Σάββατο 22 Ιουλίου 2017

Διάσημοι Θηραίοι ...αγνώστων Ηρώων : Οία

Ας συνεχίσουμε το ταξίδι μας  μετά τον Πύργο, τα Φηρά (ενα από όλα)  , το Μεγαλοχώρι  ( εδώ )  αλλά και στη Μεσαριά (εδώ) στα Ηρώα της Σαντορίνης και ας κατευθυνθούμε στην Οία. Το μνημείο αφιερώθηκε από τον Ματθαίο Γ Μαυρομάτη το 1930  και αναφέρει τα παρακάτω ονόματα Πεσόντες εν πολέμω : Αντ.Ν. Παπαζουγλος, Αντ. Αλ. Παράβαλος , Αντ. Ν. Καρρας, Βασίλ Γ. Μαυρομάτης, Γεώργιος Δ. Συρίγος, Γεώργ. Ι. Νομικός, Γεώργιος Δ. Πλατής, Εμμανουήλ Ν. Ποθητός, Εμμανουήλ Μ. Βλάχος Ζώρζης Δ. Χάλαρης, Ζώρζης Ν. Μπαλόπητος, Ιωάννης Π. Σιγάλας, Ιωάννης Ν. Συρίγος, Ιωάννης Ν. Συρίγος  Μαρίνος Ε. Δεωνάς, Μιχαήλ Α. Βλάχος, Νικόλαος Ι. Πιτσικάλης, Νικόλαος Ιακ. Συρίγος, Νικόλαος Π. Καίλας, Πέτρος Ε. Αρβανίτης, Σπύρος Ν. Παπάζουγλος, Τομάζος Γ. Νομικος,  Λουδάρος Ν. Καρράς, Αντώνης Ι. Χαλαρης, Γεώργιος Α. Χάλαρης, Ιωάνη Ν. Πελέκης, Ευάγγελος Μ. Κατζιλιέρης, Ειρηνικός Μ. Αλαφούζος ( 5/8/48).
Αφιερωτής Ματθαίος Γ. Μαυρομμάτης 1930
Ενθύμιον των Οιατών η στήλη αυτή εστήθη που προσεφερον στας μαχας τα πανένδοξά των στήθη.
Αν το σώμα των εχάθει η ψυχή των όμως μένει, και αθάνατον το όνομα αυτών θα παραμένη.
Επολέμεισαν γεναίως εναντίον των βαρβάρων και έπεσαν μαχόμενοι κατά τούρκων και βουλγάρων.

 Αλήθεια τι ξέρουμε για όλους αυτούς που βρίσκονται στα Ηρώα του νησιού ... το ταξίδι συνεχίζεται .... 

Τρίτη 18 Ιουλίου 2017

Λαικοί Οργανοπαίχτες και μουσικά Οργανα στη Σαντορίνη του 1985

Έχοντας ως βάση το ανεκτίμητης αξίας βιβλιο « Η Σαντορίνη που χάνεται όπως τη βλέπουν οι μαθητές της Α Γυμνασίου 1985 - 1986" ταξιδεύουμε στους μουσικούς της Σαντορίνης της περιόδου 1985 . Ας τους θυμηθούμε τουλαχιστον ονομαστικά και εννοείται οτι οποιος διαθέτει υλικό από εκείνη την περίοδο είμαι στη διάθεσή του για ξεχωριστή ανάδειξη. 
"Στα  παλιότερα  χρόνια  που  το   νησί  ήταν  απομονωμένο  και  πραγματικά  δυσπρόσιτο  και  που  οι  ευκαιρίες  για  διασκέδαση ήταν  προσωπική  υπόθεση  των  κατοίκων, οι οργανοπαίχτες  ήταν  η καρδιά  των  ξεφαντωμάτων  . Η  παρουσία τους ήταν  απαραίτητη στις  ευχάριστες  στιγμές  της  ζωής   των  Σαντορινιών. Στους  γάμους  στα  βαφτίσια  στις  ονομαστικές  γιορτές,  στα  πανηγύρια  δίνανε  δυναμικά  το  παρόν  τους  και  παρασύρανε  τον  κόσμο  με  το  μπρίο  τους  σε  χορό  και  σε  τραγούδι. Οι  άνθρωποι  τότε  με  αυτόν  τον  τρόπο  διασκέδαζαν   πραγματικά, συμμετείχαν  ουσιαστικά  στο  γλέντι. Αλλά  και  στις  καντάδες  ήταν  απαραίτητη  η  παρουσία  τους.  Τα  σοκάκια  ξεχείλιζαν  απ΄ μουσική  και  τραγούδι για  την  κατάκτηση  της  καρδιάς  της  κοπέλας. 
Τα όργανα  που  χρησιμοποιούσαν  οι  Σαντορινιοί  οργανοπαίχτες  ήταν  βιολί, λαούτο,  κλαρίνο  ντουμπί, τζαμπούνα, λύρα σουραυλι.
Η  τζαμπούνα.΄Όταν  σφάζουν ένα  κατσίκι,  που ζυγίζει  12-13 κιλά, παίρνουν  το  τομάρι  του  και  το  αλατίουν  επί  μια  βδομάδα  συνέχεια. Μετά  το  κουρεύουν, δένουν  τον  πισινό  και  τον  λαιμό. Αναποδογυρίζουν   το  τομάρι,  έτσι  που   το  τριχωτό  μέρος  να  βρίσκεται  στην   εσωτερική  .  Τα  πόδια  τα  κόβουνε  μέχρι   το  γόνατο.
Στη  μία  πλευρά  των  ποδιών  βάζουν   ένα  σωληνάκι  ψιλό,  από  όπου  φυσάνε, όταν  παίζουν, ενώ  στην  άλλη   πλευρά  βάζουν  ένα  κέρατο  που  έχει  μέσα  μπιμπίκια. 
Το  ντουμπί  (είδος  τύμπανου). Συνοδεύει   πάντα  την  τζαμπούνα. Η ξύλινη  βάση  του  έχει  σχήμα   μπομέ   στρογγυλό  με  διάμετρο  40 cm  και  ύψος  20cm. Στις  δύο  κενές  πλευρές   προσαρμόζουν τομάρι  κατσίκας. Παίζεται  με  δύο  ξύλα  20cm  το   καθένα, και  το  κρατάνε συνήθως  με  το  αριστερό  μπρατσο.
Το   σουραύλι.  Είναι  κατασκευασμένο  από   χοντρό  καπνισμένο   καλάμι. 

                               Οι   λαικοί  οργανοπαίχτες   σήμερα
Οία  
 Πελεκάνος  Λευτέρης   λαούτο. Χάρης  Μανόλης,  τζαμπούνα. Καρκουλής  Βαγγέλης, ντουμπί.  Πράσινος  Μανόλης  Λαούτο.
Ημεριβίγλι.
Δρόσος  Γιώργος, βιολί. Πρέκας  Μανόλης, φλογέρα Νομικός Αντρέας, φλογέρα. Νομικός  Γιάννης, λαούτο. Σορώτος  Τζώρτζης, λαούτο. Σορώτος Γιάννης, βιολί.  Σορώτος  Γιώργος, λαούτο.  Νομικός  Αντώνης  λαούτο.  Σιγάλας  Αντώνης  λύρα.
Βουρβούλο
Πελεκάνος  Μαρκος, κλαρίνο. Πελεκάνος  Αβέρκιος  λαούτο   Καφούρος  Γεράσιμος  βιολί.
Καρτεράδος
Ρούσσος  Κωσταντης, βιολί . Φιλίσης  Βαγγέλης, λαούτο.  Σιγάλα  Γιώργος, λαούτο. Σιγάλας Γιάννης, λαούτο. Πελεκάνος, λαούτο.  Βαζαίος Στάθης, Βιολί Ρούσσος  Αυγουστής  λαούτο. 
Μεσαριά  
Φουστέρης  Θεοδόσης λαούτο. Συρίγος  Ιωάννης  λαούτο.  Ξαγοράρης  Θεοδόσης , βιολί . Καραμολέγκος  Κώστας  βιολί. Καραμολέγκος   Ματθαίος  λύρα.  
Βόθωνας
Νομικός   Μανόλης   λαούτο  και   βιολί. Σιγάλας  Ιωακείμ  λαούτο καί  Βιολί   Δανέζης  Μανόλης  βιολί.
Επισκοπή   Γωνιάς
Κυριαζής  Κώστας, βιολί.  Βάγιος, κλαρίνο.
Πύργος
Πούλης  Λεφτέρης, λαούτο . Χρυσός  Ευάγγελος, λαούτο.Φουστέρης  Γιάννης   βιολί.
Ακρωτήρι
Αρβανίτης  Σπύρος, ντουμπί. Αρβανίτης  Στάθης  Τζαμπούνα.  Αρβανίτης Φάνης, ντουμπί.
Εμπορείο
Πρέκας  Μηνάς  λαούτο.  Σιγάλας  Μιχάλης ,   κλαρίνο    Πρέκας  Σταύρος  λαούτο  ,  Πρέκας  Αντώνης   βιολί..

Το   κείμενο    για  τους  μουσικους   και  τα  οργανά   τους  έγραψε ο  Προγουλάκης   Μανόλης. "


  

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

Οι παραλλαγές του Κλήδονα στη Σαντορίνη

Tην παραμονή του Αη Γιαννιού όταν νυχτώσει ανάβουν με κληματόβεργες φωτιές, τις λεγόμενες α-φωταρίδες  τις οποίες υπερπηδουν παιδιά, άνδρες και γυναίκες που ταυτόχρονα λένε τις εξής στιχομυθίες:
Στα νότια χωριά: - σύμφωνα με τον Γ. Βενετσάνο και τα «Λαογραφικά Σαντορίνης» του τραγουδάνε:
Έλα Αη μου Γιάννη, να ακνιάσει τ’ αηδάνι
Κι όπου του πονεί να γιάνει, και του Χρόνου Αη μου Γιάννη.
Στην Απανω Μεριά  λέγανε:
Έλα Αη μου Γιάννη, να ακνιάσει το αηδάνι,
Τσ’ η Μαντηλαριά το βράδι, τσαι η Ασπρούδα το πρωί

Ο δε ακλήδονας είναι ένα είδος νεοελληνικής μαντείας που αφορά τις κοπέλλες στα χωριά επειδή δεν ασχολούνταν με σπουδές όπως οι συνομήλικες τους της πόλης , το θέμα του γάμου τους ήταν ένα από τα πρωτεύοντα. [..] Ο ακλήδονας γίνονταν με διάφορους τρόπους:
1) Ο ακλήδονας  με χαρτάκια:
Ελάτε κοριτσάκια μου καθίσετε τριγύρω
Και να μη βγάλετε μιλιά γιατί θε να σας δείρω.
   Έτσι αρχίζουν και κάθονται τριγύρω από ένα κανάτι, τα κορίτσια που θέλουν να παίξουν τον ακλήδονα και που ενδιαφέρονται να μάθουν διάφορες πληροφορίες γύρω από το γάμο.  Σε χαρτάκια γράφουν διάφορα τραγουδάκια δίστιχα ερωτικά αλλά και περιπαιχτικά, τα οποία βάζουν μέσα στο κανάτι και ανακατώνοντας τραγουδάνε:
Βάζω τον ακλήδονα με τ Αη Γιαννιού τη χάρη,
Να μ αποδείξ’ η χάρη τντου ποιός είν’ ο ριζικάρης.
Ανοίγω τον ακλήδονα που χει πολλά κρυμμένα
                              πράγματα διάφορα, Κρυφά και μπερδεμένα.

2) Ο ακληδονας με το «αμίλητο νερο»:
 Αυτό είναι νερό το οποίο παίρνει η ενδιαφερόμενη κοπέλλα κλεφτά μετά το βασίλεμα του ήλιου, από τρία σπίτια που πρέπει όμως να έχουν το όνομα Μαρία Στο διάστημα αυτό μέχρις ότου πάρει τα νερά δεν επιτρέπεται καθόλου να μιλήσει. Τα νερά αυτά τα βάζει σε ένα κανάτι που σκεπάζει με ένα πανί και το κρεμνά έξω από το σπίτι στην επίδραση των άστρων, απέναντι στον Προφήτη Ηλία.  Το πρωί πριν βγει ο ήλιος, πιάνει το νερό και βάζει στο στόμα της μία γουλιά. Έτσι περιμένει έξω στην αυλή να ακούσει κάποιο όνομα , οπότε και το όνομα αυτό θα αντιστοιχεί στον μέλλοντα σύζυγό της. Όση ώρα
περιμένει μουρμουρίζει :
Απάνω κάτω μοίρα μου να δω το ριζικό μου
 κι όποιος περάσει και διαβεί είναι ο αγαπητικός μου.
3) Ο ακλήδονας με αγγάθοι:
Παίρνουν τρία άνθη από το γαιδουράκανθα που έχουν χρώμα μωβ και τα περνούν πάνω από τη φλόγα της αφωταρίδας που ανάβουν το βράδυ στις 23 Ιουνίου . Όταν καούν λίγο τα άνθη τα δένουν με σπάγγο και να κρεμνούν μέσα στη στέρνα πάνω από το νερό.. πριν από τη διαδικασία αυτή ονοματίζουν το κάθε άνθος με το όνομα των υποτιθέμενων γαμπρών και τα σημαδεύουν με τρία διαφορετικά χρώματα κλωστή. Την άλλη μέρα το πρωί πριν βγει ο ήλιος βγάζουν τα άνθη από τη στέρνα και παρατηρούν ποιό άνθος από τα τρία επανέκτησε ξανά το χρώμα του. Συγχρόνως τραγουδούν:
Βάζω κι εγώ ακλήδονα για να σ ακληδονίσω,
Αν ίσως και μου μέλλεσαι ή να σε παρατήσω.
4) Ο ακλήδονας στη στέρνα:
Ανήμερα τ Αη Γιαννιού, ακριβώς μεσημέρι, η κοπέλλα που θέλει να μάθει αν θα παντρευτεί σύντομα, πηγαίνει πάνω από το στόμιο της στέρνας, σκύβει το κεφάλι της και το σκεπάζει μ ένα μεγάλο πανί και προσέχει αν δει καμία σκιά. Εν τω μεταξύ λέει:
Αη μου γιάννη, βοηθησε μου να δω αυτόνε που θα πάρω.....»
Φυσικά το φως της μέρας και του ήλιου σχηματίζει στην ανταύγεια του νερού κάτι ανάλογα με τη φαντασία της κοπέλλας

5) Ο ακλήδονας με τ αυγό:
Αποβραδίς τ Αη Γιαννιού παίρνει η ενδιαφερόμενη κοπέλλα το ασπράδι ενός αυγού και το βάζει σε μια μποτίλια που έχει νερό. Κατόπιν την κρεμνά απέναντι στον Προφήτη Ηλία και τραγουδά:
Βάζω τον ακλήδονα με τ ‘ Αη Γιαννιού τη χάρη,
Να μ αποδείξ η χάρη ντου ποιός είναι ο ριζικάρης.
Το πρωί πριν βγει ο ήλιος πιάνει τη μποτίλια και προσέχει να δει την παράσταση που παρουσιάζει. Συγχρόνως λέει το τραγουδάκι:
Ανοίγω τον ακλήδονα που χω κι εγώ ένα μήλο,
Που το κρυφομελέτησα για έναν άσπρο κρίνο κ.α.

6) Ο ακλήδονας με τη στάχτη
Από τη στάχτη της αφωταρίδας που άναψε το βράδυ της παραμονής του Αγίου Ιωάννου παίρνει ένα μέρος και την κοσκινίζει απέναντι από το βουνό του Προφήτη Ηλία. Συγχρόνως λέει:
 Τ Αη Γιαννιού του γυαλιστή που βάνουν τς ακληδόνοι,
Βάζω κι εγώ ακλήδονα τον άμμο χελιδόνι.
Το πρωί σηκώνεται η κοπέλλα αυγή και με αγωνία  παρατηρεί την επιφάνεια της στάχτης σιγοτραγουδώντας:
Ήβαλα τον ακλήδονα στ’ Αη Γιαννιού τη χάρη,
Και μου βγηκε πως μ αγαπά ωραίο παλληκάρι.
Χαρακτηριστικές  είναι  και  οι  μικροσυνήθειες  που  άλλαζαν   από  χωριό  σε  χωριό. Γράφει η Γουλιελμία Συρίγου  στο βιβλίο της « Η Σαντορίνη μου»:
Στο  Νιμπορειό  οι   θυγατέρες  κόβανε  την  παραμονή  δύο-τρία  αγκάθια  με  το  μπλέ  ανθό  τα  ονομάτιζαν  με  πρόσωπα  που  είχαν  κάποια  θέση   στην   καρδιά   τους,  δένοντας  χρωματιστές  κορδέλες  για  να  τα  ξεχωρίσουν κα  τα  βάζανε  κοντα  στην   πυρά. ΄Υστερα   τα  παίρνανε  και  τα  βάζανε  κοντά  στην  πυρά. ΄Υστερα τα  παίρνανε  και  τα  βάζανε  σε  βορεινό  κοντούτο  και  από  την  άλλη  μέρα  το   πρωί  όποιο  ήαν  δροσερό,  αυτόν  που  είχε ονοματίσει  ήταν   και  το  ριζικό  της.
Στο  Μεγάλο  Χωριό  πάλι   την  παραμονή  έπαιρνε  η  κοπέλα  νερό   από  τρείς   Μαρίες  χωρίς  να  μιλά,  τό  ΄  ριχνε σ΄ ένα  μπουκαλάκι  , έβαζε   και  το  ασπραδι  ενός  αυγού   μ΄ ένα  γαρύφαλλο η  ένα  τριαντάφυλλο  και  το  άφηνε  όλη  νύχτα έξω  να  βλέπει  την  ανατολή. Ανήμερα  της  γιορτής  προσπαθούσε  να  μαντέψει μέσα  από  τις   κόρδες  που  έκανε  το  ασπράδι  ποιόν  θα  πάρει. Ναυτικό  όταν  διέκρινε  καράβι    γαιδουρολάτη  αν   εκείνο   που  θωρούσε  έμοιαζε   με  κρανιά, παπά   αν  έβλεπε  σχηματισμένη  καμπάνα  η  σταυρό  και  προφεσσόρο  σαν  διέκρινε αντρική  κορμοστασιά  με   καπέλο.




υ.γ. Για την λέξη Κλήδονας διατηρήθηκε  όπως ακριβώς υπάρχει στη βασική πηγή  για την ανάρτηση αυτή δλδ στο βιβλίο του Γ. Βενετσάνου, Λαογραφικά της Σαντορίνης,  Εκδ.Βασιλόπουλος, τόμος 2ος,

Κυριακή 4 Ιουνίου 2017

Ο Φώτης Κόντογλου και η έκρηξη του Κολούμπου (1650) της Σαντορίνης


 Ο Φώτης Κόντογλου 

Ο Φώτης Κόντογλου, ένας από τους βασικότερους εκφραστές της λογοτεχνίας του 20ου αιώ., αναφέρεται στο περιοδικό Κυκλαδικά (τεύχος 3- 1956),  στην έκρηξη του 1650 του Κολούμπου   αναπαράγοντας  χειρόγραφο γραμμένο από έναν Σαντορινιό που ιστορίζει « ...εκείνον τον μεγάλον σεισμό, που ήτανε πολύ πιο φοβερός  από τον προχθεσινόν  όπως θα κρίνη όποιος διαβάσει τούτο χειρογραφο.  Το λοιπόν ευλογημένοι ακροαταί, εις του 1650, Σεπτεμβρίου 14, ημέρα Σάββατον, όπου εορτάζομεν την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, την αυτήν ημέραν λοιπόν εις τις πέντε ώρες, άρχισε να κάμη σεισμούς. Και κάνοντας  ολημερίς, εθαυμάζαμεν και πάλιν, ξημερώνοντας η Κυριακή, δεν έπαυσαν, επλήθυνον και εδυνάμωναν και εξέστημεν βλέποντες τούτο το φοβερό θεάμα. [...]  εις δε τας 26 του αυτού μηνός όπου είχαμεν την μνήμην του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, ήλθεν μία βρώμα δυνατή από τη μεριά της θάλασσης.
 Επήγαμεν εις την μέραν εκείνην όπου ήρχετο η βρώμα και είδαμεν και εφαινόντον  μια αλωνάδα (αλώνι) και ήσπριζεν ωσάν χιόνι όπου επαραξενίστημεν. [....] Εξημερώνοντας η Κυριακή, όπου είχαμεν 29 του αυτού μηνός, είδαμεν και εσηκωσεν ωσάν καπνον, μα πράγμα μέγα και εξαίσιον τολμών ειπειν, πως καθολικά (αληθινά) ηθέλησε να πάγη παραπάνω από τον ουρανό. Και επάνω εις την κορυφή του αυτού καπνού εφρόνησαν φωτιές  και έβγαιναν ωσάν λάντζες ή να είπα αστραπές και έσωναν ει τη γη. Και φοβώντας εκεόνο το μυστήριο μη μας κατακαύση, επήγαμεν μέσα εις τις εκκλησίες και ελειτουργούσαν και πολλοί  από τους λαικούς εκοινώνησαν από τον φόβων των.  Αλλά αυτό οπού εσήκωσεν, χρισταινοί μου δεν έπαυσε πλέον αλλά τόσον και επλήθυνε και εσήκωνε πέτρες και χώματα ψηλά και άλλα ανέβαιναν και άλλα εκατέβαιναν και εγροικούνταν  κτύποι περισσοί αλάργα εις της Πόλης (πρωτεύουσας) τα Καστέλια και εθαρρούσαν πως είναι αρμάτες και πολεμούσιν. [......] και επήραμεν αι ημείς τας αγίας εικόνας και εκλούθησεν όλος ο λαός, νέοι και γέροι μιρκά παιδιά. Και έχαναν τα παιδιά οι μάνες και οι μανάδες τα παιδιά εκεί που περπατούσαν και εφώναζαν όλοι μεγαλοφώνως το Κύριε Ελέησον και όλοι εζητούσαμε μετα δακρύων ο εις υπερ άλλου συγχωρέσιν. [....] ερχόμενοι εις τον Πύργο μας ανήγγειλαν πως η θάλασσα ανέβη υψηλά έως 2 μίλια και εξερρίζωσεν από την Έξω Μεράν πέτρες μεγάλες από τη θάλασσα και τις έρριξεν έξω εις τη γη και δεν άφηκε βάρκα εις καμίαν ρίβα ( ακροθαλασσιά) του νησιού, ειμή τα μόνον από την Μέσαν Μπάνταν, ηγούν από τον Πάλον ( του Ακρωτηρίου) έως τον Σκάρον. Επήρεν η θάλασσα χιλιάδων μουζουριών χωράφια, επήρε συκιές αφάνισε εκκλησιές και εξέχωσεν εις το Καμάρι και εις την Περίσσα κτίσματα ελληνικά, όπου δεν τα ήξευρε τινάς από ημάς. Και ευρέθησαν μνήματα με κόκκαλα ανθρώπινα και εμείς είχαμεν επάνω συκιές φυτευμένες  και εσπέρναμεν   και κριθάρι και εζούσαμεν και τώρα είναι έρημα πανταπάσις και δεν θωρείς άλλο εκεί. [....] 

Παναγιά του Καλού
Φώτο Αρτεμία Αργυρού 
Και τελειώνει ο Κόντογλου: « .... Επειδή η ιστορία στο χειρόγραφο είναι μεγάλη και δεν θα χωρέση στο χαρτί που έχω για γράψιμο τη συντομεύω.  Οι μύλοι δεν αλέθανε, επειδή δεν φυσούσε καθόλου αγέρας και πεινάσανε εκείνη τη χρονιά. Στις 26 Οκτωβρίου αρχίσανε πάλι οι σεισμοί. Στις 4 Νοεμβρίου ω τι ημέρα ξημέρωσε για τους δυστυχισμένους Σαντορινιούς εβγήκε από τη θάλασσα ένα σύννεφο φοβερό σαν εκείνο το άλλο και έπεσε και σκέπασε τη γη. Και κάποιοι ξωχάρηδες  ζευγάρίζανε με τα βόδια τους. Και πεθάνανε ως είκοσι από αυτούς μαζί με τα βόδια τους. Αλλά σιγά σιγά οι σεισμοί λιγοστεύανε και ησύχαζε η οργή.  Μα μπαίνοντας ο Δεκέμβρης πάλιν αρχινίσανε. Σε όλο το διάστημα η θάλασσα εφαινότανε τριγύρω στο νησί πότε κόκκινη, πότε πράσινη και μελανή  και μάλιστα μέρος όπου γινότανε το κακό η θάλασσα φαινότανε εκατό λογιών. 
Οι κακόμοιροι οι Σαντορινιοί μακαρίζανε τους πεθαμένους. Όλοι τους τυφλώθηκαν για κάποιες ημέρες ακόμα και τα ζώα. Από του αγίου Νικολάου ημέρεψε η θάλασσα και πάψανε οι σεισμοί αλλά στις 20 Δεκεμβρίου ξανάρχισε πάλι η οργη  πλην ξεθυμασμένη. Οι σεισμοί λιγοστέψανε ως που η γη και η θάλασσα ησυχάσανε τέλος πάντων. Τότες φυσήξανε καλοί καιροί τραμουντάνα και γρεγαλάκι και αλέσανε σιτάρι στους μύλους και φάγανε και δοξάσανε τον Θεο. 


Παρασκευή 26 Μαΐου 2017

Οι φάροι της Σαντορίνης - μια εναλλακτική επιλογή

Έμπνευση: Θ. Μπάμπα, Φάρος, ο ταξιδιωτικός προορισμός, 1ο Διεθνές Συνέδριο για  τον Βιωματικό Τουρισμό , IMIC Σαντορίνη 2015
«Με τη νυχτερινή κραυγή του ο φάρος τρομάζει τους ψηλούς βράχους, τους κάνει να παίζουν γιγάντια παιχνίδια που απλώνουν τις διασκεδάσεις των από τον ουρανό ως τις πολύφωνες σπηλιές για ώρες μακριά αχούν οι τεράστιες κραυγές απελπισμένων σκιών, μονάχα λόγια ηρωικά μπορούν να δαμάσουν σε ρυθμούς αυτό το υλικό αλλά οι απολαύσεις που προσφέρει στο πρόσωπο η Σαντορίνη γλήγορα αλλάζουν τα πάθη, σπούνε το κάθε  κυκλώπειο φύσημα πάνου στην πορσελάνη των βουνών πουυ ασπρίζουν τη μαύρη ομορφιά της». Νίκος Κάλας –Σαντορίνη
Στη Σαντορίνη υπήρχαν δύο φάροι. Ο γνωστός μέχρι και σήμερα Φάρος του Ακρωτηρίου και ο Φάρος της Οίας.
Ο φάρος του Ακρωτηρίου είναι ένας από τους ωραιότερους των Κυκλάδων. Κατασκευάστηκε το 1892 από τη Γαλλική Εταιρεία Φάρων. Το ύψος του πύργου του είναι 10 μέτρα. Ανακαινίστηκε το 1925, διέκοψε τη λειτουργία του στον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο και άρχισε να λειτουργεί πάλι το 1945. Ηλεκτροδοτήθηκε το 1983 και έγινε αυτόματος το 1988. Νότια του φάρου υπάρχει αγκυροβόλιο προστατευμένο από τους βόρειους ανέμους.

Ενώ για τον Φάρο της Οίας ξεχωριστή αναφορά γίνεται στο βιβλίο του απόστρατου Πλοιάρχου του Πολεμικού Ναυτικού και σκιτσογράφου κ. Γήση Παπαγεωργίου :" Ελληνικοί Πέτρινοι Φάροι " : « Από το 1883 έως το 1967 λειτούργησε. Είχε φωτοβολία 8 μίλια. Εστιακό ύψος 115 μέτρα. Ήταν ένας Πύργος τετράγωνος στη μέση της κατοικίας των φυλάκων, ύψους 8 μέτρων. Βρισκόταν  250 μέτρα ανατολικά από το Ακρωτήρι Αμμούδι. Το 1941 καταστράφηκε από τους Γερμανούς (όπως και του Ακρωτηρίου) και λειτούργησε πάλι το 1945. Το 1967 ο φάρος κατεδαφίστηκε από ιδιωτικό φορέα και στη θέση του λειτούργησε νταμάρι.»

“Ο φάρος είναι σύμβολο της ναυτοσύνης, αναφέρει η Θεοδώρα  στο συνέδριο Imic,  οι φωτεινές περιοδικές του λάμψεις αποτελούν γλώσσα και εργαλείο για τους ναυτικούς. Κάθε φάρος μοναδικός, εκπέμπει ένα σταθερό σήμα, που σε καμία περίπτωση δεν είναι ίδιο με το σήμα άλλου φάρου της ίδιας περιοχής.
Σκοπός του είναι να επισημάνει προκαθορισμένο γεωγραφικό σημείο. Ο φάρος είναι τόπος άρα και προορισμός.
Οι φάροι βρίσκονται σε εκπληκτικές τοποθεσίες που κυριολεκτικά κόβουν την ανάσα, πολλοί από αυτούς χτίστηκαν δεκάδες και εκατοντάδες χρόνια πριν, ενσωματώθηκαν με το τοπίο και αποτελούν ορόσημα των γεωγραφικών περιοχών τους. 

Αναμφισβήτητα οι φάροι μπορούν να αποτελέσουν μία πηγή αυθεντικών εμπειριών. Οι ίδιοι, το εκπληκτικό τους περιβάλλον αλλά και η προσέγγιση τους μπορούν να χτίσουν δυνατά βιώματα. Μπορούν να αποδείξουν πώς αφού εξαιρετικά υπηρέτησαν τον κλασσικό τους ρόλο τώρα δείχνουν το δρόμο ενός νέου ρόλου αυτού του ταξιδιωτικού προορισμού. [...]

Η τουριστική αξιοποίηση των φάρων μπορεί να συνδυάσει:
1. την προστασία και διατήρηση τους
2. την ήπια αειφορική αξιοποίηση και ανάδειξη του περιβάλλοντός τους
3. την ασφαλή πρόσβαση από ξηρά, θάλασσα ή αέρα
4. την ανάδειξη της περιοχής(διαδρομές, επισκέψεις)
5. την αλλαγή νοοτροπίας των ιδιωτών και φορέων σχετικών με τον τουρισμό
6. την λειτουργία εκθεσιακών χώρων, μουσείων, πρότυπων εκπαιδευτικών κέντρων, παρατηρητηρίων, αθλητικών λεσχών
7. την εποχιακή ή ετήσια μετατροπή τους σε κατάλυμα 
8. τον σεβασμό στην ιδιαιτερότητα του κάθε τόπου 
9. την δημιουργία δικτύων και διαδρομών
10. την διαδικτυακή εκπαίδευση
11. τη συνεργασία χωρών
12. τα οικονομικά οφέλη ….” 

Mήπως ήρθε η ώρα να εμπνευστούμε από τα λόγια της και να δούμε διαφορετικά  μια άγνωστη πλευρά της ιστορίας του νησιού μας; Μήπως ήρθε η ώρα  η φωτογραφία που  κοσμεί  το τόσο σημαντικό ναυτικό μουσείο της Οίας και δυστυχώς ξεχασμένο από όλους και αφορά τον φάρο της  να γίνει κτήσμα της τοπικής κοινωνίας; Μήπως ήρθε η ώρα παρερμηνέυοντας τον Κάλα, ο «φάρος που τρομάζει τους ψηλούς βράχους.... να μην ακούει τα πάθη των αλλών αλλά εμείς να ακούσουμε την ιστορία του; 
Μήπως εν τέλει ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε ενεργά με την προάσπιση της δικιάς μας άγνωστης τοπικής ιστορίας; 

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

Η βαρελοποιία στη Σαντορίνη


[...]Τα βαρελάδικα εις την Σαντορίνην λέγονται βουτσάδικα και ευρίσκοντο παλαιότερον εις όλους τους λιμένας της νήσου, ήτοι εις το Άμμούδι, εις την Αρμένη της Απάνω Μεριάς, εις τα Φυρρά, το Γιαλό και εις τον Αθηνιό, απ’ όπου εγίνετο η εξαγωγή του οίνου. Σημειωτέον ότι «τα διάφορα καΐκια, που μεταφέρανε το κρασί, εκτός από τη Σύρα, στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αίγυπτο και στη Ρωσία, δεν είχανε μόνιμη στοίβα από βαρέλια, για να βάζουν το κρασί, αλλά βάζανε βαρέλια από το λιμάνι, που τα αφήνανε στον τόπο του προορισμού τους

Τους βαρελάδες οι Θηραίοι ονομάζουν βουτσάδες.  Τα βουτσά έχουν ενταύθα διάφορα ονόματα, αναλόγως του μεγέθους και της χωρητικότητος αυτών. Ούτως άφουρα (η) και εν τω πληθυντικώ άφουρες (οι) λέγουν τα βαρέλια, «που παίρνουν τρία βουτσά κρασί, δηλαδή 1008 οκάδες».5 Δια την λέξιν άφουρα ο Ν.Γ. Πεταλάς έγραφε κατά το 1876 τα εξής: «Η άφουρα [είναι] δοχείον μέγα οίνου ισοδυναμούν προς τρία βουτσία, περιέχοντα επτά βαρέλας έκαστον, ο έστιν εν όλω 21 βαρέλας, (ήτοι) 945 οκάδας. Αναμφιβόλως είναι ο αρχαίος αμφορεύς υπό του χρόνου παρεφθαρμένος, όστις και μετρητής ελέγετο•ήτο δε μέτρον χωρητικότητος δια τα υγρά».
Βουτσί είναι το βαρέλι το περιλαμβάνον 336 και πλέον οκάδας.
Μπόμπαν λέγουν εν Θήρα το χωρητικότητος 400-600 οκάδων βουτσί, μισόμπομπες τα βαρέλια των 250-300 οκάδων, βαρέλαν το χωρητικότητος 48 και πλέον οκάδων. Η βαρέλα είναι ίση με 6 σέκια, το δε σέκι ίσον προς 8 οκάδας, Αι λέξεις άφουρα, βουτσί και βαρέλα είχον εκτός της εννοίας του βαρελιού και την της χωρητικότητος. Αύται διευκρινίζονται, αναλόγως προς τον τρόπον, κατά τον οποίον θα τας μεταχειρισθούν. Λέγουν π.χ. «κα μπρε, σιγουράρισε την άφουρα (το βουτσί, τη βαρέλα) με μία πέτρα να μην κατρακυλά μέσ’ στην αυλή». Άλλοτε δε πάλιν ακούει τις: «Εφέτος ήκαμα δέκα βουτσά κρασί όλα-όλα» ή «αυτό το βαρέλι το παίρνει δεν το παίρνει ένα βουτσί».  
Οι βαρελάδες της Σαντορίνης κατεσκεύαζον και κατασκευάζουν ακόμη και μικρότερα βουτσιά, ρακοβάρελα, κονιακοβάρελα, τυροβάρελα, ως και διάφορα σκεύη απαραίτητα δια την κάναβαν (οιναποθήκην) με τα αυτά υλικά, που εχρησιμοποίουν δια την κατασκευήν των μεγάλων βαρελιών.
[....]Ο βαρελοποιός πρώτα μετράει τις «ντούγιες»(τα ξύλα που αποτελούν το βαρέλι). Τις πελεκάει με ένα μαχαίρι, που λέγεται«ταλιακούδα» και μετά τις περνάει από μια μεγάλη «πλανιά», που είναι ακίνητη και σχηματίζει την κοιλιά του βαρελιού.
Ανάλογα με το μέγεθος του βαρελιού είναι και η φόρμα, όπου το σκαρώνει. Κάθε βαρέλι είναι στα άκρα στενό ενώ στη μέση φαρδύ.
Το ένα άκρο των ξύλων το κλείνει με στεφάνια, ανάλογα με το μέγεθος του βαρελιού, ενώ το άλλο άκρο είναι ακόμα ανοιχτό. Για να σχηματιστεί η κοιλιά του βαρελιού, κάνει μια σκάρα, όπως του μαγκαλιού, βάζει μέσα χοντρά ξύλα. Αφού δώσει φωτιά παίρνει τη σκάρα και από πάνω της τοποθετεί τα βαρέλι, όπως το προετοίμασε πιο πριν, με το ένα άκρο του δηλαδή έτοιμο. Με ένα συρματόσκοινο τριγυρίζει το βαρέλι στο άλλο άκρο που είναι ακόμη ανοιχτό. Με τι βίδα ένα εργαλείο με το οποίο πιάνει το συρματόσκοινο και από τις δύο πλευρές σφίγγει τα ξύλα και σιγά σιγά το άκρο αυτό που αρχικά είχε ετοιμαστεί.
Στη συνέχεια αναποδογυρίζει το βαρέλι, χωρίς να πειράξει τη βίδα. Κόβει σίδερα ανάλογα με το βαρέλι και τα καρφώνει με περτσίνια. Αφού τοποθετήσει το εξωτερικό στεφάνι του άκρου, αρχίζει να ξεβιδώνει τη βίδα και να προσθέτει τα υπόλοιπα στεφάνια. Αν το βαρέλι είναι 500 έως 1000 κιλά βάζει δέκα στεφάνια .
Μετά κάνει το «καβάρισμα» μπροστά και πίσω στα δύο δηλαδή στρογγυλά άκρα του βαρελιού με ένα σκεπάρνι γυριστό. Για να πιάσει το «φουντί», το στρογγυλό άκρο του βαρελιού, δηλαδή το καπάκι με τον «τζινιαδόρο» κάνει την πατούρα ένα είδος αυλακιού. Αφού ετοιμάσει το φουντί, το πατάει στην «πλάνια» και μετά το καρφώνει με δίμυτες βελόνες. Το φουντί αποτελείται από πολλά κάθετα κομμάτια ξύλου. Μετά παίρνει κουμπάσο από την πατούρα που άνοιξε, επί πέντε κουμπασιές. Παίρνει το κουμπάσιο και το τοποθετεί στο μέσο του φουντιού και παίρνει τον κύκλο στρογγυλό. Αφού αλείψει το στρογγυλό με μπογιά και φαίνεται το στρογγύλεμα της κουμπασιάς, με το «ξεγυριστάρι», είδος πριονιού το κόβει και γίνεται στρογγυλό. Με την «ταλιαδόρα», μια μεγάλη μαχαίρα, κόβει το φουντί γύρω γύρω για να χωράει να μπει στην πατούρα. Ύστερα ξυνει το φουντί με ένα ροκάνι για να γυαλίσει. Στην συνέχεια βάζει ζυμάρι από αλεύρι και νερό στην πατούρα και βγάζει τρία στεφάνια για να περάσει το φουντί.
Σηκώνει το βαρέλι όρθιο, σφίγγει τα στεφάνια και εφαρμόζει όλες τις ντούγες κι έτσι το βαρέλι δεν τρέχει. Ανοίγει μια τρύπα στη ράχη του βαρελιού απ’ όπου θα μπει ο μούστος στο βαρέλι, και μια μικρή σ’ ένα από τα δυο καπάκια του για να μπει η κάνουλα απ’ όπου τρέχει το κρασί.      

[....] «Άμα το σκαρώσωμε, λέγει ο Ελευθέριος Ευδαίμων, έπειτα το σαβαγιάρομε. Σαβαγιάρισμα λέμε, δηλαδή να φέρομε τις dούγιες στα ίσα από πάνω. Μετά το ξεφορμίζομε. Του περνάμε τ’ απάνω βεργιά πρώτα και το σφίγγομε με τη σφήνα και με το σφυρί  . Τα ξύλινα τα σφίγγαμε με τον κόπανο, το σφυρί και την ξύλινη σφήνα. Τα παλαιά χρόνια βάναμε φωτιά μέσα στο σκαρωμένο βαρέλι και με νερό εγυρίζαμε τις dούγιες (ολόκληρο το βαρέλι) με τις μαΐστρες. Μαΐστρες ήταν στεφάνια, που τις σφίγγανε τις dούγιες. Στην αρχή λυγούσανε μια-μια dούγια και μετά το σκαρώναμε. Τώρα υπάρχει μηχανή χειροκίνητη, πού γυρίζει τα βαρέλια. Πάλι θα βάλωμε από την άλλη μεριά τα βεργιά του, δηλαδή πάλι θα το ξεφορμίσωμε. Έπειτα θα το σφίξωμε για καβάρισμα, δηλαδή κάνομε το κούρεμα, το κουρεύομε, μετά το παίρνομε από μέσα με το καραβορούκανο, το καβάρομε». Ώστε το τρίτον στάδιον της κατασκευής του βαρελιού είναι το καβάρισμα, το όποιον γίνεται με τα εργαλεία τσινιαδόρος, καβαροσκέπαρνο και καβαρορούκανο  . Εις εκάστην δηλαδή ακραν της dούγιας γίνεται η γράδωση    δηλαδή κατασκευάζονται αύλακες, εντός των οποίων θα ενσφηνωθούν αργότερον τα φούdια.  Με την πλανιοπούλα   εν Σαντορίνη «παίρνουν τον όρλο». Όρλος είναι τα κυκλικά επάνω και κάτω άκρα του βαρελιού. Τέταρτον στάδιον κατασκευής είναι να γίνουν τα φούdια, δηλαδή τα καππάκια. Κάθε φούdι αποτελείται από dούγιες, πού παρατίθενται κατά πλάτος και συνδέονται μεταξύ των ή με ξυλόσφηνες ή με δίμυτες καρφοβελόνες. Το όλον φούdι περικόπτεται κυκλικώς με ακτίνα σύμφωνον προς την φόρμαν του βαρελιού, λεπτύνεται δε κατά την περιφέρειάν του, δια να ημπορεί να εισχώρησει εις την εσωτερικήν αύλακα των dουγιών. Αφαιρείται τότε η ακραία στεφάνη και το φούdι πιεζόμενον καταλλήλως εισδύει και ενσφηνώνεται εις την αύλακα  . Εις τις άφουρες τα φούdια συνήθως ενισχύονται με ισχυράν ξυλίνην μπάραν (τραβέρσαν), που τοποθετείται επάνω εις την διάμετρον της επιφανείας των. «Με την κλόβα   μπλιγάρομε κομμάτια τω φουdιώ, που τα λέμε dαbανία». Αφού περάσουν τα φούdια, το ψαθώνουν με το ψαθί. κατόπιν το ξύνουν απ’ έξω με το ρουκάνι και τέλος το σιδερώνουν. Σιδέρωμα είναι η τακτοποίησις των τσερκιών ή βεργιών (στεφανιών). Ο βουτσάς χρησιμοποιεί προς τούτο σφήναν, που κτυπά με σφυρί, δια να προωθή τα τσέρκια. Αντί σιδηρών στεφανιών κάποτε τοποθετούν και δυο ξύλινα, που χρησιμεύουν ως προσκέφαλα, όταν το βαρέλι κυλίεται επί του εδάφους και ούτω προλαμβάνεται η φθορά του. Έπειτα ανοίγουν την κάνουλα και την καρκούνα, με ειδικόν εργαλείον  , δηλαδή την μεγάλην οπήν εις την μέσην του βαρελιού. Η κάνουλα γίνεται εις το φούdι. Την καρκούνα φράσσουν με τον πίρο, ο οποίος είναι πώμα, συνήθως εκ κέδρινου ή δρύινου ξύλου σκληρού, που περιτυλίσσεται με λινόν ράκος. Η λέξη πίρος αναφέρεται εις τας παροιμίας: «Δεν φταίς, εσύ, φταίει του βουτσού ο πίρος», η όποια λέγεται προς τους ακοσμούντας ένεκα μέθης, και «όπου λυπάται από τον πίρο, χάνει από την καρκούνα» ή «όποιος φοβάται από τον πίρο, το χάνει απ’ την καρκούνα». 
Τα κομματάκια από τα ξύλα, πού μένουν μετά την κατασκευήν του βαρελιού, λέγονται εν Σαντορίνη ροdαρίδια και απάκρηες. Πελεκούδια ονομάζονται αυτά, τα οποία «πετιώνται, άμα πελεκάμε τις dούγιες. Βγαίνουν και τα ρουκανίδια».  Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν «τρέχει» (στάζει) το βαρέλι, το διορθώνουν με το ατσάλινον εργαλείον, πού λέγεται καλαφατικό  

. «Αν είναι πολύ παλιωμένο, τότε θα πλανίσουν όλες τις dούγιες και θα τις ξαναβάλουν στη θέση τους». Τέλoς, πριν τεθή εις το βουτσί ο μούστος ή έτερον υγρόν, «πρέπει να το ξετρυάσουν, δηλ. να το καθαρίσουν εκ του παλαιού υπολείμματος. Αν η τρυγιά είναι ξηρά, την διαλύουν με θερμόν ύδωρ, Αν το βουτσί είναι προ πολλού κενόν, τότε θα του αφαιρέσουν το ένα φούdι, θ’ ανάψουν φωτιάν με ρουκανίδια ή θα ρίψουν εντός αυτού θερμόν ύδωρ, μετά του οποίου έχουν συμβράσει κυδώνια ή άλλους αρωματώδεις καρπού


Διασκευασμένο απόσπασμα από :
               Δ.Οικονομίδης  Η Βαρελοποιία στη Σαντορίνη, Μ.Δανέζης Σαντορίνη 1971
Η Σαντορίνη που χάνεται επιμ. Χριστόφορος Μηνδρινός

Τετάρτη 3 Μαΐου 2017

O ρόλος των Θηραίων στην Ίδρυση του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

 Η αναπτυξιακή πορεία της Σαντορίνης κατά τη διάρκεια του 19 αι[1]., διαφαίνεται σε αρκετά πεδία: δημιουργία Οικονομικού Επιμελητηρίου , ακμή της θηραϊκής ναυτιλίας και ολοένα και αυξητική ζήτηση των θηραϊκών προϊόντων, δημιουργία νέων βιομηχανικών μονάδων (εξόρυξης ελαφρόπετρας, επεξεργασία ντομάτας, και οινοπαραγωγή), άτυπη σύνδεση της Σαντορίνης με την Εθνική Τράπεζα ήδη από το  1842 , καθώς και την έναρξη των ανασκαφών στο νησί   Παράλληλα, ενισχύεται το θρησκευτικό συναίσθημα των κατοίκων με την οικοδόμηση πολλών εκκλησιών , αλλά και με την ύπαρξη ιδιαίτερων ιστορικά εκκλησιαστικών στιγμών- δράσεων.  Οι γεωλογικές – κοινωνικές μεταβολές συνεχίζονται λόγω των ηφαιστειακών εκρήξεων (1866 ), δημιουργούνται και συστήνονται κοινότητες, ενώ και στον υγειονομικό τομέα( ίδρυση Λεπροκομείου), εντοπίζονται εξελίξεις .
Ταυτόχρονα δε στον ευρύτερο τότε ελλαδικό χώρο η άνθηση της Παιδείας μετά την επανάσταση κορυφώνεται με την ίδρυση του Οθώνειου Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ιδρύθηκε με βασιλικό διάταγμα στις 14 Απριλίου του 1837 και εγκαινιάστηκε στις 3 Μαΐου του ίδιου χρόνου. Πρωτοστεγάστηκε στην κατοικία του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη, επί της οδού Θόλου, στη βορειοανατολική πλευρά της Ακρόπολης. Ήταν το πρώτο Πανεπιστήμιο, όχι μόνο του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, αλλά και της Ανατολικής Μεσογείου.
Η εκπαιδευτική ευεργεσία[2], εκτός των άλλων, αποτέλεσε σημαντική πτυχή της νεότερης ελληνικής ιστορίας, μιας και ενίσχυσε τη σημασία του ρόλου της εθνικής ιδέας
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό για μια νησιωτική τοπική κοινωνία όπως είναι αυτή της Σαντορίνης, στην τέταρτη δεκαετία του 19ου αι., να μπορεί να διαθέτει χρήματα για την ίδρυση αυτού του Ανώτατου Ακαδημαϊκού Ιδρύματος και μέλη της να κατατάσσονται στους ευεργέτες του Οθώνειου Πανεπιστήμιου. Η ενδεικτική αναφορά, στα άτομα τα οποία συνέβαλαν μέσω ευεργεσιών στην ίδρυση του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου θεωρήθηκε αναγκαία, μιας και έμμεσα αναδεικνύουν μέρος της φιλοσοφίας της κοινωνίας της Σαντορίνης τον 19ο αι.
Οι Θηραίοι ευεργέτες της παιδείας είναι δυνατόν να κατηγοριοποιηθούν σε τρείς μεγάλες κατηγορίες: α) διοικητικές – προξενικές αρχές καθώς και μέλη ανώτερης κοινωνικής τάξης, β) εκκλησιαστική τάξη και γ) κάτοικοι του νησιού[3].
Δήμος Θήρας[4]; Μ.Α. Τσαμαδός  (50), Σ. Επίσκοπος Καθολικών Λ.Δεκιγάλλας ( 50) Βαζέγγιος Φίλιππος      (12),  Καλαμίδας Κ. (8), Κροκίδας Α. (10), Θέμελης Ι. (5), Βαφόπουλος Π. (20), Γαβαλάς Τ. ( 6), Ζαχαρόπουλος Π., (10), Δεκιγάλλας Ι. ( 20), Άλβης Π. (50), Δελένδας Ν. (40), Συρίγγος  Λουίγγης (8), Δελένδας Α., (15), Συρίγος Γ. (7), Άλμπης Ι. (12), Πίντος Γ. (8), Δελένδας Ι. (20), Συρίγγος Λ. (12), Γύζης Τ. (10), Ζάνος Αντ. (6), Αλαφούζος Π., (5), Κριεζής Λ. (20), Βλαχόπουλος Ν., (10), Σορώτου Μ. (6).
Δήμος Εμποριτών: Ζάνος Π.(25), Νοητάκης Κ.(6), Γαβαλάς Μ. (10), Βελτίων Γ.(10).
Δήμος Οιατών: Δημοτικό Ταμείο (100).
Δήμος Καλλίστης : Ρωσικός αντιπρόξενος Μαρκεζίνης Β. (50), Βαλλιάνος Γ. (20), Αδραβάνης Α. (3), Μαρκεζίνης Θ. (5), Μαρκεζίνης Π. (5), Σορότος Μ. (10), Γαβαλάς Β.(5), Σπεράντζας Ν. (5), Μαρμαρμάς Π. (2), Σκοπελίτης Ν. (2), Μαίνης Ι. (1), Ιαννάκος Α. (3), Βαρσαμάκης Α. (5), Λαγκαδάς Κ. (5), Δαρμέζης Ι.(2), Σιγάλας Α.Ν. (4), Γαβαλάς Ι.(3), Ποταμιάνος Σπ (5).
Σεβ.Μητροπολίτης Θήρας κ.Ζαχαρίας (50), Μονή Προφήτη Ηλία (100), Μονή Χοζωβιώτισσας Αμοργού (200), Μονή Καλαμιώτισσας Ανάφη (100), Δήμος Θηρασιάς (30),
Ξεχωριστή σημασία Μητροπολίτη Ζαχαρία Κυριακό , Ιωσήφ Δεκιγάλλα  , Καθολικό Επίσκοπο Λουκά Δεκιγάλλα ,Γ.Πίντο  Βασίλειο Μαρκεζίνη  και Νικόλαο Σπεράντζα . Διακριτή είναι και η θέση δημάρχων ( Μ. Τσαμαδά, Γ. Βαλλιάνου αλλά και Πέτρου Άλβη), υπαλλήλων δημοτικών (Α. Ζάννος – Βοηθός γραμματέα διοίκησης Θήρας) ενός προκρίτου (Ιωάννης Άλμπυς), Δημογερόντων και Συμβούλων(Τζαννής Γαβαλάς και Κ. Λαγκαδάς), Αρμοστών και φυσικά η ενισχυτική «παρουσία» των Μοναστηριών Προφήτη Ηλία Θήρας, Χοζωβιώτισσας Αμοργού, Καλαμιώτισσας Ανάφης καθώς και των Δήμων Θηρασίας και Αμοργού.
Στο εκπαιδευτικό κομμάτι , Θηραίοι καθηγητές (Νικόλαος Βλάχος, Ιωάννης Δανέζης, Δημήτριος Κουτσογιαννόπουλος, Παναγιώτα Πρέκα, Παρασκευή Νομικού, Ιγνάτιος Μοσχάκης  Μιχάλης Πετσετάκης κ.α. ) του Καπιδιστριακού Πανεπιστήμιου  του Χθες αλλά και του σήμερα, λαμπρύνουν  και διανθίζουν την ευρύτερη προσέγγιση του ρόλου της ιστορίας της Θήρας  
Είναι σαφές ότι η διαμόρφωση της ιστορίας του νησιού δεν μπορεί να αναπτύσσεται στα ευρύτερα στενά γεωγραφικά πλαίσια, αλλά και εκτός αυτού, όπως για παράδειγμα στην ίδρυση του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου.
Πέρρος Ιωσήφ
Υπ.Δρ. ΕΚΠΑ
Μάϊος 2017




[1] Πέρρος Ι., Όψεις της Εκπαίδευσης στη Σαντορίνη 1880 – 2000, Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Ιστορίας και Διδακτικής της Ιστορίας Λαογραφία και πολιτισμός, Αθήνα, Απρίλιος 2014
[2] Κουτουξιάδου Αθ., «Η έννοια και τα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού ευεργετισμού τον 19ο στο χώρο της εκπαίδευσης» Τα Εκπαιδευτικα, Ιανουάριος – Ιούνιος 2013, σ.133
[3] Επεξεργασμένο υλικό από τους  επίσημους πίνακες για τους ευεργέτες του καποδιστριακού Πανεπιστήμιου. Ε.τ.Κ. φ.3 (8-2-1840): Κατάλογος των από της 25 Μαίου 1839 μέχρι της 30 Νοεμβρίου του αυτού έτους γενομένων προσφορών προς ανέγερσιν του εν Αθήναις Ελληνικού Πανεπιστημίου σσ.. 17– 19, και Ε.τ.Κ. φ.11 (4-6-1840): Των εως 20 Μαϊου 1840 προς ανέγερσιν του Ελληνικού εν Αθήναις Πανεπιστημίου συνδρομών σσ. 56-57
[4] Σε παρένθεση η τιμή αναφέρεται σε δραχμές. 

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...