε , πολύ παλιά που μαγείρευαν στην παραστιά με ξύλα, πόση ώρα και πόσα ξύλα χαλούσαν για να βράσουν το κεφάλι του χοίρου μέχρι να ξεχωρίζει το κρέας από τα κόκκαλα. Το ίδιο έκανα και η κυρά-Ρηνιώ , η μάνα μου. Προσέθετε στο νερό φύλλα δάφνης, μπόλικο σκόρδο, αλάτι και ολόκληρο πιπέρι.
Αφού έβραζε καλά το κεφάλι, το σούρωνε σε ψιλό σουρωτήρι και κρατούσε το ζουμί. Καθάριζε τα κρέατα και έκοβα μικρά κομμάτια, μαζί με την πέτσα και τον χόνδρο από τα αυτιά του ζώου. Τα ξαναέβαζε στην κατσαρόλα με το λίγο πηχτό ζουμί που είχε απομείνει από το βράσιμο, έριχνε και ξίδι και αφού τα άφηνε να βράσουν λίγο, τα άδειαζε σε ένα σκεύος φαρδύ. Την άφηνε να κρυώσει , να πήξει και να γίνει ζελές. Έκοβε κομμάτια και τη σέρβιρε .
Η τσιλαδιά άντεχε μέρες τότε που δεν είχαν ψυγεία. Τώρα, στο ψυγείο διατηρείται ακόμα πιο πολλές μέρες.
Ευκαιρία να θυμηθώ τα παιδικά μου χρόνια ήταν η συνταγή της τσιλαδιάς που έφτιαχνε η μάνα μου. Την έφτιαξα κι εγώ φέτος την τσιλαδιά και σήμερα θα τη σερβίρω στα εγγόνια μου που δεν την ξέρουν.
Καλή τσικνοπέμπτη να έχουμε!

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2018

Η τέχνη του βαρελοποιού στη Σαντορίνη

 Ο βαρελοποιός πρώτα μετράει τις «ντούγιες»(τα ξύλα που αποτελούν το βαρέλι). Τις πελεκάει με ένα μαχαίρι, που          λέγεται«ταλιακούδα» και μετά τις περνάει από μια μεγάλη «πλανιά», που είναι ακίνητη και σχηματίζει την κοιλιά του βαρελιού.
    Ανάλογα με το μέγεθος του βαρελιού είναι και η φόρμα, όπου το σκαρώνει. Κάθε βαρέλι είναι στα άκρα στενό ενώ στη μέση φαρδύ.
         Το ένα άκρο των ξύλων το κλείνει με στεφάνια, ανάλογα με το μέγεθος του βαρελιού, ενώ το άλλο άκρο είναι ακόμα ανοιχτό. Για να σχηματιστεί η κοιλιά του βαρελιού, κάνει μια σκάρα, όπως του μαγκαλιού, βάζει μέσα χοντρά ξύλα. Αφού δώσει φωτιά παίρνει τη σκάρα και από πάνω της τοποθετεί τα βαρέλι, όπως το προετοίμασε πιο πριν, με το ένα άκρο του δηλαδή έτοιμο. Με ένα συρματόσκοινο τριγυρίζει το βαρέλι στο άλλο άκρο που είναι ακόμη ανοιχτό. Με τι βίδα ένα εργαλείο με το οποίο πιάνει το συρματόσκοινο και από τις δύο πλευρές σφίγγει τα ξύλα και σιγά σιγά το άκρο αυτό που αρχικά είχε ετοιμαστεί.
         Στη συνέχεια αναποδογυρίζει το βαρέλι, χωρίς να πειράξει τη βίδα. Κόβει σίδερα ανάλογα με το βαρέλι και τα καρφώνει με περτσίνια. Αφού τοποθετήσει το εξωτερικό στεφάνι του άκρου, αρχίζει να ξεβιδώνει τη βίδα και να προσθέτει τα υπόλοιπα στεφάνια. Αν το βαρέλι είναι 500 έως 1000 κιλά βάζει δέκα στεφάνια .
          Μετά κάνει το «καβάρισμα» μπροστά και πίσω στα δύο δηλαδή στρογγυλά άκρα του βαρελιού με ένα σκεπάρνι γυριστό. Για να πιάσει το «φουντί», το στρογγυλό άκρο του βαρελιού, δηλαδή το καπάκι με τον «τζινιαδόρο» κάνει την πατούρα ένα είδος αυλακιού. Αφού ετοιμάσει το φουντί, το πατάει στην «πλάνια» και μετά το καρφώνει με δίμυτες βελόνες. Το φουντί αποτελείται από πολλά κάθετα κομμάτια ξύλου. Μετά παίρνει κουμπάσο από την πατούρα που άνοιξε, επί πέντε κουμπασιές. Παίρνει το κουμπάσιο και το τοποθετεί στο μέσο του φουντιού και παίρνει τον κύκλο στρογγυλό. Αφού αλείψει το στρογγυλό με μπογιά και φαίνεται το στρογγύλεμα της κουμπασιάς, με το «ξεγυριστάρι», είδος πριονιού το κόβει και γίνεται στρογγυλό. Με την «ταλιαδόρα», μια μεγάλη μαχαίρα, κόβει το φουντί γύρω γύρω για να χωράει να μπει στην πατούρα. Ύστερα ξυνει το φουντί με ένα ροκάνι για να γυαλίσει. Στην συνέχεια βάζει ζυμάρι από αλεύρι και νερό στην πατούρα και βγάζει τρία στεφάνια για να περάσει το φουντί.
      Σηκώνει το βαρέλι όρθιο, σφίγγει τα στεφάνια και εφαρμόζει όλες τις ντούγες κι έτσι το βαρέλι δεν τρέχει. Ανοίγει μια τρύπα στη ράχη του βαρελιού απ’ όπου θα μπει ο μούστος στο βαρέλι, και μια μικρή σ’ ένα από τα δυο καπάκια του για να μπει η κάνουλα απ’ όπου τρέχει το κρασί.   

Πηγη Χριστόφορος Μηνδρινός : Η Σαντορίνη που χάνεται 

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018

Όρμοι και λιμένες Σαντορίνης ( 17ο αιώνα)


«Με την άνοδο στο τουρκικό θρόνο του Μουράτ Γ ( 1574), αρχίζει για το Αιγαίο και φυσικά για τη Σαντορίνη μια νέα περίοδος και επιβάλλεται μια νέα τάξη πραγμάτων. Ο Μουράτ Γ θέλοντας να εδραιώσει την ομαλότητα στην πολιτική και κοινωνική ζωή του νησιού, […]εξέδωσε το 1580 έναν αχτναμέ με τον οποίο παραχωρούσε στους κατοίκους των νησιών ειδικά προνόμια και φολογικές ελαφρύνσεις. […] η οικονομική ανάπτυξη του νησιού κατά την περίοδο του 17ου αιώνα φαίνεται από τα υψηλά χρηματικά ποσά που διακινούν οι κάτοικοι και μεταξύ τους αλλά και με τους άλλους νησιώτες. Φαίνεται ακόμη και από το μεγάλο αριθμό πλοιοκτητών και καραβοκύρηδων, που παίρνουν στα χέρια τους το εμπόριο. Ένας πορτολάνος της εποχής ( βιβλίο – οδηγός πλεύσης) μας περιγράφει με χαρακτηριστική γλώσσα το λιμάνι της Σαντορίνης και δίνει χρήσιμες οδηγίες στους ναυτικούς.

Ἡ Σαντορίνη ἔχει ἕνα βουνί ὑψηλόν τζιμαρόλο καὶ εἰς τὸ μεσημέρι κάμνει κούδαν  εἰς τὸ ἀκρωτήρι τοῦ μεσημερίου. Εἰς τὴν μερέαν τοῦ λεβάντη ἔχει καλόν παραγωγόν διὰ νὰ ὑπᾶς ὅπου θέλεις. Καὶ εἰς τὴν μερέαν τοῦ πουνέντη ἔχει νησί μαῦρο καὶ λέγουν το Καμένη καὶ εἴναι καλός λιμένας, δια καταβολάρην μὲ ἄνεμον. Εἰς τὸν πουνέντη οὐδέν ἠμπόρεῖς νὰ σηκωθεῖς. καὶ ἀπ ἐκεῖ μίλια ἕξι εἰναι ἡ Φυρασία καὶ εἰς τὸ ἀκριότερον τοῦ γαρμπῆ ἔχει  ξέρην ἀλάργα ἀπό τὴν γῆν μίλια δύο. ἄλλην ξέρην ἔχει εἰς το ακρωτήρι τῆς τρεμουντάνας μέσα τὸ κανάλι εἰς το ακρωβτήρι τὸ λιγνόν, καὶ εἴναι πλέον κοσταρισμένη εἰς τὸ ἀκρωτήρι τῆς Φυρασίας παρὰ τῆς Σαντορίνης. Καὶ ἄν ἀπεράσης, κοστάριζε πλέον τὴν Σαντορίνην, ὅτι ἡ ξέρη εἴναι μέσα μέσα καὶ ἔχει ἀπάνω της πιθαμές πέντε και ἔν μακρέα ὡσάν κάτεργον. Εἰς τὴν Φυρασίαν, εἰς το ἀκρωτήρι τῆς τρεμουντανας, εἰς τὴν μερέαν τοῦ λεβάντη θωρώντα τῆς Σαντορίνης, έχει λιμένα διὰ μικρόν καράβιν, ὅτι το  μέγαν καράβιν οὐδέν ἡμπόρεῖ νὰ σταθῆ. "...

Πηγή: Α.Τσελίκας: Μαρτυρίες από τη Σαντορίνη 1573 -1819
Αθήνα 1985 , Πνευματικό Κέντρο Μέγαρο Γκύζη , σ.12

Σάββατο 7 Ιουλίου 2018

Στη Μνήμη του Σπύρου Βασσάλου

Γράφει ο Αντώνης Σιγάλας
""ΤΟ ΣΠΥΡΑΚΙ""
Για το νησιώτικο τραγούδι στο νησί, στα παιδικά μου χρόνια, διέπρεπαν από την εποχή του παππού μου, Αντώνη Φαρισαιου, Μάρκου Πάγκαλου, του Μανωλιτσου οπου αργοτερα τη σκυτάλη πήραν τα παιδιά τους.....
ο Κυριάκος, ο Μηνας.και ο Σταύρος, απ τους Φαρισαιους....ο Δημήτρης ο Μανωλιτσος,
Αλλά και ο Στάθης ο Λιμπουνης απ τον Καρτεραδο, ο περίφημος Σπύρος ο Κύκλωπας,
Αλλά και πολλά άλλα παιδιά της εποχής όπως ο Ακιμης, ο Πάρης, ο Αντώνης απ το βουρβουλο,ο Φανούρης ο Δημητρης και πολλοί άλλοι για να μην αδικήσω!!!!!
Εντελώς απρόσμενα εμφανίστηκε ένας έφηβος που μας γοήτευσε όλους Όχι μόνο με την δεξιοτεχνία του, αλλά και με μια πρωτόγνωρη σεμνότητα, αλλάζοντας όλα τα προηγούμενα δεδομένα.
Το "Σπυράκι"
Μάγευε όλους μας με ένα νέο "στυλ"
φρεσκαδας, ανεσης, και τέχνης που άλλαξε πραγματικά το μουσικό στερέωμα του Νησιού.....
Μαζί με τα μουσικά του ακούσματα...
ΛΑΤΡΈΨΑΜΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΊΔΙΟ!!!!!!!!!
ΜΑΣ ΤΊΜΗΣΕ ΩΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ.
ΆΛΛΑ ΠΕΡΙΣΣΌΤΕΡΟ ΩΣ ΜΠΟΡΙΑΝΟΣ
""""Κ Υ Ρ Ι Ο Σ""""

Ο Γουλάς και το Καστέλλι του Εμπορείου

Μέσα από τα μάτια του Μάρκου Αβ.Ρούσσου
Εφημερίδα Κυκλαδικό Φως Ιανούαριος 1968
 […] την παλαιάν εποχήν το Εμπορείον ήτο ο προμαχώνας και το προπύργιον της Σαντορίνης λόγω της μικράς αποστάσεως του από την θάλασσα απ όπου απεβιβάζοντο οι ορδές των βαρβάρων. Προς αντιμετώπισιν δε των επιθέσεων και των επιδρομών, έκτισαν το καστέλλι και εις το μέσο αυτού το μικρό εκκλησάκι της Θεοτόκου γνωστόν ως «Θεοτοκάκι», το οποίο σώζεται μέχρι και σήμερα. Το Καστέλλι είχε μόνο μία είσοδος προς νότον γνωστή με το όνομα «Πόρτα» και η οποία υπάρχει μέχρι σήμερον. Εντός δε της εισόδου αριστεράς υπήρχε θολωτό δωμάτιον γνωστόν κατά την παράδοση ως φυλακή η είσοδος της οποίας εκτίσθη προ τεσσαρακονταετίας. Αργότερα ηνοίχθη και Δευτέρα είσοδος προς δυσμάς και έμπροσθεν του μεγαλοπρεπούς ναού του Ευαγγελισμού ο οποίος εκτίσθη κατά τον 16ο αιώνα και ανακαινίσθη  αργότερα εις τον σημερινό ναό, με το θαυμάσιο και αρίστης αρχιτεκτονικής κωδωνοστάσιον ανεγερθέν από έναν απλό και αγγράμματο Μεσσαρίτη πρωτομάστορα. Το κωδωνοστάσιον εκτίσθη επί Δημαρχίας Μάρκου Δρόσου κατά το τέλος του περασμένου αιώνος.
Εκτός  όμως από το Καστέλλλι το οποίον αποτελούσε κυρίως την Διοιίκηση  υπάρχει και ο Γουλάς έξωθι του Εμπορείου. Το οικοδόμημα είναι ακαλαίσθητον μεν εμφανίσεως αλλά απρόσιτον εις τας ληστοπειρατικάς επιθέσεις. Από τα τείχη του Γουλά οι εγκλεισμένοι βράζοντας νερό και περιέλουζον τους επιδρομείς δια μέσου οπών ή πολεμίστρων οι αοποίαι σώζονται μέχρι σήμερον. Ο Γουλάς έκλεινε δια μίας βαρειάς θύρας με περιστροφικόν άξονα ενισχυμένης εσωτερικώς δια σιδηράς αμπάρας ώστε να είναι δύσκολος η παραβίασις της. Η εν λόγω θύρα υπήρχε ακόμη μόλις προ ολίγων ετών. Εις την κορυφή του Γουλά υπήρχε μικρόν ναύδριον του Αγίου Γεωργίου όπου προσήυχοντο οι εντός του Γουλά εγκλεισμένοι κάτοικοι του χωριού. Ο Γουλάς του Εμπορείου είναι μάλλον Φλωρεντινής αρχιτεκτονικής λόγω του τετραγωνικού του σχήματος και της βαρειάς όσον και ακαλαίσθητου εμφανίσεως του. Είναι ένα κυκλώπειον οικοδόμημα κτισμένο λίγα μέτρα έξωθι του εμπορείου. Οι κάτοικοι του χωριού διώριζαν  φύλακας οι οποίοι παρηκολουθούν τας ακτάς από την Περίσσα μέχρι του ΕΞωμύτου και όταν έβλεπαν κανέναν πειρατικόν πλοίον  άναβαν  φωτιές και άλλοι φύλακες από τα κωδωνοστάσια που τους έβλεπαν έδιναν το σύνθημα του συναγερμού και όλοι οι κάτοικοι εκλείνοντο άλλοι μεν εις τον Γουλά και άλλοι εις το Καστέλλι δια να σωθούν …..[…]

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

Σαντορίνη, το μαύρο διαμάντι του Αιγαίου


Σαντορίνη, το μαύρο διαμάντι του Αιγαίου .
Κυκλαδικό Φως
Ιανουάριος 1969
Πιπίτσα Λ. Πίντου
Μόλις χαράζει, όταν το πλοίο μπαίνει στον όρμο της Σαντορίνης. Γύρω όλα είναι μουντά και σκοτάδια από τη θάλασσα έως τους ακαθόριστους σκοτεινούς όγκους που διαγράφονται στον ορίζοντα και που μονάχα οι κορφές των αρχίζουν να φωτίζονται απαλά. Άθελά σου έρχονται στο νου τα λόγια του Σαίξπηρ  «της νύχτας τα κεριά έχουν σωθεί και η μέρα η χαρωπή στέκεται στις θολές κορφές, στις μύτες των ποδιών».
Η σαντορίνη αποτελείται από τρία ηφαιστειογενή νησιά, το μικρό Ασπρονήσι, την Θηρασιά και την κυρίως Σαντορίνη που όλα μαζί σχηματίζουν ένα κύκλο στη μέση του οποίου βρίσκεται το κατάμαυρο ηφαίστειο με λεκανοειδή κρατήρα και χωρίς βλάστηση.
Με το φως της αυγής εμφανίζονται οι παράξενοι βράχινοι όγκοι που ξεπηδούνε από την θάλασσα κάθετα και παίρνουν φοβερές μορφές και χρώματα καθώς ανοίγει η μέρα από το ασπρουδερό της πορσελάνης, το ανοικτό καφέ ως το βαθύ κοκκινοπώ, ανάλογα με τη σύσταση των γεωλογικών στρωμάτων, ως το μαύρο της πυρακτωμένης λάβας. Αλλόκοτα και ξεσκισμένα τα κάθετα βράχια κατοικίες απόσμονων τιτάνων μέσα σε μία μαβιά και απύθμενη θάλασσα σχηματίζουν μία εικόνα βαθειά…εντυπωσιακή.   […]
Τα Φηρά είναι χτισμένα σε μεγάλο μήκος πάνω στις κορφές των γκρεμνών και σε πολύ μικρό σχετικό βάθος ώστε από εκεί είναι εύκολο να απολαμβάνει κανείς το πανόραμα της νοτιοδυτικής πλευράς του νησιού με το ηφαίστειο και τους γκρεμνούς, όσο και το πανόραμα της ανατολικής, η οποία είναι ένας μεγάλος σεισμός κάμπος γεμάτος αμπέλια και γευστικές ντοματιές.
Ο φοβερός σεισμός του 1956 κατέστρεψε και τα Φηρά, ιδίως τον Φραγκομαχαλά και το Κοντοχώρι, ενώ η περιοχή των Κάτω Φηρών, μικρές ζημιές μόνο έπαθε. Σήμερα, τα περισσότερα σπίτια έχουν ξαναχτίσθει και τα μεν δημόσια κτήρια και σχολεία έχουν κτιστεί πολύ ωραία καθώς και τα σπίτια των κάπων ευπόρων νησιωτών γιατί ο δεσμός με τη πατρικη γη δεν καταστρέφεται εύκολα όσοι κίνδυνοι κι αν παρουσιασθούν. …[…]παίρνουμε τον ανηφορικό από τα Φηρά ασφαλτοστρωμένο δρόμο για να φτάσω στην Επάνω Μεριά, που ήταν άλλοτε το πιο πυκνοκατοικημένο χωριό του νησιού. Εκεί βρισκόμαστε μπροστά σε μία σπαρακτική εικόνα καταστροφής. Δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα όρθιο. Ξετιναγμένα σπίτια που κρέμονται διαλελυμένα στις πυρακτωμένες πέτρες του γκρεμνου είναι ότι απέμεινε από την Επάνω Μεριά. Πλήρης περίπου είναι η εγκατάλειψη του χωριού. Δύο από τις μεγάλες εκκλησίες του χωριού που είναι γεμάτες από παμπάλαιες εικόνες και καντήλια έχουν ανοικοδομηθεί από την μεγάλη ευλάβεια των νησιωτών. […] αλλά δεν είναι μονάχα το πέρασμα των γεωλογικών φαινομενων που κάνουν τη Σαντορίνη μοναδικό νησί. Είναι και ο πολιτισμός της. Όλοι οι πολιτισμοί έχουν περάσει από το παθιασμένο αυτό νησάκι .[…]
Η Σαντορίνη είναι ο τόπος των αντιθέσεων : η άγρια κακιά φύση από τη μια μεριά και οι καλοσυνάτοι και ευλαβείς κάτοικοι της από την άλλη. Όταν βραδιάζει και μαζεύονται οι σκιές στο σούρουπο κοιτάζω, κάτω στην άβυσσο του Γιαλού, όπου τα φωτισμένα καράβια μοιάζουν με παιδικά παιχνιδάκια. Η σιγαλιά τότε γίνεται απόλυτη και σου φέρνει δέος. Προσπαθείς να συλλάβεις την ώρα εκείνη της φρίκης που βράζουνε τα σωθικά της γης, πως γεννιόντουσαν νησιά και βουλιάζανε πάλι, στην άπατη φλογισμένη θάλασσα, με στοιχεία έξω από τον ανθρώπινο έλεγχο ….. […]

Τρίτη 5 Ιουνίου 2018

Η Στέλλα Γκρέκα της Σαντορίνης

Ίσως σε πολλούς να μην τους λέει τίποτα το όνομα... Η Στέλλα Γκρέκα αγαπημένη τραγουδίστρια των αστικών κέντρων και η απόλυτη ερμηνεύτρια πασίγνωστων τραγουδιών όπως " Πάμε στο Άγνωστο με βάρκα την Ελπίδα "  "Χθες το βράδυ", "Γύρισε", "Τί κι αν χαθείς", "Το τραγούδι της Μαρίνας" ήταν το καλλιτεχνικό όνομα της Θηραίας Στέλλας Λαγκαδά από τον Πύργο. Πριν λίγες ημέρες βρέθηκε στο νησί σε ηλικία 96 ετών προσκεκλημένη των Δημήτρη Τσίτουρα και Μανώλη Λιγνού. Εμφανίστηκε νεαρή στη μουσική σκηνή της πρωτεύουσας και από την ηλικία ήδη των 8 ετών ο αθηναϊκός τύπος είχε αναφερθεί σε αυτήν. Το 1942 παντρεύτηκε τον ποιητή και σκηνοθέτη Ορέστη Λάσκο, ο οποίος τη βάφτισε καλλιτεχνικά Στέλλα Γκρέκα 
Ξεχωριστό και άγνωστο σημείο  ,της Στέλλας Γκρέκα, είναι οτι αδερφός της είναι ένας πολυγραφότατος συγγραφέας, που έχει καταγράψει και την ιστορία  του νησιού. ο Αλέξανδρος Λαγκαδας

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...