Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Μια βεγγέρα για τσι γαδουρολάτες της Σαντορίνης (σε συνέχειες)

....« Σαν σίφουνας άρχισαν την ίδια ώρα , να κατηφορίζουν το δρόμο του γυαλού, για να παραλάβουν επιβάτες και επαγγέλματα, καμμιά εικοσαριά αχαμνά γαϊδουράκια και μουλαράκια, φόβος και τρόμος των ανίδεων πεζών, που κολούσαν   στο βράχο για να τους πάρει σβάρνα η ξέφρενη επέλαση…Έκαναν πολλές δουλειές οι συμπαθητικοί σύντροφοι των αγωγιάτηδων που προσπαθούσαν από φτώχεια, να τους συνηθίσουν να τρώνε λίγο….
Δεν ήταν τότε χαλικοστρωμένος ο δρόμος του γιαλού και δεν είχε ούτε ένα από τα διακόσια τόσα σημερινά σκαλιά του. Πλάκες από τα γκρεμνά ήταν η στρώση του. Και είχαν γίνει με τα χρόνια, τόσο γλυστερές που παίρνοντας φόρα σε κάθε στροφή του φιδίσιου δρόμου, φτάναμε, παιδιά, στο γιαλό, σε επτά λεπτά της ώρας, χαρά των παπουτσάδων…..» γράφει ο Ν.Δελένδας στο «Ανοιξιάτικο Πρωινό στα Φηρά Σαντορίνης» (Τόμος «Σαντορίνη 2001, - Ι.Μ.Δανέζης σελ 462 κ.εξ)
Αλήθεια τι να πρωτοπούμε για τους γαδουρολάτες όχι μόνο του λιμανιού αλλά και όλης της Σαντορίνης…Μου χε πει κάποτε κάποιος ότι πολλές φορές αναρωτιέσαι ποιος συνοδεύει ποιόν στη Σαντορίνη: Ο γάδαρος τα αφεντικό του ή ανάποδα; Και δεν είχε καθόλου άδικο….
Ας ξεκινήσουμε ένα σύντομο λοιπόν για αρχή παραμυθάκι για τους αγωγιάτες του λιμανιού των Φηρών εξ’ αιτίας της τόσο ιδιαίτερης επιζωγραφισμένης φωτογραφίας των αρχών του 20ου αιώνα που μας παρείχε ο Θ.Μεταλληνός Διευθυντής «Ιόνιο ΚΕΚ» στην Κέρκυρα.
Βασικός πυλώνας  η εκπληκτική για τα χρόνια εκείνα έρευνα του Γυμνασίου Θήρας : «η Σαντορίνη που χάνεται 1986- 1987» με υπεύθυνο Καθηγητή τον κ. Χριστόφορο Μηνδρινό:
 «….Αν ο επισκέπτης φτάσει με το πλοίο στο γιαλό των Φηρών ή στο λιμάνι της Οίας υπάρχει ένας πολύ γραφικός τρόπος για ν’ ανέβει τα εκατοντάδες σκαλιά που θα τον οδηγούσαν στα χωριά. Δεκάδες γαϊδούρια, μουλάρια και άλογα περιμένουν υπομονετικά να εκτελέσουν το αγώι τους ενώ οι αγωγιάτες μαλώνουν μεταξύ τους γιατί κάποιος «πήρε την κούρσα» με χαμηλότερη τιμή ή γιατί κάποιος δεν τήρησε τη σειρά προτεραιότητας. Σήμερα οι αγωγιάτες έχουν μπει στη υπηρεσία του τουρισμού. Παλαιότερα, όταν δεν υπήρχε το λιμάνι του «Αθηνιού» οι μόνες προσβάσεις ήταν τα λιμανάκια του γιαλού των Φηρών και της Οίας. Ακόμα και σήμερα δεν υπάρχει δρόμος που να οδηγεί στα χωριά παρά μόνο σκαλιά. Έτσι ο μοναδικός τρόπος μεταφοράς επιβατών και εμπορευμάτων ήταν τα ζώα.

        Η ετοιμασία των ζώων γίνεται στην εξώμαντρα. Ο αγωγιάτης βάζει στη ράχη του αλόγου ένα ή περισσότερα χαλιά για να μην το πονάει η απευθείας επαφή με τη σέλα. Η σέλα αποτελείται από την «πισιλίνα» που τοποθετείτε στην ουρά του αλόγου και από το «καπίστρι» που είναι το σκοινί που μπαίνει στο λαιμό του. Η σέλα στερεώνεται μ’ ένα λουρί κάτω από την κοιλιά του και λέγεται «νίγλα». Τα χαλινάρια είναι ένας σκελετός από λουριά που μπαίνουν στο κεφάλι του αλόγου και με τα οποία ο αγωγιάτης κουμαντάρει το ζώο.      Για να στολίσει και να ομορφύνει το ζώο, του κρεμάει στο λαιμό κουδουνάκια με χάντρες και στο μέτωπο του κρεμάει ένα φυλακτό.

       Αν το ζώο είναι γαϊδούρι η ετοιμασία είναι σχεδόν η ίδια. Η μόνη διαφορά είναι πως εκτός από τα χαλιά βάζουν στη ράχη του και τη «στρατούρα» που είναι ένα σακί με άχυρα, κάτι ηλαδή σαν πάλτωμα.    Όταν όλα είναι έτοιμα, ο αγωγιάτης παίρνει την κρανιά που αποτελείται από ξύλο οξίας και ένα λουρί και με την οποία κεντρίζει τα ζώα για να προχωράνε γρήγορα. Βγάζει τα ζώα από την εξώμαντρα και πηγαίνει για να βγάλει το μεροκάματο φωνάζοντας σ’ αυτά με ένα ιδιαίτερο λεξιλόγιο.

         Λεξιλόγιο του αγωγιάτη:

«ντε λαξο ντε»: Προχώρα, «ντε βέσα ντε»: Πήγαινε μέσα, «λα λα»: Ελα κοντά, «λα έξω»: Έλα έξω, «ντε βίσο ντε»: Πήγαινε πίσω, να ψου: Σταμάτα, να μωρή να: Σταμάτα για το θηλικό, «να πιέρα»: Φρόνιμα, «να βολά»: Άλλαξε δρόμο.¨»

Και έλεγε η Γουλιελμία Συρίγου σε κείμενο της για τη ντοπιολαλιά: " …Καμά αυτά τα πράγματα δεν είναι για μας τσικιουράνες…(εννοώντας το τελεφερίκ αφού οι κιουράνες της ιστορίας μετά από ταξίδι τους στην Αθήνα, δεν είχαν προλάβει τα γαδούρια από το λιμάνι μιας και τα είχαν οι τουρίστες), για τους τουρίστες μαθές και για τους προφεσόρους είναι τούτες οι πολυτέλειες!! "


Η «βεγγέρα για τους αγωγιάτες δεν θα σταματήσει εδώ…Ξεκινάμε ένα άλλο ταξίδι σε μια Σαντορίνη αγνή …

Ιστορικά τση φάβας

Ψάχνοντας όπως ήταν φυσικό για άλλο θέμα  έπεσε το μάτι μου σε μία αναφορά του Ιωσήφ Δεκιγάλλα η οποία μου "ανέστρεψε" την έρευνα. Εκτός από το ιδιαίτερα σημαντικό άρθρο της Νίκης Τσέκου για τoν Προμηθέα και τη φάβα Σαντορίνης ( βλ. εδώ ) καθώς και τις διάφορες άλλες αναφορές στην ομάδα μας για αυτό το μοναδικά ιστορικό φαγητό, πάμε να προσθέσουμε και μερικές άλλες πληροφορίες:
Γράφει, το λοιπός, ο Ιωσήφ Δεκιγάλλας: σε επιστολή του, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πανδώρα» πριν από 142 χρόνια: «Η γη των νήσων τούτων φαίνεται ευφορωτάτη και παντοίας φυτείας και σποράς επιδεκτική, μάλιστα η άσπα αυτών και ο σίτος αποσταλέντα παρ' εμού εις την έκθεσιν των ελληνικών προϊόντων, ηξιώθησαν βραβείου. Εν Θήρα, τη 13 Νοεμβρίου 1862». Μεταξύ των προϊόντων που είχε αποστείλει ο Δεκιγάλλας στην έκθεση «Ολύμπια» ήταν και «φάβα από αρακά οκάδες τέσσερις».
και από την άλλη πλευρά  Έχοντας ως βάση το ανεκτίμητης αξίας βιβλιο « Η Σαντορίνη που χάνεται όπως τη βλέπουν οι μαθητές της Α Γυμνασίου 1985 - 1986":
Ένα από τα γεωργικά προϊόντα της Σαντορίνης είναι και ξακουστή φάβα της. Καλλιεργούν αρακά στο ηφαιστιογενές έδαφος του νησιού και μετά από μια σειρά εργασιών, που εδώ και χρόνια εφαρμόζουν οι κάτοικοι του, παράγεται ο περιζήτητος καρπός της φάβας. Ο γεωργός δεν κάνει καμία ιδιαίτερη προετοιμασία στο έδαφος. Αρχίζει κατευθείαν να το φυτεύει στις 21 Δεκεμβρίου (κυρά-Ελεούσας ) .Το φύτεμα γίνεται με δύο τρόπους:
1)Σπέρνει το σπόρο του αρακά 2) Κάνει μικρούς λάκκους με την αξίνη, γεωργικό εργαλείο που στο κάτω μέρος του είναι μυτερό για να τραβάει το χώμα κι εκεί βάζει τους σπόρους.
       Αφού φυτέψουν τον αρακά μερικοί γεωργοί προτιμάνε να ρίξουν στο έδαφος φάρμακο για τα χόρτα-ζιζάνια.   Κατά τον Απρίλη ο αρακάς αρχίζει να βγάζει το «λουβί»(ανθό). Στη συνέχεια το λουβί ξεραίνεται και βγαίνει ο καρπός. Το διάστημα αυτό αρχίζουν και βγαίνουν ζιζάνια σε όσα χωράφια δεν έχει πέσει το σχετικό φάρμακο το Δεκέμβρη. Αν ο γεωργός αδιαφορήσει η σοδιά είναι χαμένη.      Εχθροί του σε όλο αυτό το διάστημα, είναι ο καυτός ήλιος και η «βουβάλα», έντομο που τρώει το φυτό. Χρειάζεται νερό και λίγο ήλιο.    Κατά τις αρχές του Μάη ο αρακάς έχει ξεραθεί πάνω στο φυτό. Τον μαζεύουν με την «ανεδοσά» (υγρασία) τις πρώτες πρωινές ώρες, ώσπου να βγει ο ήλιος για να μην θραύεται αργότερα με την παρουσία του. Το μάζεμα δεν έχει κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Όταν βρίσκεται και κανένας γλετζές αρχίζει το τραγούδι. Τον κάνουν δεμάτια και τον παραδίνουν στους «γαϊδουρολάτες», που για τη δουλειά που αναλαμβάνουν παίρνουν σαν αμοιβή τα άχυρα. Δουλειά του «γαϊδουρολάτη» είναι να πάει στο αλώνι και να τα αλωνίσει . Κατά το αλώνισμα ξεχωρίζουν τα άχυρα από τον αρακά.
               Στη συνέχεια τα λιχνίζει με το «διχάλι», ένα εργαλείο που μοιάζει με πιρούνα και που χρησιμεύει στο να βγάζει το χώμα και τα ψιλά άχυρα. Απαραίτητο για το λίχνισμα είναι το αεράκι για να βοηθήσει την κατάσταση. Η δουλειά του «γαϊδουρολάτη» τελειώνει εδώ.
            Ο γεωργός παίρνει τον αρακά και τον βάζει σε βαρέλια με φάρμακο. Εκεί τον διατηρεί περίπου ένα χρόνο για να μην ξεπουπουλιάσει δηλαδή να μην κουφαθεί. Αν τον αλέσουν νωρίτερα για θραυστεί.
           Όταν έρθει ο κατάλληλος καιρός γίνεται η αποφλοίωση με δύο τρόπους:
1)    Βρέχουν τον αρακά και τον βάζουν στο ήλιο.
2)    Τον βρέχουν και τον βάζουν στον ήλιο.

     Σειρά έχει τώρα το άλεσμα που και αυτό γίνεται με δύο τρόπους:

Α) Με τον παλιό χειρόμυλο. Αυτός αποτελείται από δύο στρογγυλές πέτρες τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη. Η επάνω πέτρα έχει μία τρύπα στ κέντρο και εκεί μπαίνει ένας άξονας ο οποίος συνδέει τις δύο πέτρες. Στην επάνω πέτρα υπάρχει επίσης ένα ξύλο το οποίο βοηθάει στην περιστροφή της, ενώ η κάτω παραμένει ακίνητη. Το προϊόν του αλέσματος το περνάνε στη συνέχεια από την «ντουμπανίστρα» και μετά το καθαρίζουν.
Β) Με την κοπτική μηχανή, ένα μηχάνημα που δουλεύει με ρεύμα. Στο επάνω μέρος έχει ένα χωνί όπου ρίχνουν τον αρακά. Μετά περνάει από έναν σωλήνα και τελικά καταλήγει αποφλοιωμένος και κομμένος. Μετά τον καθαρισμό η φάβα είναι έτοιμη.


φώτο: Κλέαρχος Καπούτσης

Χειρών - Ιστορία : Σκάλισμα και περιποίηση αμπελιού στη Σαντορίνη

Ένα βίντεο 2 λεπτών παρουσιάζει μια ιστορία αιώνων.... χωρίς να λέει απολύτως τίποτα.....

volcano vine from danderen on Vimeo.

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Η Θήρα μετά τον Πρίγκηπα Θήρα

του Δ.Πράσσου 

Μετά την αποίκηση της Κυρήνης, η Θήρα δεν φαίνεται να έκανε σπουδαία πράγματα και μάλιστα ίσως πρέπει να αναφερθούν  και κάποια μικρά περιστατικά που ίσως να μην έκαναν ιδιαίτερα υπερήφανους τους αρχαίους κατοίκους. Το πρώτο αφορά τον ίδιο τον εποικισμό στη Λιβύη, ο οποίος μπορεί να προσέδωσε μέγα κλέος στη Θήρα, αλλά μάλλον δεν έγινε σε απόλυτα …εθελοντική βάση. Γράφει ο Ιωσήφ Δεκιγάλας (Γενική Στατιστική Νήσου Θήρας (Ερμούπολη 1850): «… αρχηγός της αποικίας διωρίσθη ο Βάττος, ώστις εμβιβασθείς μετά των συντρόφων του εις δύο πεντηκοντόρους, εκίνησεν για την Λιβύην, πλην ούτοι φοβούμενοι φαίνεται ν’ ακολουθήσωσι τον διάπλουν επέστρεφαν οπίσω, αλλά προσωρμιζομένους εις τον λιμένα οι Θηραίοι άρχισαν να τους λιθοβολώσι και δεν τους άφινον να πλησιάσωσι την γην παρά τους διάταξαν να πλεύσωσιν, οπίσω εις την Λιβύη». Κοινώς δηλαδή τους πήραν με τις πέτρες, αλλά μάλλον δεν πρέπει να είχαν και πολύ άδικο, διότι τότε ένα ταξιδάκι στη Λιβύη δεν ήταν δα και αναψυχής. Αποτελούσε «τέκνο της ανάγκης» λόγω της 7ετούς ξηρασίας και «ώριμο τέκνο της οργής» που προκαλούσε η πείνα.
ΤΑ … ΡΟΖ ΓΚΡΑΦΙΤΙ
Ο λάγνος χορός του Σιμία, εύφραινε τον Κρίμωνα σύμφωνα με την επιγραφή που αποτύπωσε ο βαρόνος Χίλλερ.
Ο λάγνος χορός του Σιμία, εύφραινε τον Κρίμωνα σύμφωνα με την επιγραφή που αποτύπωσε ο βαρόνος Χίλλερ.
  Ένα ελαφρό κοκκίνισμα σε κάποιες παρειές ίσως προκαλέσει και μια επιγραφή που αναφέρει ο Hiller von Gaertringen («Θήρα. Ανακοίνωσις γενομένη την 30 Σεπτεμβρίου 1897 εν τη εν Δρέσδη 44η Συνελεύσει Γερμανών φιλολόγων και παιδαγωγών» Hiller Von Gaertringen, Μετάφραση Ιερώνυμος Δελένδας , Θήρα 1898). Σύμφωνα με αυτήν, ο Κρίμων εξυμνείται επειδή ο Σιμίας τον εύφραινε χορεύοντάς του κόνιαλο η κονίσαλο. Το περίφημο λεξικό Liddell & Scottμεταφράζει τον κονίσαλο ως «lascivious dance» (ασελγή, άσεμνο χορό), ενώ αναφέρεται και ως πριαπικός δαίμονας. «Το πράγμα όμως βαίνει έτι περεταίρω», γράφει ο Gaertringen, «Πεντάκις γίνεται χρήσις της λέξεως οίφειν, όπερ κυρίως χαρακτηρίζει την σχέσιν του ανδρός προς την γυναίκα».  Αλλά και οι Kurt Raaflaub και Hans Van Vees, στο «Α Companion to Archaic Greece (Blackwell publishing 2009), τον χαρακτηρίζουν άσεμνο χορό με  έντονη σεξουαλική χροιά (a bawdy dance with strong sexual overtones).  Αντίστοιχη ερμηνεία δίνει και ο Thomas F. Scanlon στο «EROS & GreekAthletics» (OxfordUniversityPress-2002).  Είδατε τι έκανε το παλιόπαιδο ο Σιμίας που τα σεισοπυγήματα του κέρδισαν την αθανασία χάρις σε μια εγχάρακτη επιγραφή στους βράχους της αρχαίας Θήρας;. Η  αλήθεια είναι βέβαια πως ο τρόπος αγωγής των νέων στην Αρχαία Ελλάδα, έχει αποτελέσει αντικείμενο μεγάλων συζητήσεων μεταξύ των ιστορικών και των αρχαιολόγων, οπότε για περισσότερα οι αναγνώστες πρέπει να απευθυνθούν στα βιβλία των ειδικών. Όπως μάλιστα αναφέρει ο Gaertringen, από τα αρχαία κιόλας χρόνια ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης κατακεραύνωναν το έθιμο της ανάθεσης της αγωγής ενός εφήβου σε ένα πρεσβύτερο (με ότι αυτό κατά τους ίδιους συνεπαγόταν), ενώ ο Έφορος «παρέστησεν τον θεσμόν τούτον ως τι ωραίον και έκλαμπρον, όπερ σχεδόν μόνο φως και ουδεμίαν σκιάν περιέχει». 
…ΚΑΙ ΟΙ ΓΚΡΙΖΕΣ ΖΩΝΕΣ
Τα πρώτα γκράφιτι της Αρχαίας Ελλάδας, στη Θήρα( φωτογραφία του Χίλλερ Φον Γκέτρινγκεν).
Τα πρώτα γκράφιτι της Αρχαίας Ελλάδας, στη Θήρα( φωτογραφία του Χίλλερ Φον Γκέτρινγκεν).
   Πρέπει όμως  να αναφερθούν δύο ακόμα επιγραφές που παραθέτει ο γάλλος περιηγητής του 19ου  αιώνα JosephPittondeTournefort στο περίφημο βιβλίο του «Ταξίδι στην Κρήτη και τα νησιά του Αρχιπελάγους 1700-1702» -RelationdunvoyageduLevant- (πρώτη έκδοση Παρίσι 1717, μετάφραση Μάκης και Μυρτώ Απέργη- Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης- Ηράκλειο 2003). Στην πρώτη κάποιος Κάρπος, αφιερώνει μνημείο στην αγαπημένη του γυναίκα Σώειδα, τονίζοντας πως στη ζωή της γνώρισε μόνο έναν άντρα. «Κάρπος ταν ιδίαν γυναίκα Σωειδα Αφήρειξεν της Μονανδρον». Στην επομένη ο Αυρήλιος Τυχάσιος για τον πατέρα του και η Ελπίζουσα για τον αγαπημένο της σύντροφο αφιερώνουν αποδείξεις της στοργής τους (σ.σ μάλλον ήταν μητέρα και γιος). «Αυρ. Τυχάσιος τον Πατέρα και Ελπίζουσα τον ίδιον συμβίον Τυχάσιον Αφηρωιξαν».
  Αλλά η Αρχαία Θήρα, είχε μια ακόμα γκρίζα ζώνη στην –κατά τα άλλα – ένδοξη ιστορία της: ήταν ένα από τα νησιά που δέχτηκαν να δώσουν «γην και ύδωρ» στους Πέρσες.  Μετά τους περσικούς πολέμους, έπεσε σε αφάνεια και οι μόνες αναφορές γίνονται πλέον κατά την ελληνιστική περίοδο, οπότε και χρησιμοποιήθηκε ως ναύσταθμος των επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

«Η Φαντασία της Σαντορίνης» του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιάλη


Απόσπασμα από τον «Κρητικό Πόλεμο»
Το ποίημα περιγράφει με χρονολογική σειρά τα γεγονότα του πολέμου, από την απόβαση των Τούρκων στην Κρήτη ως τη συνθηκολόγηση του Ηρακλείου (1645-1669), ενώ το απόσπασμα που ακολουθεί αναφέρεται στην έκρηξη του Κολούμπου του 1650

«….Να διγηθώ για τα νησιά Μήλο και Σαντορίνη, εις τσι πενήντα, τα κακά οπού σε τούτα εγίνη.Σε τρεις ημέρες παραμπρός είδασιν να φυράξη, η θάλασσα τσ’ ακρογυαλιές, κι’ η φύση τση να αλλάξη, κι εις το νησίν του Κυθηργιού, σα κάστρο εκεί εφάνη ωσάν  χτισμένο έδειχνε κι ήτο γεμάτη πλάνη΄ στη Μήλο άλλο όμοιο εγίνη άλλον ένα, κι οι Χριστιανοί θωρώντας τα, σε λογισμό εμπαίνα.Και μια ημέρα Κυριακή, κυττάζουν του ελίου, κι’ ήτονε τσι είκοσι εννιά, μηνός του Σεπτεμβρίου, τσ’ αχτίνες και μαυρίζουσι σα να μην είχε λάμψη, στη Μήλο πέφτει αστραπή, κι είχε το θειάφι άψη, κι όλοι οι ανθρώποι εκλαίγασι εις τες καταστασίες, και των δαιμόνων ήτονε εκείνα φαντασίες.Τότες τα κάστρα αρχίζουσι πόλεμον μοναχά τως και χάνεται η θάλασσα και φαίνοντα ο πάτος.  Κι απού τη Μήλο ήρχουντα φωτιές στη Σαντορίνη και  πάλι έρρικταν αστραπές που το κυσήρι εκίνει.Ν’ αστράπτη ο κόσμος με βροντές και να ταρακουνιέται, η Κρήτη και το πέλαος δίχως αφρούς να σειέται, κι’ ώρες εφύρα μοναχή, κι εις ώρες να πληθαίνη, κι απού τα τείχη ήρασε σαν ο εχθρός να μπαίνη. Επλήθαινε και γιάγερνε δίχως ανέμου χάρι, και τα καράβια έσερνε στα βάθη της να πάρη.Καράβια κάτεργα για μνια εφύγασιν με βίαν, και πήγαν και σταλάρανε αντίπερα στην Ντίαν. Βάρκες πολλές επνίγησαν  μπαίνοντας στο Μαντράκι, πληθαίνοντας το πέλαγος και λίγενε δαμάκι. Κάτεργο ένα ήτο κει και στάθη να το σπάση, και του σπασε τις γούμενες κι ήθελε να πλαγιάση……».

Υ.γ. καλλλιστορώντας: Όποιος έχει διαβάσει ιστορικά της αφήγησης της έκρηξης του Κολούμπου είτε σε εμάς είτε οπουδήποτε αλλού, μπορεί να διαπιστώσει περίτρανα τη σημασία των εικόνων του Κρητικού Ποιητή.

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Η εξημέρωση του Κυκλαδικού φωτός από τον Χριστόφορο Ασιμή

του Γ. Νομικού

 Η φύση αποτελούσε διαχρονικά μια ανεξάντλητη
 πηγή θεμάτων για τους εικαστικούς. Ακόμα και σήμερα που η τέχνη έχει έναν ισχυρότερο πολιτικοκοινωνικό ρόλο και ισότιμη σχεδόν θέση σχολιαστή των εξελίξεων, υπάρχουν ακόμα μορφές που εστιάζουν την προβληματική τους στη σχέση ανθρώπου – φύσης. Στο παραπάνω περιλαμβάνεται και η αστική τοπιογραφία ως προέκταση του φυσικού τοπίου. Είναι δεδομένο ότι το ρεπερτόριο των θεμάτων της φύσης είναι ανεξάντλητο, ακόμα και ένα δέντρο θα μπορούσε να απασχολεί αιώνες πλήθη καλλιτεχνών. 

Αυτό που περιορίζεται είναι οι οπτικές ματιές, οι τρόποι προσέγγισης, η κατάθεση του διαφορετικού, του προσωπικού ύφους. Με αυτή τη βασανιστική διαδικασία παλεύουν όταν αναμετρούνται με αυτό το στοιχείο. Πάνω εκεί θα δώσουν είτε μια μεταφυσική προέκταση και μια νοηματοδότηση ή απλά ένα  αδιάφορο έργο.



Τα χαρακτηριστικά του Ελληνικού φωτός 

Το Ελληνικό τοπίο έχει μια ιδιαίτερη ποικιλομορφία στα στοιχεία που το συνθέτουν.
Αυτό όμως που το αναδεικνύει είναι η σύσταση του φωτός που το περιβάλλει. Στη Θεσσαλία θολό από τη πρωινή πάχνη του κάμπου, να παραπέμπει σε Βορειοευρωπαϊκό ορίζοντα, στο Ιόνιο πιο «χρωματισμένο» και «γλυκό» από την υγρασία και τις πολλές βροχές. Το Ελληνικό φως βρίσκει τον αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα του στο Νότιο Αιγαίο και την Αττική.
Ένα φως διάφανο, αμείλικτο, αιχμηρό αλλά ταυτόχρονα τόσο πνευματικό. Είναι το ιδιαίτερο φως για το οποίο έγραφε ο Ελύτης και έδινε τη μεταφυσική διάσταση στο κάθε τοπίο που έλουζε.


Δανείζομαι δύο αποσπάσματα του Ευγένιου Αρανίτση από τη μονογραφία «Χρόνος και Παράδεισος κατά τον Ελύτη», είναι χαρακτηριστικά : «Έδωσε στην ηλιοφάνεια ένα μυσταγωγικό νόημα, συνέδεσε τον «καιρό» με τις πιο ουσιαστικές σημασίες της ανθρώπινης περιπέτειας, τη νοσταλγία του Παραδείσου, το βίωμα της παιδικής αθωότητας, το ποιητικό θαύμα, τη διαφάνεια ως τον τρόπο αναγνώρισης του αρχέτυπου στο φυσικό κόσμο, την ίδια τη μεταφυσική του τοπίου» και ... «Το φως εδώ είναι αποκαλυπτικό, αιώνιο, συνεκτικό των πάντων, ακριβές όργανο ενός τέλειου ζυγίσματος, ορατού και αοράτου, που ο Ελύτης το αποκαλεί «Δικαιοσύνη»… το αρχικό φεγγοβόλημα των ιδεών καταλήγει, χάρη σε τούτο το θάμβος, σε πυράκτωση, σε μια ραγδαία νοηματοδότηση που συντρίβει την κυριολεξία των πραγμάτων ελευθερώνοντας το ονειρικό, το συμβολικό τους εκτόπισμα».
 Εστιάζοντας στη φυσική του διάσταση, το φως αυτό σε πλήρη ένταση εξαϋλώνει τη φόρμα και τα περιγράμματα των όγκων, απορροφά τα χρώματα. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο το φαινόμενο η απόδοση του τοπίου με το συγκεκριμένο φως να «φοβίζει» αντί να έλκει τους Έλληνες δημιουργούς. Αντίθετα, στη Βόρεια Ευρώπη, το φως της ημέρας δεν είναι διαπερατό, δεν αναλύεται σε όλες τις συνιστώσες του. Η μία απόχρωση που συνήθως επικρατεί αναδεικνύει τα περιγράμματα των κτιρίων και του ορίζοντα, προκαλεί θετικά την απεικόνισή τους. Καθόλου τυχαίο το κύρος της τοπιογραφίας στη Δυτική εικαστική κουλτούρα . Είναι ενδεικτικό ότι το φως της Νότιας Γαλλίας που παραπέμπει λίγο σε Ελληνικό ήταν η βασικότερη αφορμή για τη γέννηση μιας νέας οπτικής αντίληψης και στη συνέχεια ενός ολόκληρου κινήματος, πρόδρομο του Μοντερνισμού.



Το δύσκολο εγχείρημα της αναμέτρησης με το Ελληνικό φως  
Για να ξαναγυρίσω στην Ελλάδα, τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν πριν, απέτρεπαν τους Έλληνες τοπιογράφους να αναμετρηθούν στα ίσια με το φως. Οι περισσότεροι αντιλήφθηκαν τον κίνδυνο και τη ματαιότητα της προσπάθειας και πολύ συνετά εστίασαν τη δυναμική τους κυρίως στη διαμόρφωση της φόρμας όπως είχε κάνει ο Σεζάν με το βουνό Sainte Victoire.
Από τους παλαιότερους, ενδεικτικά αναφέρω τον Μαλέα, τον Παρθένη, τον Παπαλουκά, τον Γκίκα ενώ από τους νεότερους τον Στέρη, τον Κοκκινίδη κλπ. Από αυτούς που επιχείρησαν την άμεση αναμέτρηση με το φως, οι περισσότεροι εκτέθηκαν. Υπήρχε μία μειοψηφία, ωστόσο, που χάρισε  ανεπανάληπτη τέρψη μέσα από αυτή τη ριψοκίνδυνη απόπειρα. Ο νατουραλισμός των νεοκλασικών του Τσαρούχη, κάποιες θαλασσογραφίες του Βολανάκη σε απογευματινές ώρες, το καλοκαιρινό φως στα τοπία του Νικόλαου Λύτρα, η κολορίστικη δυναμική του Τέτση, οι κολυμβήτριες της Φιλοπούλου.

Θα αφιερώσω δύο παραγράφους όμως σε ένα σύγχρονο, ενεργό ζωγράφο που αναμετρήθηκε με τη δυσκολότερη έκφραση του Ελληνικού φωτός και δικαιώθηκε απόλυτα, τον Χριστόφορο Ασιμή. Ο Ασιμής ζει και εργάζεται στη Σαντορίνη, έναν τόπο όπου το φως, ειδικά το καλοκαίρι, αποδίδει την ύψιστη ενέργειά του. Ο Τσαρούχης είχε σοφά πει ότι το Ελληνικό τοπίο το αναδεικνύει η αρχιτεκτονική. Προφανώς εννοούσε τη σχέση της έντεχνης ανθρώπινης παρέμβασης ως προέκταση του φυσικού τοπίου που όταν γίνει αρμονικά (και όχι όπως π.χ. στην Ανάβυσσο ή στη Σαλαμίνα) το ένα απογειώνει το άλλο σε μια κορύφωση αισθητικής.
Όταν πας να αποτυπώσεις μία τέτοια τέλεια σχέση όπως είναι π.χ. η Καλντέρα, πρέπει να επικεντρώσεις σε στοιχεία που θα δικαιολογήσουν την απόπειρα αυτή αλλιώς είναι εντελώς περιττή η προσπάθεια. Ο Ασιμής συνεχίζει ακούραστα και εμπνευσμένα να αναδεικνύει τη σχέση του φωτός και της γεωμετρίας των όγκων, είτε της αρχιτεκτονικής είτε του τοπίου. Για να το επιτύχει αυτό έχει εμπεδώσει τη κλασική αρχή της ζωγραφικής ότι η γραμμή είναι και χρώμα. Ότι δύο όμοιες φόρμες παίρνουν άλλη διάσταση με διαφορετικό χρωματισμό. 
Όταν μισοκλείνουμε τα μάτια αντικρίζοντας μια σύνθεση άσπρων όγκων κάτω από έντονο φως, πρέπει να «καδράρουμε» σε μια λεπτομέρεια και να τη ζωγραφίσουμε φευγαλέα, όπως φευγαλέα σκεδάζεται το κάθετο φως πάνω στους τοίχους. Από εκεί και πέρα, πρέπει να είσαι βαθύς γνώστης του άσπρου, του δυσκολότερου στη χρήση χρώματος (στη φυσική του μορφή είναι χρώμα) . Πρέπει να βγάλεις αποχρώσεις χρωμάτων μέσα από αυτό, να αναδείξεις τη διαφάνειά του. 
Πότε να χρησιμοποιείς τιτάνιο, πότε τσίγκο. Πόσο και τι κίτρινο να βάλεις μέσα για να δώσεις την απόλυτη λάμψη, πόση πάστα στο φως και πόση στη σκιά. Αυτή η μαστοριά απαιτεί εκτός από καλή τεχνική, άψογη αντίληψη και κατανόηση του αντικειμένου. 
Το καταπληκτικό άσπρο του Τσαρούχη στο φανελάκι του Dominique και στις στολές των ναυτών έκρυβε από κάτω το χρώμα του δέρματος και την επίδραση του γύρω φωτός, απόδειξη της αυξημένης οπτικής του αντίληψης και της πλήρους κατανόησης της Βυζαντινής τετραχρωμίας. 
Θυμάμαι έναν καθηγητή μου που εύστοχα έλεγε ότι το χρώμα είναι σχέση. Ένας πρωτότυπος ορισμός που όμως επιβεβαιώνεται συνέχεια, κανένα χρώμα δεν μπορεί να κρατήσει στο φυσικό περιβάλλον το μήκος κύματός του. Η σύστασή του αλλάζει από τις εναλλαγές του φωτός και την επίδραση του χρώματος των άλλων αντικειμένων γύρω του. 
Δεν είναι λοιπόν τυχαία τα λιλά, τα μπλε, τα πορφυρά, οι ώχρες που αναδύονται μέσα από τα άσπρα του Ασιμή. Χρώματα και φόρμες που μπορούν να αναδειχθούν από τα χέρια του σε ένα οποιοδήποτε σοκάκι ενός ταπεινού χωριού εκτός Καλντέρας και όχι μόνο σε «καρτποσταλικά» δημοφιλή σημεία.

Η μεταφυσική του τοπίου στις Κυκλάδες. 
Η επιλογή αρχικά του δικτάτορα Μεταξά και μετέπειτα της Φρειδερίκης (για λόγους ομοιομορφίας και υγείας ο πρώτος, για τουριστική προβολή η δεύτερη) να ασβεστωθούν όλα τα μη νεοκλασικά σπίτια των Κυκλάδων, εξαφάνισε τις καταπληκτικές ώχρες που εναρμόνιζαν τους όγκους με το ξερό τοπίο. Παρ’ όλα αυτά, αναδείχθηκε ένα ομοιόμορφο οπτικό γεγονός που είχε τα δικά του ενδιαφέροντα. Ένα από αυτά είναι το παιχνίδισμα του φωτός στις ανομοιομορφίες των ασβεστωμένων τοίχων. Εκεί, σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας γίνεται η απόλυτη ανάλυσή στις συνιστώσες του με το άσπρο να λειτουργεί και ως πρίσμα. Άριστος γνώστης του φαινομένου, ο Ασιμής εγκλωβίζει αυτό το μεγαλείο μέσα στους άπειρους συνδυασμούς της Θηραϊκής αρχιτεκτονικής. 
Με φυσικότητα, άλλοτε ιμπρεσσιονιστικά και άλλοτε εξπρεσιονιστικά, εντάσσει κόκκινα, κίτρινα γαλάζια μέσα σε αυτή τη συμφωνία χωρίς να διαταραχθεί διόλου η αλήθεια. Είναι μέρος της μεταφυσικής του συγκεκριμένου τόπου, μια μεταφυσική που δεν μπορεί με τίποτα να προκύψει από τα παράθυρα αλουμινίου και το αδιάλυτο ακρυλικό χρώμα στους απόλυτα ίσιους τοίχους των νεόδμητων «ανένταχτων» οικοδομών.
Σεβασμός μεγάλος στο Μαλέα, το Γκίκα και άλλους δημιουργούς, κατέθεσαν πολύ σημαντικές προτάσεις στο ζήτημα της δομής του Σαντορινιού τοπίου. Στην ιεραρχία όμως, ας μου επιτραπεί το θράσος, θα βάζω πάνω αυτόν που αναμετριέται με όλα τα σημαντικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον τόπο και όχι μόνο με τη φόρμα. Αυτόν που απέδωσε τη «ψυχή» του, το χαρακτήρα του. Όπως ακριβώς ο Τέτσης που «κατάλαβε» το φως της Ύδρας και το απέδωσε ιδανικά.
Πρώτα είδε, μετά κατάλαβε και μετά ζωγράφισε. Η επιλογή αρχικά του δικτάτορα Μεταξά και μετέπειτα της Φρειδερίκης (για λόγους ομοιομορφίας και υγείας ο πρώτος, για τουριστική προβολή η δεύτερη) να ασβεστωθούν όλα τα μη νεοκλασικά σπίτια των Κυκλάδων, εξαφάνισε τις καταπληκτικές ώχρες που εναρμόνιζαν τους όγκους με το ξερό τοπίο. Παρ’ όλα αυτά, αναδείχθηκε ένα ομοιόμορφο οπτικό γεγονός που είχε τα δικά του ενδιαφέροντα. Ένα από αυτά είναι το παιχνίδισμα του φωτός στις ανομοιομορφίες των ασβεστωμένων τοίχων. Εκεί, σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας γίνεται η απόλυτη ανάλυσή στις συνιστώσες του με το άσπρο να λειτουργεί και ως πρίσμα. Άριστος γνώστης του φαινομένου, ο Ασιμής εγκλωβίζει αυτό το μεγαλείο μέσα στους άπειρους συνδυασμούς της Θηραϊκής αρχιτεκτονικής. 

Με φυσικότητα, άλλοτε ιμπρεσσιονιστικά και άλλοτε εξπρεσιονιστικά, εντάσσει κόκκινα, κίτρινα γαλάζια μέσα σε αυτή τη συμφωνία χωρίς να διαταραχθεί διόλου η αλήθεια. Είναι μέρος της μεταφυσικής του συγκεκριμένου τόπου, μια μεταφυσική που δεν μπορεί με τίποτα να προκύψει από τα παράθυρα αλουμινίου και το αδιάλυτο ακρυλικό χρώμα στους απόλυτα ίσιους τοίχους των νεόδμητων «ανένταχτων» οικοδομών.
Σεβασμός μεγάλος στο Μαλέα, το Γκίκα και άλλους δημιουργούς, κατέθεσαν πολύ σημαντικές προτάσεις στο ζήτημα της δομής του Σαντορινιού τοπίου. Στην ιεραρχία όμως, ας μου επιτραπεί το θράσος, θα βάζω πάνω αυτόν που αναμετριέται με όλα τα σημαντικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον τόπο και όχι μόνο με τη φόρμα. Αυτόν που απέδωσε τη «ψυχή» του, το χαρακτήρα του. Όπως ακριβώς ο Τέτσης που «κατάλαβε» το φως της Ύδρας και το απέδωσε ιδανικά.
Πρώτα είδε, μετά κατάλαβε και μετά ζωγράφισε.
Τελειώνοντας, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρω κάποιες διαπιστώσεις με αφορμή το θέμα του κειμένου. 
Η τοπιογραφία φαίνεται να απωθεί σύγχρονους εικαστικούς γιατί δεν βρίσκουν αντικείμενο μελέτης, μία πρόκληση έμπνευσης.
Προτιμούν τη δυναμική ενός σύγχρονου κοινωνικού θέματος όπου από μόνο του θα ενεργοποιήσει το θεατή χωρίς απαραίτητα ιδιαίτερη επεξεργασία ή κατάθεση τεχνουργίας. Η τοπιογραφία είναι σαν ένα πορτραίτο όπου απώτερος στόχος είναι να αποδοθεί αυτό που κρύβεται από πίσω.
Σαν ένα μινιμαλιστικό σενάριο στο κινηματογράφο, που δεν προκαλεί αρχικά εννοιολογικό ενδιαφέρον αλλά ο σκηνοθέτης του δίνει οντότητα και δυναμική. Το Ελληνικό φως είναι η σημαντικότερη αφορμή γι αυτή τη δημιουργική διαδικασία. Να βρεις τον τρόπο να το δαμάσεις, να το μεταχειριστείς εσύ σε αυτό που θέλεις. Όπως ακριβώς κάνει δεκαετίες τώρα ο Ασιμής ανανεώνοντας συνέχεια τις προσεγγίσεις του πάνω σε αυτό το μυστήριο της ζωής προς μεγάλη τέρψη των συνοδοιπόρων θαυμαστών του.    


Η Σαντορίνη το 1991


Τόσο κοντινό μα τόσο μακρινό ....! Τι εικόνες Θέε μου !!

Το εντόπισα στο www.laponta.gr

Της Θεοσκέπαστης στη Σαντορίνη (2025)

Κείμενο που γράφτηκε ανήμερα της εορτής της 26-12-2025 26 Δεκεμβρίου. Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου∙ ημέρα σιωπηλής συγκέντρωσης...