Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014

Βροχή στη Σαντορίνη -- 1883



Ραγδαιοτάτη καὶ ἀσυνήθης βροχὴ κατέπεσεν ἐν Θήρα τῇ 18 τρέχοντος περἰ τὴν πρωίαν ὥραν περίπου διαρκέσασα και ἐπήνεγκεν ἀνυπολογίστους ζημίας, ἀπερίγραπτον ἰδίως εἷνε τὸ  ραγδαῖον καὶ φοβερὸν αὐτῆς πρωτίστως μὲν ἐν τῇ περιφερεία τοῦ χωρίου Ἐμπορεὶον, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον ἐν τῇ τοῦ χωρίου Γωνιᾶς καὶ Βουρβούλου.Ἡ θέσις τοῦ χωρίου Ἐμπορείου παριστᾷ θέατρον καταστροφῆς μεταβληθείσα εἰς λίμνην πλωτὴν ἐκπέμψασαν ἐκ τῶν διαφόρων σημείων αὐτῆς ποταμοὺς οἳτινες ἀγρίως καὶ ὁρμητικῶς κατελθόντες παρέσυρον πᾶν το προστυχὸν διὰ τῶν ἀμπελώνων και τῶν ἀγρῶν. Ἐν τῇ θέσει ταύτη λίθινα περιτοιχίσματα παρεσύρθησαν ἄρδην, συκαῖ καὶ ρίζαι τῶν ἀμπέλώνω ἐκριζωθεῖσαι ἤχθησαν εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ποῦ μὲν αὗται βαθέως ηὐλακώθησαν ποῦ δὲ ὑπερσκάφθησαν, ἐδῶ μὲν ἐγένοντο ἐκχώσεις, ἐκεῖ δὲ ἐπιχώσεις κ.τ.λ., δισδιάκριατα δὲ ὅλως εἰσι τὰ σημεῖα καὶ αἱ περιοχαί ταύτης.  
Δυστυχῶς ποιμὴν παρασυρθεὶς μετὰ τοῦ ἐξ 150 αἰγοπροβάτων ποιμνίου του ἤχθη νεκρὸς εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἄλλα τοιαὔτα καὶ ἡμίονοί τινές παρεσύρθησαν, γυναικός τινός ἐκ Βουρβούλου ἐξερχομένης τῆς ὑπερπληρωθείσης ὕδατος, οἰκίας της, ὁ κατερχόμενος ὁρμητιῶς χείμαρρος, ἀφήρεσεν ἀπὸ τῆς ἀγκάλης αὐτῆς  τὸ ἀτυχὲς τετραετὲς τέκνον της, ὅπερ ἐπίσης ἐφέρθη νεκρον εἰς τὴν θάλασσαν, ἐπί τῶν ἀμπελώνων καὶ ἀγρῶν τῆς τε Γωνίας και Βουρβούλου παραπλήσιαι τῶν τοῦ Ἐμπορίου ἐγένοντο ζημίαιαι. Πλεῖσται ὅσαι οἰκίαι τῶν διαληφθέντων χωρίων ἐπληρώθησαν υδάτων, ἅτινα ἐξελθόντα βιαίως, παρέσυραν καὶ ἐξηφάνισαν πολλὰς ζωοτροφὰς τῶν πτωχῶν οἰκοδεσποτῶν. Πανικός κατέλαβε καὶ κατέχει ἔτι τοῦς κατοίκους αὐτῆς, γοερὰς ἀφίσαντας κραυγὰς καὶ ἱκέτιδας ὑψώσαντας χεῖρας, κατὰ τῆν στιγμὴν τῆς φοβερᾶς θεομηνίας ἀληθῶς δ εἰπεῖν τοιοῦτος κατακλυσμὀς μετὰ ἀνεμοστροβίλου ἐπελθὼν παρήγαγε βοὴν ἐμπνέουσαν φρίκην, οἴναποθηκῶν τινῶν ἐκεῖσε πληρωθεισῶν ὕδατος, τὰ οἰνοδοχεῖα ἔπλευσαν δὐο τούτων καταπεσοῦσαι συνέτριψαν τὰ οἰνοδοχεῖα ἔπλευσαν δύο τούτων καταπεσοῦσαι συνέτριψαν τὰ οἰνοδοχεῖα …[ἧν εὐτυχῶς πρωία ἄλλως τε πολλὰ ἡ νῆσος θὰ ἐθρήνει θύματα.
Περιοδικό Κοσμόπολις τομ 4. Αρ. 575 1883

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

Ένας Θηραίος " προδότης' (???) του Ολοκαυτώματος της Μονής Αρκαδίου και ο παραλληλισμός του με την έκρηξη του 1866 του ηφαιστείου της Σαντορίνης



Η  Βυζαντινή Ιερά Μονή Αρκαδίου,  που βρίσκεται σε οροπέδιο στο νομό Ρεθύμνης, έχει μακρά ιστορία. Τη θεμελίωσε ο αυτοκράτορας Ηράκλειος και την οικοδόμησε  έτερος, ο Αρκάδιος[1], που της έδωσε το όνομα του. Με την  πτώση του Βυζαντίου και την πάροδο των ετών, οι Κρήτες δεν μπορούσαν να υποφέρουν τον τουρκικό ζυγό και κάθε τόσο επαναστατούσαν. Το ίδιο έγινε και το 1866, όταν το Μάρτιο περίπου 1500 επαναστάτες  Κρήτες  συγκεντρώθηκαν  στο Αρκάδι, για να εκλέξουν τους πληρεξούσιους των επαρχιών της Κρήτης. Την σύναξη  πληροφορούνται στα μέσα Σεπτεμβρίου οι Τούρκοι και ζητούν  από τον ηγούμενο Γαβριήλ Μαρινάκη να διώξει την Επαναστατική Επιτροπή από το Μονή, διαφορετικά θα την καταστρέψουν.  Ο ηγούμενος  όμω ς αρνείται. τις 24 Σεπτεμβρίου φτάνει με ομάδα εθελοντών ο συνταγματάρχης Π. Κορωναίος και ανακηρύσσεται  αρχηγός.  Κρίνει όμως, ότι η τοποθεσία δεν είναι κατάλληλη για άμυνα, αλλά  ο Ηγούμενος της Μονής Γαβριήλ  επιμένει και ζητεί να μην την εγκαταλείψει. Έτσι προχωρεί σε αμυντικές προπαρασκευές, εγκαθιστά ως φρούραρχο τον ανθυπολοχαγό Ι. Δημακόπουλο και μεταβαίνει στις επαρχίες προς στρατολόγηση πολεμιστών.   Έτσι, στις αρχές Νοεμβρίου στη Μονή βρίσκονται οι καλόγεροι, μέλη της Επαναστατικής, 40 εθελοντές και συνολικά 250 άνδρες  υπο την αρχηγία του Δημακόπουλου. Ο τουρκικός στρατός, αποτελούμενος από 15.000 τουρκοαιγύπτιους,  αλβανούς και  τουρκοκρητικούς και υποστηριζόμενος από τριάντα κανόνια, υπό τον Μουσταφά Ναϊλή Πασά,  ξεκινά απο το Ρέθυμνο το βράδυ της 7ης  Νοεμβρίου εναντίον της Μονής και ζητεί από τον ηγούμενο Γαβριήλ να παραδοθεί. Εκείνος αρνείται, γιατί περιμένει ενισχύσεις από τον Κορωναίο. Την επομένη πριν ξημερώσει , οι Τούρκοι βομβαρδίζουν τη Μονή κάνουν τρείς εφόδους χωρίς αποτέλεσμα. Σε μία έφοδο με αλαλαγμούς μπήκαν στην αυλή όπου εκτυλίχθηκαν  δραματικές σκηνές με τη σφαγή πολλών γυναικόπαιδων. Πολλοί πήγαν τότε να ασφαλιστούν στην πυριτιδαποθήκη κι εκεί παίχτηκε η τελευταία  πράξη του δράματος.  Ο Κώστας Γιαμπουδάκης από το ΄Αδελε Ρεθύμνου, ( κατά μία άλλη εκδοχή και ίσως η πλησιέστερη στην αλήθεια από τον  ανωγειανό Εμμανουήλ Σκουλά) μετά το σάλπισμα της τελευταίας  τουρκικής γενικής εφόδου, ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη και ο  κρότος ακούστηκε έως το Ηράκλειο! Σκοτώθηκαν όσα γυναικόπαιδα  βρίσκονταν  εκεί και στα γειτονικά κελιά, αλλά και πολλοί Τούρκοι. Αμέσως μετά, Τούρκοι όρμησαν με πρωτοφανή μανία και κατέσφαξαν  τους κρυμμένους στο ηγουμενείο και όσα γυναικόπαιδα είχαν απομείνει, ενώ άλλοι έκαψαν το ναό και λεηλάτησαν  τα ιερά κειμήλια. Το τι επακολούθησε προκαλεί φρίκη και το αποδίδει σε κείμενο του άγγλος περιηγητής: « ούδ’ αυτή η έξαλλος φαντασία  ημπορεί να συλλάβη την φρικαλεότητα  της διαδραματισθείσης  σκηνής. Οι Αλβανοί και οι Κρήτες μουσουλμάνοι απέκαμον φονεύοντες! Διψώντες εκδίκασαν  έσφαζον ανηλεώς  γυναικόπαιδα και πάντα διασωθέντα…»
Από την άλλη πλευρά όμως, ο Κορωναίος, ως γενικός αρχηγός από πλευράς Ελλήνων, στην 10σελιδη αναφορά του, με ημερομηνία 15 Νοεμβρίου 1866, προσδιορίζει ότι η αναζήτηση στρατού προκειμένου να οδηγηθεί από τον ίδιο για την υπεράσπιση του Αρκαδίου και εγκλείστων δεν έφερε παρά μικρό μόνο αποτέλεσμα. Ούτε 500 επαναστάτες από το Αμάρι, που προσπάθησαν να σπεύσουν σε βοήθεια, κατάφεραν να φτάσουν, γράφει, καθώς εμποδίστηκαν όχι μόνο από τις τουρκικές δυνάμεις, αλλά και την προδοσία του ηγουμένου της μονής Ασωμάτων, ο οποίος τους έκλεισε το δρόμο! «Την δευτέραν ημέραν της εισβολής του εχθρού, ήτοι 9 του μηνός και ημέραν Τετράδην, -αναφέρει στην έκθεσή του- ήρχοντο εις επικουρίαν 500 περίπου Αμαριώται∙ αλλ’ ο ηγούμενος της μονής των Ασωμάτων, άλλος προδότης όμοιος του Αρχιερέως Λάμπης, καταβάς εις την διάβασιν ημπόδισεν αυτούς να έλθωσιν εις επικουρίαν». Η επίκληση του επισκόπου Λάμπης Παϊσίου εξηγείται στη συνέχεια από τον συνταγματάρχη. Ο Κορωναίος συνέλαβε ταχυδρόμο του ιεράρχη προς τους Τούρκους με δύο επιστολές του Παϊσίου προς αυτούς. Πρόκειται πιθανότατα για τις επιστολές προς τον Μουσταφά πασά, τις οποίες δημοσιοποίησε η Γενική Συνέλευση, αποκηρύσσοντας λίγες μέρες αργότερα τον Παΐσιο[2]. Βέβαια αυτά τα σημειώματα, γράφει ο συνταγματάρχης, του τα πήραν με τη βία άνθρωποι του επισκόπου κι ενώ βάδιζε προς το Αρκάδι[3]. Μάλιστα απελευθέρωσαν τον ταχυδρόμο, ένα δάσκαλο από τη Σαντορίνη, με το όνομα Σιγάλας, όπως ενημερώνει την επιτροπή της Αθήνας ο Γενικός Αρχηγός Ρεθύμνου. Η Γ.Σ., όπως προαναφέραμε, στην αποκήρυξη δημοσιεύει τις επιστολές του Παϊσίου προς Μουσταφά. Αν δεν τις εντόπισε και πάλι, το πιθανότερο είναι ότι για το περιεχόμενό τους την ενημέρωσε ο Κορωναίος. 
Από πλευράς Ιστορίας, ο ρόλος του Σιγάλα, ο οποίος είχε συλληφθεί από τον Κορωναίο, αν ληφθεί μόνο η επι της ουσίας θέσης, θεωρείται προδοτική, όντας υπάλληλος  όμως του   Επισκόπου , πιθανότατα να διαφοροποιεί την ερμηνεία στο θέμα αυτό.  

Ταυτόχρονα, μία εξίσου σημαντική αναφορά Τούρκων η οποία παραλληλίζει το ολοκαύτωμα της Μονής με την έκρηξη του 1866 του ηφαιστείου της Σαντορίνης, δίνει μια άλλη βαρύτητα. [4]:
Στις 14 Νοεμβρίου, η εφημερίδα "Αιών" δημοσίευε τις πρώτες πληροφορίες από την επιστολή ενός Κρητικού με τα αρχικά Β.Β. Η επιστολή δεν περιέγραφε επακριβώς τι είχε συμβεί στη μονή, καθώς θεωρούσε ότι η ανατίναξη ήταν προσχεδιασμένο έργο του στρατηγού Κορωναίου. Ωστόσο, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να τη διαβάσουμε, αφού αποτελούσε την πρώτη πηγή πληροφόρησης σχετικά με το σημαντικότατο αυτό γεγονός:
"Εν ΧΑΝΙΟΙΣ, τη 12 Νοεμβρίου 1866[5].
Κύριε Συντάκτα του Αιώνος.
Φθας ενταύθα προ τεσσάρων ημερών, εκπληρώ την υπόσχεσίν μου του να γράψω, ό,τι άξιον λόγου περί του ηρωικού τούτου πλην ατυχούς λαού της Κρήτης μάθω. Ωφεληθείς εκ της αανχωρήσεως πλοιαρίου, εις Πειραιά μεταβαίνοντος, σπεύδω να κάμω έναρξιν των ανταποκρίσεών μου, διά της αφηγήσεως πράξεως, ήτις θέλει χαροποιήσει πάσαν ελληνικήν καρδίαν.
Τη 8 ή 9, καθ' α πάντες ενταύθα, Χριστιανοί τε και Τούρκοι βεβαιούσιν, ο αρχηγός Κορωναίος λαμπράν ενίκησε νίκην κατά του Μουσταφά Πασσά. Ήτον ο Κορωναίος ωχυρωμένος εν τη Μονή Αρκαδίου, κειμένη εν τη επαρχία Ρεθύμνης. Επειδή δε αυτός μεν είχεν ολίγους περί εαυτόν, ο δ' εχθρός πολλούς, και με το λιανοτούφεκον η θήρα του θα ήτο πολύ πενιχρά, εσκέφθη, ότι έπρεπε να εύρη μέσον ανάλογον εχθρού τοιούτου, οίος ο Μουσταφά Πασσάς, και αντάξιον τοιαύτης υψηλότητος. Κατεσκεύασε λοιπόν περί την Μονήν τρεις υπομόνους. Οι Τούρκοι, μη φανταζόμενοι, ότι τοιούτους αστεϊσμούς διάθεσιν και μέσα έχουσι να κάμωσιν οι επαναστάται, οίτινες πάντοτε παραπονούνται, ότι στερούνται πολεμοφοδίων, επλησίασαν ατάραχοι προς την Μονήν, εις ην προεχώρουν όσω έβλεπον, ότι το εχθρικόν πυρ εχαλαρούτο. Αίφνης, τρομεράς εκρήξεως γενομένης, πολλών εκατοντάδων σαρικίων και σαλβαρίων ετινάχθησαν εις τον αέρα. Μετά την τρομεράν εκείνην στιγμήν, βροχή ποδών, κεφαλών, χειρών, όπλων, λίθων και παντοίου είδους αμόρφων αντικειμένων έπεσεν εξ ουρανού και εκάλυψε το ανοιχθέν χάσμα. "Αλλάχ! Αλλάχ!" ανεφώνησαν οι Οσμανλίδες. "Τι; οι Σεϊτανίδες[6] της Σαντορίνης ήλθον και εδώ και μας διώκουν;". (σ.σ. σε υποσημείωση του ο συντάκτης της επιστολής διευκρίνιζε ότι οι Τούρκοι παρομοίαζαν την έκρηξη του Αρκαδίου με εκείνη του ηφαιστείου της Θήρας, την οποία θεωρούσαν ως έργο διαβόλων). Όσοι επέζησαν από την καταστροφήν ταύτην, ετράπησαν εις φυγήν, διωκόμενοι μετά πείσματος υπό των ανδρείων Ελλήνων, διαπερώμενοι τους νεφρούς υπό της εχθρικής λόγχης. Εις μάτην ο Μουσταφάς εφώνει αυτούς να σταθώσιν, εις μάτην οι αξιωματικοί διά του ξίφους προσεπάθουν ν' αναχαιτίσωσι την φυγήν των. Τέλος, μετά ημίσειαν ώραν, εστάθησαν ολίγον, ίνα αναπνεύσωσιν ελευθέρως. Πλην αδύνατον εστάθη να πεισθώσιν, ίνα επανέλθωσι κατά του εχθρού. Εδέησε λοιπόν ο Μουσταφάς να παραλάβη το πεφοβισμένον ποίμνιόν του και να το οδηγήση μακράν εις την επαρχίαν Αποκορώνων....."



[1] Τάσου Κοντογιαννίδη: Η Ανατίναξη και η ηρωική θυσία της Μονής Αρκαδίου το 1866 στην Κρήτη στο  http://infognomonpolitics.blogspot.gr/2013/11/1866.html#.VCGVwZR_spp (ενημέρωση 23/09/2014).
[2] Η προδοσία του Αρκαδίου από τον επίσκοπο Λάμπης και η αποκήρυξή του :  http://www.patris.gr/articles/211925/140856?PHPSESSID=#.VCGQE5R_spo (ενημέρωση 23/09/2014).

[3]  Γράφει ο Κορωναίος:  « Καίτοι ολίγοι όντες κατά την ημέραν εκείνην, ηθελήσαμεν να προσβάλωμεν τον εχθρόν, και ενώ περί τούτου εφροντίζαμεν όργανα τινά του Αρχιερέως και του ηγουμένου επετέθησαν κατ’ εμού ζητούντα δύω επιστολάς προδοτικάς ας είχα συλλάβει του Αρχιερέως και τον προδότην, όστις τας έφερε, και ον είχα φυλακισμένον. Ο προδότης ούτος ονομάζεται Σιγάλας εκ Θήρας διδάσκαλος το επάγγελμα, Έλλην την εθνικότητα και τότε παρασταθείς αυτός δια να κάμη τον προδότην.»  (http://www.patris.gr/articles/211925/140859?PHPSESSID=#.VCGPjZR_spo) ενημέρωση 23/09/2014

[4] Ενδεικτικές αναφορές για την έκρηξη του 1866 τόσο στο καλλιστορώντας όσο και http://invenio.lib.auth.gr/record/99911/files/a21049.pdf (ενημέρωση 23/09/2014)
Και http://invenio.lib.auth.gr/record/99912/files/a21050.pdf (ενημέρωση 23/09/2014) - Αναφορές του Ιωσήφ Δεκιγάλλα.

[5] Το ολοκάυτωμα της Μονής Αρκαδίου  http://ola-ta-kala.blogspot.gr/2013/11/9.html\

[6] Πηγή φωτογραφίας Harper's Weekly, 7 April 1866, p. 217. Private collection (Courtesy: K. Manning)  http://nisee.berkeley.edu/elibrary/Image/KZ797

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

Ο ξαφνικός θάνατος της πριγκίπισσας Αλεξάνδρας και η "Κυψέλη" του Αντώνη Λαγκαδα



Από το ανεκτίμητο αρχείο του Θηραίου Αντώνη Λαγκαδά, μιας ιδιαίτερα σημαντικής αλλά και άγνωστης μορφής της θηραϊκής κοινωνίας του 20ου αιώ, η   κ. Τόνια Λαγκαδά, μας παραχώρησε το  τεύχος (5/1891) από  το περιοδικό  «Κυψέλη» που έβγαζε ο Λαγκαδάς στη Σαντορίνη. Με ιδιαίτερη έκπληξη, το συγκεκριμένο τεύχος του περιοδικού, καλύπτει κυρίως τον απρόσμενο θάνατο της πριγκίπισσας Αλεξάνδρας και τις αντιδράσεις που υπήρχαν στην Θηραϊκή Κοινωνία.
«Ο Αντώνης Λαγκαδάς γεννήθηκε το 1874 στο Καστέλι του Πύργου Σαντορίνης όπου και έζησε τα παιδικά του χρόνια. Τελείωσε το Σχολαρχείο στον Πύργο και μετά ακολούθησε τον αδελφό του στην Αθήνα για να συνεχίσει τις σπουδές του.  […]Η ενασχόληση του με τη φωτογραφία ξεκινάει σε ηλικία 16 ετών, το 1890 στην Αθήνα, με τη στήριξη της Σοφίας Τρικούπη, η οποία του έδωσε την πρώτη του φωτογραφική μηχανή. Τα επόμενα 30 χρόνια επιδόθηκε ερασιτεχνικά στη φωτογραφία παράλληλα με τη συγγραφή άρθρων και την έκδοση λογοτεχνικού περιοδικού. Οι πρώτες του φωτογραφίες απεικονίζουν μορφές και τοπία από την Αθήνα και την Πάτρα.Το 1897 ο διερευνητικός χαρακτήρας του τον οδήγησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, για να εργαστεί στην εταιρεία «Χωρέμη-Μπενάκη» και σύντομα εξελίχθηκε στον βαθμό του Γενικού Διευθυντή. Το 1910 επέστρεψε στην Αθήνα όπου συνέχισε να εργάζεται στις επιχειρήσεις Μπενάκη. Αργότερα διετέλεσε Γενικός Γραμματέας του Δήμου Αθηναίων και Διευθυντής του Α’ Νεκροταφείου στην Αθήνα. Όταν συνταξιοδοτήθηκε, επέστρεψε στη Σαντορίνη, όπου έμεινε μέχρι τον θάνατό του το 1961.  […]». [1]

Η πριγκίπισσα Αλεξάνδρα είναι μία από τις μορφές που συνέβαλαν θετικά στη διάχυση του θεσμού της βασιλείας στην Ελλάδα. « […]Η Αλεξάνδρα γεννήθηκε ως Πριγκίπισσα της Ελλάδας, έγινε Μεγάλη Δούκισσα της Ρωσίας αφού παντρεύτηκε –σε ηλικία 19 ετών– τον Μέγα Δούκα Παύλο Αλεξάντροβιτς και πέθανε δύο χρόνια αργότερα έχοντας αποκτήσει δύο παιδιά. Η εξαιρετική ομορφιά της, η αγαθότητα και η απλότητά της την είχαν κάνει αγαπητή στους Έλληνες από την παιδική της ηλικία. Όταν ήρθε στην Ελλάδα ο Μέγας Δούκας Παύλος με συγγενείς του για να ζητήσουν σε γάμο την Αλεξάνδρα οι εφημερίδες της εποχής, εκφράζοντας το γενικότερο συναίσθημα, επέδειξαν δυσθυμία «επί τη ιδέα της αποσπάσεως αυτής δια παντός από την χώρα ένθα απήλαυεν αληθούς λατρείας». Και ήταν ασυνήθεις και πρωτοφανείς οι αντιδράσεις που σημειώθηκαν τον Μάϊο 1889 όταν η Αλεξάνδρα, συνοδευόμενη από τους δικούς της, έφευγε για την Πετρούπολη. Βουλή, δημοτικά συμβούλια, εργατικά σωματεία και χιλιάδες κόσμου συνόδευαν την άμαξα που τη μετέφερε στο Σταθμό Πελοποννήσου.  Η επαχθής εκλαμψία που έπαθε στη γέννα του δεύτερου παιδιού της, του Μεγάλου Δούκα Δημήτριου, προκάλεσε τον απροσδόκητο θάνατό της. Ό,τι ακολούθησε δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί. «Ο θάνατός της εις την Ελλάδα επροξένησε απερίγραπτον θλίψιν, ίσως δε ουδεμία τοιαύτη υπήρξε βαθυτέρα και γενικοτέρα αυτής», έγραψε δικαιολογημένα ο Θ. Βελλιανίτης. Στις πόλεις και τα χωριά, στους κεντρικούς δρόμους και τις πλατείες, κρεμάστηκαν μαύρα υφάσματα, οι εφημερίδες αφιέρωναν επί ημέρες τα πρωτοσέλιδά τους και επί μήνες δημοσιεύονταν εκατοντάδες ποιήματα[2]» Η Λεωφόρος Αλεξάνδρας και το Μαιευτήριο « Αλεξάνδρα» είναι μερικά από τα δείγματα της ιδιαίτερης λατρείας προς το πρόσωπό της.

Για τον απροσδόκητο χαμό της, ο Αντώνης Λαγκαδάς, αφιερώνει τεύχος του περιοδικού του, εξιστορώντας και τα γεγονότα που συνέβησαν στο νησί. Προσωπικά, δεν μπορώ να μην σταθώ στο προσωπικό άρθρο του Λαγκαδά για την πριγκίπισσα Αλεξάνδρα. Ιδιαίτερα χαρισματικός στη γραφίδα του, όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό στον καθένα, συμμετέχει και αυτός στην  «τὴν θλίψιν καὶ αὴν συγκίνησιν τοῦ κόσμου.»  



Mόλις ἐκομίσθη ἡ εἴδησις τοῦ θανάτου ἅπασαι αἱ κωμοπόλεις τῆς Θήρας, παραχρῆμα ἐπενθηφόρησαν ἅπαντα τὰ δημόσια γραφεῖα ἀνήρτησαν μεσιστίους τὰς σημαίας των, ἰδιωτικά καταστήματα καὶ πλεῖσται οἰκῖαι πενθίμως διεσκευάσθησαν ὑψώσασαι μελανὰς σημαίας, τὰ ἐν τ ῷ λιμένι πλοῖα μὲ ἐπικλινεῖς κεραίας ὕψωσαν μετρέχοντες τὰς ὁδοὺς τῆς νήσου μετὰ δακρύων ἀνήγγελον τὸ θλιβερὸν γεγονός, ἅνδρες καὶ γυναῖκες μετὰ δακρύων ἐξεδήλουν τὸν βαθὺν πόνον, τὸν ὁποῖον ᾐσθάνοντο ἐπὶ τῇ ἀπροσδοκήτω συμφορᾷ, πάντες θρηνοῦντες τὸν πρόωρον θάνατον τῆς ἀτυχοῦς βασιλόπαιδος. Ἐπὶ τριήμερον οἱ κώδωνες τῶν  Ἐκκληισιῶν ἐκρούοντο πενθίμως, αὐξάνοντες τὴν θλίψιν καὶ αὴν συγκίνησιν τοῦ κόσμου.
Κατὰ τὰ κανονισθέντα ὑπὸ τοῦ δημάρχου Θήρας κ. Μοσχόχειλου, μετά το πέρας τῆς λειτουργίας, τὸ Σάββατον τὴν πρωίαν (14 Σεπτεμβρίου) έτελέσθη μνημόσυνον ἐν τῷ μητροπολιτικῷ ναῷ Θήρας ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τῆς πολυκλαύστου βασιλοπαίδος, ἐν αὐτῷ δὲ παρῆσαν  ἅπας ὁ κλῆρος, πάντες οἱ υπάλληλοι, οἱ πρόξενοι, ἡ φρουρὰ τῆς νήσου, ἔστενε δὲ ὁ ναὸς ἐκ τοῦ πολλοῦ πλήθους, ἐξ αμφοτέρων τῶν φύλλων ἐν πενθίμω περιβολῇ. Πρώτην φορὰν ἠσθάνθη ἡ νῆσος ἡμῶν τοιοῦτον καἰ τοσοῦτον βαρὺ γενικόν πένθος. Ἡ μνήμη τῆς καλῆς βασιλοπούλας, θα ἦναι εὐλαβὴς εἰς τὰς καρδίας ἠμῶν και τῶν παίδων ἡμῶν.

Ο σκοπός του άρθρου αυτού, αφού ευχαριστήσω θερμά την κ. Τόνια Λαγκαδά, είναι να βοηθήσω και εγώ με τη σειρά μου στην ανάδειξη της τόσο άγνωστης μα τόσο σημαντικής προσωπικότητας του Αντώνη Λαγκαδά.
Ιωσήφ Πέρρος

Υ.γ.: Αφιερωμένο στην μνήμη της Αρχοντικής Θηραίας Κάκης Νούσια Λαγκαδά.


[1] Δρ. Τόνια  Λαγκαδά « Αντώνης Λαγκαδάς, ο Φωτογράφος της Σαντορίνης», στο  http://www.aspromavro.net/alx/articles1/59-afieromata2/212-lagkadas-antonis-o-fotografos-tis-santorinis.html  (ενημέρωση 13/9/14).

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...