Ένας ιδιαίτερα χαρισματικός για την εποχή του φωτογράφος ήταν και ο Herbert List (1903-1975). Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά ( Vogue, Life κ.α.) Η φωτογραφική του αποτύπωση γινόταν κυρίως μέσα από τη τεχνική του ασπρόμαυρου τοπίου. Ενώ έμεινε επίσης γνωστός για την καλλιτεχνική αποτύπωση του αντρικού γυμνού σε τοπία της Ιταλίας και της Ελλάδος. Δεν θα μπορούσε να μην υπάρχει στο portfolio του , ένα ταξίδι στη Σαντορίνη. Ας τον ακολουθήσουμε λοιπόν: Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014
Η Σαντορίνη μέσα από το φακό του Herbert List
Ένας ιδιαίτερα χαρισματικός για την εποχή του φωτογράφος ήταν και ο Herbert List (1903-1975). Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά ( Vogue, Life κ.α.) Η φωτογραφική του αποτύπωση γινόταν κυρίως μέσα από τη τεχνική του ασπρόμαυρου τοπίου. Ενώ έμεινε επίσης γνωστός για την καλλιτεχνική αποτύπωση του αντρικού γυμνού σε τοπία της Ιταλίας και της Ελλάδος. Δεν θα μπορούσε να μην υπάρχει στο portfolio του , ένα ταξίδι στη Σαντορίνη. Ας τον ακολουθήσουμε λοιπόν: Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014
H τοιχογραφία του Ψαρά ….στις Βρυξέλλες
Αυτές τις ημέρες υλοποιείται ξεκίνησε στο Μουσείο Καλών
Τεχνών των Βρυξελλών η Έκθεση : «Ναυτίλος- Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα», στα
πλαίσια της Ελληνικής Προεδρίας της Ε.Ε. Η έκθεση έχει κεντρικό θέμα τη θάλασσα, τη Μεσόγειο και το Αιγαίο. Την
«παρ' ημίν θάλασσα», σύμφωνα με τον Πλάτωνα.
Δεν θα μπορούσε να μην υπάρχει δείγμα του πολιτισμού του
Ακρωτηρίου, και αυτό δεν είναι άλλο από την Τοιχογραφία του Ψαρά. …. Ας ανατρέξουμε
λοιπόν στην Ιστορία μέσα από ένα παραμύθι:
«…Μια φορά κι έναν καιρό, τα
πολύ παλιά χρόνια, τόσο παλιά που χρειάζονται ειδικοί επιστήμονες, οι
αρχαιολόγοι, για να μάθουμε τι γινόταν, ήταν ένα πανέμορφο κορίτσι που το
φωνάζαν όλοι Μικρή Κροκοσυλλέκτρια. Γιατί της άρεσε να τριγυρνά όλη μέρα στα
λιβάδια και στα βουνά και να μαζεύει εκείνα τα μικρά, άλλοτε λευκά κι άλλοτε
κίτρινα ή μωβ λουλουδάκια, που τα ονομάζουνε κρόκο. Ήταν πολύ ευτυχισμένη να
κάνει μπουκετάκια από τα όμορφα ανθάκια κι ύστερα να φτιάχνει από αυτά χρώμα
πορτοκαλί, για να βάφει τα φορέματα της. Ωραία, εφαρμοστά, μακριά φορέματα όλο
χάρη και κομψότητα. Έτρεχε στους αγρούς, σκαρφάλωνε στις βουνοπλαγιές και
θρόιζε το μακρύ κομψό της φουστάνι και ηχούσαν τα βραχιόλια της, καθώς έσκυβε
να κόψει τα ανθάκια, τους κρόκους και κουνιούνταν πέρα δώθε τα μεγάλα της
σκουλαρίκια και η κατάμαυρη αλογοουρά της. Και γελούσε και τραγουδούσε και
απολάμβανε τις ηλιαχτίδες του πρωινού και ανάσαινε βαθιά το δροσερό ευωδιαστό
αεράκι και δεν ευχόταν παρά σε όλη της τη ζωή να μπορεί να τρέχει έτσι
ξέγνοιαστη στα λιβάδια και να μαζεύει τα άσπρα, κίτρινα και μωβ λουλούδια, που
χρησιμοποιούσε η μαμά της, για να χρωματίζει πορτοκαλιά τα όμορφά της ρούχα.
Μεταξύ μας, δεν την ένοιαζε τόσο για τη βαφή των φορεμάτων της, όσο να
τριγυρνάει και να τραγουδάει στους αγρούς και να στολίζει τα μαλλιά της με τα
χρωματιστά ανθάκια.
Λίγο παρακεί, στην ακτή ζούσε ένα όμορφο
αγόρι, που όλοι τον έλεγαν Νεαρό Ψαρά, γιατί δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να
πλατσουρίζει στην ακροθαλασσιά και να ψαρεύει. Έπειτα έκανε αρμαθιές τα ψάρια
του, άρπαζε από μια αρμαθιά στο κάθε χέρι και έτρεχε στην αγορά να τα πουλήσει.
Το γυμνό κορμάκι του ήταν καψαλισμένο από τον ήλιο, αφού όλη μέρα, είτε
κολυμπούσε, είτε έρριχνε τα δίχτυα του, είτε σεργιάνιζε στην παραλία και μάζευε
πλακουτσωτά βότσαλα, που πάσχιζε να τα κάνει να αναπηδούν στα κυματάκια της
θάλασσας, όσο γινόταν πιο πολλές φορές. Καμμιά φορά εκεί που πλατσούριζε στα
ρηχά, μάζευε πεταλίδες που πολύ του αρέσαν. Μια άλλη φορά τις ατέλειωτες ώρες
που κολυμπούσε, έγινε φίλος με ένα μικρούλι χταποδάκι κι ένα καλαμαράκι. Από
τότε οι δυο μικροί θαλασσινοί φίλοι του στόλιζαν το ξυρισμένο του γαλαζωπό
κεφάλι και τον ακολoυθούσαν όπου πήγαινε, ακόμα και στην αγορά που πουλούσε τα
ψάρια του! Κι όταν τον ρώτησαν το χταποδάκι και το καλαμαράκι γιατί δεν άφηνε
τα μαλλιά του να μακρύνουν, εκείνος τους απάντησε πως έτσι το έχουν μόδα οι
άνθρωποι στον τόπο του, τα νεαρά αγόρια σαν κι αυτόν να μην αφήνουν καθόλου
μαλλιά στο κεφάλι τους. Μόνο να το αφήνουν γυμνό να γυαλίζει και να στραφτοκοπά
γαλάζιο στον ήλιο. Έτσι ο Νεαρός Ψαράς ζούσε πολύ-πολύ ευτυχισμένος και δε
ζητούσε τίποτε άλλο παρά σε όλη του τη ζωή να πλατσουρίζει στη θάλασσα, να
ψαρεύει, να έχει στολίδια στο κεφάλι τουτο χταποδάκι και το καλαμαράκι και να
τον σιγοψήνει ο ήλιος, που του έδινε εκείνο το υπέροχο σοκολατένιο χρώμα.
Ένα πρωινό ξεκίνησε ο Νεαρός
Ψαράς, όπως έκανε κάθε μέρα, να πάει στην αγορά να πουλήσει τα ψάρια του. Δε
σκεπτόταν, αν θα πιάσουν καλή τιμή. Δεν τον ένοιαζε. Εκείνος το μόνο που ήθελε
ήταν να ξεμπερδεύει και να γυρίσει τρέχοντας στη θάλασσά του. «Άσε τους
εμπόρους της αγοράς να περνούν όλη τους τη ζωή με καβγάδες για τις τιμές των
ψαριών και τα χρήματα. Εμένα δε με νοιάζουν όλα αυτά. Μου αρκεί που κολυμπώ και
που ψαρεύω», σκέφτηκε και πούλησε τα ψάρια του όσο-όσο στον πρώτο έμπορο που
συνάντησε. Κι ήταν τόσο όμορφος και ξέγνοιαστος, που μόνο οι πέτρες δε θα τον
θαύμαζαν και οι έμποροι της αγοράς και οι πελάτες τους, που ήταν πολύ
απασχολημένοι με τα ψάρια, τα μπιχλιμπίδια και τις άλλες πραμάτειες στους
πάγκους και τα μικρομάγαζα.
Μια και δυο λοιπόν κινάει
χαρούμενος να επιστρέψει στην παραλία του. Τότε μένει ακίνητος, αποσβολωμένος
με τα μάτια ορθάνοιχτα, άλαλος! «Ω Μητέρα Θεά, τι ομορφιά είναι αυτή, τι χάρη!»
ψιθύρισε χωρίς να μπορεί να ξεκολλήσει τα μεγάλα καστανά μάτια του από πάνω
της. Η Μικρή Κροκοσυλλέκτρια διέσχιζε την αγορά κρατώντας δυο μπουκέτα, ένα με
κίτρινα ανθάκια κι ένα με μωβ, ενώ πίσω από κάθε της αυτάκι είχε στολίσει από
ένα λευκό λουλουδάκι. Γύριζε στο σπίτι της μετά από μία μεγάλη βόλτα στην
εξοχή. Χαμογελούσε και σιγοτραγουδούσε κι ένιωθε τόσο ευτυχισμένη κι ανάλαφρη
που νόμιζε πως πετούσε! Οι έμποροι και οι πελάτες που τσακώνονταν με τους
εμπόρους, ήταν πολύ απασχολημένοι με την πραμάτειά τους και τα χρήματα, για να
την προσέξουν. Όμως ο Νεαρός Ψαράς, που δε νοιαζόταν για τέτοια πράγματα,
κατάλαβε αμέσως πως το κορίτσι ήταν τόσο χαρούμενο κι ευτυχισμένο, που πράγματι
πετούσε! Είδε πως τα όμορφα ποδαράκια της ίσα-ίσα που άγγιζαν που και που τον πλακόστρωτο
δρόμο!
Τότε η Μικρή Κροκοσυλλέκτρια
τον διέκρινε ανάμεσα στο πλήθος. Και πώς θα μπορούσε να μην τον προσέξει έτσι
ωραίος και ηλιοκαμένος που ήταν! «Ω θεοί της πατρίδας μου», ψιθύρισε και
στάθηκε καταμεσής του δρόμου να την σκουντάνε οι αδιάφοροι διαβάτες, «τι όμορφο
γαλάζιο κεφάλι, γαλάζιο σαν το πιο γαλάζιο του ουρανού την ώρα της αυγής!»
Ανοιγόκλεισε κατάπληκτη τα τεράστια μαύρα μάτια της κι έμεινε να στέκεται λίγο
πάνω από τις πλάκες του δρόμου να θαυμάζει το Νεαρό Ψαρά, που είχε για στολίδια
στο γαλάζιο γυμνό του κεφάλι το χταποδάκι και το καλαμαράκι. Το αγόρι όμως ήταν
μακριά της. Πλήθος πολύ, που φώναζαν, χειρονομούσαν, γελούσαν δυνατά, έμπαινε
ανάμεσα τους, ώσπου η Μικρή Κροκοσυλλέκτρια δεν μπορούσε να βλέπει πια το Νεαρό
Ψαρά, ούτε αυτός το λαμπερό, στολισμένο με ανθάκια κορίτσι.
Περίλυπο το αγόρι επέστρεψε στη
θάλασσά του. Κάθισε στην αμμουδιά, πήρε ένα κοχυλάκι που βρέθηκε εκεί δίπλα και
προσπάθησε να σχεδιάσει με αυτό στην άμμο το όμορφο κορίτσι. «Αχ», αναστέναξε,
«πώς θα συνεχίσω να ζω χωρίς την ομορφιά;» «Και η θάλασσα, τα ψάρια, οι
πεταλίδες, το κολύμπι;» του ψιθύρισαν στο αυτάκι το χταποδάκι και το
καλαμαράκι. Κούνησε θλιμμένος το κεφάλι του. Όλα πια του φαίνονταν αδιάφορα και
λίγα χωρίς αυτήν, το κορίτσι με τα ανθάκια. Δεν είχε όρεξη ούτε να ψαρέψει,
ούτε να κάνει τα πλακουτσωτά βότσαλα να χοροπηδάνε πάνω στα κυματάκια της
θάλασσας, ούτε να λιάζεται στην αμμουδιά. Για τίποτα, για τίποτα δεν είχε πια
κέφι. Γύρισε σπίτι του με βήματα βαριά και πεσμένους ώμους και κλείστηκε στο
δωμάτιο του. Και τότε κατάλαβε πως τίποτα πια δεν είχε αξία, αν είναι μόνος
του. Τίποτα πια δεν έχει νόημα, αν δεν το μοιράζεται με το κορίτσι με τα
ανθάκια. Κι απόμεινε με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι να την ονειρεύεται.
Η Μικρή Κροκοσυλλέκτρια, αφού
δεν έβλεπε πια το αγόρι με το γαλάζιο κεφάλι, έπαψε να χαμογελά και να
σιγοτραγουδά. Δεν ένιωθε καθόλου ανάλαφρη. Βαριά τα πόδια της πατούσαν πάνω στη
γη. Κλείστηκε στην κάμαρή της κι όσο για τα μπουκέτα με τα μωβ και κίτρινα
ανθάκια, τα άφησε αφηρημένη στο τραπέζι να μαραίνονται. Δεν την ένοιαζαν πια οι
κρόκοι, ούτε να τριγυρνά στους αγρούς. Ξάφνου ένιωσε πολύ μόνη. Ήθελε να
μοιραστεί τα άνθη, τις βόλτες, τα τραγούδια με το αγόρι με το γαλάζιο κεφάλι.
Αλλιώς δεν της έκανε πια κέφι για τίποτε από όλα αυτά, που μέχρι πριν λίγο
λάτρευε.
Οι γονείς τους ανησύχησαν. «Τι
έχεις παιδί μου;» ρωτούσε τρομαγμένη η μητέρα του Μικρού Ψαρά. «Μα τι έπαθες
κόρη μου;» απορούσε ο πατέρας της Μικρής Κροκοσυλλέκτριας και πετάριζε τα
βλέφαρα ανήσυχος. Ο Νεαρός Ψαράς αναστέναζε και σιωπούσε. Η Μικρή
Κροκοσυλλέκτρια βούρκωνε.
Ώσπου ένα πρωινό το κορίτσι,
που κάποτε του αρκούσε να μαζεύει ανθάκια, σφούγγισε τα μάτια της από τα δάκρυα
και μονολόγησε: «Θα πάω να τον βρω. Και να του πω πως δε θέλω να είμαι πια μόνη
μου, ούτε με νοιάζει να μαζεύω λουλούδια. Θέλω μονάχα να είμαστε μαζί και να
ψαρεύουμε». Μια και δυο λοιπόν κίνησε να τον βρει. «Μα πού θα τον βρω;»
αναρωτήθηκε. «Μα στην ακροθαλασσιά βέβαια, αφού είναι ψαράς!» Και τρέχει
χαρούμενη να συναντήσει το αγόρι με το γαλάζιο κεφάλι και να του πει πως δε
θέλει να κάνει τίποτε άλλο στη ζωή της παρά να ψαρεύουν μαζί.
Το ίδιο πρωί ο Νεαρός Ψαράς,
που από τη θλίψη το γαλάζιο του όμορφο κεφάλι άρχισε να γίνεται γκρίζο, έπαψε
να αναστενάζει. «Μα τι κάνω; Κάθομαι και κλαίω τη μοίρα μου; Θα πάω να τη βρω
και να της πω πως δε με νοιάζει πια να ψαρεύω, ούτε να κολυμπώ. Θέλω μόνο να
μαζεύω λουλουδάκια μαζί της σαν κι αυτά που κρέμονταν πίσω από τα αυτιά της!»
σκέφτηκε και άρχισε επιτέλους να χαμογελά. Πετάγεται πάνω και τρέχει γρήγορα
προς τους αγρούς. Τόσο γρήγορα, που το χταποδάκι και το καλαμαράκι δεν πρόλαβαν
να πηδήξουν στο κεφάλι του, που άρχισε πάλι να γίνεται γαλάζιο σαν το πιο
γαλάζιο της θάλασσας του πρωινού.
Καθώς έτρεχε προς την ακτή η
Μικρή Κροκοσυλλέκτρια, βλέπει από μακριά να πλησιάζει μια γαλάζια λάμψη, τόσο
γαλάζια σαν το πιο γαλάζιο του ουρανού την ώρα της αυγής. Η καρδιά της χτυπούσε
δυνατά. «Να είναι άραγε εκείνος;» αναρωτήθηκε και το κάτω της χειλάκι
τρεμόπαιξε λιγάκι. Εκεί που πήγαινε τρέχοντας προς τους αγρούς ο Νεαρός Ψαράς,
βλέπει να πλησιάζει προς το μέρος του μια κοπέλα τόσο ανάλαφρη, που βάδιζε
σχεδόν χωρίς τα πόδια της να αγγίζουν το χώμα. «Ονειρεύομαι ή είναι το κορίτσι
με τα ανθάκια μπροστά μου;» μονολόγησε και ταράχθηκε τόσο, που φοβήθηκε πως θα
γλιστρήσουν από το γαλάζιο του κεφάλι το χταποδάκι και το καλαμαράκι. Δεν είχε
από τη βιασύνη του καταλάβει πως οι φίλοι του είχαν μείνει σπίτι.
Απόμειναν να κοιτούν ο ένας τον
άλλο ώρα πολύ. Δε χρειάστηκαν λόγια. Τα δυο παιδιά άγγιξαν δειλά-δειλά ο ένας
το πρόσωπο του άλλου. Ύστερα πιάστηκαν χέρι-χέρι και πήγαν να μαζέψουν λευκά
και κίτρινα και μωβ λουλουδάκια πάνω στα βράχια της θάλασσας. Γιατί φύτρωναν κι
εκεί. Και μετά κολύμπησαν και μάζεψαν πεταλίδες. Κι ήταν ευτυχισμένοι. Τόσο
ευτυχισμένοι, που νόμιζαν ότι θα σκάσουν από την πολύ ευτυχία, λες και είναι
φαγητό που παράφαγαν. Δεν ήταν πια ο καθένας μόνος του, ήταν μαζί! Η Μικρή
Κροκοσυλλέκτρια έβαφε πορτοκαλιά τα ρούχα του Νεαρού Ψαρά -γιατί μόνο πορτοκαλιά
φορούσε πια- με το χρώμα που έφτιαχνε από τα λουλούδια που της μάζευε το αγόρι.
Κι ο Νεαρός Ψαράς έψηνε τόσο ωραία, όσο κανείς, τα ψάρια που έπιανε η Μικρή
Κροκοσυλλέκτρια. Γιατί την είχε μάθει βέβαια να ψαρεύει.
Κι έτσι περνούσε ο καιρός, ώσπου
τα δυο παιδιά σκέφτηκαν: «Δε θέλουμε να μείνουμε ποτέ ξανά μόνος του ο
καθένας». «Θέλω να είμαι για πάντα μαζί σου», είπε στην κοπέλα το αγόρι. «Θέλω
να είμαι για πάντα μαζί σου», είπε το αγόρι στην κοπέλα. «Και πώς θα το
πετύχουμε αυτό;» ρώτησε ο Νεαρός Ψαράς. «Να ζητήσουμε από έναν ζωγράφο να μας
ζωγραφίσει μαζί». «Μπράβο!» είπε το αγόρι και πετάχτηκαν και οι δυο πάνω να
βρουν το ζωγράφο. «Εγώ θα σας ζωγραφίσω», είπε ο καλός κι ευαίσθητος ζωγράφος,
«και θα σώσω έτσι την ομορφιά σας για πάντα. Αλλά δεν μπορώ να σας ζωγραφίσω
μαζί. Γιατί οι άνθρωποι γεννιούνται και πεθαίνουν μόνοι και δεν μπορώ εγώ να
αλλάξω αυτόν τον κανόνα. Μπορείτε όμως να παρηγοριέστε και να ελπίζετε πως
κάπου, κάποτε, έτσι όπως θα συνεχίσετε να ζείτε ο καθένας μόνος του στις
τοιχογραφίες μου, θα βρεθείτε πάλι μαζί». Στην αρχή τα δυο παιδιά
στενοχωρήθηκαν. Έπειτα όμως χαμογέλασαν και πάλι, γιατί σκέφτηκαν πως τώρα που
ξέρουν πως ίσως να μην είναι πάντα μαζί, θα χαρούνε διπλά και τρίδιπλα το χρόνο
τους. Ύστερα, πού ξέρεις, ίσως να βρεθεί τρόπος κάπου, κάποτε, να ξανασμίξουν,
καθώς τους είπε ο καλός και ευαίσθητος ζωγράφος, που του άρεσε να ζωγραφίζει
τοίχους και για αυτό τις ζωγραφιές του τις έλεγαν τοιχογραφίες.
Πέρασε καιρός, πολύς καιρός,
τόσος πολύς που φτάσαμε στο σήμερα. Η Μικρή Κροκοσυλλέκτρια είναι πάντα όμορφη
και μαζεύει τα ανθάκια της στην τοιχογραφία. Ο Νεαρός Ψαράς έχει πάντα γαλάζιο
κεφάλι και το καλαμαράκι και το χταποδάκι στολίδια στο κεφάλι του στη δική του
τοιχογραφία. Και μπορούν να κλείνουν το βράδυ, όταν το μουσείο αδειάζει, το
μάτι ο ένας στον άλλο πανευτυχείς, που κατάφεραν να είναι τελικά μαζί
αντικριστά σε μια αίθουσα του μουσείου. Και να καμαρώνουν ο ένας τον άλλο, όπως
την πρώτη εκείνη μέρα που συναντήθηκαν στην αγορά, κάπου, κάποτε, τα πολύ παλιά
χρόνια, τόσο παλιά, που τα λέμε αρχαιότητα….»
Υ.γ. Καλλιστορώντας: Είδατε
πόσοι τρόποι ανάδειξης της ιστορίας της Σαντορίνης υπάρχουν;
Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014
Όταν οι κάτοικοι της Σαντορίνης ζητούσαν...σιδηρόδρομο!
Υπόμνημα
των κατοίκων της Σαντορίνης με το οποίο ζητούσαν τη δημιουργία σιδηροδρομικής
συγκοινωνίας μαζί με την κατασκευή λιμανιού στη θέση ΕξωμίτηςΠώς θα σας φαινόταν αν μαθαίνατε ότι οι κάτοικοι της Σαντορίνης ζητούσαν να κατασκευαστεί σιδηροδρομική γραμμή που να συνδέει τη βόρεια πλευρά του νησιού με τη νότια; Στα μάτια ενός σύγχρονου παρατηρητή η εικόνα του τρένου ίσως να μην ταίριαζε και τόσο πολύ στα στερεότυπα που έχουμε συνηθίσει για το ωραιότερο - ίσως - ελληνικό νησί.
Και όμως, το 1900 οι κάτοικοι της Σαντορίνης έστειλαν υπόμνημα στην κυβέρνηση της εποχής, ζητώντας σιδηροδρομική συγκοινωνία μαζί με την κατασκευή λιμανιού στη θέση Εξωμίτης, το νοτιότερο ακρωτήριο του νησιού, με τη μέθοδο της σύμβασης παραχώρησης και με στόχο να καταστεί στρατηγικός «παίκτης» στο διαμετακομιστικό εμπόριο της εποχής.
«Το Βήμα» εντόπισε το σπάνιο ντοκουμέντο στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, το οποίο υπογράφεται από 800 Σαντορινιούς, «εν Θήρα τη 22 Ιουλίου 1900». Εναν χρόνο πριν, το 1899, γαλλική αποστολή είχε επισκεφθεί το νησί, μελετώντας πιθανές τοποθεσίες για τη δημιουργία λιμένος, στο πλαίσιο της οποίας σχεδιαζόταν και σιδηροδρομική γραμμή εύρους 0,75 μέτρων.
Οπως αναφέρεται στο υπόμνημα, η σιδηροδρομική συγκοινωνία «εν Θήρα» κρίνεται «απαραίτητος». Το 1899 ο αρχιμηχανικός «της γαλλικής αποστολής κ. Κελλενέκ... μετά μακράν και επισταμένην μελέτην» πρότεινε «την σύνδεσιν του εν Εξωμίτη λιμένος διά σιδηροδρομικής οδού πλάτους 0,75 εκατοστών του μέτρου και μήκους 27 χιλιομέτρων, μεθ' όλων των κωμοπόλεων και κωμών της νήσου, αντί δαπάνης 1,4 εκατ. δραχμών» σημειώνεται.
Γεωστρατηγική
«σφήνα» σε τρεις ηπείρους
Με το νέο λιμάνι και τον σιδηρόδρομο, «η Θήρα θέλει αναδειχθή ως διάμεσος μεταξύ
Αφρικής, Κρήτης, Ασίας και Ελλάδος ναυτικός σταθμός, δυνάμενος ως εκ της φύσει
οχυράς θέσεώς του να χρησιμεύση και εις το Κράτος προς αποθήκευσιν γαιανθράκων,
πολεμοφοδίων, τροφών κλπ.»,
προέβλεπαν οι κάτοικοι στο υπόμνημα.
«Διά του συνδέοντος τον λιμένα μετά των κωμοπόλεων και χωρίων της νήσου σιδηροδρόμου θέλει επέλθει το μέγα καλόν ότι η κυκλοφορία των κατοίκων και η μεταφορά ετέρων προϊόντων και των εμπορευμάτων θέλει τελείσθαι ταχέως, ακινδύνως και ήττον δαπανηρώς. Μη κατασκευαζομένης δε σιδηροδρομικής οδού, η εν οιαδήποτε θέσει της νήσου κατασκευή λιμένος είναι άδωρον δώρον» τόνιζαν.
«Aνευ σιδηροδρομικής συγκοινωνίας οπουδήποτε της νήσου και αν κατασκευασθή ο λιμήν ουδέν όφελος θέλει προκύψει, διότι οι κάτοικοι της Θήρας, η εμπορία και η παραγωγή πλειότερον εξυπηρετηθήσονται εκ της τοιάσδε συγκοινωνίας ή από του λιμένος, όστις ούτε την μεταφοράν του κυρίου και μεγάλου εξαγωγικού προϊόντος, της πορσελάνης (τόνοι 50-60.000 ετησίως), θέλει ανακουφίσει ποσώς, ούτε την του οίνου, ούτε την των κατοίκων ελευθέραν, ταχείαν, γενικήν και ακίνδυνον κυκλοφορίαν καθ' άπαντα τα μέρη της νήσου, ούτε το εισαγωγικόν εμπόριον, ου σπουδαιότατον μέρος αποτελούσι τα σιτηρά εν γένει, τα αλίπαστα, το έλαιον και αι ελαίαι, ο τυρός, τα όσπρια, η ξυλεία κλπ.» έγραφαν.
«Κατασκευαζομένης σιδηροδρομικής οδού προς σύνδεσιν του λιμένος Εξωμίτου μεθ' απασών των κωμοπόλεων και κωμών της νήσου, αι αποστάσεις εκμηδενισθήσονται και η μεταφορά των εμπορευμάτων και η κυκλοφορία των κατοίκων θέλουσι τελείσθαι κατά 2/3 ή νυν ήττον δαπανηρώς» έλεγαν στο υπόμνημα.
Aλλωστε, «οδός αμαξιτή εν Θήρα δεν δύναται να διατηρηθή έστω και επί μίαν εβδομάδα ως εκ της φύσεως του εδάφους», ενώ «ουδεμία των ήδη υπαρχουσών ημιονικών οδών διατελεί εν υποφερτή οπωσούν καταστάσει μεθ' όλας τας δαπανηράς εκάστοτε επιδιορθώσεις» τόνιζαν.
Το χρηματοοικονομικό μοντέλο της παραχώρησης
Οι «πρόσοδοι του τοιούτου σιδηροδρόμου» θα
ήταν «βεβαιότατοι». «Κατασκευαζομένης εν Θήρα σιδηροδρομικής οδού, η σημερινή
κίνησις των κατοίκων τριπλασιασθήσεται, διότι ο σιδηρόδρομος δημιουργεί
συγκοινωνίαν, το δε αναμφήριστον τούτο γεγονός δεν υπόκειται εις συζήτησιν.
Ωστε υπολογίζοντες βεβαιοτάτην και εγγυωμένη κίνησιν 200 μόνον ημερησίως ατόμων
προς 1 δραχμήν κατ' ελάχιστον όριον, έχομεν ισόποσον είσπραξιν ημερησίαν» σημείωναν.
«Σημειωτέον ότι δεν υπελογίσαμεν τας εκτάκτους εισπράξεις, τας προελευσομένας εκ της κυκλοφορίας απειράριθμων ατόμων, μετεχόντων των πολυαρίθμων σημείων της νήσου. Προστιθεμένων και των κομίστρων επί τη μεταφορά προϊόντων και εμπορευμάτων ήτις ήδη συντελείται δι' υπερτριακοσίων καθ' ημέραν και κατ' ελάχιστον όριον ζώων, ο σιδηρόδρομος έξει κι εντεύθεν ημερησίαν είσπραξιν δραχμών 200 κατά το ελάχιστον όριον» τονίζεται στο υπόμνημα.
«Αρα εν συνόλω ημερησίαν είσπραξιν αναμφισβήτητον και ηγγυημένην έξει ο σιδηρόδρομος δραχμών 400, ήτοι ετησίως δραχμών 146.000, χωρίς εις το ποσόν τούτο να συμπεριληφθώσιν έσοδα εξ ενοικίων καφενείων, αποθηκών, εκ πανηγύρεων κλπ.» επισημαίνουν οι συγγραφείς του.
«Διά τοιούτου δε ποσού εισπράξεων από του πρώτου έτους της λειτουργίας της σιδηροδρομικής οδού, καλύπτονται επαρκέστατα αι δαπάναι της συντηρήσεως εκ δραχμών 55.000 και ο τόκος του εξ 1,4 εκατ. δραχμών δαπανηθησομένου υπό εταιρίας κεφαλαίου επί τη κατασκευή ταύτης. Διά αμφότερα ταύτα απαιτείται ετησίως ποσόν εκ δραχμών 139.000, ήτοι κατά 7 χιλιάδες μείον των εισπραχθησομένων» υπολόγιζαν.
Εταιρεία θα αναλάμβανε κατασκευή και εκμετάλλευση
Το σχέδιο θα προχωρούσε με την παραχώρηση «της τε κατασκευής και εκμεταλλεύσεως της
σιδηροδρομικής οδού εις εταιρίαν». «Ούτε το Λιμενικόν Ταμείον ούτε οι κάτοικοι
θέλουσιν επιβαρυνθή διά βαρών υλικών. Τοιουτοτρόπως, δε απομένει μόνον η δαπάνη
προς αποκατάστασιν του αρχαίου, φυσικού και ασφαλεστάτου λιμένος εν τη θέσει
Εξωμίτης» έγραφαν.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Κελλενέκ, το λιμάνι θα κόστιζε 1,8 εκατ. δραχμές, συμπεριλαμβανομένων «εις το ποσόν τούτο δραχμών 500.590 διά την κατασκευήν κρηπιδωμάτων, δραχμών 214.200 διά την εκβάθυνσιν των παρακτίων και της αποβάθρας και δραχμών 85.819 δι' απρόοπτα».
«Εάν όμως αφαιρεθώσι τα τρία ταύτα κονδύλια, αφιεμένης εν προσεχεί χρόνω της εκτελέσεως των διά τούτων σκοπουμένων συμποσούμενα εις δραχμές 800.609, η διά τον λιμένα εν Εξωμίτη δαπάνη απολείπεται μόνον εις δραχμές 999.391, χωρίς να εκπεσθή η κατά την δημοπρασίαν του έργου επελευσομένη εργολαβική μείωσις» σημείωναν.
Τότε, το Λιμενικό Ταμείο Θήρας είχε «κεφάλαιον εκ δραχμών 410.000» και «προστιθεμένων εις τούτο και των μετά την αφαίρεσιν των δαπανών της διαχειρίσεως του Ταμείου ετησίων εισπράξεων 5 ετών, καθότι τόσος απαιτηθήσεται χρόνος προς κατασκευήν του λιμένος, ήτοι δραχμών 150.000, το ολικόν κεφάλαιον έσται μετά πενταετίαν 560.000 δραχμές».
Ως εκ τούτου, «προς κάλυψιν του δαπανηθησομένου, ως ανωτέρω ερρήθη, ποσού των 999.391 δραχμών δέον να συνομολογηθή μετά τινος των εν Αθήναις Τραπεζών χρεωλυτικόν δάνειον εκ 450 ή και 500.000 δραχμών, όπερ εντός 18 ή 20 ετών θέλει αποσβεσθή χωρίς να γένηται προσφυγή εις την έκτακτον τοπικήν φορολογίαν» υπολόγιζαν. Για τον λιμένα στον Εξωμίτη «δαπανηθήσεται μόνον έν περίπου εκατ. δραχμές μετά σιδηροδρομικής συγκοινωνίας και άνευ της επιβαρύνσεως της εισαγωγής ή εξαγωγής της νήσου» τόνιζαν.
Πηγή: http://www.tovima.gr/society/article/?aid=558939
Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014
Μνήμη ΘΗΡΑΙΟΥ Αντωνίου Κονταράτου
Σε μια πολύπλευρη και ταυτόχρονα έντονη κοινωνική περίοδο, η μνήμη συγκεκριμένων Ανθρώπων πρέπει να μην ξεχαστεί. Σήμερα θα ξαναβρούμε τον Αντώνη Κονταράτο, τον Αντώνη μας, μέσα από δύο δικά του αποσπάσματα αλλά και μια αναφορά του Γ. Μαρίνου σε αυτόν:
" o Διαστημικός επιστήμονας
δεν παρασύρθηκε από την υποδουλωτική δίνη της τεχνοκρατίας. Ερευνητής στον
Επαγγελματικό Χώρο, δεν άφησε τον εαυτό του να αφυδατωθεί από τις παιδικές του
ανησυχίες, από τα πρωτογενή ερωτηματικά από τη βουβή αγωνία του σκεπτόμενου
ανθρώπου. Τις ώρες της σχόλης του, όταν δεν εργαζόταν για να αναρριχηθεί στο
Φεγγάρι, άφηνε το μυαλό του να πετά στο μικροσκοπικό νησί της Σαντορίνης και
στα παρθενικά πεδία των εφηβικών του οραματισμών. Ετσι δεν είναι περίεργο που
καταπιάστηκε να ανακαλύψει και να
βάλει σε μια συστηματική σειρά την προϊστορία της Σαντορίνης. Χωρίς να είναι
ειδικός, χωρίς να φιλοδοξεί τιτλους επιστημονικούς στον γοητευτικό χώρο της
γεωλογίας και της ερμηνείας των ιστορικών και προιστορικών μνημείων, αφοσιώθηκε
στον ερασιτεχννικό του στόχο με το φανατισμό του ειδικού και με τη
συστηματικότητα του έμπειρου ερευνητή....[...]Γ. Μαρίνος στον πρόλογο του
βιβλίου του Αντώνη Κονταράτου: Αναδρομή στην Προϊστορία της Σαντορίνης
Οπως γράφει ο Καθηγητής Πανεπιστημίου κ. Αντώνης Κονταράτος, συνοψίζοντας
την ουσία του ηφαιστειακού αυτού τόπου: «...Οι Κυκλάδες έχουν επανειλλημένα
υποστεί την καταστρεπτική μανία του ανθρώπου και της φύσης στο πέρασμα πολλών
χιλετηρίδων από την αρχή της ιστορίας τους. Η Σαντορίνη είναι αναμφισβήτητα το
εξωτικότερο, το επιβλητικότερο, το ωραιότερο, αλλά και το τραγικότερο νησί του
Αιγαίου. Με το πρώτο χάραμα της αυγής η μισοφωτισμένη Καλντέρα με τς σκούρα
γκρεμνά της ορθώνεται σαν απειλητικό κάστρο μέσα από μια μουντή θάλασσα που
σύμφωνα με την ομηρική περιγραφή του Αιγαίου, μοιάζει με μαύρο κρασί...».
«Μα κι αυτός, ακόμα, ο φόβος του σεισμού, της Έκρηξης του Ηφαιστείου και
της πείνας, ήταν πηγή γνώσης για τον Σαντορινιό. Συσπείρωνε τους κατοίκους και
μέσα από την αδερφοσύνη γι ‘ αλληλοπροστασία τους έκανε πιο σοφούς. Κι ο ίδιος
πάντα φόβος μαζί με την απομόνωση του νησιού, την άγρια αφιλόξενη φύση και το
πηχτό σκοτάδι της νύχτας οδηγούσε σε μεταφυσικές σκέψεις: Τι είναι ζωή;…..
Και η βεγγέρα το μεγάλο και μοναδικό αυτό σχολείο κοινωνικοποίησης της Σαντορίνης μετουσίωσε την κάθε γνώση και την κάθε σκέψη σε βιώματα. Καθόλου περίεργο, λοιπόν ότι η Σαντορίνη διακρίθηκε πάντα προσφέροντας στο Έθνος ανθρώπους των γραμμάτων»
Αντώνης Κονταράτος
τελετή Εγκαινίων Μπελώνειου Πολιτιστικού Κέντρου
Και η βεγγέρα το μεγάλο και μοναδικό αυτό σχολείο κοινωνικοποίησης της Σαντορίνης μετουσίωσε την κάθε γνώση και την κάθε σκέψη σε βιώματα. Καθόλου περίεργο, λοιπόν ότι η Σαντορίνη διακρίθηκε πάντα προσφέροντας στο Έθνος ανθρώπους των γραμμάτων»
Αντώνης Κονταράτος
τελετή Εγκαινίων Μπελώνειου Πολιτιστικού Κέντρου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)
Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...
-
Έχοντας ως βάση το ανεκτίμητης αξίας βιβλιο « Η Σαντορίνη που χάνεται όπως τη βλέπουν οι μαθητές της Α Γυμνασίου 1985 - 1986" και προσ...
-
Μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές στα έθιμα του Πάσχα στο νησί, είναι και αυτό που γίνεται κατά βάση σήμερα το βράδυ Μετά το Χριστός Ανέ...
-
το πρωί της Πρωτοχρονιάς υπήρχε ένα παλιό έθιμο που οι ρίζες του φθάνουνε στους βυζαντινούς χρόνους. Όλα τα παιδιά του δημοτικού σχολείου ...
