Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

Περίπατος πλάι στο “γίγαντα”..


Το μονοπάτι σιγά σιγά στενεύει.. εδώ και ώρα έχει απομακρυνθεί από το παλιό αρχοντικό που στέκει αγέρωχο στα όρια του παλιού χωριού... η θέα σε κάθε σημείο είναι μοναδική.. από τη μια η πρωτεύουσα του νησιού και από την άλλη η θάλασσα και στη μέση ο μικρός “γίγαντας” που συνεχίζει να λαγοκοιμάται.. Όπου και να κοιτάξει, το βλέμμα της ταξιδεύει... ταξιδεύει και γαληνεύει.. 
Ο ήλιος έχει χαθεί πια στη μέση της θάλασσας και έχει δώσει τη θέση του στο ολόγιομο φεγγάρι... ο αέρας όσο βραδιάζει δυναμώνει... τα ξέμπλεκα μαλλιά της μπλέκονται στο πρόσωπο της όμως εκείνη συνεχίζει να περπατά στο μονοπάτι και κάθε τόσο κοντοστέκεται και κοιτάζει τη θέα. Πάντα τη μάγευε... το τοπίο, η μυρωδιά του βασιλικού στις γλάστρες... η αλμύρα της θάλασσας! Ο παφλασμός της ακούγεται στο βάθος σαν μουσική στα αυτιά της!
Έχει ξεμακρύνει πολύ από το χωριό. Σε λίγο θα αρχίσει να χάνεται στα σοκάκια της πρωτεύουσας. Θα αποφύγει για άλλη μια φορά το κέντρο. Αν και χειμώνας, έχει επισκέπτες το νησί ακόμα. Ο θόρυβος από την έντονη μουσική και τον κόσμο θα εξαφανίσει το “τραγούδι” της θάλασσας κι εκείνη έχει ανάγκη αυτόν τον ήχο απόψε. Καλύτερα να συνεχίσει “παραλιακά”. Άλλωστε πάντα αυτό το κομμάτι τη γοήτευε. Προσπαθεί να απομακρύνει άλλη μια τούφα από τα καστανά μαλλιά της που ο αέρας έφερε μπροστά στο πρόσωπό της. Ξαφνικά συνειδητοποιεί πως είναι τόσο απορροφημένη στις σκέψεις της που δεν έχει καταλάβει ότι ψιχαλίζει. “Δε πειράζει”, σκέφτεται, “λίγο έμεινε”.
Η βροχή δυναμώνει. Εντίνει το βήμα της. Δε κοιτά πίσω όμως. Θα καταφέρει να φτάσει στο αγαπημένο της σημείο. Είχε ακούσει στο γυαλό τους καπεταναίους να μιλούν το πρωί. Πώς δε το θυμήθηκε, άραγε; Την περίμεναν αυτή τη μπόρα ... θα ΄ταν δυνατή είχαν πει. 

A.Γ. 

Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2017

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη

"...Η κυρούλα με το τυραννισμένο διψασμένο πρόσωπο, χάθηκε μες στο άσπρο φως στα μονοπάτια του Μεροβιγλίου. Κι εμείς ενώ το φως δυνάστευε τη Σαντορίνη αρχίσαμε να χαμηλώνουμε κατεβαίνοντας το δύσκολο μονοπάτι του βράχου γυρεύοντας να πατήσουμε το κάστρο της Φιορέντζας…..[…]
Άξαφνα ψίθυρος σιγονότατος, ψαλμωδία κατανυκτική, φωνή ικέτις, μπερδεύοντας με τη φωνή της ερημίας και της θαλάσσης, έφτασε στ' αυτιά μας. Xείλη γυναικεία έψελναν ύμνους χριστιανικούς. Kάτω απ' τα ερείπια του κάστρου των Φράγκων, η ταπεινή μελωδία της Oρθοδοξίας, βεβαίωση της συνέχειας, τι συγκίνηση που ήταν!
Σαν να μας έσεισε αγέρας βίαιος. Kάμαμε ακόμα λίγα βήματα. Kαι τότε πρόβαλε μπρος στα μάτια μας, όραμα θαμπωτικό, αλησμόνητο για πάντα, άσπρο, πάλλευκο: η "Θεοσκέπαστη". Πάνω απ' τα κρεμαστά νερά, στον άγριο βράχο, πάνω απ' το ηφαίστειο.

Oι ύμνοι τώρα έρχονται πιο καθαροί. Προχωρήσαμε, μπήκαμε στη Θεοσκέπαστη. Κατακάθαρο, γυμνό, κατάγυμνο ήταν το ξωκκλήσι, καθώς όλα τα ξωκκλήσια των Eλλήνων. Mονάχα ένα ξυλόγλυπτο, παλιό, παμπάλαιο τέμπλο. Kαι μπρος στο Iερό, κάτω απ' το φαγωμένο τέμπλο, γονατισμένες πάνω στις πλάκες, με σκυφτό κεφάλι, αποτραβηγμένες στη δέησή τους, μονάχες με τον εαυτό τους και με το Θεό, ξιπόλυτες, οι μαυροφορεμένες γυναίκες, που είχαμε δει από μακριά, έψελναν. H μια διάβαζε τα τροπάρια απ' τη Σύνοψη, οι άλλες, οι αγράμματες, μουρμούριζαν μαζί της. Eίχαν ανάψει τα καντήλια, έξω ήταν το πέλαγο, τα "συστήματα των υδάτων" όλα ήταν κατάνυξη κ' ερημιά. Oι γυναίκες λέγαν την Aκολουθία του Mικρού Παρακλητικού Kανόνος:

"Προστασίαν και σκέπην ζωής εμής τίθημι σε, Θεογεννήτορ Πάρθενε, συ με κυβέρνησον προς τον λιμένα σου". "Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου, Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν".

Άκουσον τα βήματά μας, μα ήταν σα να μην είμαστε, μήτε καν γύρισαν προς τα εμάς. Έτσι πάντα:σκυφτές, γονατισμένες, πνιγμένες στα μαύρα, ικέτιδες.

Mας συνεπήρε κ' εμάς το μυστήριο, η κατάνυξη, γινήκαμε σε λίγο μαζί τους ένα, προσευχηθήκαμε κ' εμείς για ό,τι αγαπούμε και για τους ανθρώπους.

Σαν τέλειωσε η παράκληση κ' οι γυναίκες σηκωθήκαν απ' τις πλάκες, ωχρές, γαλήνη ήταν στο πρόσωπό τους πολλή. Mας τριγυρίσανε, είπαν τα δικά τους, είπαμε τα δικά μας. H μια είχε παιδί σκοτωμένο στον πόλεμο, η άλλη έχει γιο στο στρατό, η άλλη έχει γιο που ταξιδεύει στη θάλασσα. Kάθε χρονιά έχουνε τάμα να πάρουν βόλτα όλο το νησί, με τα πόδια, ν' ανάψουν τα καντήλια στα ξωκκλήσια. Έτσι ξεκινήσανε και φέτος. Mε τα χαράματα πέσαν στο δρόμο απ' τον Πύργο, ξιπόλυτες, κ' η σκόνη σκέπαζε τα σκληρά, τυραγνισμένα πόδια τους. Tώρα, ύστερα απ' τη χάρη της, μετά τη Θεοσκέπαστη, θ' ανηφορίζαν για τ' άλλα τα ξωκκλήσια, κατά τα δυτικά.

Bγάλανε απ' το μπογαλάκι τους το γιόμα τους, ψωμί σταρένιο, τις μικροσκοπικές ντομάτες της Σαντορίνης, ψαράκια της τράτας τηγανητά. "Ήντλησαν" νερό απ' τη μικρή στέρνα, νερό βρόχινο, μας φιλέψαν νερό και ψωμί. Δε θέλαμε να τους το στερήσουμε που το είχαν λιγοστό - το ψωμί και το νερό. Mα επιμένανε να το πάρουμε κοιτάζοντάς μας παρακαλεστικά μες στα μάτια, σαν να το γυρεύαν για χάρη.

"Tώρα μας ένωσε η Θεοσκέπαστη", είπαν.


Αποχαιρετιστήκαμε. Εμείς μείναμε να ζήσουμε λίγο ακόμα τη Θεοσκέπαστη , μια ακόμα ελληνική ώρα. Καθώς έβλεπα να ανηφορίζουνε το σκαλισμένο στο βράχο μονοπάτι του Σκάρου, οι μαυροφορεμένες ξυπόλητες γυναίκες της Σαντορίνης πηγαίνοντας να ανάψουν τα καντήλια στα άλλα ξωκκλήσια, ικέτιδες για τα παιδιά τους, πεινασμένες, διψασμένες στην άνυδρη γη τους – θυμήθηκα απότομα την μακρινή μεγάλη πόλη την πρωτεύουσα των Ελλήνων. Ω τι ξένη πόλη, ξεκομμένη από τονκορμό της Ελλάδας, απληροφόρητη για τα βάσανα της για την πικρία και την καρτερία της ,αδιάφορη και αλάζων αυτή η πόλη των Αθηνών.

Ηλίας Βενέζης
Αφιέρωμα στη Σαντορίνη – Ηλίας Βενέζης


Περιοδικό Νέα Εστία τεύχος 698 σελ 1031

Το "Καλικαντζαράκι" στο Νημποριό Σαντορίνης

Κάθε αναφορά στις μέρες των Χριστουγέννων με γυρίζει στα παιδικά μου χρόνια. Στα χρόνια μιας άλλης Σαντορίνης, ενός άλλου Νημποριού! Δεν μ’ άρεσαν τότε τα Χριστούγεννα γιατί επειδή έτυχε να έχω γεννηθεί τη συγκεκριμένη μέρα, όλοι στην οικογένεια με φώναζαν «καλικαντζαράκι». Κι ενώ εγώ η δόλια σε κάθε πείραγμα  προσδοκούσα συμπαράσταση απ’ τον παππού μου τον Μούγκρο,  που όλοι έλεγαν πως ήταν ο σοφός του Νημποριού, εκείνος απλά  παρατηρούσε  τους θείους και τις θείες μου να με κοροιδεύουν. Μάλιστα  τον τσάκωσα αρκετές φορές να γελά εις βάρος μου με τα κρύα αστεία τους. Μόνο η γιαγιά με κάλυπτε απόλυτα  με την αγάπη την τρυφερότητα και την κατανόησή της. Γι αυτό  κι εγώ της ανταπέδιδα στο πολλαπλάσιο την αγάπη μου δείχνοντάς την με κάθε τρόπο.
    Η γιαγιά μου ήταν μια γυναίκα του κάμπου. Γέννησε οχτώ παιδιά ενώ δούλευε σαν άντρας στα χωράφια χωρίς να λείψει ούτε μέρα απ τη δουλειά. «Άξα» γυναίκα, «δουλευτού». Μόνο τις Κυριακές και τις «σκόλες» δεν πήγαινε στον κάμπο. Το πρόσωπό της ήταν αυλακωμένο όχι τόσο από τα χρόνια, όσο  από τον ήλιο και τον αέρα του Λειβαδάρου, του Πρέκα, του Περετάδου κι όλων των άλλων περιοχών όπου είχαν τα χωράφια τους. Οι ρυτίδες γίνονταν ακόμα περισσότερες απ’ το γεγονός ότι από τις πολλές γέννες της είχαν πέσει όλα της τα δόντια. Παρόλα αυτά γελούσε πολύ συχνά και το στόμα της έμοιαζε με μικρού παιδιού που δεν του χει  ακόμα φυτρώσει η οδοντοστοιχία.
   Στην εκκλησία δεν πήγαινε συχνά, αλλά τα Χριστούγεννα πήγαινε πάντα ν’ ανάψει το κερί της. Εκείνα τα Χριστούγεννα μου που γινόμουν τεσσάρων χρόνων, η γιαγιά ήρθε πρωί πρωί στο σπίτι μας και με πήρε μαζί της .  Στο δρόμο  ήταν σιωπηλή και με κρατούσε προστατευτικά  από το χέρι. Όταν φτάσαμε στην εκκλησία και πήγαμε στο γυναικωνίτη, είδα πως την καλοδέχτηκαν οι άλλες γυναίκες και μερικές μάλιστα επέμειναν να της δώσουν το στασίδι τους να καθίσει παρ’ όλο που ήταν μικρότερη από αρκετές. Ανάμεσά τους αναγνώρισα πολλές συζύγους των εργατών του παππού και κάποιες απ’ αυτές μου τσίμπησαν δυνατά τα μάγουλα.  Αφού βαρέθηκα να παρακολουθώ τις αβρότητες μεταξύ τους, έστρεψα την προσοχή μου σε άλλα θέματα  πιο ενδιαφέροντα. Το φως των κεριών που βρισκονταν στο μανουάλι με τράβηξε σαν μαγνήτης. Δεν πρόλαβα να παίξω με τη φλόγα ενός κεριού που μου κλεινε το μάτι και αμέσως η γιαγιά με τράβηξε προς το μέρος της κάνοντάς μου την αναμενόμενη  παρατήρηση. «Δε σου πα να σαι καλό παιδί αμα λερώσεις το φιστάνι σου πως θα σε σουλουπώσει η μάνα σου».
Ξαφνικά το φως των κεριών έχασε τη λάμψη του. Ο μικρός Χριστούλης που είχε μόλις γεννηθεί είχε κάνει κιόλας το πρώτο του θαύμα!!!! Η γιαγιά μου είχε το στόμα της γεμάτο με κατάλευκα κι ολόισια δόντια. Το δέρμα σε όλο της το πρόσωπο  είχε τσιτώσει κι έμοιαζε με κοπέλα. Η χαρά μου και η περηφάνεια μου ήταν τόσο μεγάλη που φώναξα δυνατά για ν’ ακουστώ πάνω από τη φωνή του παπά «η γιαγιά μου έχει ντόντια, ω! τι ωραία ντόντια έχει η γιαγιά μου»!!!!
Χρόνια αργότερα ανακάλυψα πως το θαύμα της μασέλας γίνεται από τους οδοντοτεχνίτες κι εκεί το ομολογώ, η πίστη μου κλονίστηκε. Πάντως βγήκε και κάτι καλό απ’ αυτή την ιστορία,  από τότε οι θείοι μου με κοροιδεύουν πλέον  για τη μασέλα της γιαγιάς και δείχνουν να χουν ξεχάσει  οριστικά το «καλικαντζαράκι».


" Λαογραφία της Σαντορίνης"

υ.γ. Χρόνια πολλά αγαπητή "Λαογραφία της Σαντορίνης" καλωσόρισες και επίσημα στο καλλιστορώντας.

Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2017

Χριστούγεννα στη Σαντορίνη

του Μάρκου Αβ.Ρούσσου 
Θυμούμαι κείνα τα χρόνια που τα Χριστούγεννα σηκωνόμαστε αρόδιστα και κινούσαμε κάτω από τα άστρα για να πάμε στον όρθρο της Γεννήσεως. Η εκκλησία ήτανε πανηγυρικά στολισμένη με σημαίες και λάβαρα. [..] το απέριττο προσκυνητάρι ήταν τοποθετημένο ανάμεσα σε δύο πανύψηλα μανουάλια και πάνω σε αυτό η πανάρχαιη εικόνα της Γεννήσεως που κάποιος Θηραίος αγιογράφος της εποχής είχε βάλει τα δυνατά του για να ζωντανέψει με τον χρωστήρα του όσο μπορούσε καλύτερα την αναπαράσταση. [..] Άκουσα τα παρακάτω λόγια μιας Θηραίας χωρικής που πλησιάζοντας για να προσκυνήσει την εικόνα της Γεννήσεως, στάθηκε για μία στιγμή σε στάση προσευχής κοίταξε με δάκρυα θρησκευτικής συγκινήσεως τη στενόχωρη φάτνη που φιλοξενούσε τον Αχώρητο, έκανε το σημείο του Σταυρού και ακουμπώντας τα χείλη της πάνω στο θείο βρέφος ψιθύρισε  : « Μάθια, ήντα κρυώνεις μωρό μου!»… Αυτά τα λόγια δείχνουν πόσο οι παλαιοί Θηραίοι ένοιωθαν σαν να ζούσαν τη Γέννηση του Χριστού[…]
Πότε δεν θα ξεχάσω στο θάμπος του φεγγαριού τις ψυχές φωτισμένες από ολόθερμη πίστη, ανηφορίζαμε το απόκρημνο μονοπάτι για να πάμε στο εξωκκλήσι της Γεννήσεως ψηλά στο βουνό του Προφήτη Ηλία μας. Ακόμα και τώρα αν και πέρασαν τόσα χρόνια, φέρνω μπροστά μου την εικόνα εκείνη της ορθρινής βιβλικής πορείας που τόσο ζωντανά έμεινε μεταξύ των οποίων και εγώ ξεκίνησαμε από το χωρίο. Οι γυναίκες…[…] στην άκρη του μαντηλιού τους είχαν δέσει σφιχτά λίγο μοσχολίβανο ενώ εμείς τα παιδιά κρατούσαμε μποτζιά γεμάτα λάδι για τα κανδήλια της εκκλησίας. […]
Όταν φτάσαμε στην εκκλησία ήταν κιολας γεμάτη από χωρικούς που είχαν φτάσει από βραδύς. Στην αυλή, στρωμένη με αλισμαριά και φασκόμηλα κάτω από το χλώμο χειμωνιάτικο φεγγάρι ακούγαμε με κατάνυξη τους ύμνους που έβγαιναν από την εκκλησία αρωματισμένοι με το μοσχολίβανο « Χριστός γεννάται δοξάσαστε…..εκεί έπαιρνες το βάπτισμα του καθαρμού μέσα σε νάματα θεικά με τα αρώματα του βουνού και του κάμπου ….[….] θυμάμαι κάποια άλλη νύχτα Χριστουγέννων , σαν ήμουν ψαροπαίδι, στο γιαλό κοντά στην Περίσσα μας, μαζί με τον φύλακα της ρίβας – Σαβέριος ήτανε το όνομά του. Τον θυμάμαι χωμένο μέσα στον μανδύα του που τον είχε από τον πόλεμο του 1897. Καθόταν πάνω στην κουπαστή μιας βάρκας και με το γέρικο μάτι του ερευνούσε πότε τη ρίβα του γιαλού και πότε το χωμάτιασμα. Έτσι όπως ήτανε ντυμένος με τον μαδύα  και με το χονδρό Ρωσσικό σκούφο του, έμοιαζε περισσότερο με θαλασσομάχο.στο χέρι του κρατούσε μια χονδρή μαγκούρα που ήταν και το όπλο του ενώ στην πλάτη του είχε πάντα ριγμένο ένα ντουρβά καμωμένο από καραβόπανο. Εκεί από την κουπαστή της βάρκας έστριψε το βλέμμα του προς την Ανάφη και τα χείλη του ψιθύρισαν τούτα τα λόγια « Ξημερώνει Χριστούγεννα, τώρα βγαίνει το άστρο!....»  Γύρισα και κοίταξα προς την Ανατολή και κείνη την ώρα είδαμε το άστρο της αυγής που φάνηκε πιο φωτεινό από τις άλλες νύχτες. Καθώς άφηνε την υγρή αγκαλιά της θαλασσας κι ανεβαίνε προς τον ουρανό χάραξε μια ολόφωτη ασημένια γραμμή πάνω στη γαλήνια επιφάνεια του νερού. Ο γέρος σαν το είδε, γονάτισε και ακίνητος με το βλέμμα του γυρισμένο πάντα προς την Ανατολή  και τον άκουσα να λέει : Χριστός γεννάται …» και γυρίζοντας προς εμένα πρόσθεσε  « τούτη την ώρα γεννιέται ο Χριστός τώρα δα πάει το αστέρι να δέιξει το δρόμο στους Μάγους που πάνε να Τον προσκυνήσουν»…. […]
-   Μα τα Χριστούγεννα τα νοιώθεις πιο πολύ μπάρμπα σαν να είσαι μοναχός πάνω στην άμμο, κάτω από τα άστρα μέσα στη νύχτα στο γιαλό και στο κύμα;

-   Ναι! Όσο πιο μακρια βρίσκεσαι από τους ανθρώπους τόσο πιο κοντά είσαι σστο Θεό. Κι ενώ του μιλούσα κοίταξε πάλι προς την Ανατολή αλλά το άστρο δεν  υπήρχε πια εκεί κι η ασημένια γραμμή πάνω στα γαληνεμένα νερά είχε σβύσει και αυτή…. Ητανε Χριστούγεννα…..

Πηγή: Λαογραφικά της Σαντορίνης 

Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017

Μία "Ακραία Σαντορίνη"

 ….ήταν ο πολύ έξυπνος χαρακτηρισμός της μεστών νοημάτων ομιλίας του Προέδρου  του «Διαζώματος» κ. Σταύρου Μπένου στην εκδήλωση του Δήμου Θήρας στο μουσείο της Ακρόπολης (12-12-17). Η αίθουσα, αποδείχτηκε για άλλη μια φορά μικρή. ίσως θα έπρεπε του χρόνου να πάμε στην Αίθουσα «Θήρα» του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου ή σε κάποιο ξενοδοχείο ή στο ίδρυμα Νιάρχου. Οι ομιλητές ένας ένας ξεχωριστοί: Ο αξιαγάπητος κ. Ντούμας ο οποίος μίλησε για τα 50 χρόνια ανασκαφών της αρχαιολογικής πόλης του Ακρωτηρίου. Ταυτόχρονα,  τόσο με κάποιες μικροπροτάσεις του ( όπως για παράδειγμα τελεφερικ στον Αθηνιό,) όσο και με τη συναισθηματική   του απάντηση στο θέμα της Αρχαίας Θήρας απέδειξε περίτρανα για άλλη μια φορά ότι βλέπει τα πραγμάτα αλλιώς. Ο διευθυντής της Εφορείας Κυκλάδων δρ. Δημήτρης Αθανασούλης ο οποίος πραγματικά έδειξε τι σημαίνει επιστημονας εκτός των γραφειοκρατικών πολυδαίδαλων διαδικασιών. Ο κ. Γρηγόρης Ζαριφόπουλος, Γενικός Διευθυντής της google Ελλάδος για το πολύ έξυπνο πρόγραμμα Grow Greek Tourism Online της Google η οποία έχει ήδη στηρίξει κάποιες μικρές επιχειρήσεις στο νησί μέσω νέων προγραμμάτων. Και ο κύριος Μπένος. Δεν σας κρύβω ότι περίμενα ότι θα αναφερόταν στο αρχαίο Θέατρο της Αρχαίας Θήρας.   Μέσα σε 10 λεπτά  όμως, ανέπτυξε μια εξαιρετικά σημαντική ομιλία με βασικό « τίτλο» η  « Ακραία Σαντορίνη» …  η ακραία Σαντορίνη του περιβάλλοντος, του πολιτισμού της υπερβολής, του υπερκαταναλωτισμού , της ιστορίας κ.α. αναδεικνύοντας και αυτός το ρόλο του Εθελοντή Πολίτη, του Εθελοντή Επιχειρηματία του Εθελοντή Τουρίστα, του Εθελοντή λάτρη της Σαντορίνης ως προς τη δαχείριση του πολιτιστικού πλούτου. Τόσο ο κύριος Αθανασούλης, ο οποίος αναφέρθηκε στο ρόλο της «Συν – έργειας» για τον πολιτισμό και την Ιστορία της Σαντορίνης όσο και ο κύριος Μπένος με την ανάλυση του όρου «Ακραία Σαντορίνη» έδωσαν στο ευρύ κοινό τροφή για σκέψη για το ρόλο του Πολίτη σαν οντότητα στην ανάπτυξη του νησιού.
Είναι σίγουρο, ότι Σαντορίνη δεν είναι μόνο το ηλιοβασίλεμα της Οίας, ή ο προιστορικός οικισμός του Ακρωτηρίου. Με το πέρασμα των χρόνων έχουμε ξεχασει ότι είμαστε πάνω σε ένα ενεργό Ηφαίστειο. Ταυτόχρονα η αποστροφή του λόγου του κύριου Ντούμα, ότι είναι αισιόδοξος επειδή ξέρει ότι οι παρανομίες της Σαντορίνης θέλουν απλά ένα σεισμό, υποδηλώνει και την πολύ δυνατή άγνοια του κινδύνου που βρισκόμαστε.
Οι προτάσεις για τη διαχείριση του πολιτιστικού υλικού είναι πολυεπίπεδες. Μερικές από αυτές θα μπορούσαν να είναι και οι παρακάτω:
-          Άμεση  νομοθετικής ρύθμιση ώστε το νησί να καταστεί ένα υπαίθριο μουσείο πολλών διαφορετικών επιστημών.
-          Ανάδειξη της ιστορίας του νησιού στα  παιδιά και τους μαθητές μέχρι και το Λύκειο. Αυτό μπορεί να γίνει με διαφορετικούς τρόπους είτε ανα χωριό, είτε γενικά. Ξεκινώντας ανα χωριό  προτεραιότητα καταγραφής των   προσωπικών αφηγήσεων. Από πλευράς δήμου θα μπορούσαν να γίνονται όλο το χρόνο σεμινάρια ανα χωριό για την ιστορία, αρχιτεκτονική λαογραφία του τόπου . ταυτότχρονα οι μαθητές των χωριών θα μπορούσαν άνετα να εξελιχθουν σε ξεναγούς της δικής τους ιστορίας. Το παράδειγμα με τους μαθητές – ξεναγούς της Σύρου είναι χαρακτηριστικό.
-          Ανάδειξη των θηραίων Καθηγητών ή των ερευνητών που έχουν ασχοληθεί με το νησί σαν ένας πυλώνας διαφορετικής προσέγγισης και μεταλαμπάδευσης της ιστορίας. Ισως δεν το γνωρίζετε αλλά διαθέτουμε ερευνητές τόσο στη λαογραφία  όσο και καθηγητές Γεωλογίας, αστορφυσικής, ιστορίας αρχαιολογίας αρχιτεκτονικής.
-          Κάθε χωριό να  προβάλλει κατ έτος έναν από όσους τους διανοούμενους τους στα παιδιά και στους επισκέπτες ( για παράδειγμα φέτος στο Μεγαλοχώρι διοργανώσαμε ένα κυνήγι θησαυρού μέρους της ιστορίας του χωριού με βάση ένα βιβλίο).
-          Φυλλάδια από πλευράς δήμου και επιχειρήσεων για την ιστορία και τον πολιτισμό των χωριών και του νησιού γενικότερα.
-          Ως προς την αρχαία θήρα οφείλω να προτείνω και πάλι το εξής: στο αρχαίο θέατρο δύο από τις βασικότερες μορφές του κλασσικού τραγουδιού καθώς και της βυζαντινής ψαλτικής, δλδ από τη μία η Κατερίνα η Ρούσσου και από την άλλη ο Σαμψών ο Φύτρος θα μπορούσαν να ξεκινήσουν μια ιστορία γεμάτη λαογραφία, ιστορία, τραγούδι, χορό ύμνους ή οποία θα «διαχυθεί» τεχνολογικά σε όλο το νησί. Έχουμε και εκεί τα υλικά έτοιμα αρκει να μπορούμε να ανακατέψουμε την κατσαρόλα.
-          Μία άλλη θεματική θα μπορούσε να είναι ομίλιες για την Ιδιότητα του Πολίτη στη Σαντορίνη ή το να είσαι Πολίτης της Σαντορίνης όχι μόνο για τα παιδιά αλλά και για τους ενήλικες.
-          Επιχορήγηση από τους ίδιους τους επιχειρηματίες με την ενδεικτική συμβολή των δύο ευρώ ανά απόδειξη η οποία θα τεθεί σε ένα ξεχωριστό δημόσιο λογαριασμό με βασικό σκοπό την προάσπιση της πολιτιστικής κληρονομιάς της Σαντορίνης.
-          θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα ίδρυμα που θα ξεκινήσει να καταγράφει, αξιολογεί, διαμορφώνει, παρουσιάζει κάθε είδους αρχείο, το οποίο θα είναι προσβάσιμα ελεύθερα στο κοινό . Σαν μια «Ακαδημία της Σαντορίνης», Η ¨Ακαδημία της Σαντορίνης¨ μπορεί να οδηγήσει το νησί σε μία άκρως ενδιαφέρουσα αλλά και προκλητική συνύπαρξη: του Χθες με το Σήμερα Όχι όμως αποκομμένα το ένα από το άλλο. Σαν μια κλωστή που ενώνει την Ιστορία και τον Πολιτισμό  με τον Τουρισμό και την Προβολή, τη Ζώσα Παράδοση με την άεναη (sic) – ίσως και άναρχη ανάπτυξη της. Τη γνωριμία με την Πέτρα αλλά και την εμπέδωση της σημερινής κατάστασης του νησιού. Τη σχέση Φιλωτέρας με τη Σαντορίνη και τη Θήρα με την Καλλίστη!
Αυτή λοιπόν η θετικά «ακραία Σαντορίνη» αλλά και ο ρόλος του Εθελοντή πολίτη είναι αυτά τα οποία θα μπορούσαμε να δώσουμε ως κίνητρα παρά-δοσης  στις νεότερες γενιές. Αλήθεια τι έχουμε να προσφέρουμε στο αύριο; Ουσιαστικά μόνο απομεινάρια της ιστορίας ίσως απλά κάποια τρέλλα οραματιστών – ρομαντικών ανθρώπων?
Η σημερινή ομιλία θα πρέπει να ξαναγίνει στη Σαντορίνη, όχι απλά μία στο νησί, μία σε κάθε χωριό. Άλλοι οι ακρωτηριανοί, άλλοι οι οιάτες, άλλοι οι μποριανοι και άλλοι οι βοθωνιάτες.
Για την άναρχη δόμηση και τον τρόπο αντιμετώπισης της θα περιμένω τα κολπάκια του κ. Μπένου πάνω στο θέμα αυτό. 


Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017

Τα χειμερινά κλαδέματα της Σαντορίνης

 πηγή : Στ. Κουράκου : Ο Σαντορίνη της Σαντορίνης, εκδ. Ίδρυμα Μπουτάρη  σ. 115

Πρίν από λίγες ημέρες,  πέτυχα σε ένα αμπέλι στην καλντέρα του Μεγαλοχωρίου μία σκηνή από τη δικιά μου Σαντορίνη. Τον Αργύρη Αρβανίτη να πλέκει τις παραδοσιακές κουλούρες. Δεν κρατήθηκα κατι το οτι με φώναζε και εκείνος κάτι το οτι ήθελα και εγώ πήγα πιο κοντά για φωτογράφιση .Το υλικό που ακολουθεί είναι από την εξαιρετική πηγή . 

« ... Πολλές από τις ετήσιες επεμβάσεις στα φυτά, που το σύνολό τους αποτελεί την αμπελοκοσμική τεχνική, έχουν πολύ βαθιές ρίζες, χάνονται στα βάθη του χρόνου. Στη Σαντορίνη εκτός από την υψηλή θερμοκρασία  και την περίοδο θερινής μεγάλης ξηρασίας όπου τα φυτά μορφώνονται σε χαμηλά σχήματα πολύ κοντά στο έδαφος ώστε να περιορίζονται οι ανάγκες τους σε νερό, αλλά και λόγω των ανέμων  ένας άλλος λόγος είναι και η λεπτή άμμος που καθώς σαρώνεται από τα εαρινά και θερινά μελτέμια χτυπάει τους νεκρούς οφθαλμούς « τα μάτια των αμπελιών. Στην παραδοσιακή αμπελουργία της Σαντορίνης δύο ήταν τα γενικευμένα συστήματα χειμερινού κλαδέματος»

Α) το γυριστό κυπελλλοειδές ή στεφανωτό αυτό το σύστημα ήταν γενικευμένο στη Σαντορίνη για όλες τις ποικιλίες. Αφού κλάδευαν το νέο κλήμα επί 3 – 4 χρόνια ώστε να του δώσουν κυπελλοειδές σχήμα με 3-4  δυνατούς βραχίωνες, αφαιρούσαν κατά το χειμερινό κλάδεμα όλες τις άλλες, και άφηναν μία ανα κάθε βραχίονα, την καλύτερη που την έκοβαν σε μήκος 60 – 80 εκ. Τις κληματίδες αυτές, τις «αμολυτές», τις πλάγιαζαν οριζόντια και σχημάτιζαν ένα στεφάνι γύρω από τους βραχίωνες περιτυλίγοντας ελικοειδώς την πρώτη γύρω από εκείνη του δεύτερου και αυτή γύρω από την Τρίτη κ.α. [...] επειτα από είκοσι περίπου χρόνια το καλάθι κοβόταν στη βάση του, εκεί απ όπου πρωτάρχιασε να σχηματίζεται.  [...] το σύστημα αυτό εφαρμόζεται σήμερα απλοποιημένο από μερακλήδες αμπελουργούς, πιστούς στην τέχνη των πατεράδων τους .  τα μυστικά της τέχνης τους δεν περιγράφονται, βιώνονται.    

Β) το κυπελλοειδές με κουλούρια ή πόστες:  σε ανεπτυγμένα φυτά διαμορφωμένα σε κυπελλοειδές σχήμα όταν ο αμπελουργός έκανε το καθάρισμα κατά τον Οκτώβριο – Νοέμβριο, άφηνε σε κάθε βραχίονα δύο μόνο κληματίδες. Τη μία αυτή που βρισκόταν χαμηλότερα την κλάδευε στα δύο μάτια και την άλλη στα 10- 15 μάτια. Τη μακριά κληματίδα « την αμόλυτη»  που είχε μήκος περί τα 60 – 80  εκ. Τη λύγιζε αργότερα ώστε να σχηματιστεί ένα κουλούρι, κάθετο προς την επιφάνεια του εδάφους και έδενε την άκρη της πάνω στο βραχίονα. Έτσι, σχηματίζονταν 3-5 «κουλούρια» που την άνοιξη βλάσταιναν και κάρπιζαν. [...] το σύστημα αυτό εφαρμοζόταν κυρίως στην ποικιλία ασύρτικο, της οποίας οι κληματίδες έχουν μεγάλη ελαστικότητα και το  «γύρισμά» τους μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε καιρό νωρίς το χειμώνα, κατά το καθάρισμα των κληματίδων.  


Για να εφαρμοστούν όμως τα συστήματα κλαδέματος τα τόσο καλά προσαρμοσμένα στο οικολογικό περιβάλλον της Σαντορίνης χάρη στις παρατηρήσεις έμπειρων αμπελουργών, που η τέχνη τους περνούσε από γενιά σε γενιά. Χρειάζεται μεγάλη υπομονή και μεγάλη πείρα. Γι αυτό άργησαν να εγκαταλείπονται κατά το δεύτερο μισό του αιώνα μας ( 20ου). Δεν εφαρμόζονται πια παρά μόνον από μερικούς έμπειρους κλαδευτάδες. Σήμερα κυρίως στις υπήνεμες τοποθεσίες εφαρμόζεται το κυπελλοειδές σύστημα με 3- 5 βραχίονες και τις κληματίδες ελεύθερες χωρίς να στηρίζονται. Απλώς τις κουλουριάζουν και τις τυλίγουν ελικοειδώς γύρω από τον εαυτό τους, ώστε οι βλαστοί του φυτού να παραμένουν χαμηλά. Αλλά την ποικιλία «ασύρτικο» οι αμπελουργοί εξακολουθούν να την κλαδεύουν και σήμερα με το γυριστό ή στεφανωτό σύστημα, σχηματίζοντας μικρά καλάθια.







Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017

Ψυχή Καθάρια - Στέλλα Δαμασκηνού

η ξεχωριστή μας Στέλλα Δαμασκηνού η ευλογημένη κυρία Στέλλα, η νοσοκόμα Στέλλα μας, δεν είναι πια μαζί μας. Μια φιγούρα που πάντα όταν περνούσες από το σπίτι της θα σε υποδεχόταν με μια ζεστή καλημέρα και ένα χαμόγελο, ακόμα και αν πονούσε. Μια γυναίκα με έναν μοναδικό τρόπο αφήγησης της παλιάς Σαντορίνης, που βασικό της μέλημα ήταν η μεταλαμπάδευση γνώσης, ήθους αλλά και αγάπης για το Μεγαλοχώρι και την Σαντορίνη . Μια Ψυχή Καθάρια του χωριού αλλά και του νησιού ευρύτερα. Μια προσωπικότητα με ένα απίστευτο ιστορικό παρελθόν. Για εμάς δεν ήταν απλά η τέως Πρόεδρος του χωριού, ούτε μια απλή νοσοκόμα που δούλεψε στο Οφθαλμιατρείο, η μια άλλη γιαγια του χωριού. Ήταν η κυρία Στέλλα μας. Ήταν η Στέλλα μας.
Συνοδοιπόρο στις καταγραφές της είχε την Αργυρούλα Παπανδρεοπούλου – Αναγνώστου. Σε μια από αυτές η αλησμονητη πια Στέλλα εξιστορεί τα παιδικά της χρόνια και μας δείχνει πόσο έχουν αλλάξει οι συνθήκες της ζωής, από τότε μέχρι σήμερα (Θ.Ν. – Νοέμβριος 2001):
« Μια χρονιά, την εποχή του θέρους που όλες οι γυναίκες πγαινανε στον κάμπο να βοηθήσουμε με άφησε η μάνα μου, σαν πιο μεγάλη να προσέχω το λοχώνι μας ( το μωρό μας). Ήμουνα κι εγώ παιδί δώδεκα χρονώ!... μου δωσε κι ένα λουκούμι από το κουτί, που το χε φυλαμμένο μέσα στο μπουφέ και που τση το χε φέρει μια ξαδέρφη τζη από την Αθήνα. Χαρά πια η μάνα μου να χει φυλαμμένα τα λουκούμια γι το λοχώνι!... Μου λεει λοιπόν – Τώρα που θα λείπω ξέρεις ίντα θα κάμεις. Θα βάλεις σε ένα τουλοπάνι το λουκύμι κι άμα κλαίει το λοχώνι θα το δωνεις να το γλείφει!!!, τότες δεν ξέρανε μπιμπερα και κρέμες ούτε και πιπίλες. Μα τώρα πια καμια δεν κάνει γάλα. Παρα μόνο μπιμπερα. Θυμούμαι που είχε η μητέρα μου ένα μεγάλο μαντήλι για να σκεπάζει το στήθος τζη, όταν βύζαινε το λοχώνι στην εκκλησά. Την ημέρα λοιπόν εκείνη αφού βύζαξε πρώτα το παιδί, ήφυε για το θέρος. Εγώ πάλι πριν να βάλω το λουκούμι στο τουλοπάνι, ήγλειψα τη ζάχαρι.εκειδα έρχεται η φιλενάδα μου και μου λεει: - Μωρή κουκουμάβλα, να γλύφεις εσύ μόνο τη ζάχαρη και το λοχώνι να φχαριστιέται το λουκούμι!... έλα να φάμε από μισό η καθεμια και θα σου πω ιντα θα κάμεις του λοχωνιού, άμα κλαίει!!. Θα βάλεις σε ένα ποτηρακι κρασί με ζάχαρη, κι άμα κλαίει θα του το δώνεις να το πιπιλίζει. Αυτό θα χει και ποναράκια στα δόδια και θα του κάνει καλό. Το χω ακουστά από την μάνα μου. Πραγματικά έτσι κι έγινε. Μόλις ηρχίνιζε να κλαίει το λοχώνι, δως του κρασί εγώ μέχρι που ηβυθίστηκε στον ύπνο !... Σαν ηγύρισε η μάνα μου βλέπει το λοχώνι και μου βάζει τσι φωνες: Μωρή που να μην το φτιάξεις, ιντα του δωσες του μωρού και δεν ξυπνά; Εγω φοβισμένη που να μαρτυρήσω! Μετά από πολλές ώρες το παιδί ηξύπνησε, που ήταν ναρκωμένο από το μεθύσι!! Αλλα από τότες ούτε ζάχαρη ηξανάγλειψα, ούτε λουκούμι ήφαα, γιατί ηφοβήθηκα να μην πάθει πράμμα το λοχώνι μας!....»

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...